Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

Οι Χαλασοχώρηδες ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: " ΟΙ ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ" (ΚΕΦΑΛΑΙΑ Γ΄, Δ΄,Ε',ΣΤ' )

Οι Χαλασοχώρηδες

  Κεφάλαιο Γ’

 Τοιαύτα ήρχισε να διηγήται εις τον Λάμπρον, όστις τα εγνώριζε καλλίτερα απ’ αυτόν, ο μπαρμπα-Διοματάρης, παρενθέτων ενίοτε εις την σειράν της διηγήσεως έν «καθώς έμαθα, καθώς μου είπαν». Τα πλείστα όμως προς συμπλήρωσιν της εικόνος τα προσέθηκε, διακόπτων τον γέροντα αλιέα, ο Λάμπρος αυτός, όστις δεν έπαυεν εις το τέλος εκάστης περιόδου του απλοϊκού αφηγητού να κατανεύη διά της κεφαλής, επιδοκιμάζων και προσδοκών αίσιον δι’ αυτόν το αποτέλεσμα. Αλλά το περιεργότερον ήτο το πείσμα και η οξύτης, μεθ’ ων τα ήρτυεν ο μπαρμπα-Διοματάρης. Αληθώς δε ο Λάμπρος δεν το επερίμενε και μεγάλως εξεπλάγη, όταν εις το τέλος της διηγήσεως ο αφηγητής προσέθηκε·

-Τέτοιοι είναι όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ’ αγόρασαν.
-Τι λες, μπαρμπα-Διοματάρη; ανέκραξεν ο Λάμπρος. Αυτήν τη φορά δεν είναι ο Γεροντιάδης… είναι ο Αλικιάδης, και δεν έχεις να κάμης με τον Μανόλην τον Πολύχρονον, έχεις να κάμης μ’ εμένα…
-Όλοι το ίδιο είναι! επανέλαβε μετά πεισμονής ο μπαρμπα-Διοματάρης, αμεριμνών αν προσέβαλλε κατά πρόσωπον τον Λάμπρον τον Βατούλαν.
-Πώς όλοι το ίδιο είναι! επανέλαβεν ο Λάμπρος. Ημείς δεν καταδεχόμαστε, μπαρμπα-Διοματάρη, να κάνουμε τις δουλειές που κάνει ο Μανόλης ο Πολύχρονος.
-Δεν το καταδιώχνετε! ανεκάγχασε σκληρώς ο τραχύς ναύτης.
-Ναι, αυτό που σου λέω εγώ. Δεν μου λες, μπαρμπα-Διοματάρη, στην άλλη εκλογή επήρες παράδες απ’ το Μανόλη;
-Εγώ να πάρω παράδες; είπε βλοσυρός ο γέρων πορθμεύς· εμένα μου έταξαν να βγάλουν την σύνταξή μου.
-Δεν σημαίνει· έκαμες κακά να μην πάρεις παράδες.
-Γιατί;
-Γιατί ο Μανόλης θα σε πέρασε για πληρωμένον, αυτό να το ξέρης σίγουρα.
-Τώρα το κατάλαβα κι εγώ, και γι’ αυτό ούτε ξαναπάω πλια να ρίξω ψήφο.
-Είσαι κουριόζος άνθρωπος, μπαρμπα-Διοματάρη, εστέναξεν ο Βατούλας.
-Το ξέρω κι εγώ…Δεν θα υπάρχουν πολλοί τέτοιοι σαν εμένα.
-Δεν υπάρχει κανείς…Είσαι μοναχός σου…Δεν έχεις ταίρι.
Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου αναλογιζόμενος ότι, αν υπήρχον πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα αλλά υποσχόμενοι, ουχί όπως ο μπαρμπα-Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν, κατ’ ευχήν θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα από μίαν εκλογήν. Εφθόνει δε και τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όστις ήξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκει απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους. Εν τοσούτω δεν απηλπίσθη να μεταπείσει τον μπαρμπα-Διοματάρην, και ηξεύρων ότι, αν επέμενεν αποτόμως κατ’ αυτήν την ιδίαν εσπέραν, θα εστόμωνε μόνον το γεροντικόν πείσμα του χελωνοδέρμου ναυτικού, τον εκαληνύκτισε δι’ απόψε, επιφυλαχθείς να επανέλθη μετά δύο εσπέρας.
Ακολούθως ο Λάμπρος ο Βατούλας μετά των συνοδών του ανήλθεν εις την μικράν οικίαν του Θανάση του Τσιρογιάννη.
-Καλώς τα κάνετε! Καλησπέρα, Θανάση με τη φαμίλια σου! έκραξεν ο Λάμπρος με την λιγυράν και θωπευτικήν φωνήν του και με την μελισταγή ευπροσηγορίαν του.
-Καλώς τον κυρ-Λάμπρο με την παρέα του.
-Ε; είμαστε για νάμαστε;
-Μα βέβαια… Εσείς δεν εφανήκατε κανένας σας, ούτε σεις ούτε οι άλλοι…Είπα κι εγώ, μαθέ, γιατί δε μου μιλεί κανένας;…Να μη μ’ πη κανένας ένα λόγο;…
-Να που ήρθαμε…
Ο οικοδεσπότης ωμολόγει αφελώς ότι ήτο έτοιμος να δώση τον λόγον του εις εκείνον των κομματαρχών, όστις πρώτος θα έσπευδε να τον αγκαζάρη. Ηγάπα, ως φαίνεται, τας θωπείας και εθεώρει ως τιμήν προσγινομένην αυτώ το να έλθη τις παρακαλών να του δώση την ψήφον του.
