Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης: Ο Προσωπικός Αριθμός του Γ' Ράιχ! Νεοέλληνα, ακόμη αμφιβάλλεις;


kvathiotis.substack.com/subscribe


Επιμελείται ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης

Επειδή, παρά τις ζοφερές αλήθειες που έχουν αναδειχθεί από τον γράφοντα αλλά και από άλλους αγωνιστές εναντίον της ηλεκτρονικής δικτατορίας, κάποιοι βαθιά πλανεμένοι ή πουλημένοι εξακολουθούν να επιδίδονται σε ανόητη και ύπουλη προπαγάνδα υπέρ της διευκολυντικής αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας που τάχα υπόσχεται στους Νεοέλληνες ο Προσωπικός Αριθμός, είναι αδήριτη η ανάγκη να αναδειχθούν κάποιες φρικτές πληροφορίες οι οποίες αφορούν το σύστημα καταγραφής του γερμανικού πληθυσμού που εισήχθη από τους φωστήρες του Γ΄ Ράιχ.

Οι πληροφορίες αυτές βρίσκονται στο βιβλίο των Γκετς Αλί (Götz Aly) και Καρλ Χάιντς Ροτ (Karl Heinz Roth) με τίτλο «Η ασταμάτητη καταγραφή. Καταμέτρηση, ταυτοποίηση και έλεγχος στο Τρίτο Ράιχ» (2022, σελ. 265 επ.· το γερμανικό πρωτότυπο είχε κυκλοφορήσει το 1984).

Η παρούσα ανάρτηση φιλοδοξεί να φρεσκάρει αλλά και να εμπλουτίσει την μνήμη των αναγνωστών εκείνων οι οποίοι είχαν διαβάσει το κείμενο που δημοσιεύθηκε την 1η Φεβρουαρίου 2025 σε αυτό εδώ το ιστολόγιο με τον τίτλο «Ο “μαρτυριάρης” Προσωπικός Αριθμός του Τρίτου Ράιχ: Ανατριχιάστε!»¹.

Τα καίρια αποσπάσματα του βιβλίου (εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Antifa Script²ενώ οι Antifa, αν δεν απατώμαι, δεν έχουν πολεμήσει ούτε κατ’ ελάχιστον τον Προσωπικό Αριθμό!) που συνδέουν την φρίκη της αριθμοποίησης των Γερμανών πολιτών με την σχεδιαζόμενη αριθμοποίηση των Νεοελλήνων διαβάσθηκαν από τον γράφοντα μπροστά στην κάμερα, ώστε ο πυρήνας του προβλήματος να εντυπωθεί με μεγαλύτερη ενάργεια στο μυαλό κάθε ενδιαφερόμενου (βλ. παρακάτω το σχετικό βίντεο που αναρτήθηκε στο Hellas Time, το οποίο ευχαριστώ ολόψυχα για την συνεργασία).

Όποιος μπει στον κόπο να διαβάσει το κείμενο που ακολουθεί θα συνειδητοποιήσει τον ζόφο (και ψόφο!) που μας περιμένει, αφού χάρη στην ασταμάτητη καταγραφή των πολιτών του Γ΄ Ράιχ και την θέσπιση του αναγνωριστικού-μαρτυριάρη αριθμού, κατέστη δυνατή η υλοποίηση όλων των εμετικών συλλήψεων που εμπνεύσθηκαν τα ανθρωπόμορφα τέρατα της ναζιστικής δικτατορίας, ιδίως τις αναγκαστικές στειρώσεις και τα προγράμματα ευθανασίας.

Και, φυσικά, η μέσω της υγειονομικής και κοινωνικής καταγραφής κατηγοριοποίηση του πληθυσμού του Γ΄ Ράιχ σε αντικοινωνικούςαποδεκτούςκοινούς και γενετικά ανώτερους οδήγησε στον κοινωνικο-οικονομικό αποκλεισμό των δύο πρώτων κατηγοριών και στην αναγνώριση προνομίων για τις δύο τελευταίες.

Είναι, άραγε, τυχαίο ότι για «προνόμια» μας εκπαιδεύει το σύστημα να πασχίζουμε, ιδίως από την εποχή της υγειονομικής δικτατορίας, όταν στους ανεμβολίαστους επιβλήθηκε ο αποκλεισμός από την εργασία τους αλλά και από τις λοιπές εκφάνσεις του κοινωνικού βίου τους;

Συμπέρασμα: Ο ναζισμός φαίνεται πως δεν ηττήθηκε ποτέ, απλώς επέστρεψε καμουφλαρισμένος, χρησιμοποιώντας την μάσκα της ανάποδης, οργουελικής Νεογλώσσας. Το καθεστώς Μητσοτάκη τάχα φλέγεται να διευκολύνει τους Νεοέλληνες όταν συναλάσσονται με το Δημόσιο, ενώ το μόνο που τους καίει είναι να φακελώσουν και να επιτηρήσουν χωρίς σταματημό όλο τον λαό!

Δεν χωρεί η παραμικρή αμφιβολία ότι η παρούσα ολοκληρωτικού τύπου κυβέρνηση μέσω του Προσωπικού Αριθμού και των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων θα χτίσει μια γρανιτένια, ψηφιακή φυλακή, στην οποία η συμπαγής πλειοψηφία προθύμως θα εγκλωβιστεί, νομίζοντας ότι είναι «για το καλό της».

Παρακαλώ θερμά τους αναγνώστες του ιστολογίου να συνειδητοποιήσουν ότι η πληροφόρηση του κοινού που γίνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και με ανάδειξη πρωτότυπων ή εξαιρετικά σπάνιων άρθρων ή κειμένων απαιτεί μια άνευ προηγουμένου κοπιώδη προσπάθεια εκ μέρους του διαχειριστή του ιστολογίου.

Για να καταστεί εφικτή η συνέχιση αυτής της υπερπροσπάθειας, απαιτείται η απερίσπαστη εστίαση στο συγγραφικό έργο της διαφώτισης, η οποία, όμως, υπονομεύεται σημαντικά, όταν θα πρέπει να γίνεται παράλληλη εργασία για την επίλυση του βιοποριστικού προβλήματος.

Η βιωσιμότητα του ιστολογίου εξαρτάται, λοιπόν, από την ελάχιστη οικονομική στήριξη των αναγνωστών, η οποία ανέρχεται σε 5 € μηνιαίως ή 50 € ετησίως.

Ευχαριστώ θερμά για την αλληλεγγύη σας!

