Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου Ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν και η αίρεση του Οικουμενισμού



Παρακαλῶ πά­ρα πο­λύ προ­σέξ­τε αὐ­τό ἐ­δῶ τό ση­μεῖ­ο· εἶ­ναι ἐ­πί­και­ρο ὅ­σο πο­τέ ἄλ­λο­τε. Δι­ό­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός αὐ­τή τήν στιγ­μή –πού δέν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο πα­ρά ἕ­να ἀ­να­κά­τω­μα ὅ­λων τῶν αἱ­ρέ­σε­ων, ἕ­να ἀ­να­κά­τω­μα, πραγ­μα­τι­κό ἀ­να­κά­τω­μα– σοῦ λέ­ει: θά ἔ­χου­με τήν ἑ­νό­τη­τα ἐν ἀ­γά­πῃ
 Ὄ­χι, κύ­ριοι· ἡ ἑ­νό­τη­τα δέν θά εἶ­ναι μόνο ἐν ἀ­γά­πῃ, ἀλ­λά θά εἶ­ναι ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ. Καί τό ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ ση­μαί­νει δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια, δη­λα­δή ὀρ­θο­δο­ξό­τητα. Δέν μπο­ρῶ ἐ­γώ νά ἔ­χω ἑ­νό­τη­τα μ’ ἐσέ­να, ὅ­ταν ἐσύ δέν πι­στεύ­εις τοῦ­το ἤ ἐ­κεῖ­νο καί ἡ πί­στη σου εἶ­ναι παρ­δα­λή. Δέν μπο­ρῶ νά ἔ­χω μαζί σου ἑ­νό­τη­τα. 
     Ἐ­ξάλ­λου, για­τί ἀ­γω­νί­στη­καν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας; Για­τί τούς προ­βάλ­λει σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α –του­λά­χι­στον τούς Πα­τέ­ρες τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου– καί τούς τι­μᾶ; Γιά νά ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ.

«Ἐ­ὰν μὴ Κύ­ριος φυ­λά­ξῃ πό­λιν, εἰς μά­την ἠ­γρύ­πνη­σεν ὁ φυ­λάσ­σων»[12]. Ἐ­άν ὁ Κύ­ριος δέν φυ­λά­ξει τήν πό­λη, μά­ται­α ἀ­γρύ­πνη­σαν οἱ σκο­ποί της, αὐτοί πού φυ­λᾶ­νε τήν πό­λη.

Τό λέ­ω αὐ­τό για­τί ἔ­χου­με τούς Τούρ­κους ἀ­πό ’δῶ, τούς πα­ρα­τούρ­κους ἀ­πό ’κεῖ... τούς πα­ρα­πά­νω καί τούς πα­ρα­κά­τω... Ὅ­λους αὐ­τούς, ἄν μᾶς ἐ­πι­τε­θοῦν, δέν θά μπο­ρέ­σου­με νά κά­νου­με τί­πο­τα γιά νά τούς βγά­λου­με ἀ­πό τήν πα­τρί­δα μας, ἐ­άν τήν πα­τρί­δα μας δέν τήν φυ­λά­ει ὁ Χρι­στός. Αὐ­τό βε­βαί­ως δέν κα­ταρ­γεῖ τήν ἄ­μυ­να. Προ­σέξ­τε: δέν κα­ταρ­γεῖ τήν φύλαξη τῶν συνόρων. Μή­πως καί οἱ Ἑ­βραῖ­οι δέν ἔ­κα­ναν πο­λέ­μους; Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ Θε­ός εὐ­λο­γοῦ­σε τήν προ­σπά­θειά τους, ἦ­ταν τρο­παι­ο­φό­ροι στόν πό­λε­μο· ὅ­ταν δέν τήν εὐ­λο­γοῦ­σε τήν προ­σπά­θειά τους, ἦ­ταν κά­τι φο­βε­ρό!

Ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν 
Κυ­ρια­κή Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων



Σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας, ἀ­γα­πη­τοί μου, τι­μᾶ τήν μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων τρι­α­κο­σί­ων δε­κα­ο­κτώ Πα­τέ­ρων τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, τῆς ἐν Νι­καί­ᾳ. Καί τήν τι­μᾶ ἀ­φε­νός μέν γιά νά δο­ξά­σει τόν Ἅ­γιο Τρι­α­δι­κό Θε­ό, πού πάν­το­τε δι­α­σώ­ζει τήν ἀ­λή­θεια μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α Του –δι­ό­τι οἱ Σύ­νο­δοι πάν­το­τε δι­έ­σω­ζαν τήν ἀ­λή­θεια τή δογ­μα­τι­κή– καί ἀφετέρου δέ γιά νά τι­μή­σει τούς θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες πού συγ­κρο­τοῦ­σαν αὐ­τές τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.

Ἀλ­λά ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ὁ­μοί­ως θέ­λει νά προ­βάλ­λει –ἔ­τσι του­λά­χι­στον φαί­νε­ται στή ση­με­ρι­νή εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή–[1] τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ. Προ­σέξ­τε: τήν ἑνότητα ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ!

Αὐ­τό τό ἴ­διο πρό­βλη­μα φαί­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τό πρό­βλη­μα τῆς ἑ­νό­τη­τος ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ, ἀ­κρι­βῶς γιατί κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο δέν εἶ­ναι λί­γοι ἐ­κεῖ­νοι πού διατα­ράσ­σουν αὐ­τή τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πάν­το­τε, φυ­σι­κά μέ­χρι σή­με­ρα, ἀλ­λά καί μέ­χρι πού νά τε­λει­ώ­σει ἡ Ἱ­στο­ρί­α.