«Άλλο σόι άνθρωπος αυτός», είπε μέσα του ο Λάμπρος ο Βατούλας. «Καλά που πρόφτασα κι ήρθα…πώς δεν το πήρε μυρουδιά εκείνο το σκυλί, ο Μανόλης ο Πολύχρονος, να έρθη να μου τον πάρει!». Ο Θανάσης ο Τσιρογιάννης προσέφερεν οίνον και στραγάλια εις τους επισκέπτας, ο δε Λάμπρος του έδωκε παχείας υποσχέσεις δι’ οιανδήποτε απαίτησιν και αν είχεν από τον μέλλοντα βουλευτήν, όστις ήτο σίγουρος «με το παραπάνω», και τον παρεκάλεσε να περάση από το γραφείον του, όπου είναι το εκλογικόν κέντρον, διά να τα ειπούν καλλίτερα.
Μόλις απήλθεν ούτος μετά των ακολούθων του, και ο Μανόλης με τους ιδικούς του ανήλθεν εις την οικίαν.
-Λοιπόν, κουμπάρε, πώς είμαστε;
Ο Μανόλης είχε συνηθίσει ν’ αποκαλεί κουμπάρους σχεδόν όλους, και τους συντέκνους των συμπεθέρων του.
-Τώρα, κουμπάρε, έδωσα το λόγο μ’.
-Σε ποιόνε;
-Στο Λάμπρο τον Βατούλα… Τώρα- δα, τώρα- δα, ότι κατέβηκε… Δεν ηξεύρατε ναρθήτε μισή ώρα μπροστά;

Κεφάλαιο Δ’

Η οικία του Σπληνογιάννη, ανώγειος, με δύο δωμάτια και μέγαν πρόδομον, μετά μεγάλου σκεπαστού εξώστου , λιθίνης κλίμακος, έκειτο ολίγα βήματα απωτέρω προς ανατολάς βλέπουσα. Εκεί εισήλθε μετά των εταίρων του ο Λάμπρος ο Βατούλας, άμα εξελθών της οικίας του Τσιρογιάννη.
Μετ’ ολίγα λεπτά, ότε ο Μανόλης κατήλθεν άπρακτος εκ της τελευταίας ανωτέρω περιγραφείσης επισκέψεώς του, ήκουσε θόρυβον, φωνάς και ταραχήν. Δύο φωναί ανδρικαί, η μία βραχνή, επίρρινος και οργίλη, η άλλη μελιχρά και καταπτραϋντική, ηκούοντο, συνεχώς εναλλάσσουσαι· αλλ’ αμφοτέρων εδέσποζεν οξεία και διάτορος φωνή, φωνή γυναικός νευροπαθούς, διαμαρτυρομένης με γοεράς και απειλητικάς κραυγάς, ας ακούων τις ευλόγως υπέθετεν ότι μεγάλη συμφορά είχεν ενσκήψει. Αι φωναί ήρχοντο προφανώς από την οικίαν του Σπληνογιάννη. Ο Μανόλης, όστις εγνώριζε μεν κάτι τι και από πριν, διέκρινε δε και ολίγας λέξεις εκ των πολυήχων κραυγών της νευροπαθούς γυναικός, ενόμισεν ότι την φοράν ταύτην δεν ήτο υπόχρεως να σεβαστεί τους όρους της σιωπηλής συμβάσεως, ήτις ίσχυε μεταξύ των δύο αντιπάλων κομμάτων, όπως οι άνθρωποι του ενός κόμματος μη επιτρέχωσιν αδιακρίτως προς ψηφοθηρίαν εις το αυτό μέρος όπου έχουσιν ήδη εισβάλει οι οπαδοί του άλλου, και έσπευσε να παραβιάσει την σύμβασιν. Χωρίς να διστάση, ένευσεν εις του δύο συντρόφους του να τον ακολουθήσωσι, και ανέβη εις την οικίαν.
Οι δύο ακόλουθοι του Βατούλα, οίτινες είχον μείνει κατά την παραδεδεγμένην τακτικήν εις το προαύλιον της οικίας, διεμαρτυρήθησαν δι’ υποκώφων γογγυσμών, αλλά δεν ετόλμησαν ν’ αντισταθώσιν. Έμενον δε νυν αντικρύ των, προκλητικά ρίπτοντες επ’ αυτούς βλέμματα, και οι δύο ουραγοί του Μανόλη, απώτερον ιστάμενοι και δυσκολευόμενοι να εννοήσωσι την στρατηγικήν του αρχηγού των.
Μόλις είχεν αναβή ο Μανόλης εις του Σπληνογιάννη, και παράθυρόν τι ελαφρώς τρίξαν υπανεώχθη αντικρύ. Εις το άνοιγμα του παραθύρου εξήλθεν η Τσιρογιάνναινα και έτεινεν άπληστον το ούς. Εις τον μικρόν εξώστην της παρακειμένης οικίας, ενώ η θύρα έμενε κλειστή, σκοτεινή μορφή ίστατο από τινων λεπτών της ώρας. Η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν ήτο άλλη παρά η Ζυγαράκαινα, μήτηρ τεσσάρων υιών εκλογέων κτλ., είδε την διά του ανοίγματος του παραθύρου προκύψασαν φαιδράν όψιν, την ανεγνώρισε και εψιθύρισε προς αυτήν·
-Τ’ ακούς, γειτόνισσα;
-Τι ν’ ακούσω, γειτόνισσα;
-Να, που μαλλώνουν, τ’ ανδρόγυνο.
-Γιατί τάχα;
-Να, από άλλο κόμμα είναι, λέει, ο άνδρας και από άλλο η γυναίκα.
-Μη χειρότερα.
-Είναι και άλλα χειρότερα, γειτόνισσα;
Και η φαιδρά όψις επανέκλεισε το παράθυρον κι έγινεν άφαντος, ενώ η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν εξετίμα εν παντί την χρησιμότητα της λυχνίας, έμεινε, πολυπράγμων, κατασκοπεύουσα τα συμβαίνοντα εν τη αντικρυνή οικία.
Μικρόν πριν εισέλθη ο Μανόλης, ιδού τίνες φράσεις διημείβοντο εν τη οικία·
-Έννοια σου, κουμπάρε, μην την ακούς αυτήν, έλεγε, δεικνύων διά νεύματος την σύζυγόν του προς τον Λάμπρον Βατούλαν ο Σπληνογιάννης, τεσσαρακοντούτης, ισχνός, κίτρινος, μ’ εσβεσμένα όμματα, προξενών οίκτον.
