Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

ΝΕΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ Ο π. Ιάκωβος Τσαλίκης (1920-1991)

Δημοσίευμα  της Εφημερίδος :"ΑΓΩΝΑΣ"  αρ φυλ. 246/

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2017 http://www.agonas.org/


 ΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΥ ΕΚΔΟΤΟΥ – ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΕΦΗΜ. «ΑΓΩΝΑΣ»




Την Δευτέρα 27 Νοεμβρίου η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποφάσισε να καταγράψει στο αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως νέο Άγιο τον Γέροντα π. Ιάκωβο Τσαλίκη, Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ του Γέροντος στην Εύβοια.

Ο άγιος Γέροντας υπήρξε μια μεγάλη γεροντική και οσιακή μορφή. Συγκλόνισε με την αγία βιοτή του, την πολιτεία του, αλλά και με την τελευτή του.

Γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 1920 στα ματωμένα χώματα της Μικράς Ασίας, στο Λιβίσι της Μάκρης - μικρή πόλη, στο ύψος του Καστελλόριζου-  από ενάρετους γονείς. Το γενεαλογικό δένδρο της είχε να καυχηθεί με την εν Χριστώ καύχηση επτά γενεές ιερομονάχων, έναν αρχιερέα και έναν άγιο.


Οι καταστροφές, και τα εγκλήματα των αγριάνθρωπων Νεότουρκων εις βάρος των χιλιάδων Ελλήνων της Μ. Ασίας, που άρχισαν από το 1915 και συνεχίστηκαν μέχρι 1922, υπήρξαν θηριώδη. Ο πατέρας του πιάστηκε αιχμάλωτος και μετά από φοβερές κακουχίες, οδυνηρές οδοιπορίες και αναγκαστικές εργασίες, μεταφέρθηκε στα μέρη τις Τραπεζούντας όπου τον έβαλαν να χτίσει νοσοκομείο (ήταν καλός μάστορας).

Ο μικρός Ιάκωβος (δύο ετών) με τη μητέρα του, τη γιαγιά του, τα δύο αδέλφια του (τον Γεώργιο τεσσάρων χρόνων, και την αδελφή του Αναστασία σαράντα ημερών), άλλα γυναικόπαιδα και γέροντες, καταληστευόμενοι, πήραν το καράβι της προσφυγιάς και έφθασαν το 1922 στον Πειραιά. Από εδώ τους μετέφεραν στην Ιτέα, και συνέχεια με τα πόδια τους οδήγησαν στο χωριό Άγιος Γεώργιος στην Άμφισσα, όπου έμειναν όλες οι οικογένειες μαζί σε μια αποθήκη.

Είχαν περάσει δύο χρόνια, περίπου, όταν ο Πατέρας του δραπετεύοντας βρέθηκε, κατά θαυμαστό τρόπο, στην περιοχή τους ζητώντας εργασία. Έτσι ξανάσμιξε πάλι η οικογένεια.

Στα τέλη του 1925 μεταφέρθηκε πάλι η οικογένεια μαζί με άλλους πρόσφυγες στην Βόρεια Εύβοια, στο χωριό Φαράκλα. Εδώ ο μικρός Γιακωβάκης έμαθε τα πρώτα γράμματα στο δημοτικό σχολείο του Χωριού, και τα οποία ήταν και τα τελευταία, αφού ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του ως βοηθό στην εργασία.

Ο Γιακωβάκης και η Αγία Παρασκευή

Τα βράδια, όταν όλοι κοιμόντουσαν, ο μικρός έβγαινε κρυφά από το σπίτι και πήγαινε σε ένα ξωκλήσι, σ’ ένα λόφο λίγο έξω από το χωριό, στην Αγία Παρασκευή. Εκεί προσευχόταν για όλους και έκανε πολλές μετάνοιες. Μετά γύριζε στο σπίτι χωρίς να καταλάβει κανείς.