Τό πρό­βλη­μα τῆς ἑ­νό­τη­τος τῶν ἀν­θρώ­πων ἤ­δη εἶ­χε τε­θεῖ καί με­τά τόν κα­τα­κλυ­σμό τοῦ Νῶε. Θά θυ­μᾶ­στε, ὅ­ταν ἔ­γι­ναν πολ­λοί οἱ ἀ­πό­γο­νοι τοῦ Νῶ­ε, θέ­λη­σαν νά δι­α­τη­ρή­σουν αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα, πρίν ἀ­κό­μη δι­α­σπα­ροῦν στά πέ­ρα­τα τῆς οἰ­κου­μέ­νης, καί ἄν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά δι­α­τη­ρή­σουν αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα καί με­τά τήν δι­α­σπο­ρά τους. Γι’ αὐ­τό θέ­λη­σαν νά ἀ­φή­σουν ἕ­να μνη­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τός τους, πού θά ἦ­ταν ἕ­να ὑ­λι­κό μνη­μεῖ­ο, ἕ­νας πλίνθι­νος πύρ­γος, ὁ ὁποῖος θά ἔ­φθα­νε ἕ­ως τόν οὐ­ρα­νό –του­λά­χι­στον τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη μπο­ροῦ­σαν νά ἔχουν πε­ρί οὐ­ρα­νοῦ! Ἦταν ὁ γνω­στός μας πύρ­γος τῆς Βα­βέλ. Ὁ Θε­ός ὅ­μως, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἀ­πό τό βι­βλί­ο τῆς Γε­νέ­σε­ως, συ­νέ­χε­ε τίς γλῶσ­σες τους, μπέρ­δε­ψε τίς γλῶσ­σες τους, γιά νά μήν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ αὐ­τό τό μνη­μεῖ­ο.[2]

Αὐ­τό βε­βαί­ως γι’ αὐ­τούς ἦ­ταν δεῖγ­μα μιᾶς ἑ­νό­τη­τος, ὅ­πως ἤ­δη σᾶς εἶ­πα, ἀλ­λά ἑ­νό­τη­τος ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κῆς, δη­λα­δή ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ πρα­πα­το­ρι­κοῦ ἁ­μαρ­τή­μα­τος. Δι­ό­τι ποι­ό ἦ­ταν τό προ­πα­το­ρι­κό ἁ­μάρ­τη­μα; Ἦ­ταν ὁ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­σμός· δη­λα­δή ἐ­γώ, ὁ Ἀ­δάμ, νά γί­νω θε­ός. Μά στό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν νά γί­νει ὁ Ἀ­δάμ κα­τά χά­ριν θε­ός. Ὄχι· ἐ­γώ νά γί­νω θε­ός, ἀλ­λά χω­ρίς τόν Θε­ό. Αὐ­τή ἡ αὐ­το­νο­μί­α, αὐ­τός ὁ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­σμός.

Τό ἴδιο ἀ­κρι­βῶς γί­νε­ται καί μέ τούς πλα­νῆ­τες, πού γυ­ρί­ζουν γύ­ρω ἀ­πό τόν ἥ­λιο καί φω­τί­ζον­ται, παίρ­νο­ντας ὅ­μως τό φῶς ἀ­πό τόν ἥ­λιο. Ἄν οἱ πλα­νῆ­τες, ἄς ποῦμε, ἔ­λε­γαν κά­ποι­α στιγ­μή «Δέν χρει­α­ζό­μα­στε τό φῶς τοῦ ἥ­λιου· θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τό δι­κό μας τό φῶς», θά τούς λέγαμε: «Ποι­ό δι­κό σας φῶς;... Ἐ­σεῖς οἱ πλα­νῆ­τες δέν εἶ­στε αὐ­τό­φω­τοι». Τό ἴ­διο θά λέ­γα­με καί στούς πρω­το­πλά­στους: «Ὤ ἄν­θρω­ποι, δέν εἴ­σα­στε αὐ­τό­φω­τοι, δέ μπο­ρεῖ­τε νά αὐ­το­θε­ω­θεῖ­τε· τήν θέ­ω­ση θά τήν πά­ρε­τε ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Θε­ό, καί συ­νε­πῶς τόν χρει­ά­ζε­στε τόν Θε­ό». Δέν μπο­ροῦ­με λοι­πόν νά γί­νου­με ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κοί, δη­λα­δή τό κέν­τρο γύ­ρω ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο θά γυ­ρί­ζουν τά πάν­τα· ὁ Θε­ός θά εἶ­ναι τό κέν­τρο καί ὄ­χι ὁ ἄν­θρω­πος.

Ἡ πο­λυ­γλωσ­σί­α τό­τε στά­θη­κε ἕ­να ση­μά­δι τῆς δι­α­σπά­σε­ως τῶν ἀν­θρώ­πων. Τί εἶ­πε ὁ Θε­ός; «δεῦ­τε καὶ καταβάντες συγ­χέ­ω­μεν αὐ­τῶν ἐ­κεῖ τὴν γλῶσ­σαν», νά μπερ­δέ­ψου­με τή γλώσ­σα τους. Αὐ­τό ὅμως ἔ­πρε­πε νά δι­ορ­θω­θεῖ. Καί δι­ορ­θώ­θη­κε μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὅ­ταν ἦρ­θε ἐ­δῶ στή γῆ, καί μέ τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Γι’ αὐ­τό ἐμ­φα­νί­στη­κε τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο μέ τήν μορ­φή πυ­ρί­νων γλωσ­σῶν. Καί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς μι­λοῦ­σαν κα­τά τέ­τοι­ον τρό­πο, πού ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι πού εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα –κι ὁ κα­θέ­νας ἦ­ταν ἀ­πό κά­ποι­ο μέ­ρος: ἀ­πό τήν Περ­σί­α, Παρ­θί­α, Μι­κρά Ἀ­σί­α, Κρή­τη, Ἑλ­λά­δα, Ἀ­ρα­βί­α, Αἴ­γυ­πτο, Κυρ­ρή­νη καί λοιπά καί λοιπά– ὁ κα­θέ­νας, λέει, ἄ­κου­γε τό κή­ρυγ­μα τοῦ Πέ­τρου στή γλώσ­σα τή δι­κή του. Ἑ­νώ­θη­καν λοι­πόν, ἤ μᾶλ­λον δι­α­λύ­θη­κε ἐ­κεί­νη ἡ σύγ­χυ­ση, καί ἐ­πῆλ­θε ἕ­να χεῖ­λος, ὅ­πως λέ­ει ἐ­κεῖ τό βι­βλί­ο τῆς Γε­νέ­σε­ως, μί­α γλώσ­σα, μί­α φω­νή, ὅπως ἦ­ταν στήν ἐ­πο­χή τοῦ Νῶ­ε. Ἐ­πα­νέρ­χε­ται αὐτ­ή ἡ ὁ­μο­φω­νί­α, ἀλ­λά ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ, μέ τή δι­α­φο­ρά πώς δέν ὑ­πάρ­χει πιά τό μνη­μεῖ­ο τοῦ πύρ­γου τῆς Βα­βέλ. Πλέ­ον δέ μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος ὁ πύρ­γος τῆς Βα­βέλ· τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος ἐ­φε­ξῆς θά εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ.