Λεπτομέρειες σχετικά με την συνδρομή υπάρχουν στον ακόλουθο σύνδεσμο:

kvathiotis.substack.com/subscribe

Η ΕΞΥΨΩΣΗ ΤΩΝ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ (σελ. 82)

Το εθνικοσοσιαλιστικό κράτος εξύψωσε τις στατιστικές επιστήμες, δίνοντάς τους έναν ρόλο που έφτανε πολύ πέρα από τις έρευνες που περιλάμβαναν γυμνούς αριθμούς και αόριστες οικονομικές παραμέτρους. […] Οι γιατροί και οι κάθε είδους ειδικοί επένδυαν τη γραφειοκρατική διαδικασία διαχωρισμού με μια αύρα επιστημονικού ορθολογισμού, η οποία διαπερνούσε από τους γάμους και τα επιδόματα τέκνου μέχρι τις στειρώσεις, τη «φυλετική ταξινόμηση» και τη «διαλογή».

Ποτέ στην ιστορία της Γερμανίας δεν έχουν μιλήσει τόσοι ειδικοί, ποτέ δεν έχουν αποθηκευτεί τόσα στοιχεία σε αρχεία και καταλόγους όσο αυτά τα δώδεκα χρόνια. Οι πρακτικές ελέγχου ήταν ταυτόχρονα γραφειοκρατικές και επιστημονικές. Αμφότερες οι διαδικασίες απο-υποκειμενικοποιούσαν: αφαιρούσαν κάθε ξεχωριστό ανθρώπινο γνώρισμα από τον φορέα τους και, τελικά, αντικειμενικοποιούσαν: μετέτρεπαν τους ανθρώπους σε κρούσματα, σε πειραματόζωα, σε κατόχους εγγράφων και ταυτοτήτων.

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ (σελ. 122)

Το σύστημα αστυνομικής καταγραφής είναι, πέραν πάσης αμφιβολίας, μια ειρηνική ρύθμιση. Ωστόσο, το σύστημα καταγραφής έπρεπε να ρυθμιστεί με τέτοιο τρόπο ώστε οι υπηρεσίες καταγραφής να είναι έτοιμες ανά πάσα ώρα και στιγμή να ανταποκριθούν στις ανάγκες της άμυνας της χώρας και της προστασίας της πατρίδας.

Στις 18 Νοεμβρίου 1938, ο στρατάρχης Χέρμαν Γκέρινγκ ανακοίνωσε ενώπιον του Συμβουλίου Άμυνας του Ράιχ, της μυστικής, δηλαδή, επιτροπής προετοιμασίας του πολέμου, ότι «θεσπίζοντας το Εθνικό Μητρώο θα πετύχουμε την απόλυτη επιτήρηση ολόκληρου του γερμανικού πληθυσμού».

Ο στρατός «απαιτούσε επιτακτικά» την άμεση καταγραφή κάθε υπηκόου του Ράιχ ηλικίας μεταξύ έξι και εβδομήντα ετών και την καταλογογράφησή του με βάση την ημερομηνία γέννησης.

ΘΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ Ο ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ (σελ. 126):

Η υλοποίηση της μεγάλης αλλαγής ανατέθηκε στα κεντρικά της Αστυνομίας Επιβολής της Τάξης και, συγκεκριμένα, στους Άρτουρ Κέεμπ και Έριχ Λίμπερμαν φον Σόνενμπεργκ, οι οποίοι, με την εισαγωγή του «Διατάγματος Υποχρεωτικής Καταγραφής», είχαν, σύμφωνα με τη διατύπωση του Νταλούγκε, «επιτύχει μια καινοτομία».

Ο Λίμπερμαν συνέταξε το διάταγμα της 15ης Φεβρουαρίου 1939, το οποίο όριζε τη συγκρότηση ενός Εθνικού Μητρώου με μια καρτέλα καταγραφής για κάθε Γερμανό. Ο Λίμπερμαν ήταν εκείνος που την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είχε λανσάρει το σλόγκαν «Η αστυνομία: Φίλος και βοηθός σου» και για τον οποίο ο σοσιαλδημοκράτης και αρχηγός της αστυνομίας Καρλ Τσεργκίμπελ είχε δηλώσει με θαυμασμό:

Το Εθνικό Μητρώο θα αποδειχτεί ιδιαίτερα σημαντικό για την άμυνα του Ράιχ, δεδομένου ότι δεν θα καταγράφει μόνο τους στρατεύσιμους, αλλά ολόκληρο τον πληθυσμό. Σε περίπτωση πολέμου, η κινητοποίηση ολόκληρου του πληθυσμού και η χρησιμοποίηση του καθενός ανάλογα με τις ικανότητές του θα είναι δυνατή μόνο στον βαθμό που το Εθνικό Μητρώο θα παρέχει ολοκληρωμένα στοιχεία για όλες τις υπό εξέταση ηλικιακές ομάδες. Ο βασικός σκοπός του Μητρώου είναι να λειτουργεί ως μέσο καταγραφής. Όταν ολοκληρωθεί και επικαιροποιηθούν οι αλλαγές στον τόπο κατοικίας και στην προσωπική κατάσταση του κάθε πολίτη, ο στόχος αυτός θα έχει εκπληρωθεί.

ΚΑΚΟΗΧΕΣ ΛΕΞΕΙΣ (σελ. 127)

Αργότερα, οι Κέεμπ και Λίμπερμαν παραδέχτηκαν σε μια υποσημείωση ότι οι λέξεις «καταγράφω» και «καταγραφή» δεν ακούγονταν ευχάριστα στο αυτί. «Ωστόσο, μέχρι στιγμής, δεν έχει βρεθεί καλύτερη λέξη για να περιγράψει αυτές τις έννοιες». Τα δημοτολόγια παρέμεναν «το μοναδικό διαθέσιμο μέσο καταγραφής συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων». Κι όμως, «μέχρι περίπου το 1934, πολύ μικρή έμφαση είχε δοθεί σε αυτή τη λειτουργία των δημοτολογίων». Ωστόσο, λίγους μήνες πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αστυνομικός σχεδιασμός πήγε ένα βήμα παραπέρα: οι υπηρεσίες καταγραφής έλαβαν συγκεκριμένη προθεσμία για να εξοικειωθούν με το εκδοθέν τον Ιανουάριο του 1938 «Διάταγμα Υποχρεωτικής Καταγραφής», προκειμένου, από την άνοιξη του 1939, δηλαδή το συντομότερο δυνατόν, «να έχουν πάντα εύκαιρη τη λίστα με όλους τους ανθρώπους που έχουν γεννηθεί την ίδια χρονιά». Παρά την προφανή βιασύνη, το Εθνικό Μητρώο δοκιμάστηκε πρώτα στη διοικητική περιφέρεια του Πότσνταμ.