-Κείνο που θέλω εγώ θα γίνη! ανέκραζεν απειλούσα διά της χειρονομίας η σύζυγός του, ωραία, τριακοντούτις, υψηλή, ροδόχρους, γλυκυτάτη, με μεθυστικόν το βλέμμα και το μειδίαμα, την οποίαν διά του πρώτου βλέμματος ο θεατής, συγκρίνων αυτήν εκ του σύνεγγυς με τον σύζυγόν της, ακουσίως θ’ άφηνε να του εκφύγη η επιφώνησις: Κρίμα στη γυναίκα!
-Μην τα ξεσυνερίζεσαι τα λόγια της, κουμπάρε, διεμαρτύρετο λέγων ο σύζυγος.
-Το δικό μου θα περάση, το δικό μου! επέμενε πάλιν η συμβία.
-Και τι; θα με κουμαντάρης εσύ; έκραξεν απειλητικώς ο Σπληνογιάννης.
-Σας παρακαλώ…ησυχάσετε τώρα, παρενέβαλλε διά της μελιχράς και θωπευτικής φωνής του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Να το ’ξερα έτσι δα…καλλίτερα να μην ερχόμουνα… Δεν ήλθα εγώ για να σπείρω σκάνδαλα στο ανδρόγυνο…
Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ανελπίστως ο Μανόλης ο Πολύχρονος. Ο Σπληνογιάννης ηγέρθη αυτομάτως με βλέμμα εκπλήξεως και αμηχανίας. Η γυνή εξεπήδησεν εκ του σκίμποδος, εφ’ ου εκάθητο, και προέβη εις την υποδοχήν του. Ο Λάμπρος ο Βατούλας ουδ’ εσάλευσεν από την θέσιν του.
-Καλώς τον κουμπάρο! έκραξεν η οικοδέσποινα.
-Καλώς τον κουμπάρο! ετραύλισε και ο Σπληνογιάννης.
Το ανδρόγυνον είχεν, ως φαίνεται, διπλές κουμπαριές και εντεύθεν ηδύνατο να εικάση τις ότι θα επήγαζεν η διαφωνία μεταξύ των δύο συζύγων. Διότι ο Σπληνογιάννης είχεν υποσχεθεί να δώσει την ψήφον του εις τους κουμπάρους του, Λάμπρον Βατούλαν και λοιπούς. Η Σπληνογιάνναινα όμως έτρεφε φανεράν εκτίμησιν προς τους κουμπάρους της, του κόμματος Μανόλη Πολύχρονου και συντροφίας.
Είναι αληθές ότι κατ’ ιδίαν ο Σπληνογιάννης διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι από πολιτικήν απλώς υπέσχετο εις τον Λάμπρον τον Βατούλαν. Αλλ’ η γυνή εσκύλιαζε και εδαιμονίζετο, όταν τον ήκουεν ανανεούντα την υπόσχεσιν ταύτην και απήτει να κηρύξη φανερά ο σύζυγός της εις τον Λάμπρον ότι δεν θα τού έδιδε ψήφον. Την θυσίαν ταύτην εδυσκολεύετο να κάμη ο Σπληνογιάννης και από εβδομάδων ήδη το ανδρόγυνον «δεν έτρωε μερωμένο ψωμί».
-Τα βλέπεις λοιπόν, φίλε κύριε Λάμπρε, είπε μετά προσποιητής σοβαρότητος, δάκνων τα χείλη, ο Μανόλης.
-Τι να ιδώ;
-Δεν πρέπει να βάζουμε σκάνδαλα στο ανδρόγυνο…
-Μάλιστα, σ’ αυτό συμφωνώ κι εγώ, είπε μεθ’ ετοιμότητος ο Λάμπρος, δεν πρέπει να βάζετε σκάνδαλα, καθώς το λέτε.
-Εγώ έβαλα; είπεν οργίλως ο Μανόλης. Εγώ ήρθα να τους ειρηνεύσω, μήπως τυχόν και τους ηρεθίσατε…
Ο Σπληνογιάννης έδιδε καθέκλαν εις τον Μανόλην.
-Ας είναι, θα τα καταφέρουμε, είπεν [ο Μανόλης].
-Ας είναι, κάνομε καλά, είπε. Εσείς, βλοημένοι, έρχεσθε κι οι δυο μαζί και δεν μπορεί κανείς να…
Ακουσίως αμφότεροι οι ψηφοκάπηλοι εγέλασαν, μαντεύσαντες τι ήθελε να είπει ο Σπληνογιάννης.
-Κείνο που σου λέω εγώ! ανέκραξε με οξείαν φωνήν η γυνή.
Ησθάνετο δε τώρα ενισχυομένην την θέσιν της εκ της επικουρίας, ήν παρείχεν αυτή η παρουσία του Μανόλη και εγίνετο θρασυτέρα.
Ο δυστυχής Σπληνογιάννης δεν ενθυμείτο να ευρέθη ποτέ εις δυσχερεστέραν θέσιν. Ευρίσκετο αντιμέτωπος τριών εχθρών, ων φοβερώτερος βεβαίως ήτο αυτή η σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ’ ένα έκαστον αν τους είχε συναντήσει, ήτον ικανός διά της ψευτικής, του μόνου όπλου όπερ απέμεινεν εις τους χωρικούς, όπως ανταγωνίζονται κατά τόσων και τόσων πολιτικών ή κοινωνικών και βιοτικών πιέσεων και διωγμών (όπλον, το οποίον ακονίζεται δις της εβδομάδος εις τα πταισματοδικεία και ειρηνοδικεία, όπου ο χωρικός γίνεται σωστός βλαχοδικηγόρος) να τα βγάλει πέρα μαζί των, φενακίζων και τους τρεις κατά πρόσωπον, φασκελώνων και τα δύο κόμματα όπισθεν των νώτων και ορκιζόμενος καθ’ εαυτόν να μαυρίση περιφρονητικώς όλας κατά σειράν τας κάλπας των αυτοκλήτων αντιπροσώπων του ατυχούς λαού, του τόσον δεινοπαθούντος και τυραννουμένου.