Εἶ­ναι πο­λύ ση­μαν­τι­κό αὐ­τό πού σᾶς λέ­ω, πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κό· ἀ­πο­τε­λεῖ τήν καρ­δί­α τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς Πεν­τη­κο­στῆς. Πρέ­πει νά τό ἀν­τι­λη­φθοῦ­με ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ, εἶ­ναι ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ.

Ὁ Χρι­στός ἔ­τσι τό εἶ­πε. Γι’ αὐ­τό ἡ ἑ­νό­τη­τα δέν εἶ­ναι σέ κο­σμι­κά πράγ­μα­τα, σέ πράγ­μα­τα μέ κο­σμι­κές δι­α­στά­σεις. Ὁ Κύ­ριος, ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, στήν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή Του προ­σευ­χή εἶ­πε: «Πά­τερ, ἐ­γὼ πε­ρὶ αὐ­τῶν ἐ­ρω­τῶ», Πα­τέ­ρα μου, ἐ­γώ γι’ αὐ­τούς πού πί­στε­ψαν σ’ ἐμέ­να πα­ρα­κα­λῶ· «οὐ πε­ρὶ τοῦ κό­σμου ἐ­ρω­τῶ», δέν πα­ρα­κα­λῶ γιά τόν κό­σμο, «ἀλ­λὰ πε­ρὶ ὧν δέ­δω­κάς μοι», ἀλ­λά μό­νο γιά ’κεί­νους πού μοῦ ἔ­δω­σες.[3] Θά ξα­να­πῶ τή φρά­ση, για­τί με­ρι­κοί νο­μί­ζουν ὅ,τι νο­μί­ζουν: «Δέν πα­ρα­κα­λῶ γιά τόν κό­σμο». Θά μοῦ πεῖ­τε ὅτι κάνει δι­ά­κρι­ση. Ναί. Καί τί κά­νει ἐδῶ ὁ Κύ­ριος; Ἀν­τι­δι­α­στέλ­λει τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος· ἐ­κεῖ­νο πού Ἐ­κεῖ­νος θέ­τει, καί εἶ­ναι τό πρό­σω­πό Του ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, ἀ­πό τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τοῦ κό­σμου, πού εἶ­ναι πιά ἕ­νας νο­η­τός πύρ­γος Βα­βέλ.

Φε­ρ’ εἰ­πεῖν, γιά νά τό κά­νου­με ἔ­τσι ὑ­λο­ποι­η­μέ­νο νά τό κα­τα­λά­βου­με: Δέ μπο­ρεῖ ἡ Ε.Ο.Κ.[4] νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τῶν Εὐ­ρω­παί­ων· δέ μπο­ρεῖ ὁ Ο.Η.Ε. νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τῶν Ἐ­θνῶν. Ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ. Για­τί; Δι­ό­τι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα εἶ­ναι ση­μεῖ­α ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κά, καί εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λη ἡ ἑ­νό­τη­τα πού ὑ­πό­σχο­νται, εὔκολα σπά­ζει. Θυμηθεῖτε τά πό­δια τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος πού εἶ­χε δεῖ σέ ὄνειρό του ὁ Να­βου­χο­δο­νό­σορ, στή Βα­βυ­λώ­να, πού ἦ­ταν ἀ­νο­μοι­ο­γε­νές τό ὑ­λι­κό πού ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να, ἀ­πό ὄ­στρα­κο, λέ­ει, δη­λα­δή κε­ρα­μύ­δι, καί σί­δη­ρο. Ἔ­σπα­σε... ἀ­νο­μοι­ο­γε­νές τό ὑ­λι­κό.[5] Σπά­ζουν αὐ­τά τά πράγ­μα­τα... σπά­ζουν. Καί σπά­ζουν για­τί δέν εἶ­ναι ἐν Θε­ῷ στη­μέ­να. Ὁ Κύ­ριος εἶ­χε πεῖ: «ὁ μὴ συ­νά­γων με­τ’ ἐ­μοῦ σκορ­πί­ζει»[6], αὐ­τός πού δέν μα­ζεύ­ει μα­ζί μου, οὐ­σι­α­στι­κά σκορ­πί­ζει.

