Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Τω αυτώ μηνί ΙΔ’, η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού ΣTΑΥΡΟΥ.

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
Τας εν λάρυγγι Σώτερ υψώσεις φέρει,
Υψούμενον βλέπουσα σον Σταυρόν κτίσις.
Υψώθη δεκάτη Σταυρού ξύλον ηδέ τετάρτη.
Κωνσταντίνος ο Μέγας και Ισαπόστολος, πρώτος ανάμεσα εις τους βασιλείς της παλαιάς Ρώμης, εδέξατο τον Χριστιανισμόν. Ούτος λοιπόν έχωντας πόλεμον, καθώς μεν λέγουσί τινες, εν τη Ρώμη κατά Μαγνεντίου· καθώς δε άλλοι λέγουσιν, εν τω ποταμώ του Δουνάβεως κατά των Σκυθών (1)· βλέπωντας δε το στράτευμα των εχθρών, πως ήτον περισσότερον από το εδικόν του, ευρίσκετο εις απορίαν και φόβον. Όθεν εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκομένου, εφάνη κατά το μεσημέριον τύπος Σταυρού εις τον ουρανόν, σημειούμενος δι’ αστέρων. Και τριγύρω εις τον Σταυρόν εφάνηκαν γράμματα, τυπούμενα και αυτά δι’ αστέρων με ρωμαϊκά, ήτοι λατινικά στοιχεία, τα οποία έλεγον ούτω· «Εν τούτω Νίκα» (2).
Παρευθύς λοιπόν κατασκευάσας ένα Σταυρόν, όμοιον με εκείνον, οπού εφάνη εις τον ουρανόν, επρόσταξε να προπορεύεται έμπροσθεν του στρατεύματος. Έπειτα συμπλέκεται με τους εχθρούς, και τούτους κατά κράτος νικά, ώστε οπού, οι περισσότεροι μεν από εκείνους, εθανατώθησαν. Οι δε άλλοι, έφυγον από τον φόβον τους. Όθεν εκ του θαύματος τούτου εννοήσας την δύναμιν του Σταυρωθέντος, και πιστεύσας, ότι ούτος μόνος είναι αληθής Θεός, εβαπτίσθη με την μητέρα του (3).
Τότε λοιπόν στέλλει την αυτού μητέρα Ελένην εις Ιεροσόλυμα, ένα μεν, δια να προσκυνήση και λαμπρότατα να τιμήση τον ζωοποιόν Τάφον του Κυρίου, και τους λοιπούς Αγίους Τόπους. Και άλλο δε, δια να ζητήση με σπουδήν να εύρη τον τίμιον Σταυρόν του Θεανθρώπου Σωτήρος. Δια τον οποίον με πόθον ζέοντα ερευνήσασα, εύρεν αυτόν κεκρυμμένον. Ομοίως ευρήκε και τους άλλους δύω σταυρούς, εις τους οποίους εσταυρώθησαν οι δύω λησταί. Εύρε δε προς τούτοις και τους ήλους (4). Επειδή δε η βασίλισσα ευρίσκετο εις απορίαν, ποίος από τους τρεις είναι ο Σταυρός του Κυρίου. Τούτου χάριν δια του θαύματος, οπού έγινεν εις την αποθανούσαν χήραν γυναίκα, ήτις ανέστη ευθύς οπού ήγγισεν εις τον Σταυρόν του Κυρίου, δια τούτου, λέγω, εγνώρισεν αυτόν. Οι γαρ άλλοι δύω σταυροί των ληστών, ουδέν τοιούτον θαύμα εποίησαν (5).