Αλλ’ ενώ η παρουσία του Λάμπρου του Βατούλα καθίστα ήδη ανίσχυρον το μόνον όπλον του, εις επίμετρον προσετέθη και έφοδος του Μανόλη του Πολύχρονου, όστις θα έλεγέ τις ότι ήλθεν επίτηδες διά να παραστεί δωρεάν εις περίεργον οικογενειακήν κωμωδίαν.
Ουδέν άλλο καταφύγιον είχε ή να ζητήσει μικράν ανακωχήν·
-Ας είναι, είπε, θα ιδούμε· σήμερα Τρίτη, ως την Κυριακή που θα είναι οι εκλογές, θα μας φωτίσει ο Θεός τι να κάνουμε…
-Όχι! Όχι! έκραξεν η γυνή γελώσα ακουσίως, αρχίσασα φαίνεται και αυτή να εννοή το κωμικόν της θέσεως. Όχι! Όχι!
Και εκτύπα θορυβωδώς τον δεξιόν γρόνθον επί της παλάμης της αριστεράς.
-Όχι! Να δώσης τώρα το λόγο σου! Ν’ αποφασίσης τι θα κάμης. Δεν τους έχεις τους ανθρώπους σαν τα ζωντανά σου, να έρχωνται και να ξαναέρχωνται χίλιες φορές.
Ο Λάμπρος και ο Μανόλης μετά μειδιάματος ευχαρίστησαν την σύζυγον τού Σπληνογιάννη διά το φιλοφρόνημα.
-Μα κάμε φρόνιμα, γυναίκα! έκραξεν αγανακτών ο ποιμήν. Είναι τρόπος αυτός να επιμένεις τόσον εσύ, εμπρός εις τόσους άνδρας! Αλλοίμονό μας, αν αρχίσουν να μας κουμαντάρουν οι γυναίκες μας!
-Ακούστε τον! ακούστε τον! Με βρίζει κι όλα…με φοβερίζει! ανέκραξεν η γυνή δράττουσα περί τους κροτάφους τους δύο κρεμαμένους θυσάνους της κόμης της.
-Δεν ξέρω στην παραπάνω σκάλα, είπε με πικρόν τόνον τρωθείσης αξιοπρεπείας, ρίπτων εμφαντικόν βλέμμα προς τους επισκέπτας ο ποιμήν, δεν ξέρω αν οι σοϊλήδες, αυτοί που κάνουν τον άρχοντα, στρέγουν να τους κουμαντάρουν οι γυναίκες τους· μα ημείς οι βοσκοί δεν το καταδεχόμαστε με κανέναν τρόπο! Ο παπάς που μας εστεφάνωσε άκουσα να λέη την ώρα που διάβαζε τον Απόστολο, πριν ειπή το Βαγγέλιο, πως «η γυνή πρέπει να φοβείται τον άνδρα».
Ο Λάμπρος ο Βατούλας μειδιών, ίσως διά να δώση αφορμήν ειρηνεύσεως εις τα δύο πρόσωπα της σκηνής, τρέπων το θέμα επί το αστειότερον, είπε·
-Μα ξέρεις, κουμπάρε, τι την δασκαλεύει τη νύφη η μάννα της;
-Τι;
-Την ώρα που λέει αυτόν τον λόγον ο παπάς, την ορμηνεύει να πει μέσα της τρεις φορές: «Αστοχιά στο λόγο σου, παπά μ’ , δάκω τη γλώσσα σου».
Εγέλασαν όλοι και αυτή η Σπληνογιάνναινα.
Ο Λάμπρος εγερθείς μετά την παρατήρησιν ταύτην επλησίασεν εις την θύραν, όπου εστάθη επί τινα λεπτά, ως να εσκέπτετο αν έπρεπε ν’ απέλθη. Αλλ’ ουχ ήττον επανήλθε πάλιν εις την θέσιν του και εκάθισεν.
Ο Μανόλης ηγέρθη και αυτός, επλησίασεν εις το παράθυρον, εστήριξε τα νώτα επί του τοίχου κι εστάθη αναποφάσιστος.
Ουδείς εκ των δύο απεφάσιζε να δώση πρώτος το παράδειγμα της αποχωρήσεως. Ο μεν Λάμπρος εσκέπτετο ότι ο Μανόλης, τελευταίος ελθών, ήτο ο αδιάκριτος, και επομένως ώφειλε να τους αφήση ησύχους να τελειώσουν την συνδιάλεξιν ην είχον ή υπετίθετο ότι είχον μετά του οικοδεσπότου, ο δε Μανόλης εφρόνει ότι, αφού ήλθε τελευταίος, τελευταίος έπρεπε και να απέλθη.
Τέλος ο Λάμπρος εσκέφθη ότι η σκηνή αύτη έπρεπε να λάβη πέρας και όπως ευπροσώπως εξέλθει εκ της δυσχερούς θέσεως·
-Ας είναι, είπε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, ημείς δεν είμαστε από κεινούς οπού πάνε και βάζουν σκάνδαλα στ’ ανδρόγυνα· κάμε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός, καθώς είπες. Κι ένα ψήφο να μας δώσεις στη μία μας κάλπη μοναχά, για να δώσεις κι από κει (δείξας τον Μανόλην) και μικτόν να δώσης και στα δύο κόμματα, ημείς θα σου το γνωρίζουμε χάρη.
-Όχι! Όχι! επέμεινεν η γυνή. Στον κουμπάρο έδωκε τον λόγον του από μπροστύτερα.