Ἡ ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α πρέ­πει νά νο­η­θεῖ, πρῶ­τα-πρῶ­τα καί βα­σι­κά, ὀν­το­λο­γι­κή. Ὅ­ταν λέ­με ὀν­το­λο­γι­κή, τί ἐν­νο­οῦ­με; Ἐν­νο­οῦ­με ὅ­τι μᾶς ἑ­νώ­νει ὅ­λους πραγ­μα­τι­κά τό Σῶ­μα καί Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό ἡ ἕ­νω­ση λέ­γε­ται ὀν­το­λο­γι­κή · εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή. Πῶς; Τί μᾶς ἑ­νώ­νει τώ­ρα αὐ­τή τή στιγ­μή ἐ­δῶ; Ὅ­σοι κοι­νω­νή­σα­με, κοι­νω­νή­σα­με τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος, καί μά­λι­στα, σᾶς εἶ­πα, θε­με­λι­ώ­δους ση­μα­σί­ας. Αὐ­τή ἡ ὀν­το­λο­γι­κή ἕ­νω­ση ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τό Μυ­στή­ριο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας καί φα­νε­ρώ­νε­ται μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α μέ τή σύ­να­ξη τῶν πι­στῶν σ’ ἕ­ναν χῶ­ρο, μ’ αὐ­τό πού λέ­με ἐ­κλη­σια­σμό. Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν δέν πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ὁ ἐκ­κλη­σια­σμός, σπά­ζει αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα. Γι’ αὐ­τό καί οἱ κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας μέ ἀ­φο­ρί­ζουν, δη­λα­δή μέ ξε­χω­ρί­ζουν, ὅ­ταν δέν ἐκ­κλη­σι­ά­ζο­μαι τα­κτι­κά. Μοῦ λέ­νε: «Ἀ­φοῦ πε­ρι­φρο­νεῖς τόν ἐκ­κλη­σι­α­σμό, πού εἶ­ναι τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τοῦ Χριστοῦ, πή­γαι­νε σέ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἑ­νό­τη­τος, ὄ­χι μέ τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας». Κι αὐτό γίνεται ὅ­ταν λεί­ψω ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, χω­ρίς ἀ­πο­χρῶν­τα λό­γο, ἀδι­και­ο­λό­γη­τα, τρεῖς Κυ­ρια­κές. Γι’ αὐ­τόν τόν λό­γο.

Ἀ­κό­μη, γι­νόμαστε ὅ­λοι σύσ­σω­μοι καί σύ­ναι­μοι, ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε ἑ­νω­μέ­νοι μέ τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, καί ἀποτελοῦμε μέ­λη τοῦ ἑ­νός καί μό­νου Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Καί εἴ­μα­στε μέ­λη ὀν­το­λο­γι­κά, πραγ­μα­τι­κά, για­τί τό ἴ­διο Αἷ­μα ρέ­ει μέ­σα στίς φλέ­βες μας. Εἴ­τε εἶ­μαι στήν Εὐ­ρώ­πη καί ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι στήν Ἀ­σί­α, εἴ­τε εἶ­μαι στήν Αὐ­στρα­λί­α κι ὁ ἄλλος στήν Ἀ­με­ρι­κή, στήν Ἀ­λά­σκα ἤ ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ, ὅ­λοι ἀ­πο­τε­λοῦ­με τό ἕ­να καί μό­νο καί ἀ­δι­αί­ρε­το Σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

Δεύ­τε­ρον, ἡ ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­κό­μη πρέ­πει νά νο­η­θεῖ καί ὡς ἑ­νό­τη­τα ἠ­θι­κή. Βέβαια, δέν θά μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ αὐ­τή ἡ λέ­ξη· θά τήν ἔ­λε­γα πνευ­μα­τι­κή· ἀλ­λά ἐ­πει­δή ἡ λέ­ξη ἠ­θι­κή εἶ­ναι μί­α τρέ­χου­σα λέ­ξη, γι’ αὐ­τό τήν χρη­σι­μο­ποι­ῶ. Δη­λα­δή ἀ­νά­με­σα στά μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χει τό ἦ­θος, νά ὑ­πάρ­χει ἡ πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, τό βί­ω­μα τό πνευ­μα­τι­κό, πού ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν ἀ­γά­πη. Καί ἡ ἀ­γά­πη ἀ­πο­τε­λεῖ τό ἔρ­γο τῶν πι­στῶν· ἐ­νῶ ἡ ἑ­νό­τη­τα ἀ­πορρ­έ­ει ἀ­πό τό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ. Τό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὅ,τι σᾶς εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως. Τό ἔρ­γο τῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι ἡ με­τα­ξύ τους ἀ­γά­πη, πού θά ἐκ­φρά­σει τώ­ρα καί θά πα­ρου­σιά­σει στά μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

Ἡ ἠ­θι­κή ἑ­νό­τη­τα φαί­νε­ται σέ ὅ­σα γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στήν Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους : «Ἔ­ρι­δες ἐν ὑ­μῖν εἰ­σι». Μα­λώ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­νά­με­σά σας, λέει στούς Κο­ριν­θί­ους. Ἔ­ρι­δες, μα­λώ­μα­τα, μα­λώ­νε­τε! «ὅ­τι ἕ­κα­στος ὑ­μῶν λέ­γει· ἐ­γὼ μέν εἰ­μι Παύ­λου, ἐ­γὼ Ἀ­πολ­λώ, ἐ­γὼ δὲ Κη­φᾶ, ἐ­γὼ δὲ Χρι­στοῦ». Ὁ ἕ­νας λέ­ει ἐ­γώ ἀ­νή­κω στόν Χρι­στό, ἄλ­λος λέ­ει ἀ­νή­κω στόν Παῦ­λο, ὁ ἄλ­λος ἀ­νή­κω στόν Πέ­τρο, ὁ ἄλ­λος στόν Ἀ­πολ­λώ, τόν δι­ά­ση­μο ρή­το­ρα Χρι­στια­νό ἀπό τήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α. Καί ρω­τά­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος: «Με­μέ­ρι­σται Χρι­στός;». Ἔ­χει κομ­μα­τια­στεῖ ὁ Χρι­στός; «Πα­ρα­κα­λῶ δὲ ὑ­μᾶς, ἀ­δελ­φοί, διὰ τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἵ­να τὸ αὐ­τὸ λέ­γη­τε πάν­τες», ὅ­λοι τό ἴ­διο νά λέ­τε, «καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑ­μῖν σχί­σμα­τα», καί νά μήν ὑ­πάρ­χουν ἀ­νά­με­σά σας δι­αι­ρέ­σεις καί σχί­σμα­τα, «ἦ­τε δὲ κα­τηρ­τι­σμέ­νοι ἐν τῷ αὐ­τῷ νο­ῒ καὶ ἐν τῇ αὐ­τῇ γνώ­μη»[7], νά βρί­σκε­στε κά­τω ἀ­πό τήν ἴ­δια νο­ο­τρο­πί­α, τήν ἴ­δια σκέ­ψη καί τήν ἴ­δια γνώ­μη.