Ένα βράδυ τελείωσε τον κανόνα του, και εξερχόμενος από το ξωκλήσι είδε κάτω από το μεγάλο δένδρο μια ψηλή μαυροφορεμένη γυναίκα να τον κάνει νόημα να την πλησιάσει. Πήγε κοντά της και τον ρωτάει: «Τι θέλεις, Ιάκωβέ μου, να σου χαρίσω για τις τόσες προσευχές, που κάνεις στο σπίτι μου;».

- «Ποια είσαι εσύ, καλή μου κυρία;».

- «Εγώ είμαι η Αγία Παρασκευή και ό,τι μου ζητήσεις θα στο δώσω».

- «Εγώ είμαι μικρός και δεν ξέρω τί θέλω, θα ρωτήσω όμως τη μάνα μου…». 

Και την επομένη σαν γνήσιος υποτακτικός πήγε στο ξωκλήσι και επανέλαβε ότι του είπε η μάνα του «… να του δώσει την τύχη του». Και η αγία του είπε: «Άκουσέ με, Ιάκωβε. Θα δεις δόξες πολλές, πολύς κόσμος θά ’ρχεται να σε δει, πολλά χρήματα θα περάσουν απ’ τα χέρια σου, αλλά δεν θα μείνουν» (όλα αυτά επαληθεύτηκαν). Θυμόταν και διηγιόταν το περιστατικό λέγοντας: «Μικρή τύχη μου έδωσε η αγία; Με έκανε ιερέα των μυστηρίων του Θεού!».

Η μητέρα του Θεοδώρα δεν ήταν μια οποιαδήποτε συνηθισμένη γυναίκα του λαού. Ο ίδιος ο γέροντας την αποκαλούσε ασκήτρια. Περνούσε τη ζωή της με υπομονή στις θλίψεις, συνεχή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, χαμαικοιτία… Για τον π. Ιάκωβο ήτο η γερόντισσά του, κι υποτασσόταν σ’ αυτή μέχρι την κοίμησή της. Προείδε το θάνατό της πολλές ημέρες πριν και προετοίμασε τα παιδιά της για να μη λυπηθούν. Ο ίδιος λυπήθηκε πάρα πολύ για το θάνατο της μάνας του «κόντεψε να ξεψυχήσει», γιαυτό πάντα τόνιζε, ότι πρέπει να είμαστε εγκρατείς στις θλίψεις και ότι η υπερβολική στενοχώρια ή λύπη είναι αμαρτία.

Η μοναχική ζωή του Γέροντα Ιακώβου

Το 1952, αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και αποκατέστησε την αδελφή του - κατά την εντολή της μητέρας του - ακολούθησε την μοναχική ζωή που από μικρός ολόψυχα επιθυμούσε. Αρχική επιθυμία του ήταν να πάει στους Αγίους Τόπους και εκεί να ζήσει στην Έρημο ως Ασκητής. Θεώρησε όμως καλό, πριν ξεκινήσει για τους Αγίους Τόπους, να επισκεφθεί το μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ για να ζητήσει τη βοήθεια και τη μεσιτεία του οσίου.

Η σε όραμα ολοζώντανη εμφάνιση του οσίου Δαβίδ να τον υποδέχεται στην είσοδο της μονής λέγοντας του: «Αν φυλάξεις ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή, παραμένοντας άχρι τέλους στη μονή, θα σε προσκυνήσουν αρχιερείς, οι πατριάρχες θα σε ευλαβούνται, πλούτος πολύς θα περάσει από μπροστά σου, αλλά δεν θα τον αγγίξεις», έφερε στο νού του τα λόγια της αγίας Παρασκευής. Αυτό τον έκανε να υποσχεθεί στον Άγιο, ότι θα παραμείνει στο Μοναστήρι, όπως και παρέμεινε.

Η συνομιλία αυτή με τον όσιο Δαβίδ έμοιαζε με ακολουθία κουράς, όπου ο γέροντας εισάγει τον υποτακτικό στο μυστικό κήπο της Βασιλείας του Θεού.

Το μοναστήρι ήταν κτισμένο από τον 16ο αιώνα, την εποχή που ζούσαν στην Μονή τρία γεροντάκια, (ιδιορρυθμίτες), σε ένα ετοιμόρροπο κτίριο που επιζητούσε την ανακαίνισή του. Ηγούμενος ήταν ο μακαριστός π. Νικόδημος Θωμάς, άνθρωπος ενάρετος που εργάζονταν με πολύ ζήλο για την αναστήλωσή της.