Ο Λάμπρος εκινήθη να εξέλθη, ο δε Μανόλης μείνας επί δύο ή τρία λεπτά, αφού αντήλλαξε με ψίθυρον φωνήν ολίγας λέξεις με τον οικοδεσπότην και με την συμβίαν του, τους ευχήθη την καλήν νύκτα, και από του εξώστου μεγάλη τη φωνή, διά να ακουσθεί από τον Λάμπρον, όστις δεν θα ήτο μακράν, είπε·
-Καλά τους λένε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, χαλασοχώρηδες.
-Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την αλήθεια, κουμπάρε, είστε πάρ’ τον ένανε, χτύπα τον άλλονε.
-Το λοιπόν κι ημείς είμαστε χαλασοχώρηδες σαν αυτούς;
-Δεν είσθε χαλασοχώρηδες, απήντησε σαρκαστική εις το σκότος η φωνή του Λάμπρου Βατούλα· είσθε ανδρογυνοχωρίστρες!
sansimera.gr

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ 

Χαλασοχώρηδες εκαλούντο τέως οι του κόμματος του Λάμπρου, από δε της νυκτός ταύτης οι του άλλου κόμματος ωνομάσθησαν «οι ανδρογυνοχωρίστρες». Από της αυγής της επαύριον Τετάρτης ο Μανόλης και δύο των φίλων του, λαβόντες βάρκαν, εξήλθον εις το Μαραγκό, νησίδιον φράττον προς εύρον τον λιμένα κι επαραμόνευαν πότε θα ενεφανίζοντο όπισθεν της Άρκτου και της Τρυπητής, δύο άλλων ανατολικώτερον κειμένων νησίδων, αι βάρκαι αι φέρουσαι τον ροφόν, κατά το λεξιλόγιον του Μανόλη του Πολύχρονου.


Αλλ’ από βαθέος όρθρου, ο Λάμπρος ο Βατούλας οσφρανθείς, φαίνεται, το δόλωμα των αντιπάλων έσπευσε να εξυπνίση τον καπετάν-Νικολάκην, το Τρυποκαρύδι, ένα των στενωτέρων φίλων του, και επιβιβασθέντες οι δύο εις ωραίον κότερον, έλυσαν τα πανιά, εσήκωσαν την άγκυραν και ανάψαντες τους ναργιλέδες των με τα κάρβουνα, τα οποία είχαν λάβει από το καφενείον του γερο-Ακούκατου, όστις αγρυπνότερος αλέκτορος ήνοιγε το καφενείον τέσσαρας ώρας πριν φέξει, εξηπλώθησαν παρά την πρύμνην καπνίζοντες και πλέοντες τη βοηθεία της πρωινής απογείου αύρας. Εξήλθον εις το Ασπρόνησον, βορειοανατολικώς, όπου έκαμναν καρτέρι περιμένοντες πότε ήθελε φανεί το κελεπούρι, κατά το ύφος του Λάμπρου του Βατούλα. Οι Χαλασοχώρηδες κάμψαντες την ακτήν είχαν κρυφθεί όπισθεν του Ασπρονήσου, και οι Ανδρογυνοχωρίστρες ούτε τους είδαν, ούτε τους υπώπτευον καν ότι τους είχαν προλάβει.
Μετά ικανήν ώραν, άμα τη ανατολή του ηλίου, προέκυψαν από του απέναντι ακρωτηρίου δύο βάρκαι ερχόμεναι προς τα εδώ, αίτινες έχουσαι ούριον τον άνεμον, καθότι είχε σουρώσει ήδη το μελτέμι, ταχέως επλησίασαν. Οι Χαλασοχώρηδες με το κότερόν των έπλευσαν εις προϋπάντησιν των δύο λέμβων. Ανεγνώρισαν δε μετ’ ου πολύ τα πρόσωπα, τα οποία έφερον αύται. Της μιας τούτων επέβαινον ο Αλικιάδης και ο Αβαρίδης, της δευτέρας επέβαινον ο Γεροντιάδης, ο Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, και οι πέντε υποψήφιοι βουλευταί. Είχον ορμηθεί εκ της πρωτευούσης της Επαρχίας και ήρχοντο προς άγραν ψήφων και προς επίσκεψιν των εν τω δευτερευόντι δήμω φίλων των. Τούτων ο Αλικιάδης εκ της μιας λέμβου και ο Καψιμαΐδης εκ της άλλης υπηρετούντο, χωρίς να είναι συνδυασμένοι, από τους Χαλασοχώρηδες, ο δε Γεροντιάδης και ο Αβαρίδης υπεστηρίζοντο, χωρίς να αποτελώσι συνδυασμόν, από τις Ανδρογυνοχωρίστρες. (Διότι όλα τα εις ιδης και αδης, ως να προέβλεπον, θα έλεγέ τις, μέλλουσαν εξορίαν και διωγμόν, είχον ζητήσει εγκαίρως να εξασφαλισθώσιν εις τον προσφυή εκείνον τόπον). Όσον αφορά τον πέμπτον, τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος ήτο το μήλον της έριδος και αμφότερα τα τοπικά κόμματα εμάχοντο ποίος να τον πρωτοϋπηρετήση.
Ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν ευχαριστήθη πολύ ιδών τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον επιβαίνοντα της αυτής λέμβου μετά δύο άλλων υποψηφίων. Επεθύμει και ήλπιζε να τον έβλεπεν επί χωριστής λέμβου πλέοντα. Διότι διά τον Αλικιάδην και Καψιμαΐδην δεν τον έμελλε και πολύ, καθόσον ούτοι ως φανερώς υποστηριζόμενοι υπό του κόμματος και μη έχοντες άλλους φίλους, δεν είχον ανάγκη πολλών περιποιήσεων, αλλά διά τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, τον οποίον αυτός διενοείτο να υπηρετήση αριστερά τη χειρί και διά λογαριασμόν του, είχε πλεύσει μέχρι Ασπρονήσου, σχεδιάζων να τον παρακαλέση να μεταβή τιμητικώς εις το κότερον και να υψώση και σημαίαν εις τον ιστόν, άμα θα εισέπλεον εις τον λιμένα. Δυστυχώς τώρα η υπόθεσις περιεπλέκετο. Ούτε τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον μόνον ηδύνατο ευπροσώπως να αποσπάση εις το κομψόν και λευκόν χρωματισμένον κότερον, ούτε τους άλλους, τους δύο φανερούς υποψηφίους του, ηδύνατο ευλόγως να καρπολογήσει από τας δύο χωριστάς λέμβους. Την στιγμήν εκείνην ο καπετάν-Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, μόνος ιδιοκτήτης και κυβερνήτης του κοτέρου, αναλογισθείς το φιλοδώρημα, το οποίον ήτο δυνατόν να δώσουν οι υποψήφιοι, αν τους έπειθε να επιβιβασθώσιν εις το κότερον, όπως εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα μετά πομπής, αποβλέψας εις την εγγύτερον ισταμένην λέμβον, ης επέβαινον οι δύο των υποψηφίων, μετέβη εις την πρώραν και ήρχισε να φωνάζη·
- Ορίστε, κύριοι, στο κότερο! Κύριε Αλικιάδη! κύριε Αβαρίδη! θα ισάρουμε και μπαντέρα μες στο λιμάνι…
Την ιδίαν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας ήρχισε να νεύη απελπιστικώς και να χειρονομεί από της πρύμνης προς τον νεαρόν ναυτικόν αποτρέπων αυτόν. Διότι την στιγμήν εκείνην, αφού πολύ εσκέφθη, του είχεν έλθει η ιδέα ότι, αφού τα πράγματα του παρουσιάζοντο ούτω πολύπλοκα, ο άριστος τρόπος προν λύσιν της δυσχερείας ήτο να καλέσωσιν επί του κοτέρου τους τρεις υποψηφίους, τους επί της άλλης λέμβου. Ούτω θα είχον το πλεονέκτημα ότι θα είχον δύο αντί ενός ή μάλλον τρεις αντί δύο να περιποιηθώσι. Διότι ναι μεν ο εις των τριών ο Γεροντιάδης, ήτο από το άλλο κόμμα, αλλ’ ο τρίτος, ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, κατά τους υπολογισμούς του Βατούλα, ήξιζε τουλάχιστον διά δύο. Και τούτο θα ήτο το μέγιστον κέρδος, ως ήτο και ο σκοπός της θαλασσίας εκδρομής του, το να έχει τον Χαρτουλάριον υπό τας όψεις και υπό την χείρα του. Αλλ’ ο καπετάν-Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, επειδή «δεν ήτο μέσα του» δια να ηξεύρη τους πόθους και τους υπολογισμούς του, επεδίωκε δε ως αμαθής ναύτης το προχειρότερον και το ευκολώτερον κέρδος, δεν έδωκε προσοχήν εις τα νεύματα και εις τας χειρονομίας του και εξηκολούθησε να φωνάζει προς τους κ.κ. Αλικιάδην και Αβαρίδην:
-Θα κοτσάρουμε και την μπαντέρα, κύριοι!
Συγχρόνως ο Λάμπρος ο Βατούλας απελπισθείς ότι θα τον ενόει ποτέ αυτός ο  «χονδροκέφαλος» ο Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, έστρεψε τα νεύματα και τας χειρονομίας του προς τους εν τη άλλη λέμβω και ήρχισε να τους χαιρετίζη με το καπέλο, με το μανδήλι και με την φωνήν·
-Καλώς ωρίστε, κύριοι! ορίστε στο κότερο! κύριε Γεροντιάδη! κύριε Καψιμαΐδη! κύριε Χαρτουλάριε! ορίστε!
Σύγκρουσις τότε επήλθε δικαιωμάτων, απαιτήσεων και πόθων και σύγχυσις βλεμμάτων, φωνών και φρενών. Ο μεν κυβερνήτης από της πρώρας προσεκάλει εις το πλοίον τους εκ της μιας λέμβου δύο, ο δε επιβάτης από της πρύμνης, πλοιάρχου εξουσίαν αντιποιούμενος, προσεκάλει τους εκ της άλλης λέμβου τρεις. Οι μεν δύο, και αν ήθελον, ημποδίζοντο να έλθωσιν εκ της προσκλήσεως των άλλων τριών, οι δε τρεις εκωλύοντο εκ της προσκλήσεως των άλλων δύο. Και ούτοι και εκείνοι έμενον κοιτάζοντες [αλλήλους] αναποφάσιστοι, οι πορθμείς των δύο λέμβων εφ’ ων είχον πλεύσει, ζηλότυποι και οργίλοι, ήρχισαν φανερά να γογγύζωσι·
-Δεν έχουν ανάγκην ναρθούν στο κότερο!
-Ξέρουμε κι εμείς από πού μπαίνουν στο λιμάνι!
-Ξέρουμε το δρόμο να πάμε στη σκάλα ν’ αράξουμε…
-Έχουμε κι εμείς μπαντέρα να ισάρουμε…
-Και καινούργια μάλιστα…προχτές ακόμα την έρραψα…
-Ψες ακόμα μπογιάτισα το κοντάρι…ακόμα μυρίζει λαδομπογιά…
Την ιδίαν στιγμήν οι Ανδρογυνοχωρίστρες με την βάρκαν των, σχεδόν χωρίς να τους εννοήση, παρατηρήσαντες προ πολλού την εμφάνισιν των δύο λέμβων, είτα την συνάντησιν αυτών μετά του κοτέρου, είχαν πλησιάσει σιγά και γοργά και είχαν φθάσει ήδη εις το μέρος όπου είχαν σταματήσει πλησίον αλλήλων αι τρεις λέμβοι, ενώ αντήχει ακόμη η πρόσκλησις του Λάμπρου του Βατούλα·
-Ορίστε, κύριοι, στο κότερο!
Και η κραυγή του καπετάν-Νικολάκη·
-Θα κοτσάρουμε και την μπαντέρα, κύριοι!