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ (σελ. 142/143)

Στη Γερμανία, η νομική υποχρέωση των πολιτών να φέρουν δελτίο ταυτότητας τέθηκε σε ισχύ στις 10 Σεπτεμβρίου 1939. Ο πόλεμος οδήγησε στη λήψη σκληρών πειθαρχικών μέτρων, τα οποία ούτε τα Ες Ες, ούτε η αστυνομία είχαν καταφέρει να επιβάλουν ώς τότε, μέτρα με τα οποία ο πληθυσμός εξοικειώθηκε με μεγάλη δυσκολία. Είχε φτάσει Δεκέμβριος του 1942 και ο Χίμλερ παραπονιόταν ακόμη ότι:

«Οι έρευνες δείχνουν ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει πάνω του κανένα επίσημο έγγραφο ταυτοποίησης με φωτογραφία, ούτε στις καθημερινές μετακινήσεις του ούτε στα ταξίδια. Προτείνω, σε συνεργασία με τον υπουργό Λαϊκής Διαφώτισης και Προπαγάνδας του Ράιχ, να υπενθυμίσουμε ξανά στον πληθυσμό την υποχρέωσή του να φέρει έγγραφα ταυτοποίησης. Τα επίσημα έγγραφα ταυτοποίησης με φωτογραφία είναι τα εξής: το διαβατήριο, η αστυνομική ταυτότητα, η υπηρεσιακή ταυτότητα, η κάρτα μέλους του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και του Εθνικοσοσιαλιστικού Οργανισμού Λαϊκής Πρόνοιας, το δίπλωμα οδήγησης, η στρατιωτική ταυτότητα, η ταχυδρομική ταυτότητα κ.ο.κ. Ειδικά για τους Γερμανούς που μεταφέρονται στις νέες κτήσεις, θέση ταυτότητας επέχει και το δελτίο μετεγκατάστασης που λαμβάνουν από την Υπηρεσία Μετανάστευσης. Όσοι εντοπίζονται δίχως έγγραφο ταυτοποίησης, θα οδηγούνται στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων».

Τέλη 1942, λοιπόν, και ούτε ο ίδιος ο Χίμλερ δεν μπορούσε να λάβει σκληρότερα μέτρα από αυτά που ίσχυαν. Το Τρίτο Ράιχ δεν είχε ορίσει ποτέ συγκεκριμένες ποινές για όσους παραβίαζαν την υποχρέωση να φέρουν πάνω τους έγγραφο ταυτοποίησης. Ώς τότε, το σύνηθες ήταν η προφορική δήλωση στοιχείων. Το κράτος ούτε είχε δικαίωμα να ταυτοποιεί τους πολίτες οποιαδήποτε στιγμή ούτε μπορούσε να ελπίζει ότι κάτι τέτοιο θα γινόταν αποδεκτό.

Το δελτίο ταυτότητας ως μια «γενική αστυνομική απόδειξη ταυτοπροσωπίας για το εσωτερικό» εισήχθη για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1938 – με ένα από τα συνηθισμένα διατάγματα που προέκυπταν από τον «Εξουσιοδοτικό Νόμο» του 1933:

«Όλοι οι υπήκοοι του γερμανικού κράτους μπορούν να προμηθευτούν δελτίο αστυνομικής ταυτότητας. Ο υπουργός Εσωτερικών θα καθορίσει ποιες ομάδες του γερμανικού πληθυσμού θα είναι υποχρεωμένες να φέρουν το δελτίο ταυτότητας και υπό ποιες προϋποθέσεις».

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΑΤΟΜΙΚΗ ΚΑΡΤΑ – ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΣ Η ΟΛΛΑΝΔΙΑ ΣΤΟ ΦΑΚΕΛΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ (σελ. 165)

Ήδη από το 1932, ο [Ελβετός ερευνητής] Άρνολντ Σβαρτς μίλησε για την ανάγκη κάθε άνθρωπος που γεννιέται να διαθέτει μια στατιστική «ατομική κάρτα».

Διάφορες πληροφορίες για τη ζωή του πολίτη θα προστίθεντο συνεχώς – θα δημιουργούνταν έτσι ένα είδος αρχείου που θα βελτιωνόταν και θα επικαιροποιούνταν μετά από κάθε απογραφή.

Σύμφωνα με τον Σβαρτς, η Ολλανδία είχε ήδη εφαρμόσει μερικώς ένα τέτοιο ιδεατό μοντέλο.

Η Ολλανδία ήταν πρωτοπόρος στην ατομική στατιστική. Η χώρα εφάρμοζε από καιρό μια σύγχρονη μέθοδο: η πρώτη απογραφή έλαβε χώρα το 1829 με εντολή του βασιλιά. Σκοπός ήταν η δημιουργία ενός «αναλυτικού μητρώου», στο οποίο θα εγγράφονταν όσα στοιχεία και πληροφορίες για τον πληθυσμό θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμα και απαραίτητα στο κράτος. Αυτό το πολύτιμο σύστημα επικαιροποιούνταν συνεχώς στη διάρκεια των επόμενων εκατό χρόνων, έτσι που, κατά την απογραφή του 1930, είχε πλέον εξελιχτεί σε ένα «ενιαίο σύστημα ατομικών φακέλων».

Αυτοί οι φάκελοι περιείχαν όλες τις σημαντικές πληροφορίες για τη θρησκεία, το επάγγελμα, τις αναπηρίες, τις ειδικές γνώσεις κ.λπ. του κάθε πολίτη.

Ο ΧΑΡΤΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (σελ. 166)

Ο Μέτορστ και ο Λεντς, διευθυντές του σώματος επιθεωρητών του Μητρώου Πληθυσμού του Ράιχ, εγκωμίαζαν το 1936 σε μια έκδοση των γενικών στατιστικών αρχείων τους Ολλανδούς συναδέλφους τους:

«Θεωρητικά μιλώντας, η συλλογή δεδομένων για κάθε ξεχωριστό άτομο μπορεί να αποδειχτεί τόσο πλούσια και τόσο πλήρης, ώστε να μπορούμε, επιτέλους, να μιλάμε για έναν χάρτινο άνθρωπο, ο οποίος έχει αντικαταστήσει τον κανονικό».

Τέσσερα χρόνια αργότερα, οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν το εν λόγω Μητρώο Πληθυσμού ως το πιο σημαντικό γραφειοκρατικό εργαλείο τους. Ο Λεντς άρχισε να δουλεύει για τους κατακτητές, οι οποίοι εκτιμούσαν αφάνταστα τη δουλειά του.

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ (σελ. 166/167)

Στις 10 Ιανουαρίου 1941, οι Γερμανοί κατέστησαν υποχρεωτική την καταγραφή όλων των «Εβραίων, των κατά το ήμισυ Εβραίων και των κατά το ένα τέταρτο Εβραίων» της Ολλανδίας.

Το βασικό εργαλείο που χρησιμοποίησαν ήταν μια φόρμα καταγραφής με πέντε χρωματιστά καρμπόν (λευκό, μπλε, μοβ, σκούρο πράσινο και λαχανί).