Βλέ­πε­τε, ἀ­γα­πη­τοί;...

Αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τήν κα­τα­στρέ­φουν τά μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­ταν προ­βάλ­λουν ἐ­γω­ι­σμούς, ὑ­πε­ρη­φά­νει­ες, ἰ­δι­ο­τέ­λει­ες, καί γε­νι­κά ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει ἡ ἁ­μαρ­τί­α· αὐ­τή κα­τα­ξε­σχί­ζει τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό γρά­φει ὁ ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος Ἀν­τι­ο­χεί­ας: «Τὴν ἕ­νω­σιν ἀ­γα­πᾶ­τε, τοὺς με­ρι­σμοὺς φεύ­γε­τε».[8] Νά ἀ­γα­πᾶ­τε τήν ἕ­νω­ση, νά εἶ­στε ἑ­νω­μέ­νοι· τούς με­ρι­σμούς, τά κόμ­μα­τα, τά κομ­μα­τι­ά­σμα­τα, νά τά ἀ­πο­φεύ­γε­τε.

Ἀ­κό­μη, ἕνα τρί­το ση­μεῖ­ο, πῶς μπο­ροῦ­με νά ἐν­νο­ή­σου­με τήν ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α; Μπο­ροῦ­με νά τήν ἐν­νο­ή­σου­με καί ὡς δογ­μα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα. Τί ση­μαί­νει δογ­μα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα; Εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α· εἶ­ναι ἡ ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅμως ἐ­κεί­νη πού κα­τα­στρέ­φει τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἡ αἵ­ρε­ση.

Ὁ Κύ­ριος εἶ­πε τό­τε στή Σα­μα­ρεί­τι­δα ὅ­τι τόν Θε­ό πρέ­πει νά τόν προ­σκυ­νοῦ­με «ἐν πνεύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θεί­ᾳ»[9]. Εἴδατε; «ἐν πνεύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θεί­ᾳ»! Καί ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης λέ­ει αὐτό τό ἐκ­πλη­κτι­κό, ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ.[10] Παρακαλῶ πά­ρα πο­λύ προ­σέξ­τε αὐ­τό ἐ­δῶ τό ση­μεῖ­ο· εἶ­ναι ἐ­πί­και­ρο ὅ­σο πο­τέ ἄλ­λο­τε. Δι­ό­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός αὐ­τή τήν στιγ­μή –πού δέν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο πα­ρά ἕ­να ἀ­να­κά­τω­μα ὅ­λων τῶν αἱ­ρέ­σε­ων, ἕ­να ἀ­να­κά­τω­μα, πραγ­μα­τι­κό ἀ­να­κά­τω­μα– σοῦ λέ­ει: θά ἔ­χου­με τήν ἑ­νό­τη­τα ἐν ἀ­γά­πῃ.

Ὄ­χι, κύ­ριοι· ἡ ἑ­νό­τη­τα δέν θά εἶ­ναι μόνο ἐν ἀ­γά­πῃ, ἀλ­λά θά εἶ­ναι ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ. Καί τό ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ ση­μαί­νει δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια, δη­λα­δή ὀρ­θο­δο­ξό­τητα. Δέν μπο­ρῶ ἐ­γώ νά ἔ­χω ἑ­νό­τη­τα μ’ ἐσέ­να, ὅ­ταν ἐσύ δέν πι­στεύ­εις τοῦ­το ἤ ἐ­κεῖ­νο καί ἡ πί­στη σου εἶ­ναι παρ­δα­λή. Δέν μπο­ρῶ νά ἔ­χω μαζί σου ἑ­νό­τη­τα. Ἐ­ξάλ­λου, για­τί ἀ­γω­νί­στη­καν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας; Για­τί τούς προ­βάλ­λει σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α –του­λά­χι­στον τούς Πα­τέ­ρες τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου– καί τούς τι­μᾶ; Γιά νά ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ.

1.      Βεβαίως ἡ ἑ­νό­τη­τα ἔχει δύ­ο δι­α­στά­σεις. Ἡ πρώ­τη δι­ά­στα­ση εἶ­ναι ἡ κα­τά φύ­σιν, ἡ φύ­ση μας· εἴ­μα­στε παι­διά τοῦ Ἀ­δάμ, ὅ­λοι ἔ­χου­με αὐ­τό πού λέ­με ἀν­θρώ­πι­νη ὑ­πό­στα­ση. Μπο­ρεῖ ὁ ἄλ­λος νά εἶ­ναι ἑ­τε­ρό­δο­ξος, νά εἶ­ναι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἄλ­λης θρη­σκεί­ας καί τά λοι­πά. Ἔ, καλά· ὡς ἄν­θρω­πο, τόν ἀ­γα­πῶ. Εἶ­ναι ἄν­θρω­πος, εἶ­μαι ἄν­θρω­πος, καί συ­νε­πῶς τόν ἀ­γα­πῶ ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς ἴ­δι­ας φύ­σε­ως. Ὅ­μως ἔ­χουμε καί μιά ἄλ­λη ἑ­νό­τη­τα, αὐ­τήν πού λέ­με ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, γιά τήν ὁποία μι­λᾶ­με τό­ση ὥ­ρα. Ἐ­κεῖ, ἐ­άν ὁ ἄλλος δέν πι­στεύ­ει, ἐ­άν δέν εἶ­ναι ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ καί δέν δέ­χε­ται ἀ­πο­λύ­τως ὅ­λες τίς θέ­σεις τῆς Πί­στε­ως, δη­λα­δή ὅ­λα τά δόγ­μα­τα, δέν μπο­ρῶ νά ἑ­νω­θῶ μα­ζί του. Δι­ό­τι τί θά μᾶς ἑ­νώ­σει; Τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­μως τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ δέν μπο­ρεῖ νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πού ἔ­χουν δι­α­φο­ρετική πίστη καί ἀν­τί­λη­ψη. Ἐδῶ ὑ­πάρ­χουν αἱ­ρε­τι­κοί πού δέν πι­στεύ­ουν στήν θε­αν­θρώ­πι­νη φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅπως τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη ὑ­πῆρ­χαν αἱ­ρε­τι­κοί πού ἀρ­νοῦ­νταν τή θε­ό­τη­τα τοῦ Ἰησοῦ, οἱ Ἀ­ρεια­νοί, τούς ὁποίους ἀν­τι­με­τώ­πι­σε ἡ Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, ἔ­τσι καί σή­με­ρα ὑ­πάρ­χουν αἱ­ρε­τι­κοί πού δέν πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι Θε­ός. Αὐ­τό ὅμως εἶ­ναι μέ­γι­στη βλα­σφη­μί­α. Πῶς λοιπόν θά ἑ­νω­θῶ ἐ­γώ μα­ζί τους;... Καί πῶς θά τούς δε­χθεῖ αὐ­τούς ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός, πού Τόν βλα­σφη­μοῦν, μέ τό νά μή δέ­χο­νται τή θεί­α Του φύ­ση;...