Τότε λοιπόν ησπάσατο και προσεκύνησε τον τίμιον Σταυρόν μετά πολλής ευλαβείας και πίστεως, τόσον η βασίλισσα Ελένη, όσον και όλη η μετ’ αυτής σύγκλητος των αρχόντων. Επειδή δε εζήτει και όλος ο λαός των Χριστιανών να προσκυνήση και να ασπασθή αυτόν, δεν ήτον δε δυνατόν να επιτύχη του ποθουμένου δια το πολύ πλήθος: τούτου χάριν εζήτησαν κατά δεύτερον λόγον, καν να ιδούν μόνον την γλυκυτάτην θεωρίαν του τιμίου Σταυρού, και έτζι δια μόνης της θεωρίας να ευχαριστήσουν τον προς αυτόν πόθον τους. Όθεν ο τότε μακαριώτατος Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Μακάριος, ανέβη επάνω εις τον άμβωνα, και σηκώσας υψηλά με τας δύω του χείρας τον τίμιον Σταυρόν, έδειξεν αυτόν φανερώς εις όλους τους υποκάτω ευρισκομένους Χριστιανούς. Οίτινες ευθύς οπού τον είδον, εφώναξαν από καρδίας όλοι ομού το «Κύριε ελέησον». Από τότε λοιπόν επρόσταξαν οι θειότατοι και θεόπνευστοι Πατέρες της Εκκλησίας, να εορτάζουν όλοι οι Χριστιανοί κατά την σήμερον ημέραν, την τιμίαν ταύτην και παγκόσμιον Ύψωσιν του θείου Σταυρού, εις δόξαν του εν αυτώ προσηλωθέντος Χριστού του αληθινού Θεού ημών (6). (Την κατά πλάτος του Σταυρού διήγησιν, όρα εις τον Νέον Θησαυρόν, και εις την Σαγήνην, και εις τους Μαργαρίτας, και εις τον Ποιμενικόν Αυλόν και εις τον Κωφόν).
(1) Η ακριβεστέρα όμως και αληθεστέρα δόξα, η παρά τοις περισσοτέροις επικρατούσα, είναι αυτή, ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος, ουχί κατά Μαγνεντίου είχε τον πόλεμον, ουδέ κατά Σκυθών, αλλά κατά Μαξεντίου. Και ουχί εν τω ποταμώ του Δουνάβεως, αλλά εν τη Ιταλία εκροτήθη ο πόλεμος, επάνω της Βολβίας ή Μολβίας γεφύρας. Επειδή γαρ ο Μαξέντιος εμεταχειρίζετο την αυτοκρατορικήν εξουσίαν εν τη Ιταλία, και ήτον σκληρότατος διώκτης των Χριστιανών: τούτου χάριν ο Μέγας Κωνσταντίνος ηθέλησε να εξολοθρεύση αυτόν. Όθεν πριν να έμβη εις τα όρια της Ιταλίας, ευρισκόμενος εις διαλογισμούς, ποίον Θεόν να επικαλεσθή βοηθόν εις τον πόλεμον· ειδωλολάτρης γαρ ήτον, πλην έκλινεν εις τον Χριστιανισμόν· ένα μεν, καθότι ο Φιρμιλιανός Λακτάντιος σοφώτατος ων, και εις των φυλάκων της εν Ρώμη βασιλικής βιβλιοθήκης, εκ της αναγνώσεως των βιβλίων των Σιβυλλών και των απανταχού χρηστηρίων των φανερώς διαγγελλόντων, ότι ο Χριστός εστι Θεός, φωτισθείς, επίστευσε τω Χριστώ. Και δη και τω Κρίσπω τω υιώ του Κωνσταντίνου διδάσκαλος εγένετο της εις Χριστόν πίστεως. Ο δε Κρίσπος πάλιν εφανέρωσε τας βίβλους ταύτας τω πατρί αυτού Κωνσταντίνω, και πολύ τι ωφέλησεν αυτόν εις το πιστεύσαι τω Χριστώ, ως λέγει τούτο Γεννάδιος ο Σχολάριος εν τινι ανεκδότω διαλέξει μετά στρατιώτου τινός, πεμφθέντος παρά του βασιλέως των Αγαρηνών ερωτήσαι αυτόν.