Ο Μανόλης ο Πολύχρονος χωρίς δισταγμόν ιδών με το πρώτον βλέμμα εις ποίαν λέμβον ευρίσκετο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, ήτις λέμβος ήτο άλλως και η πλησιεστέρα προς το μέρος εξ ου αυτός ήρχετο, προσήγγισε με την βάρκαν του, εισεπήδησεν εις την ξένην λέμβον, απέπεμψε την ιδικήν του ειπών εις τους συντρόφους του να γυρίσωσι μόνοι εις τον λιμένα, ηυχήθη το «καλώς ωρίσατε» εις τους τρεις υποψηφίους και εν μεγίστη ελευθερία, ενώ ο πορθμεύς και ο ναύτης του εκοίταζον έκπληκτοι, εκάθισε παρά το πλευρόν του Γιαννάκου του Χαρτουλαρίου και ήρχισεν αμέσως εμπιστευτικάς ανακοινώσεις εις το ους αυτού.
Τούτον ως είδεν ο Λάμπρος ο Βατούλας εν τοιαύτη θαυμαστή προπετεία και θρασύτητι ζηλευτή κατορθώσαντα ούτω απλώς να τον υπερφαλαγγίση, έλαβε μόνος την κώπην, ενώ ο κυβερνήτης ο Νικολάκης, το Τρυποκαρύδι, ορθός επί της πρώρας ιστάμενος εξηκολούθει ακόμη να φωνάζη προς τους επί της πρώτης λέμβου δύο υποψηφίους·
- Θα σας ισάρουμε την μπαντέρα, κύριοι!…, και επλησίασε προς την δευτέραν λέμβον, ότε, χωρίς να είπη λέξιν εις τον καπετάν-Νικολάκην, εισώρμησε και αυτός εις την λέμβον, όπου ήτο ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, εχαιρέτησε τους τρεις υποψηφίους και εκάθισεν επί της ετέρας πλευράς του περιμαχήτου υποψηφίου βουλευτού, όπως αρχίσει και αυτός τας ιδικάς του ανακοινώσεις, ενώ ο πορθμεύς και ναύτης του τον εκοίταζον έκθαμβοι με ανοικτόν το στόμα.
Όστις έβλεπε μακρόθεν ούτω πως αντίπρωρα ισταμένας τας τεσσάρας ταύτας λέμβους, υπηνέμους, δίπλα εις το Ασπρόνησον, θα υπέθετεν ότι πράγματι την πρωίαν εκείνην είχε πέσει, κατά το εικονικόν ύφος του Μανόλη του Πολύχρονου, έκτακτος ροφός εις το μέρος εκείνο, ότι τα παραγάδια των τεσσάρων λέμβων εμπερδεύθησαν εις τοιούτον δυσαπάλλακτον τρόπον, ώστε δεν ηδύνατο να διακρίνη τις εις ποίον παραγάδι ανήκε το άγκιστρον εις ο είχε συλληφθεί ο ροφός, και ότι οι αλιείς εμάχοντο προς αλλήλους με κίνδυνον να ξεπιασθή και να τους φύγει το άγρευμα, περί κυριότητος και κατοχής του τε παραγαδίου, του ροφού και του αγκίστρου.
Τέλος αι δύο λέμβοι αι φέρουσαι τους υποψηφίους εξεκίνησαν διά να εισπλεύσωσιν εις τον λιμένα. Η βάρκα του Μανόλη με τους δύο συντρόφους του είχε γίνει άφαντος ήδη. Το δε κότερον, αφ’ ου είχε μείνει μόνος ο κυβερνήτης του, ήρχετο τελευταίον.
Ο καπετάν-Νικολάκης «ήτο φούρκα» ιδών ότι έχασε το ελπιζόμενον φιλοδώρημα και ότι εγκατελείφθη υπό του Βατούλα. Εν τούτοις ήνοιξε το κάτασπρον ως τα πτερά του γλάρου πανίον του, άναψε τον ναργιλέν του, εξηπλώθη παρά το πηδάλιον κρατών την σκόταν κι εξεκίνησεν. Αν ήθελε, καίτοι μόνος, καίτοι αι δύο λέμβοι αρμένιζαν με πανιά και με κουπιά, ήτο ικανός με το κομψότατον, νεοπαγές και κοπτερόν σκάφος του να προσπεράση τας δύο λέμβους, να τας αφήσει «στα μπούνια» ρίπτων «κολοκυθάνες» οπίσω του. Αλλά προς καιρόν ωρτσάριζε κι έκοπτε τον δρόμον του πλοίου. Όταν τα τρία πλοία κάμψαντα τον κάβον εισέπλευσαν εις τον λιμένα, τότε, την ώραν καθ’ ην επλησίαζαν εις την αποβάθραν και ο κόσμος από της αγοράς τους εκοίταζε, τότε, δι’ επιτηδείου χειρισμού, επειδή τα μελτέμια του θέρους έπιαναν εν μέρει εις τον ανατολικόν λιμένα της πολίχνης, έτρεξε κατέμπροσθεν των λέμβων, ύψωσε την σημαίαν του σκεπτόμενος ότι αυτός το κάτω-κάτω ως ναυτικός ήτο τόσον άξιος της τιμής ταύτης διά της σημαίας του ιδίου πλοίου του όσον και πας άλλος, επροσπέρασε τας δύο λέμβους, τας άφησε δέκα οργυιάς οπίσω και ελθών ηγκυροβόλησε πρώτος μετά κρότου, κράξας θριαμβευτικώς προς τους επί των δύο λέμβων υποψηφίους και λοιπούς·
- Τ’ν καραβοκυρά σας!