Τον νέο μοναχό του έδωσαν ένα ανώγειο κελί με τρύπιο πάτωμα και χαλασμένα παντζούρια όπου περνούσε αέρας, βροχή και χιόνι, με αποτέλεσμα να αρρωσταίνει συχνά. Όμως δεν κάμφθηκε και παρ’ όλες τις ταλαιπωρίες, συνέχισε τον αγώνα του έχοντας από κάτω (στο ισόγειο), τα γίδια του Μοναστηριού. Σ’ αυτό το περιβάλλον έζησε την αρχή της καλογερικής του ζωής ο π. Ιάκωβος προσευχόμενος νυχθημερόν, ως επίγειος άγγελος, προσφέροντας τη λογική λατρεία με τα άλογα ζώα του ισογείου.

Στα νότια της Μονής σε απόσταση είκοσι λεπτών με τα πόδια, πλάι σε χαράδρα και μέσα σε βράχο, βρίσκεται ένα μικρό σπήλαιο. Εδώ ήταν το ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ, διερχόμενος την εβδομάδα, νηστεύων, αγρυπνών, και προσευχόμενος «εν σπηλαίοις και όρεσι και ταις οπαίς της γης» (Εβρ. 11, 38). Και κάθε Σάββατο ανέβαινε στη μονή να λειτουργηθεί και να δώσει τις σοφές συμβουλές του.

Τώρα στο ασκητήριο αυτό ένας νέος επισκέπτης κάθε βράδυ γονάτιζε και δέονταν υπέρ της σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου. Ο νέος μοναχός Ιάκωβος, όταν οι μοναχοί της μονής κοιμόντουσαν, αυτός πήγαινε στο αγιασμένο ασκητήριο για την νυχτερινή του προσευχή, όπως έκανε και στο ξωκλήσι, πριν χρόνια, της Αγίας Παρασκευής.

Ο Γέροντας Ιάκωβος μας περιγράφει: «Τότε, παιδί μου, δεν υπήρχε δρόμος, ένα στενό μονοπάτι ήτο… Ούτε ένα φανάρι δεν είχαμε. Τόσο πόθο όμως είχα να πηγαίνω τα βράδια στο ασκητήριο του αγίου μας… Καθ’ οδόν όμως, αφού δεν έβλεπα, έπεφτα μέσα σε αυλάκια και χαράδρες και έτσι ήτο αδύνατο να φτάσω. Τότε παρακάλεσα: “Θεέ μου, φώτισέ μου τον δρόμο να φτάσω στο ασκητήριο”. Και ο καλός Θεός άκουσε το αίτημά μου. Από τα πολλά άστρα του Ουρανού μου έδωσε κι εμένα ένα. Αυτό πήγαινε μπροστά μου μού ’φεγγε το δρόμο, κι εγώ από πίσω του. Έτσι έφτανα στο ασκητήριο. Εκεί, “ελθών ο αστήρ, έστη επάνω του σπηλαίου”, έκανα την προσευχή μου και μετά πάλιν μπροστά ο αστέρας μου φέγγει μέχρι την πόρτα της μονής. Οι πατέρες εκάθευδον και τίποτα δεν καταλάβαιναν από όλα αυτά».

Στο ασκητήριο, ένα βράδυ, οι δαίμονες για να τον τρομοκρατήσουν εμφανίστηκαν με μορφή χιλιάδων σκορπιών. Τον περικύκλωσαν από όλες τις μεριές, ακόμα και από την οροφή του σπηλαίου κρεμόντουσαν. Ο γέροντας επικαλούμενος τις πρεσβείες του Οσίου Δαβίδ και την αψευδή εξουσία του Κυρίου «του περιπατείν επάνω όφεων και σκορπίων», διέλυε τις μηχανορραφίες του διαβόλου.