Τούτο δε, και διατί κατά τον Μελέτιον, είδεν ότι ο πατήρ του έζησεν ευτυχώς, επειδή απεστρέφετο την των Ελλήνων θρησκείαν. Εις τοιούτους, λέγω, διαλογισμούς ευρισκόμενος ο Ισαπόστολος, και μάλιστα διατί, ο Μαξέντιος μεν, είχε στράτευμα εκατόν εννενήντα χιλιάδας, αυτός δε είχε πολύ ολιγώτερον. Ένα μεσημέρι επεριπάτει με τους αρχιστρατήγους του. Και εις καιρόν οπού ήτον ο ουρανός καθαρός, βλέπει με τους συν αυτώ, ένα στύλον φωτός εις σχήμα Σταυρού. Εις τον οποίον ήτον και γράμματα λέγοντα, εν τούτω νίκα: ήτοι εν τη δυνάμει του σημείου τούτου θέλεις νικήσεις. Ου μόνον δε τούτο ηκολούθησεν, αλλά και κατά την νύκτα εκείνην βλέπει εν οράματι τον Ιησούν Χριστόν λέγοντα, να κατασκευάση μίαν σημαίαν παρομοίαν με τον τύπον του φανέντος Σταυρού, και να την βάλη εις την λόγχην του, και ούτω θέλει κατατροπώσει τους εχθρούς. Όθεν τούτο ποιήσας ενίκησε τον Μαξέντιον. Ο δε Μαξέντιος νικηθείς, ηθέλησε να επιστρέψη εις Ρώμην. Και όταν επέρνα την γέφυραν του ποταμού Τίβερι, έπεσεν αύτη. Όθεν πεσών και αυτός, επνίγη με το άλογόν του εις τον ποταμόν, και ούτως έδωκε κακόν τέλος, ύστερον αφ’ ου εβασίλευσεν εις Ιταλίαν χρόνους εξ. Όρα τον Μελέτιον, Εκκλ. Ιστορ., τόμω α’, σελ. 298. Ομοίως όρα και εις την εικοστήν πρώτην του Μαΐου το Συναξάριον του Αγίου Κωνσταντίνου, όπου λέγεται, ότι κατά Μαξεντίου εποίησε τον πόλεμον, και ουχί κατά Μαγνεντίου, ως είπομεν ανωτέρω.
(2) Ου μόνον ο Συναξαριστής ούτος Μαυρίκιος, αλλά και όλοι οι αξιόλογοι ιστορικοί βεβαιούσιν, ότι λατινικά ήτον εκείνα τα γράμματα. Καν και Λέων ο Σοφός λέγη, ότι ήτον ελληνικά. Ήξευρε γαρ ο Μέγας Κωνσταντίνος και ελληνικά, ως λέγει ο Γάζης Παΐσιος. Παρά δε τω Δοσιθέω, σελ. 703 της Δωδεκαβίβλου, ούτω γράφεται· «Κωνσταντίνε, εν τούτω νίκα».
(3) Πότε δε, και παρά τίνος εβαπτίσθη, όρα εις το Συναξάριον του Αγίου Σιλβέστρου, κατά την δευτέραν του Ιαννουαρίου.
(4) Σημείωσαι, ότι η Αγία Ελένη έφερε και τους ήλους, δι’ ων προσήλωσαν Ιουδαίοι το σώμα του Σωτήρος εις την Κωνσταντινούπολιν, δώρον αξιοτίμητον τω υιώ αυτής. Εξ ων, τον μεν ένα, έβαλεν ο Μέγας Κωνσταντίνος εις το χαλινάρι του αλόγου του, κατά το λόγιον του προφήτου Ζαχαρίου το λέγον· «Εν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον χαλινόν του ίππου άγιον τω Κυρίω Παντοκράτορι» (Ζαχ. ιδ’, 20). Τον δε δεύτερον, εβάσταζεν εις το πολεμικόν ένδυμα της κεφαλής του, ήτοι εις την περικεφαλαίαν του. Τον δε τρίτον, λέγει ο θείος Αμβρόσιος, ότι η Αγία Ελένη διαπερώσα το Αδριατικόν πέλαγος και κινδυνεύσασα από φουρτούναν, έρριψεν αυτόν εις την θάλασσαν, και έγινε γαλήνη. Απίστευτον όμως κρίνει τούτο ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος. Καθότι δεν επήγεν εις το Αδριατικόν πέλαγος η Αγία Ελένη μετά το απελθείν αυτήν εις Ιεροσόλυμα. Ο δε Σωκράτης λέγει, ότι ο Κωνσταντίνος έκρυψε το τίμιον ξύλον και τους ήλους, επάνω του πορφυρού μεγάλου κίονος εις τον ανδριάντα του Κωνσταντίνου, προς φυλακήν της Πόλεως. Τρεις δε φαίνονται ότι ήτον οι ήλοι, δύω μεν, οι προσηλώσαντες τας χείρας του Σωτήρος, εις δε, ο προσηλώσας αυτού τους δύω πόδας, ομού βαλμένους ένα επάνω του άλλου. (Όρα σελ. 102, της Δωδεκαβίβλου.) Αγκαλά και ο Γάζης Παΐσιος λέγη, ότι η κοινή παράδοσις θέλει να ήτον τέσσαρες οι ήλοι, δύω οι προσηλώσαντες τας χείρας, και δύω οι τους πόδας προσηλώσαντες του Κυρίου.