Οι Ολλανδοί υπάλληλοι του σώματος επιθεωρητών του πληθυσμού της Χάγης (οι οποίοι περιγράφονταν ως «έμπιστοι και πολύ πρόθυμοι να κάνουν τη δουλειά τους») δημιούργησαν ένα κεντρικό μητρώο για τους Εβραίους. Επιπλέον, πήραν τις συμπληρωμένες φόρμες καταγραφής και τις ατομικές κάρτες του ολλανδικού μητρώου και τις συγκρίναν με τα αρχεία που κρατούσαν οι εκκλησίες για τις βαπτίσεις των Εβραίων, καθώς και με τις λίστες περιτομής των εβραϊκών κοινοτήτων.

Τον Αύγουστο του 1941, το μητρώο είχε ολοκληρωθεί προς μεγάλη ικανοποίηση εκείνων που το είχαν οραματιστεί. Περιλάμβανε 160.820 εγγραφές:

Το γενικό μητρώο όλων των Εβραίων και όσων έχουν εβραϊκό αίμα [...] δεν είναι μόνο ένα πολύτιμο εργαλείο, αλλά αποτελεί και μια υπηρεσία πληροφοριών χρήσιμη για όλους τους τομείς της δημόσιας διοίκησης, της αστυνομίας και των δικαστηρίων. […]

Το υποχρεωτικό δελτίο ταυτότητας έπλεξε ακόμα πιο πυκνό το δίχτυ της καταγραφής. Οι ταυτότητες των Εβραίων είχαν σφραγισμένο πάνω τους ένα «J», από τη λέξη Jude (Εβραίος), και αυτές που ο κάτοχός τους είχε εβραϊκό αίμα σφραγίζονταν με ένα «B I» ή «B II» (από τη λέξη Bastard [μπάσταρδος]).

ΒΙΟΛΟΓΙΚΟ ΦΑΚΕΛΩΜΑ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ (σελ. 236)

Όταν το έργο της καταγραφής φτάσει σε ικανοποιητικά επίπεδα και καταστεί δυνατή η διαρκής παρακολούθηση των καταγεγραμμένων ατόμων, τότε είναι που θα πρέπει να οριοθετηθεί και να θεσμοθετηθεί η συνεργασία και η παρέμβαση των κεντρικών στατιστικών υπηρεσιών προς επεξεργασία των γενετικών δεδομένων και αξιολόγηση των υπόλοιπων στατιστικών στοιχείων του πληθυσμού.

Η υλοποίηση του Γενικού Αρχείου του Πληθυσμού θα παράσχει μια βιολογική διάγνωση του λαού, ώστε αυτό που σήμερα είναι απλώς μια θεωρία, αύριο να μετεξελιχτεί σε πράξη. Αυτό το αρχείο θα είναι σε θέση να εξυπηρετεί πολύπλευρους πρακτικούς, αλλά και επιστημονικούς σκοπούς. Εφεξής, θα έχουμε μια ξεκάθαρη εικόνα για το μέγεθος του κληρονομικού φορτίου, την κατάσταση της υγείας του πληθυσμού και τους υγειονομικούς δείκτες, κάτι που θα δώσει νέα ώθηση στην επιστήμη, προκειμένου να προάγει την αναπαραγωγή του ανώτερου γενετικού υλικού και να αποτρέψει τη διάδοση του κατώτερου, συμβάλλοντας έτσι στο χτίσιμο ενός γενετικά υγιούς σώματος.

ΚΥΜΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΣΤΑ ΣΑΝΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΑ (σελ. 236/237)

Ένα ακόμη μεγάλο κύμα καταγραφής έλαβε χώρα στα σανατόρια και τα ψυχιατρεία. Στο τέλος του 1934, οι πρόεδροι αυτών των ιδρυμάτων συμφώνησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των νεοσύστατων Υπηρεσιών Υγείας.

Ιδρύθηκαν εθνικά κέντρα για τη γενετική καταγραφή των τροφίμων των ψυχιατρείων, ψυχίατροι γνωστοί υπέρμαχοι της γενετικής διαλογής τοποθετήθηκαν σε θέσεις ευθύνης και ορίστηκε ένα κέντρο συντονισμού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Στόχος ήταν η καταγραφή των τροφίμων που ήταν φορείς γενετικών ασθενειών με ακόμη πιο ενδελεχή τρόπο από αυτόν των Υπηρεσιών Υγείας και η επέκταση της καταγραφής στα μέλη της οικογένειας των ασθενών (οι εθνικοσοσιαλιστές αναφέρονταν σε αυτές τις οικογένειες ως «σόι» [Sippe]).

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΣΤΕΙΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ: ΠΩΣ ΟΙ ΨΥΧΙΑΤΡΟΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ (σελ. 237/238)

Τυπώθηκαν καρτέλες αρχείων και οικογενειακοί πίνακες και δημιουργήθηκαν οικογενειακά διαγράμματα, καθώς και καινούρια συστήματα αρχειοθέτησης για τα αναρίθμητα επιμέρους αρχεία. Η διαδικασία ταξινόμησης ήταν λεπτομερώς προσδιορισμένη. Η γραφειοκρατική σχολαστικότητα αποδείχτηκε ανεκτίμητη. Στις 30 Ιουνίου 1937, ο Χάιντσε, αντιπρόσωπος του κρατιδίου του Βραδεμβούργου, ανέφερε στην Κεντρική Υπηρεσία ότι από τους 12.915 τροφίμους στα ιδρύματα του Βραδεμβούργου οι 10.410 είχαν διαγνωσθεί με κληρονομικά νοσήματα.

Για τους 2.726 από αυτούς εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση αναγκαστικής στείρωσης και οι 2.531 εξ αυτών στάλθηκαν αμέσως στους χειρουργούς και τους γυναικολόγους. Αργότερα, έγινε γνωστό ότι ο Χάιντσε, όπως επίσης και ο ψυχίατρος Πόλις (Pohlisch), ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την καταγραφή μισού εκατομμυρίου ατόμων στην Ρηνανία, υπήρξαν πρωτεργάτες του «προγράμματος ευθανασίας».

Η καταγραφή των τροφίμων «με γενετικά νοσήματα» δεν ήταν παρά το προοίμιο των δολοφονιών ασθενών που θα ακολουθούσαν. Ακριβώς όπως ο Άιχμαν από υπεύθυνος του αρχείου των Εβραίων κατέληξε υπεύθυνος μαζικών δολοφονιών, έτσι και οι ψυχίατροι από υπεύθυνοι των αρχείων των τροφίμων κατέληξαν υπεύθυνοι των μαζικών δολοφονιών στα ιδρύματα υγείας. Την πρώτη φορά, θύτες και θύματα διασταυρώθηκαν κατά τη διαδικασία της καταγραφής. Τη δεύτερη, διασταυρώθηκαν ξανά στις απελάσεις με προορισμό τον θάνατο.