Άλλοτε πάλι, δέκα οκτώ δαίμονες, με μορφές πιθηκανθρώπων όρμησαν επάνω του την ώρα που εργάζονταν, και από τα χτυπήματα και τα βασανιστήρια τον άφησαν μισοπεθαμένο. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και άλλες φορές.

Αυτά είναι μερικά περιστατικά, των ασκητικών αγώνων του γέροντος που δείχνει ημέρες παλαιών οσίων και ασκητών της ερήμου.

Σε ηλικία 32 ετών ο Ιάκωβος γίνεται δόκιμος μοναχός. Η χειροτονία του σε διάκονο έγινε στις 18 Δεκεμβρίου του 1952 και την επομένη, 19 Δεκεμβρίου, χειροτονείται ιερέας από τον τότε μητροπολίτη Χαλκίδος Γρηγόριο, ο οποίος στο λόγο του είπε το προφητικό: «Και συ παιδί μου, θα αγιάσεις. Να συνεχίσεις με τη δύναμη του Θεού και θα σε ανακηρύξει σ’ άγιο η Εκκλησία».

Το 1975 ο γέροντας γίνεται ηγούμενος και πνευματικός, στο επιτραχήλι του οποίου κάθε πονεμένη ψυχή ξεδιψούσε, όταν τον πλησίαζε. Η μονή στις μέρες του διπλασίασε τα κτηριακά, (ξενώνες, τραπεζαρία για τους προσκυνητές, καμπαναριό κ.ά.) ενώ ο παλαιός ναός ευπρεπίστηκε και ξαναβρήκε η Μονή το αρχέγονο κάλλος της.

Η φήμη της Μονής με τα θαύματα του Οσίου Δαβίδ και τον ηγιασμένο ηγούμενό της Γέροντα Ιάκωβο, διαδόθηκε σιγά-σιγά παντού και πλήθη πιστών από την Ελλάδα και το εξωτερικό κατέφθαναν στο Μοναστήρι. Πατριάρχες και αρχιερείς πηγαινοέρχονταν να εξομολογηθούν ή να ζητήσουν τις αποτελεσματικές ευχές του. Οι υποσχέσεις που είχε δώσει ο όσιος Δαβίδ στον πρωτοεισελθόντα Ιάκωβο ξεπληρώθηκαν στο ακέραιο.

Ως λειτουργός ήταν υποδειγματικός. Γίνονταν άλλος άνθρωπος, επίγειος άγγελος “συλλειτουργών” με “Χερουβίμ και Σεραφείμ” υπερυψούμενος και διακινούμενος επ’ αυτών όπως πολλές φορές μικρά παιδιά με καθαρή καρδιά βεβαίωναν ότι τον είδαν να υπερίπταται του εδάφους.

Διηγούνταν ο ίδιος ότι: Όταν μνημόνευε στην προσκομιδή, έβλεπε πολλές φορές τις ψυχές των παλαιών πατέρων της μονής να ζητούν τις προσευχές του. Και όταν κάλυπταν τα Τίμια δώρα ευλαβείς ιερείς, και έθεταν τον αστερίσκο επάνω του αμνού, έβλεπε ένα φωτοειδή αστέρα επάνω από το κεφάλι του Ιερουργούντος Ιερέως.

Ο Γέρων Πορφύριος, η άλλη οσιακή μορφή των ημερών μας, έλεγε σε δικούς του για τον Γέροντα Ιάκωβο: «Προσέξτε. Αυτός είναι από τους πιο προορατικούς της εποχής μας, αλλά κρύπτεται επιμελώς για να μη δοξάζεται».

Όπως θαυμαστή ήταν η ζωή του, έτσι ήταν και η οσιακή του κοίμηση, την οποία προγνώριζε. Το πρωί της 21ης Νοεμβρίου 1991 ημέρα των Εισοδίων της Θεοτόκου, πήγε στην ακολουθία και κοινώνησε. Ενωρίτερα εξομολόγησε τον αγιορείτη ιεροδιάκονο Γεννάδιο, και τον παρακάλεσε να μείνει στο Μοναστήρι, γιατί «το απόγευμα θα χρειαστεί» όπως είπε, «να τον αλλάξει». Και πράγματι στις 4.17΄΄ το απόγευμα εκοιμήθη για να κάνει μαζί με τα Εισόδια της Θεοτόκου τη δική του είσοδο στον εορτάζοντα ουρανό. Ημέρα μνήμης του ορίστηκε η 22η Νοεμβρίου.

