
Το δικαίωμα απολογίας του προσώπου το χορηγεί ο Ιδιος ο Θεός και κανείς δεν έχει δικαίωμα να το ποδοπατήσει!
Ο άγιος Νεκτάριος εκδιώχθηκε αδίκως χωρίς να του δοθεί δικαίωμα να απολογηθεί. Αναγκάστηκε να γράψει την απολογία διαμαρτυρίας του την οποία και έστειλε στον Πατριάρχη Αφού κανείς δεν τον κάλεσε να απολογηθεί…
Μοιραία η σύγκριση!
Η επιστολή που ο Αγιος Νεκταριος αποστελλει προς τον Πατριάρχη Σωφρόνιο απολογούμενος με ημερομηνία 11 Μαρτίου 1895:
«Τοσούτον, Παναγιώτατε, εγενόμην εγώ κακός προς Υμάς, ώστε μετά τέσσαρα έτη από της αδικωτάτης από Αιγύπτου αναχωρήσεώς μου, καθ’ α εζήτουν (φυτωζωών) τον επιούσιον άρτον, όπως μερίζομαι αυτόν τοις φτωχοίς, κωφός και άναυδος γενόμενος προς τας ποικίλας των Πατριαρχικών κατ’ εμού κατηγορίας, οι Πατριαρχικοί τοιαύτας κατ’ εμού να δώσωσι πληροφορίας ούτως επισήμως ζητηθείσας παρά της Ελληνικής Κυβερνήσεως;
Πότε, Παναγιώτατε, κατενοήσατε τας αντιπειθαρχικάς μου διαθέσεις;
Εν οποίαις εξεδηλώθησαν έργοις;
Οποίαι αι ενδείξεις, ώστε να χαρακτηρισθώ ως ασεβής και επαναστάτης και δούλος πονηρός κακά μελετήσας κατά της Εκκλησιαστικής μου αρχής;
Οποίον εκκλησιαστικόν δικαστήριον με εδίκασε και με κατεδίκασε και απεφάνθη περί της ανηθικότητός μου, ώστε οι Πατριαρχικοί μετά παρρησίας να πληροφορήσωσι τον πολιτικόν της Ελληνικής Κυβερνήσεως Πράκτορα, επισήμως ζητούντα τοσαύτην σημαντικήν παρ’ αυτών πληροφορίαν, ότι εδιώχθην ως επαναστάτης και ανήθικος;
Πού ευρίσκονται τα πρακτικά;
Πού οι κατήγοροί μου;
Πού οι μάρτυρες;
Πού το σώμα του εγκλήματος;
Πού το έδαφος εφ’ ου εστηρίχθη η κατ’ εμού επίσημος αύτη κατηγορία, δι’ ης κατεδικαζόμην εις ηθικόν θάνατον;
Οποίον μέγα κακόν ειργάσθην προς Ημάς, Παναγιώτατε, ή και προς τίνα των Πατριαρχικών, όπως δολοφονηθώ;
Διατί η τοσαύτη υμών κατ’ εμού μήνις, η και πόρρω παρακολουθούσα μοι, δι’ ης ζητείται ο παντελής ολοθρευμός μου;
Κατά τι τουλάχιστον παρηνόχλησα Υμάς;
Οποίον το μέγα προς Υμάς αμάρτημά μου;
Οποία η πονηρία μου και η κακία μου;
Εγώ επικαλούμαι μάρτυρα τον Θεόν, ότι ουδέποτε περί ουδενός εμελέτησα κακόν.
Μόνον το αγαθόν εμελέτησα καθ’ όλην την ζωήν μου και αυτού εραστής και εργάτης εγενόμην. Φρονώ ότι των αγαθών μου διαθέσεων πείραν έλαβε και τρανάς τας ενδείξεις έσχεν η Υμετέρα θεία Παναγιότης.
Αλλά ήδη προς τι ταύτα πάντα;
Το έργον συνετελέσθη, η μήνις ικανοποιήθη, ο πονηρός παραδειγματικώς ετιμωρήθη.
Προς τι η άκαιρος αύτη διαμαρτύρησις;
Προς ουδέν πλέον έτερον, αλλ’ η προς το γνωρίσαι τη Υμετέρα θειοτάτη Παναγιότητι ότι πάσα η κατ’ εμού μήνις αυτής άδικος.
Ο Θεός έστω μοι μάρτυς και κριτής.
Διατελώ μετά βαθυτάτου σεβασμού και εύχομαι τα άριστα.»