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΟΥ ΑΜΒΟΥΡΓΟΥ: Η ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΒΙΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΩΝ (σελ. 238)

Οι στατιστικολόγοι δεν έβαλαν στο στόχαστρο μόνο εκείνες τις κατηγορίες ανθρώπων που βρίσκονταν σε άμεσο κίνδυνο. Σκοπός τους ήταν επίσης η καταγραφή ολόκληρου του πληθυσμού, ή τουλάχιστον της μεγάλης πλειοψηφίας του.

Για παράδειγμα, η Υπηρεσία Υγείας του Αμβούργου είχε προβλέψει αυτή την εξέλιξη από νωρίς. Ήδη από το 1934, ξέχωρα από τις κρατικές γενετικές καταγραφές, δημιούργησε ένα εκπληκτικό συμπληρωματικό αρχείο, το οποίο, σύμφωνα με τους ειδικούς της πόλης, φιλοδοξούσε να καταγράψει τον πληθυσμό με αυστηρά γενετικά κριτήρια και να παραγάγει μια βιοπολιτική αναπαράσταση της συνολικής παραγωγικής δυνατότητας των μισθωτών στρωμάτων. […]

Οι υπεύθυνοι της καταγραφής στο Αμβούργο είχαν δημιουργήσει μια τυποποιημένη, όσο και εκτενή, φόρμα καταγραφής στην οποία καταχωρούσαν τα αποτελέσματα των ερευνών τους. Μετά από κάθε εξέταση, ο γιατρός συμπλήρωνε αυτή τη φόρμα και την έστελνε στις Υπηρεσίες Υγείας, δίχως το «πειραματόζωο» να γνωρίζει τίποτα. Κάνοντας πράξη το σλόγκαν «Καθολική υγειονομική παρακολούθηση της ζωής», τα αποτελέσματα μεταφέρονταν σε καρτέλες, οι οποί ες ταξινομούνταν περαιτέρω με βάση την ημερομηνία γέννησης και, ήδη από το 1934, συγκεντρώνονταν στο Κεντρικό Αρχείο Υγειονομικών Διαβατηρίων.

«Το Κεντρικό Αρχείο Υγειονομικών Διαβατηρίων μάς προσφέρει απόλυτη εποπτεία για κάθε έγγραφο ιατρικού ενδιαφέροντος και για τα αποτελέσματα κάθε ξεχωριστής εξέτασης. Δεν πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί στα στοιχεία που συλλέγουμε. [...] Για τη συλλογή των στοιχείων χρειάζεται η συνεργασία όλων των φορέων. Χρειάζεται να αντλούμε δεδομένα από τα ιδρύματα υγείας και πρόνοιας όλων των ειδών, από τους θεσμούς οικονομικής πρόνοιας, από τα αναμορφωτήρια και τους οργανισμούς αρωγής των νέων, καθώς και από αποφάσεις δικαστηρίων, ιδίως αποφάσεις που αφορούν υποθέσεις κηδεμονίας, στείρωσης και ποινικές καταδίκες. Πρέπει να συλλέγουμε στοιχεία με αμείωτη ένταση από υποθέσεις που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες, με εγκληματίες καθ’ έξιν ή από υποθέσεις που με οποιονδήποτε τρόπο εκφέρουν κρίση για τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου. Θα πρέπει, επίσης, να συγκεντρώνουμε στοιχεία από ιατρικές εξετάσεις ιδιωτών γιατρών και γιατρών που συνεργάζονται με τους φορείς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψηςασφαλιστικής κάλυψης και ασφάλειας κατ’ ατυχημάτων, από αναφορές παρακολούθησης της χιτλερικής νεολαίας, από αθλητικούς ομίλους, από τον ΟΑΕΔ και τον στρατό, από τις ιατρικές βεβαιώσεις που απαιτούνται για την πρόσληψη σε διάφορες δουλειές, από πιστοποιητικά μη υπάρξεως κωλύματος προς σύναψη γάμου, από πιστοποιητικά ολοκλήρωσης της πρακτικής άσκησης, από τις έρευνες που διεξάγουν οι οργανώσεις του Κόμματος και από το υγειονομικό και προνοιακό τους έργο [...] από τα ιατρικά αρχεία νοσοκομείων και ψυχιατρικών ιδρυμάτων κ.ο.κ. Όλες αυτές οι υπηρεσίες μπορούν και χρειάζεται να ζητούν πληροφορίες και, με τη σειρά τους, οφείλουν να συμβάλλουν στη συλλογή δεδομένων».

Μέχρι τα μέσα του 1935, μόλις οκτώ μήνες μετά την εκκίνηση του έργου, 200.000 κάτοικοι του Αμβούργου, μισθωτοί εργάτες και υποπρολετάριοι, είχαν καταγραφεί στο Αρχείο Υγειονομικών Διαβατηρίων.

Το 1938, ο όγκος των ιατρικών και κοινωνικών φακέλων, ο οποίος παρέμενε δίχως επεξεργασία, είχε ταξινομηθεί ως ακολούθως:

  • 3.000 φάκελοι ομοφυλόφιλων, οι οποίοι είχαν μεταβιβαστεί στο Αρχείο Υγειονομικών Διαβατηρίων από την Εγκληματολογική Αστυνομία

  • 20.000 φάκελοι παροχής βοήθειας προς φθισικούς

  • 20.000 φάκελοι ατόμων με αναπηρίες

  • 40.000 προνοιακοί φάκελοι που είχαν κοινοποιηθεί από φορείς κοινωνικών υπηρεσιών

  • 250.000 φάκελοι εγκληματιών καταγεγραμμένων στην Κεντρική Υπηρεσία Εγκληματολογικής Βιολογίας

  • 400.000 φάκελοι ιατρικών εξετάσεων από φορείς δημόσιας ασφάλισης

Στις 18 Ιουλίου 1940, και ενώ πολλοί από τους καταγεγραμμένους φορείς κληρονομικών ασθενειών είχαν ήδη θανατωθεί ή είχαν καταδικαστεί σε θάνατο.

ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΟΥ ΡΑΪΧ (σελ. 242)

Το Υπουργείο Εσωτερικών αποφάσισε να προχωρήσει στην υγειονομική και κοινωνική καταγραφή ολόκληρου του πληθυσμού του Ράιχ, σύμφωνα με το μοντέλο που εφαρμοζόταν στο Αμβούργο. Εξέδωσε γι’ αυτό τον σκοπό τις «Οδηγίες για την καταγραφή της κληρονομικής υγείας», με τις οποίες οι πολίτες ταξινομούνταν σε τέσσερις κατηγορίες:

  • (1) στους αντικοινωνικούς,

  • (2) στους αποδεκτούς,

  • (3) στους κοινούς και

  • (4) στους γενετικά ανώτερους.