(5) Σημείωσαι, ότι οι δύω σταυροί των ληστών εφέρθησαν εις Κωνσταντινούπολιν, και ετέθησαν υποκάτω του εν τω Φόρω πορφυρού κίονος, και το βικίον του μύρου, ω ηλείψατο ο Κύριος. Εις δε τον κίονα του Κωνσταντίνου, ήτον οι ήλοι του Σταυρού ως είρηται, και το στόμιον του φρέατος, εν ω εκάθισεν ο Χριστός. Εις δε το έδρασμα του πορφυρού κίονος έβαλεν ο Μέγας Κωνσταντίνος ιδίαις χερσί, τους δώδεκα κοφίνους και τας επτά σπυρίδας, εις ας εβλήθησαν τα περισσεύματα της αρτοκλασίας του Κυρίου. Ομοίως και τον πέλεκυν του Νώε, δι’ ου κατεσκεύασε την Κιβωτόν (όρα σελ. 1152, της Δωδεκαβίβλου). Ο δε σοφός Ευθύμιος ο Ζυγαδηνός εν τη ερμηνεία του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου λέγει, ότι ο Σταυρός του Χριστού εγνωρίσθη και από τον τίτλον (ήτοι αιτίαν) οπού είχεν επάνω. Όστις επειδή ήτον από σανίδι, εφυλάχθη αδιάφθορος. Οι γαρ άλλοι σταυροί των ληστών, τίτλον ουκ είχον.
(6) Σημείωσαι, ότι η Αγία Ελένη ευρούσα το τίμιον ξύλον, άλλο μεν από αυτό, αφήκεν εις τα Ιεροσόλυμα, παραδούσα τούτο εν αργυρώ κιβωτίω εις τον Πατριάρχην Μακάριον, ως λέγει ο θείος Αμβρόσιος. Άλλο δε μέρος αυτού, ανεκόμισεν εις τον υιόν της Κωνσταντίνον, το οποίον εισήγαγεν εις Κωνσταντινούπολιν δια της πύλης του Υψωμαθείου. Τα δε εν τω τιμίω ξύλω ευρεθέντα βάλσαμα, κρίνα, ρόδα, κώστους, βασιλικούς και άλλα ευώδη, εφύτευσεν εις γάστρας ίνα σώζωνται. Ανήγειρε δε Μοναστήριον και ωνόμασεν αυτό Γαστρίαν, (ίσως δια τας ανωτέρω γάστρας), όπου και εκατοίκησε. Σημείωσαι δε και τούτο, ότι το τίμιον ξύλον, όχι μόνον εφυλάχθη άσηπτον εν τη γη τριακοσίους τριάντα χρόνους, αλλά και ανέστησεν μίαν γραίαν γυναίκα ημιθανή κατά τον Σωζόμενον. Και τέλειον νεκρόν, κατά τον Νικηφόρον. Αλλά και διαμερισθέν εις όλα τα μέρη του κόσμου, ανελάττωτον έμενεν. Έφη γαρ ο θείος Κύριλλος, κατηχήσει τετάρτη· «Δια του σταυρικού ξύλου, της γης άπας ο κόσμος, εις τμήματα μερισθέντος, διαπεπλήρωται». Διηγείται δε και ο Παυλίνος εις την ενδεκάτην αυτού Επιστολήν, ότι ο Σταυρός εξ εκείνου του καιρού της ευρέσεως αυτού, μεταδίδοται εις κοινήν ωφέλειαν, και μείωσιν ουχ’ υφίσταται. Αλλά μένει ανελλιπής