2.      Ἀν­τι­λαμ­βά­νε­στε λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τοί μου, ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ. Τό κα­τα­λά­βα­τε;

3.      Ἕ­νας ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός συγ­γρα­φέας, ὁ πο­λύς Ὠ­ρι­γέ­νης, λέ­ει τό ἑ­ξῆς: «Ἡ ἑ­νό­της γί­νε­ται δι’ ἀ­γά­πης καί ἀ­λη­θεί­ας καί προ­αι­ρέ­σε­ως ἀ­γα­θῆς».[11] Τί θά πεῖ αὐ­τό; Τρί­α στοι­χεῖ­α πρέ­πει νά συν­τρέ­χουν γι’ αὐ­τή τήν ἑ­νό­τη­τα. Πρῶ­τα, ἡ ἀ­λή­θεια· ὅ,τι τό­σην ὥ­ρα σᾶς λέω. Ὅ­λοι νά πι­στεύ­ου­με τό ἴ­διο· νά ἔ­χου­με τήν ἴ­δια πί­στη, τήν ὀρ­θό­δο­ξο πί­στη. Κα­τό­πιν, ἡ ἀ­γά­πη· νά ἀ­γα­πά­ει ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο. Δι­ό­τι μπο­ρεῖ νά ἔ­χου­με τήν ἴ­δια πί­στη, ἀλ­λά νά μήν ἔ­χου­με με­τα­ξύ μας ἀ­γά­πη, για­τί ὑ­πάρ­χουν οἱ μι­κρο­με­γα­λο­ε­γω­ι­σμοί... Ναί, οἱ μι­κρο­με­γα­λο­ε­γω­ι­σμοί! Θέ­λει ὁ ἄλ­λος νά προ­βάλ­λε­ται, νά κά­νει τό δι­κό του, καί τά λοιπά καί τά λοιπά, καί ἐ­νῶ ἔ­χου­με ἴδια πί­στη, νά σπά­ζει ἡ ἑ­νό­τη­τα, για­τί λεί­πει ἡ ἀ­γά­πη. Καί με­τά, λέ­ει, εἶ­ναι ἡ ἀ­γα­θή προ­αί­ρε­ση. Ἡ ἀ­γα­θή προ­αί­ρε­ση εἶ­ναι ἡ ἀ­που­σί­α τοῦ δό­λου. Μέ­σα σου αὐ­τό πού λές νά τό πι­στεύ­εις. Αὐ­τό πού λέ­νε τά χεί­λη σου νά τό πι­στεύ­εις. Δέν ὑ­πάρ­χει ὁ δό­λος· ὑ­πάρ­χει τα­πεί­νω­ση. Ἄν σοῦ εἰ­πω­θεῖ ὅ­τι ἔ­χεις κά­που ἕ­να ση­μεῖ­ο πλά­νης, νά τό ἀ­πο­δε­χθεῖς καί ἀ­μέ­σως νά δε­χθεῖς τήν ἀ­λή­θεια.

Στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, ἀ­γα­πη­τοί μου, κά­θε φο­ρά πού λει­τουρ­γοῦ­με, λέ­με τό ἑ­ξῆς: «Τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καὶ τὴν κοι­νω­νί­αν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος αἰ­τη­σά­με­νοι», ἀ­φοῦ ζη­τή­σα­με, λέ­ει, τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καί τήν κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, «ἑ­αυ­τοὺς καὶ ἀλ­λή­λους», τούς ἑ­αυ­τούς μας καί τούς ἄλ­λους, «καὶ πᾶ­σαν τὴν ζω­ὴν ἡ­μῶν», καί ὅλη τή ζωή μας, ὅ­λο τό εἶ­ναι μας, «Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα», ἄς πα­ρα­θέ­σω­με, ἄς τό βά­λου­με στά χέ­ρια τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἐ­δῶ, σ’ αὐ­τό τό χω­ρί­ο, τό λει­τουρ­γι­κό χω­ρί­ο, πε­ρι­κλεί­ε­ται ὅ­λο τό ποι­μαν­τι­κό ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Δι­ό­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τί θέ­λει; Μέ τά κη­ρύγ­μα­τα, μέ τά Μυ­στή­ρια καί τά λοιπά, τί ἐ­πι­δι­ώ­κει; Ἐ­πι­δι­ώ­κει τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως, νά ἔ­χου­με ὅ­λοι τό ἴ­διο πι­στεύ­ω. Λέ­με «Πι­στεύ­ω εἰς ἕ­να Θε­όν...», τ’ ἀ­κού­ει ὅ­λη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­λοι λοι­πόν νά ἔ­χου­με τό ἴ­διο πι­στεύ­ω. Κι ἔτσι, αὐ­τό τό ἴ­διο πι­στεύ­ω γί­νε­ται ὁ­δός πού ὁ­δη­γεῖ στόν κύ­ριο σκο­πό μας, στήν κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τί θά πεῖ κοι­νω­νί­α; Με­το­χή. Γιά νά εἴ­μα­στε ὅ­λοι μέ­το­χοι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καί μή ξε­χνᾶ­με, ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος εἶ­ναι ἡ κο­ρυ­φή, εἶ­ναι ὁ τε­λι­κός σκο­πός κά­θε πνευ­μα­τι­κῆς φρον­τί­δος.