Οι συνέπειες για κάθε κατηγορία έγιναν γρήγορα εμφανείς:

  • «οι αντικοινωνικοί αποκλείονται από κάθε κοινωνική παροχή».

  • «Οι οικογένειες που ανήκουν στην κατηγορία των αποδεκτών δικαιούνται το επίδομα τέκνου, αλλά αποκλείονται από κάθε άλλη παροχή»

  • Οι «κοινοί» εξακολουθούν «να έχουν δικαίωμα σε τιμητικές διακρίσεις και υποστηρικτικά μέτρα, όπως το δάνειο γάμου, τα εκπαιδευτικά επιδόματα ή ο Τιμητικός Σταυρός της Γερμανίδας Μητέρας».

  • Οι «ανώτεροι» θα απολάμβαναν ειδικών προνομίων «μόνο στην περίπτωση που χρειάζεται να γίνει επιλογή από έναν μεγάλο πλήθος υποψηφίων».

Η ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΝΙΚΑΝΩΝ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ: ΣΤΕΙΡΩΣΗ 300.000 ΑΤΟΜΩΝ (σελ. 244)

Πέντε χρόνια μετά την ψήφιση του «Νόμου για την αποτροπή γέννησης γενετικά ασθενών απογόνων», το έργο της υποχρεωτικής στείρωσης των γενετικά ασθενών είχε στην ουσία ολοκληρωθεί.

Περίπου 300.000 άτομα είχαν στειρωθεί, πολλές χιλιάδες γάμοι είχαν αποτραπεί ή ακυρωθεί και είχαν πραγματοποιηθεί χιλιάδες υποχρεωτικές εκτρώσεις.

ΥΠΟΓΕΙΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ (σελ. 244)

Οι μισθωτοί εργάτες, ωστόσο, εκμεταλλευόμενοι την αυξημένη ζήτηση για εργατικά χέρια εξαιτίας της εξοπλιστικής φρενίτιδας, πραγματοποίησαν ένα είδος υπόγειας αντίστασης. Ο γενετικός εκβιασμός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα απέναντι στις κοπάνες, στην αλλαγή εργασίας και στην περιπλανώμενη νεολαία. Η ιατρική διαλογή, η εγκληματολογική βιολογία και η απειλή του θανάτου αποδεικνύονταν σε αυτές τις περιπτώσεις ανίσχυρες, αφού πρακτικά ήταν αδύνατον να καταταγούν στην κατηγορία των γενετικά ασθενών όσοι συμμετείχαν σε αυτές τις μικρές ανταρσίες.

ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΔΗΜΟΝΩΝ: ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΟ ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ (σελ. 245)

Μεταξύ 1938 και 1939, οι ειδήμονες της διαδικασίας καταγραφής αναδιοργανώθηκαν. Το ιατρικό-διαγνωστικό περίβλημα είχε αρχίσει να φθίνει:

«Αν θέλουμε να βρούμε μια βιολογική λύση στο πρόβλημα των αντικοινωνικών, είναι απολύτως απαραίτητο να θεωρήσουμε τους ανίκανους να αποτελούν μέλη της κοινότητας, οι οποίοι προέρχονται από αντικοινωνικές οικογένειες, ως την πλέον ολέθρια βιολογική ύπαρξη. Δεδομένου ότι αντιπροσωπεύουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, χρειάζεται να τους απομονώνουμε δίχως δεύτερη σκέψη τόσο από τον υγιή εθνικό κορμό όσο και από κάθε άλλη ομάδα ανθρώπων, ιδίως από τους ομοίους τους.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, θα επιλύσουμε το πρόβλημα που μας απασχολούσε μέχρι σήμερα. Μπορούμε, δηλαδή, να μεταμφιέσουμε την όλη διαδικασία σε μέτρο που αφορά ασθενείς, κάτι που από εγκληματολογικής άποψης είναι απολύτως ορθό. Θα ήταν, ωστόσο, μη αποδεκτό να εντάξουμε την πλέον επικίνδυνη ομάδα των γονιδιακά εγκληματιών στον νόμο περί κληρονομικά ασθενών, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένοι ασθενείς αξίζουν τον οίκτο και την αρωγή μας».

Ο Κραντς, εκτός από το κυνήγι των «γενετικά ασθενών», είχε ήδη ξεκινήσει να στρέφεται με επιστημονικά επιχειρήματα ενάντια στους «περιπλανώμενους» και όσους «απέφευγαν την εργασία» στην περιοχή της Έσσης-Νάσσαου. Παρόλα αυτά, η συνδρομή του στην καταγραφή των «μπολσεβίκων εξ αίματος» υπήρξε αμελητέα. Συνεπαρμένος από το γενικό κλίμα αισιοδοξίας, άρχισε πια να εκφράζει δημοσίως τις απόψεις του, προκειμένου να συνεισφέρει και εκείνος στην προσπάθεια «εξάλειψης» των «κατώτερων» πληθυσμιακών ομάδων.

Το 1939, δημοσίευσε τον πρώτο τόμο του βιβλίου του που ήταν αφιερωμένο στην «αποβολή» των «ανίκανων να αποτελούν μέλη της κοινότητας». Στη συγγραφή του δεύτερου και τρίτου τόμου, οι οποίοι εκδόθηκαν το 1941, συμμετείχε και ο Κόλερ. Το βιβλίο ήταν αφιερωμένο στον κυβερνήτη της Έσσης, Σπρένγκερ. Στο πρώτο κιόλας μέρος, ο Κραντς εξηγούσε τον σκοπό του: να διορθώσει την «περιπτωσιολογική καταγραφή των αντικοινωνικών», χρησιμοποιώντας ένα κατά το δυνατόν πιο ευρύ «γενεαλογικό υλικό».

Η ΘΕΣΠΙΣΗ ΤΟΥ «ΜΑΡΤΥΡΙΑΡΗ» ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΟΥ ΑΡΙΘΜΟΥ (σελ. 270)

Μετά το 1942, όταν προέκυψε η ανάγκη ολοένα και μεγαλύτερης κινητοποίησης των μαζών για καταναγκαστική εργασία, και με δεδομένο ότι βιβλιάριο εργασίας διέθεταν μόνο όσοι ανήκαν στην «κοινότητα συντρόφων του γερμανικού έθνους», ενώ δελτίο ταυτότητας (Kennkarte) ήταν υποχρεωμένες να φέρουν μόνο οι εθνικές και κοινωνικές μειοψηφίες, συνειδητοποιήθηκε ότι το Εθνικό Μητρώο ήταν πλέον ξεπερασμένο.