Ο γέροντας Πορφύριος που και αυτού ετοίμαζαν την δική του αναχώρηση είπε: «Εκοιμήθη ο γερο-Ιάκωβος, ένας από τους μεγαλύτερους αγίους του αιώνα μας…».

Μεγάλη μαρτυρία περί του αγίου Ιακώβου μας δίνει ο μητροπολίτης Φθιώτιδας Νικόλαος, ο οποίος υπήρξε πνευματικό του παιδί, και διάκονος του μακαριστού αγίου μητροπολίτου Χαλκίδος Νικολάου Σελέντη, ο οποίος όσα γράφει είναι προσωπικά βιώματα, και όχι μαρτυρίες άλλων.

Να πως τον περιγράφει: «Ο άγιος Ιάκωβος (Τσαλίκης) ήταν για τον Νικόλαο (μητροπολίτη Χαλκίδας που εκθρονίστηκε από την Σεραφειμική κακότητα, και διόρισε μοιχεπιβάτη στη μητρόπολή του) ένας θησαυρός εντός των ορίων της Μητροπόλεως του και έτσι είχε την ευκαιρία συχνά να τον αναστρέφεται και να ωφελείται πνευματικά… Άλλαζε την πορεία του – αρκετές φορές – για να επισκεφθεί την Ιερά Μονή του Οσίου Δαβίδ και να συναντήσει τον π. Ιάκωβο».

Ο π. Ιάκωβος, κατά παράκληση του Δεσπότη, είχε τον πρώτο λόγο. Άρχιζε να διηγείται θαύματα του Οσίου Δαβίδ και περιστασιακά από την ζωή του. Σε κάθε περίπτωσή του έκλινε ευλαβώς την κεφαλήν του προς τον δεσπότη και έλεγε: “Με συγχωρείτε Σεβασμιώτατε, άνθρωπος αγράμματος είμαι”. Ο Δεσπότης με ωραίο χιούμορ τον παρακαλούσε να συνεχίσει.

Κατά την ώρα που ο π. Ιάκωβος ήταν συνεπαρμένος και έλεγε, έσκυβε ο Σεβασμιώτατος προς το μέρος, που καθόμουν και με σιγανή φωνή μου έλεγε: “Ο π. Ιάκωβος είναι Άγιος”.

Το ίδιο έλεγε αργότερα ο π. Ιάκωβος, όταν είχε κοιμηθεί ο Χαλκίδος Νικόλαος: “Ο Δεσπότης μας είναι στην χορεία των Αγίων, όπως μου απεκάλυψε ο Θεός”».

- Αργότερα και αφού εκθρονίστηκε ο άγιος Χαλκίδος Νικόλαος, ο διάκονος Νικόλαος επισκέφθηκε το Μοναστήρι για να ενισχυθεί πνευματικά. Ο π. Ιάκωβος τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στις αποθήκες της Μονής – «Εκεί στον τοίχο είχε κρεμάσει την μεγάλη φωτογραφία του Μητροπολίτου Νικολάου, που την είχαν στο Αρχονταρίκι (Υπήρχε εντολή από τον μοιχεπιβάτη να κατέβουν από παντού οι φωτογραφίες του) και μου είπε: “Έρχομαι εδώ και ομιλώ εις τον Άγιο Αρχιερέα μας..”.

Μια ημέρα – συνεχίζει ο άγιος Φθιώτιδας – έξω στην αυλή της Εκκλησίας με έδειξε τον τόπο, όπου θα εσκάπτετο ο τάφος του και μου είπε: “Πάτερ Νικόλαε, Εδώ θα με θάψετε και θα με αφήσετε εκεί μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου”».

Κύριε Παντοκράτωρ, ο Θεός των πατέρων ημών Νικολάου αρχιερέως, Ιακώβου και Πορφυρίου, “γενού ίλεως επί τας αμαρτίας ημών”.