Μέ­νει ἕ­να τρί­το ση­μεῖ­ο, σ’ αὐ­τό πού μόλις σᾶς δι­ά­βα­σα· εἶ­ναι ἡ πα­ρά­θε­ση τῶν ἑ­αυ­τῶν μας, τῆς ζω­ῆς μας, καί τῶν ἄλ­λων στά χέ­ρια τοῦ Χρι­στοῦ. «Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα», ἄς πα­ρα­θέ­σω­με. Δη­λα­δή;

Δη­λα­δή: Πη­γαί­νει, κυ­ρί­α μου ὁ σύ­ζυ­γός σου στή δου­λειά καί τά παι­διά σου σχο­λεῖ­ο; Μήν περ­νᾶς λα­χτά­ρα μέ­χρι τό με­ση­μέ­ρι πού θά ἐ­πι­στρέ­ψουν, μπάς καί τούς πά­τη­σε κα­νέ­να αὐ­το­κί­νη­το! Ἔ­φυ­γαν; κά­νε τήν προ­σευ­χή σου· Κύ­ρι­ε, στά χέ­ρια Σου εἶ­ναι ὁ σύ­ζυ­γός μου καί τά παι­διά μου. Καί κά­νε τίς δου­λει­ές σου ἤ­ρε­μα καί ἥ­συ­χα· ἔ­βα­λες στό χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, στό χέ­ρι τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­βα­λες τήν ἀ­σφά­λεια τῶν δι­κῶν σου. Αὐ­τό θά πεῖ ἄς πα­ρα­θέ­σου­με. Με­γά­λο πράγ­μα ὅ­ταν τούς οἰ­κεί­ους μας, καί τήν πα­τρί­δα μας, τούς πα­ρα­θέ­του­με στόν Χρι­στό. Κύ­ρι­ε, ἐ­μεῖς τί μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με;... «Ἐ­ὰν μὴ Κύ­ριος φυ­λά­ξῃ πό­λιν, εἰς μά­την ἠ­γρύ­πνη­σεν ὁ φυ­λάσ­σων»[12]. Ἐ­άν ὁ Κύ­ριος δέν φυ­λά­ξει τήν πό­λη, μά­ται­α ἀ­γρύ­πνη­σαν οἱ σκο­ποί της, αὐτοί πού φυ­λᾶ­νε τήν πό­λη.

Τό λέ­ω αὐ­τό για­τί ἔ­χου­με τούς Τούρ­κους ἀ­πό ’δῶ, τούς πα­ρα­τούρ­κους ἀ­πό ’κεῖ... τούς πα­ρα­πά­νω καί τούς πα­ρα­κά­τω... Ὅ­λους αὐ­τούς, ἄν μᾶς ἐ­πι­τε­θοῦν, δέν θά μπο­ρέ­σου­με νά κά­νου­με τί­πο­τα γιά νά τούς βγά­λου­με ἀ­πό τήν πα­τρί­δα μας, ἐ­άν τήν πα­τρί­δα μας δέν τήν φυ­λά­ει ὁ Χρι­στός. Αὐ­τό βε­βαί­ως δέν κα­ταρ­γεῖ τήν ἄ­μυ­να. Προ­σέξ­τε: δέν κα­ταρ­γεῖ τήν φύλαξη τῶν συνόρων. Μή­πως καί οἱ Ἑ­βραῖ­οι δέν ἔ­κα­ναν πο­λέ­μους; Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ Θε­ός εὐ­λο­γοῦ­σε τήν προ­σπά­θειά τους, ἦ­ταν τρο­παι­ο­φό­ροι στόν πό­λε­μο· ὅ­ταν δέν τήν εὐ­λο­γοῦ­σε τήν προ­σπά­θειά τους, ἦ­ταν κά­τι φο­βε­ρό!

Νά σᾶς πῶ πῶς τό λέ­ει ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός: «Ἐ­άν ἔ­χε­τε τή δι­κή μου τήν εὐ­λο­γί­α, ἑ­κα­τό ἀ­πό σᾶς θά κα­τα­τρο­πώ­νουν δέ­κα χι­λιά­δες, μυ­ρί­ους. Καί ἐ­άν, λέει, εἴ­σα­στε ἐ­σεῖς μύ­ριοι, ἄν δέν ἔ­χε­τε τήν εὐ­λο­γί­α μου, ἑ­κα­τό ἀ­πό τούς ἐ­χθρούς σας θά σᾶς κα­τα­τρο­πώ­νουν»[13]. Αὐ­τό θά πεῖ πα­ρα­θέ­τω τόν ἑ­αυ­τό μου στόν Θε­ό · ἐ­κεῖ εἶ­ναι ἡ ἐλ­πί­δα μας. Ὕ­στε­ρα ἐ­μεῖς, ὡς χώ­ρα, οἱ μι­κροί, –πάν­τα μι­κροί ἤ­μα­στε, σέ ὄγ­κο, σέ ἔ­κτα­ση, σέ ἀ­ριθ­μό– πό­σες φο­ρές νι­κού­σα­με! Για­τί; Πα­ρα­κα­λού­σα­με τόν Θε­ό. Δέν ξέ­ρω ὅ­μως, ἄν κά­τι μᾶς συμ­βεῖ, ἐάν πα­ρα­κα­λέ­σου­με πά­λι τόν Θε­ό. Καί τό λέω αὐτό για­τί ἤ­δη μπῆ­κε ἀρ­κε­τή δό­ση ἀ­θε­ΐ­ας μέ­σα στόν λα­ό μας, καί αὐ­τό τό γνω­ρί­ζουμε ὅ­λοι μας.