και ακέραιος. Και μεριζόμενος κατέχεται, και πάλιν όλος προσκυνείται. Τάξις γαρ ήτον, και όταν οι προσκυνηταί επήγαιναν εις τα Ιεροσόλυμα, ελάμβανον μέρος από το τίμιον ξύλον και έπερνον μαζί των, εις μαρτυρίαν και απόδειξιν της εκείσε ελεύσεώς των. Όθεν εκεί οπού εκόπτετο και μετεδίδοτο υπό του Αρχιερέως, εκεί και επληθύνετο. Ώσπερ και οι πέντε άρτοι επληθύνοντο δια των χειρών των Αποστόλων. Τούτο φαίνεται βεβαιών και ο θείος Χρυσόστομος. Φησί γαρ· «Αυτό δε το ξύλον εκείνο, ένθα το Άγιον εστάθη Σώμα και ανεσκολοπίσθη, πώς εστι περιμάχητον άπασι; Και μικρόν τινα (κόκκον) λαμβάνοντες εξ εκείνου πολλοί, και χρυσώ κατακλείοντες, και άνδρες και γυναίκες των τραχήλων εξαρτώσι των εαυτών καλλωπιζόμενοι; Καίτοι καταδίκης το ξύλον ην, καίτοι τιμωρίας» (Λογ. ότι, Θεός ο Χριστός, τομ. ς’). Δια τούτο ως φαίνεται ευρίσκονται εις τον κόσμον, και τόσα πολλά μέρη τιμίου ξύλου.
Το δε μέγεθος του τιμίου Σταυρού ήτον, εις μεν το μήκος, ποδών δεκαπέντε· εις δε το πλάτος, ήτοι εις το πλάγιον ξύλον, ποδών οκτώ, καθώς είναι παλαιά παράδοσις (και όρα σελ. 20 του νεοτυπώτου Τροπαίου της Ορθοδόξου Πίστεως). Ο δε Χρυσόστομος λέγει, ότι το χόνδρος και του ορθού και του πλαγίου ξύλου του Σταυρού, ήτον μία πιθαμή. Ούτω γάρ φησιν· «Εννόησον και του Σταυρού τον τόπον. Άρα μιας σπιθαμής είχε περίμετρον ο τύπος του ξύλου; είχε ποδός μέτρον η πήξις του Σταυρού;» (Λογ. εις το Πώς οίδε γράμματα μη μεμαθηκώς, τόμω ε’).
Η αιτία δε, δια την οποίαν μαζί με τον Σταυρόν ενούται και βασιλικός, όταν γίνεται ο Αγιασμός, είναι αύτη. Ιστορεί ο μοναχός Αλέξανδρος, ότι βασιλικός ανεβλάστανε πάντοτε επάνω του τόπου του Αγίου Γολγοθά, υποκάτω του οποίου ήτον χωσμένος ο τίμιος Σταυρός. Ανέσπων δε τον βασιλικόν οι Έλληνες, οίτινες είχον εκεί επάνω ναόν και άγαλμα της Αφροδίτης. Πλην αυτός πάλιν ανεβλάστανεν. Όθεν εις μνήμην του θαύματος, με βασιλικόν, και όχι με άλλο φυτόν, ποιούμεν τον δια του Σταυρού μικρόν και μέγαν Αγιασμόν. (Όρα σελ. 25 και 177, της Δωδεκαβίβλου. Όρα και εις την έκτην του Μαρτίου μηνός, όπου εορτάζεται ιδιαίτερον η εύρεσις του Σταυρού και των τιμίων ήλων.)