Η στρατολόγηση του πλήθους για την εκπλήρωση συγκεκριμένων καθηκόντων σχετιζόμενων με την άμυνα του Τρίτου Ράιχ απαιτούσε την ανακάλυψη όπλων εσωτερικής πολιτικής χρήσης που θα αποτελούσαν εγγύηση για την βέλτιστη καταγραφή και αξιολόγηση των ανθρώπων (innenpolitische Waffen zu entdecken, die »optimale Menschenerfassung und Auswertung« garantierten).

Ένα από αυτά τα όπλα ήταν ο αναγνωριστικός αριθμός (Kennzahl), ο οποίος έπρεπε να συνοδεύει κάθε κάτοικο του Τρίτου Ράιχ από την γέννησή του μέχρι τον θάνατό του.

«Αυτός ο αριθμός δεν θα έπρεπε να είναι ένα οποιοδήποτε τυχαίο νούμερο, ούτε να προκύπτει από ένα σύστημα διαδοχικής αρίθμησης. Θα έπρεπε να συνιστά έναν «μαρτυριάρη» αριθμό (“sprechende” Zahl), έναν αριθμό ο οποίος θα είναι σε θέση να παρέχει βασικές πληροφορίες για τον φορέα του», κατά προτίμηση «πληροφορίες που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για την ταυτοποίησή του», δηλαδή, πέραν του ονόματός του, πληροφορίες σχετικές με το φύλο του, τον τόπο και την ημερομηνία γεννήσεώς του. «Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός αυτός θα πρέπει να είναι απλός, δίχως ειδικούς χαρακτήρες, ένας αριθμός που θα μπορεί να παρατίθεται δίπλα σε όμοιους αριθμούς. Ένας τέτοιος αριθμός θα μπορεί εύκολα να αποτελεί μέρος μιας λίστας ή ενός καταλόγου».

Αυτά επισημαίνονταν από τον Γ. Βίβεγκ (J. Vieweg) στο άρθρο του υπό τον τίτλο «Αριθμοποίηση του λαού» (Volksnummerung) στο «Φύλλο εργασίας του Ράιχ» (Reichsarbeitsblatt) που είχε κυκλοφορήσει το 1944 (Reichsarbeitsblatt, Teil V, Soziales Deutschland, 1944, αριθμ. 22, σελ. 223-224).

Ο συντάκτης του άρθρου έδινε κάποιες πρόσθετες πληροφορίες για τον αριθμό αυτό, οι οποίες πρέπει να ταρακουνήσουν συθέμελα κάθε αναγνώστη που πρόκειται ευθύς αμέσως να τις διαβάσει, καθώς ήδη από το 2020 βρίσκεται αντιμέτωπος με την συστηματική προπαγάνδα που ασκούν εν Ελλάδι οι σύγχρονοι αντιγραφείς του ναζιστικού συστήματος αριθμοποίησης, οι οποίοι ψήφισαν τον νόμο για τον Προσωπικό Αριθμό, υποτίθεται για να καταπολεμήσουν το «τέρας της γραφειοκρατίας» και να οδηγήσουν την χώρα μας στον τεχνολογικό παράδεισο της προόδου και της ευημερίας (διάβαζε ανάποδα: στην τεχνολογική κόλαση της σκλαβιάς και της δυστυχίας):

«Από τη στιγμή που εισαχθεί ο αριθμός ταυτοποίησης, θα εμφανίζεται σε όλα τα επίσημα έγγραφα που αφορούν τον φορέα του συγκεκριμένου αριθμού: πιστοποιητικό γέννησης, πιστοποιητικά εμβολιασμού, πιστοποιητικό βάπτισης, σχολικά έγγραφα, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, αστυνομική ταυτότητα, διαβατήριο και κάθε άλλο έγγραφο ταυτοποίησης, όπως κάρτες μέλους, πιστοποιητικά, βιβλιάριο εργασίας, βιβλιάριο υγείας, στρατιωτική ταυτότητα, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης κ.λπ.».

O Βίβεγκ συμπληρώνει ότι η εισαγωγή του Προσωπικού Αριθμού καθιστούσε απαραίτητη την διασύνδεση όλων των προϋφιστάμενων φακέλων με τον εν λόγω αριθμό (Karteiverzahnung) και την εναρμόνιση αυτών των φακέλων μεταξύ τους (Aufeinanderabgestimmtsein der verschiedenen Karteien mit sich), «ώστε να εξοικονομηθεί χρόνος και να απλοποιηθεί το έργο της αριθμοποίησης».

ΔΩΔΕΚΑΨΗΦΙΟΣ ΚΩΔΙΚΟΣ (σελ. 271)

Το άρθρο του Βίβεγκ γίνεται για όλους εμάς που διαβιούμε υπό το καθεστώς της κοινοβουλευτικής δικτατορίας της κυβέρνησης Μητσοτάκη ακόμη πιο τρομακτικό, αφού ο ναζιστικός προσωπικός αριθμός ήταν ένας δωδεκαψήφιος κωδικός, όπως δηλαδή προβλέπεται και για τον ελληνικό Προσωπικό Αριθμό («ο Π.Α. αποτελείται από δώδεκα αλφαριθμητικά στοιχεία»), κατ’ εφαρμογήν του Ν. 4727/2020, ο οποίος ψηφίσθηκε επί κυβερνήσεως Νέας Δημοκρατίας και πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη, με ισχνές αντιδράσεις από μεμονωμένους βουλευτές.

Σύμφωνα με τις περαιτέρω πληροφορίες που προκύπτουν από το αποκαλυπτικό κείμενο του Βίβεγκ:

«ο εν λόγω αριθμός θα επανεμφανίζεται στο ίδιο τοπικό ληξιαρχείο σε διαφορετικές χρονιές. Γι’ αυτό τον λόγο, ο αριθμός θα πρέπει να παρέχει στοιχεία που να οδηγούν σε συγκεκριμένο ληξιαρχείο και σε συγκεκριμένο έτος γέννησης. Απ’ όσο γνωρίζω, τη στιγμή που μιλάμε, δεν υφίσταται κανένας αριθμητικός κώδικας που υποδεικνύει τον τόπο. […] Ως εκ τούτου, θα ήθελα να προτείνω έναν δωδεκαψήφιο κωδικό βασισμένο στην ακόλουθη λογική: το πρώτο ψηφίο υποδεικνύει το φύλο – το 1 χρησιμοποιείται για άνδρες, το 2 για γυναίκες. Το δεύτερο και το τρίτο ψηφίο υποδεικνύουν το έτος γέννησης. Τα υπόλοιπα ψηφία παρέχουν πληροφορίες για τον τόπο γέννησης, συμφώνως προς τον ταχυδρομικό κώδικα του Ράιχ. Τα τελευταία ψηφία αποτελούνται από τον αριθμό που δίνεται στο νεογέννητο στο τοπικό ληξιαρχείο. Τυχόν κενές θέσεις θα πληρούνται με τον αριθμό 0. […]».

ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (σελ. 273)

Εν συνεχεία, οι δύο συγγραφείς του βιβλίου για την «ασταμάτητη καταγραφή», δηλ. οι Αλί και Ροτ, προβαίνουν σε έναν σχολιασμό που επίσης πρέπει να μας προκαλέσει έντονη ανησυχία για τον εφιάλτη της Νεοναζιστικής Εποχής που μας έχει ξημερώσει:

«Από τη στιγμή που το προηγούμενο σύστημα ταυτοποίησης δεν μπορούσε πια να ελέγξει τους ανθρώπους, η τρομοκράτησή τους συνδέθηκε με τις λειτουργίες του “μαρτυριάρη” αριθμούΌλοι ήλπιζαν κρυφά σε έναν βομβαρδισμό των Συμμάχων που θα διέλυε τα συστήματα καταγραφής και μαζί τους ατομικούς φακέλους που στοίχειωναν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Κάθε Γερμανός, όπου κι αν πήγαινε, ήταν υποχρεωμένος να ταυτοποιεί τον εαυτό του με αυτόν τον αριθμό».

Και συνεχίζουν:

«Το ιδανικό σενάριο καταγραφής περιελάμβανε: ψηφία που οδηγούσαν στην ατομική ταυτοποίηση, διαρκή καταγραφή στοιχείων και διάτρητες κάρτες. Παρόλο που αυτά τα όνειρα τεχνοκρατικής παντοδυναμίας πραγματοποιήθηκαν μονάχα σε πολύ μικρό βαθμό, οι τελευταίοι μήνες της εθνικοσοσιαλιστικής διακυβέρνησης ταυτίστηκαν με μια φρενήρη προσπάθεια δημιουργίας ενός γενικού συστήματος αριθμητικής ταυτοποίησης. Η καρδιά αυτής της αλλαγής δεν ήταν πια η αστυνομία, αλλά η Μηχανογραφική Υπηρεσία Αναφορών του γερμανικού στρατού και του Υπουργείου Εξοπλισμών».

Καταλήγοντας, οι συγγραφείς του τόσο επίκαιρου και ζοφερού για την Ελλάδα του 2026 βιβλίου τους παρατηρούν:

«Βρισκόμασταν στους τελευταίους μήνες του πολέμου, αλλά αυτό ουδόλως επηρέασε το ξεκίνημα μιας νέας προσπάθειας να καταγραφεί η προσωπική κατάσταση των πολιτών. Στόχος ήταν η καταγραφή ακόμα και του τελευταίου ηλικιωμένου ή έφηβου αγοριού που θα μπορούσε να στελεχώσει την εθνοφυλακή, όπως επίσης η καταγραφή ακόμα και της τελευταίας εξηντάχρονης που θα μπορούσε να δουλέψει στην παραγωγή πυρομαχικών. Δίνοντας για προπαγανδιστικούς λόγους τον τίτλο “Αριθμοποίηση του λαού” (Volksnummerung), η Μηχανογραφική Υπηρεσία Αναφορών, υπό την ηγεσία του υπουργού Εξοπλισμών Albert Speer [Άλμπερτ Σπέερ»] είχε, μέχρι το 1943, επεξεργαστεί ένα νέο σύστημα δεδομένων: την ατομική καταγραφή των εργαζομένων».

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ (σελ. 299)

Παρά τα τεχνολογικά και θεσμικά εμπόδια, η Μηχανογραφική Υπηρεσία Αναφορών πέτυχε τη μετάβαση από τα παλιά δελτία απασχόλησης σε μια βελτιωμένη εκδοχή του Εθνικού Μητρώου.

Οι πολλές και καινούριες δυνατότητες συνδυασμών, τις οποίες ο Χερμπστ είχε αναδείξει μέσα από το παράδειγμα της ατομικής καταγραφής των εργαζόμενων, ήταν απλώς η αρχή. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της καινούριας μεθόδου ήταν η αντιστοίχηση κάθε καταγεγραμμένου ατόμου με έναν αριθμητικό, και γι’ αυτό μοναδικό, κωδικό, όπως αυτός είχε προκύψει μέσα από τις τεχνολογικές δυνατότητες της εποχής.

Στον βαθμό που αυτός ο «μαρτυριάρης» αριθμός μπορούσε να συνδεθεί με ένα κεντρικό σύστημα καταγραφής βασισμένο στην αρχή της διάτρητης κάρτας, ήταν το δίχως άλλο εφικτό να διασταυρωθεί και με τα υπόλοιπα συστήματα καταγραφής. Είχε έρθει η ώρα της «τελικής καταγραφής των ανθρώπων», στον βαθμό που οι άνθρωποι δεν θα ήταν πια περιοδικά στοιχεία σε ασύνδετες καταγραφές, αλλά ατομικά και μόνιμα δεδομένα.

Η κεντρική υπηρεσία συλλογής δεδομένων, την οποία επιθυμούσαν διακαώς οι εμπνευστές του πολέμου, προκειμένου να προωθούν «τον κατάλληλο άνθρωπο στην κατάλληλη θέση», δεν ήταν πια ένα μακρινό όνειρο.

Καθώς, βέβαια, ο πόλεμος συνεχιζόταν και η επιβίωση του καθεστώτος άρχισε προς το καλοκαίρι του 1944 να κρέμεται από μια κλωστή, το σχέδιο για μια αστραπιαία απογραφή του πληθυσμού ναυάγησε. Η δυνατότητα να μοιραστούν τα ερωτηματολόγια, που εντωμεταξύ είχαν ετοιμαστεί μαζί με το σύμπλεγμα ερωτήσεων των διάτρητων καρτών, και να συμπληρωθούν, κατ’ αυτό τον τρόπο, οι ατομικοί φάκελοι των πολιτών του Ράιχεγκαταλείφθηκε τελείως.

2

Την μετάφραση έχουν επιμεληθεί οι: Άγγελος, Οδυσσέας, Άγγελος, Πίτερ, Μάρθρα, Εύα, Νεκτάριος. Η μετάφραση είναι εξαιρετική, ωστόσο σε ό,τι αφορά τον γερμανικό όρο “sprechende Zahl” θεωρώ ότι ορθότερη είναι η απόδοσή του με τον ελληνικό όρο «μαρτυριάρης αριθμός», αφού το ρήμα “sprechen” σημαίνει ομιλώ και, ως εκ τούτου, ουδεμία σχέση έχει με το επίθετο «ζωντανός».

https://kvathiotis.substack.com/p/6b6?utm_source=post-email-title&publication_id=786940&post_id=196334801&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=false&r=1q23tt&triedRedirect=true&utm_medium=email