Ἀ­γα­πη­τοί, οἱ ἡ­μέ­ρες πού περ­νᾶ­με εἶ­ναι δι­α­σπα­στι­κές. Αὐ­τό βέ­βαι­α συμ­φέ­ρει στούς ἐ­χθρούς, ὁ­ρα­τούς καί ἀ­ο­ρά­τους, στόν Δι­ά­βο­λο καί στούς ἄλ­λους ἐ­χθρούς, για­τί ἐ­πι­τυγ­χά­νουν τά σχέ­διά τους. Μέ­σα στήν ἀ­ναμ­πουμ­πού­λα, λέ­ει μί­α λα­ϊ­κή πα­ροι­μί­α, χαί­ρε­ται ὁ λύ­κος, δη­λα­δή μέ­σα σέ μί­α δι­α­σπα­στι­κό­τη­τα χαί­ρον­ται οἱ ἐ­χθροί.

Γιά μᾶς τούς Ὀρ­θό­δο­ξους Χρι­στια­νούς γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος: «Εἰ ἀλ­λή­λους δά­κνε­τε καὶ κα­τε­σθί­ε­τε, βλέ­πε­τε μὴ ὑ­π’ ἀλ­λή­λων ἀ­να­λω­θῆ­τε»[14]. Ἐ­άν ὁ ἕ­νας δαγ­κώ­νει τόν ἄλ­λο, προ­σέξ­τε μή­πως με­τα­ξύ σας κα­τα­να­λω­θεῖ­τε, κα­τα­στρα­φεῖ­τε.

Ὄ­χι ἔτσι. Ὁ ἴ­διος Ἀ­πό­στο­λος λέ­ει γιά μᾶς στήν Πρός Ἑ­βραί­ους: «Κα­τα­νο­ῶ­μεν ἀλ­λή­λους εἰς πα­ρο­ξυ­σμὸν ἀ­γά­πης καὶ κα­λῶν ἔρ­γων»[15]. Ἄς προ­σέ­χουμε ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο, ὥ­στε νά πα­ρα­κι­νού­μα­στε σέ ὀ­ξεῖ­ες ἐκ­δη­λώ­σεις ἀ­γά­πης, σέ πυ­ρε­τό ἀ­γά­πης, καί κα­λῶν ἔρ­γων!

Τό­τε ἀκριβῶς, ἀ­γα­πη­τοί μου, θά μπο­ροῦ­με νά δι­α­σώ­ζου­με τήν ἑ­νό­τη­τα, τήν ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­ποι­οι βρί­σκον­ται μέ­σα σ’ αὐτή, κι ὅ­ποι­οι εἶ­ναι αὐ­τοί, «ἕ­κα­στος ἐ­φ’ ­ᾧ ἐ­τά­χθη»[16] πού λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ὁ κα­θέ­νας ἐ­κεῖ πού τά­χθη­κε. Αὐτό ση­μαί­νει ὅτι ὁ μο­να­χός, ὁ ἄ­γα­μος, ὁ ἔγ­γα­μος, ὁ χει­ρώ­να­κτας, ὁ ἐ­πι­στή­μο­νας, ὁ μορ­φω­μέ­νος, ὁ ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος, ὁ κα­τέ­χων ἀ­ξι­ώ­μα­τα, ὁ ἰ­δι­ώ­της, ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἐν Χρι­στῷ ἀ­δελ­φοί, ἕ­να Σῶ­μα. Αὐ­τή ἐ­πι­βάλ­λε­ται νά εἶ­ναι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Νά πῶ καί κά­τι, μέ τήν εὐ­και­ρί­α τοῦ σημερινοῦ Μνη­μο­σύ­νου; Καί ἐ­κεῖ­νοι πού ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή δέν ξε­χω­ρί­στη­καν· εἶ­ναι στό ἴ­διο Σῶ­μα. Γι’ αὐ­τό στό ἅ­γιο Δι­σκά­ριο βά­ζου­με τίς με­ρί­δες καί ζών­των καί κε­κοι­μη­μέ­νων. Οἱ κε­κοι­μη­μέ­νοι ἁ­πλῶς ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τά μά­τια μας· ὅ­μως εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­νοι μέ τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό μήν τό ξε­χνᾶ­με πο­τέ!

Καί ὅ­λα αὐ­τά, αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πρέ­πει νά εἶ­ναι καί τό τεκ­μή­ριο, ἡ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ζων­τά­νιας τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ πρός τούς ἔ­ξω, σ’ ἐ­κεί­νους πού δέν εἶ­ναι Χρι­στια­νοί.
Ὁ Κύ­ριος μᾶς εἶ­πε: «Ἐν τού­τῳ γνώ­σο­νται πά­ντες ὅ­τι ἐ­μοὶ μα­θη­ταί ἐ­στε, ἐὰν ἀ­γά­πην ἔ­χη­τε ἐν ἀλ­λή­λοις»[17]. Τό­τε θά γνω­ρί­σει ὁ κό­σμος ὅ­τι εἶ­στε δι­κοί μου μα­θη­τές, ὅ­ταν ἀ­νά­με­σά σας ἔ­χε­τε ἀ­γά­πη καί ἑ­νό­τη­τα




[1]. Ἰωάν. 17, 1-13

[2]. Γέν. 11, 1-9.

[3]. Ἰωάν. 17, 9.

[4]. Εἶναι ἡ σημερινή Εὐρωπαϊκή Ἕνωση.

[5]. Δαν. 2, 1-45.

[6]. Ματθ. 12, 30. Λουκᾶ 11, 23.

[7]. Α΄ Κορ. 1, 10-13.

[8]. Φιλαδελφεῦσιν Ἰγνάτιος, VII, 2.

[9]. Βλ. Ἰωάν. 4, 23-24.

[10]. Βλ. Β΄ Ἰωάν. 1-3. Γ΄ Ἰωάν. 1.

[11]. Origenes, Fragmenta in Jeremiam, 00234.

[12]. Ψαλμ. 126, 1.

[13]. Λευιτ. 26, 7-17.

[14]. Γαλ. 5, 15.

[15] . Ἑβρ. 10, 24.

[16]. Βλ. Α΄ Κορ. 4, 17-24.


[17]. Ἰωάν. 13, 35.