Προσθέττω εδώ και εκείνα οπού σημειοί ο Γάζης Παΐσιος εις τα προβλήματα οπού λύει του Αλεξίου Μιχαηλοβίτζη βασιλέως Μοσχοβίας εν έτει 1645, ως αξιόλογα, άτινα σώζονται εν χειρογράφοις. Ήγουν ότι το σχήμα του τιμίου Σταυρού, ήτον όμοιον ωσάν το στοιχείον Ταυ. Όθεν το ρητόν εκείνο του Ιεζεκιήλ το λέγον· «Δίελθε μέσην Ιερουσαλήμ, και δος σημείον επί τα μέτωπα των ανδρών των καταστεναζόντων», και τα εξής (Ιεζ. θ’, 4)· τούτο, λέγω, μετέφρασαν ο Ακύλας και ο Θεοδοτίων ούτω· «Δος το Ταυ επί τα μέτωπα». Συμμαρτυρεί δε τούτοις και ο Ωριγένης, και ο Θεοφόρος Μάξιμος. Όθεν και ο άθεος Λουκιανός εις τον επιγραφόμενον λόγον του «Δίκη φωνηέντων», αποφασίζει να μην έχη άλλην καταδίκην το Ταυ, πάρεξ την σημείωσίν του: ήτοι τον Σταυρόν. Δεν είναι δε, λέγει, δια τούτο τριμερής μόνον ο Σταυρός, ως το Τ, αλλά και τετραμερής. Καθότι ο τίτλος οπού εβάλθη υπό του Πιλάτου επάνω εις τον Σταυρόν τον σχήμα έχοντα του Τ, εσχημάτισε τον Σταυρόν τετραμερή. Εν σανίδι δε ο τίτλος και η επιγραφή εχαράχθη, ως ερμηνεύει Ευθύμιος ο Ζυγαδηνός εις την ερμηνείαν του κατά Ματθαίον, και ουχί εν χάρτη, ως είπομεν ανωτέρω.
Κατά άλλον δε τρόπον λέγεται τριμερής, δια την εκ παραδόσεως ιστορίαν του Λωτ. Όθεν και ο Δαμασκηνός ψάλλει εν τινι τροπαρίω· «Εν τη κυπαρίσσω ως ηυδόκησας, και τη πεύκη, και κέδρω, σαρκί συνανυψούμενος», ακολουθών εις τον Ησαΐαν λέγοντα: «Εν κυπαρίσσω, και πεύκη, και κέδρω άμα, δοξάσαι τον τόπον τον άγιόν μου» (Ησ. ξ’, 13). Είχε δε, λέγει, και υποπόδιον ο Σταυρός, επάνω εις το οποίον εβάλθησαν τα ποδάρια του Δεσπότου Χριστού, δια να καρφωθώσιν εις αυτό δυνατώτερα, ως γράφουσιν ο θείος Ειρηναίος, και ο Ιουστίνος. Και ούτως επληρώθη το Δαβιτικόν· «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών, και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού, ότι Άγιός εστι» (Ψαλ. Ϟη’, 5). Σημείωσαι, ότι ο θείος Χρυσόστομος έχει λόγον εις την Ύψωσιν του Σταυρού· ο Κρήτης Ανδρέας δύω λόγους, ων του μεν ενός η αρχή έστιν αύτη· «Σταυρού πανήγυριν άγομεν». Του δε ετέρου· «Κινήσωμεν αγαπητοί». Παντολέων ο Πρεσβύτερος Μονής των Βυζαντίων, ου η αρχή· «Ότε της παρούσης εορτής». Αλέξανδρος Μοναχός, ου η αρχή· «Την κέλευσιν της υμετέρας». (Σώζονται εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου, και εν τη του Βατοπαιδίου.) Ιάκωβος ο Μοναχός και ταπεινός. (Σώζεται εν τη του Παντοκράτορος.) Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, ου η αρχή· «Σταυρού πρόκειται σήμερον εορτή». Παντολέων ο Διάκονος, ου η αρχή· «Πάλιν υψούται Σταυρός». (Σώζονται και αυτοί και οι ανωτέρω, εν τη Λαύρα, και εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων.) Ο Χρυσόστομος, ου η αρχή· «Σταυρού πρόκειται σήμερον εορτή». Ομοίως και έτερον λόγον ο αυτός, ου η αρχή· «Πάσα μεν η από των χειρόνων επί τα κρείττονα μεταβολή». (Σώζονται εν τω ε’ τόμω της εν Ετόνη εκδόσεως.)