Κεφάλαιο ΣΤ’


Την πρωίαν εκείνην ο μπαρμπ’- Αναγνώστης ο Συβίας, αφού εσυλλειτούργησε τον παπα-Σωτήρην, τον εφημέριον των Τριών Ιεραρχών, εισώρμησεν, όπως πάντοτε συνήθιζεν, άμα τη απολύσει της λειτουργίας εις το ιερόν βήμα, διά να λάβη τον μισθόν του δι’ όλα τα νε-να-να-νέ και τα τε-ρε-ρέμ, τα οποία είχε συνεισφέρει προς συντέλεσιν της ιεράς μυσταγωγίας. Συνίστατο δε ο μισθός ούτος εις έν «ξάκρισμα» προσφόρου «διά τον καφέ» και εις ημίσειαν προσφοράν περιπλέον, την οποίαν αυθαιρέτως ελάμβανε παρά τας διαμαρτυρίας του συγγενούς του ιερέως, θέτων αυτήν εις τον κόλπον του «για τη συβία». Ο παπα-Σωτήρης δεν εθύμωνε τόσον διά την ημίσειαν προσφοράν και διά το ξάκρισμα, όσον διά την τόλμην του να εισβάλη εις το ιερόν βήμα «εξήντα χρόνων άνθρωπος, εν αμαρτίαις γηράσας». Αλλ’ ο μπαρμπ’-Αναγνώστης από πεντηκονταετίας δεν είχε παύσει ούτε τον παπα-Σωτήρην να συλλειτουργή, ούτε εις το ιερόν βήμα να εισέρχεται.
Είτα, αφού έβαλεν εις τον κόλπον του την ημίσειαν προσφοράν «για τη συβία», φράσις εξ ης έλαβεν αρχήν και το παρωνύμιόν του, εξήλθεν υποσκάζων εκ του ιερού βήματος, κρατών εις την αριστεράν το «διά τον καφέν» ξάκρισμα, το οποίον ήρχισε και να μασσά, εμάζωξε και την φαιάν και πρώην ξανθήν κόμην του υπό την σκούφιαν, έλαβεν εκ του στασιδίου την ράβδον του κι εξήλθεν εις την πλατείαν.
Η εκκλησία μόλις απείχεν εκατοντάδα βημάτων από της παραθαλασσίου αγοράς και αποβάθρας. Ο μπαρμπ’-Αναγνώστης κατέβη κούτσα-κούτσα, και εις τον δρόμον πρώτον συνήντησε δύο παιδία του δρόμου παίζοντα εις τον περίβολον της εκκλησίας, τα οποία ηπείλησε με την ράβδον του και εδίωξε μακράν του ναού. Είτα επερίπαιξεν ένα γύφτον, τον οποίον συνήντησε μεθυσμένον, άγοντα έωθεν τα προεόρτια των εκλογών και κατόπιν επείραξε μίαν χήραν «απασσάλωτην», την οποίαν είδε καταβαίνουσαν διά πλαγίου δρόμου εις τον βράχον τον πέραν της αγοράς, ξεκάλτσωτην και με κοντό φουστάνι. Είτα, πριν φθάσει εις το καφενείον, είδεν έν κότερον και δύο μεγάλας λέμβους, αίτινες είχαν φθάσει και την στιγμήν εκείνην ηγκυροβόλουν προ της αποβάθρας.
«Α! θα είναι οι υποψήφιοι», είπε· και αφού εκαλημέρισε δύο ή τρεις λεμβούχους ή αλιείς, οίτινες εκάθηντο έξωθεν του καφενείου καπνίζοντες ναργιλέν, τους ηστεΐσθη λέγων: «Για σας έφεξε πάλι· εσείς είσθε οι σπορίτες του χωριού», αισθανόμενος μεγάλην επιθυμίαν να εναλλάξη τα δύο αρκτικά σύμφωνα της λέξεως, αλλά μη τολμών· δια να ξεθυμάνη όμως, όταν είδε τρεις ή τέσσαρας γέροντας καθημένους σοβαρώς εντός του καφενείου επί υψηλού και πλατέος σανιδίνου καναπέ, χωρίς να φθάνη η πλάτη των ν’ ακουμβήση εις τον τοίχον και με τους πόδας μετεώρους εις το κενόν, υπεράνω της μακράς τάβλας της φραττούσης την υπό τον καναπέν καρβουνοθήκην, τους έδειξε προς τους λεμβούχους λέγων: «Κοιτάξτε, κείνοι είναι οι κοπροδήμηδες, οι προεστοί του τόπου. Δεν σας φαίνονται σαν τα μικρά παιδιά που κάνουν κουρμαντέλα;».
Ο μπαρμπ’-Αναγνώστης ο Συβίας, υγιής τους πόδας, είχε κουτσαθή προ ολίγων ετών υπό τινος οργίλου και φιλεκδίκου χωρικού, τον οποίον είχε παραφορτώσει με τα σκώμματά του.
Με όλον όμως το πάθημα, δεν ηδυνήθη να επιβάλει χαλινόν εις την γλώσσαν του και εις τους ελέγχοντας αυτόν οικείους έλεγεν·
- Η ψυχή θα βγει πρώτα κι ύστερα το χου.
Είτα παρήγγειλε τον καφέν του, και ηξεύρων ότι έπρεπε να περιμένη επί είκοσι λεπτά της ώρας εωσού κατορθώσει να του τον ψήση ο γερο-Ακούκατος, ο καφετζής, μετέβη χωλαίνων εις την αποβάθραν, όπου είχον συναχθεί άνδρες τινές και παιδία ξυπόλυτα πολλά, όπως ίδωσι και θαυμάσωσι τους υποψηφίους.
Την στιγμήν εκείνην απεβιβάζοντο εκ των λέμβων οι υποψήφιοι.
Ο μπαρμπ’-Αναγνώστης έκραξε προς αυτούς·
- Καλώς ωρίστε!
Και ευθύς προσέθηκε·
- Πόσα καντάρια ρουβάδα έχετε;
Γενικός καγχασμός υπεδέχθη την ερώτησιν.
Είτα επανέλαβεν·
- Δεν ακούτε; Μας φέρατε πολλή ρουβάδα; Πόσην έχει ο καθένας σας;
Ο γέλως επανελήφθη αλλ’ ουδεμία απάντησις εδόθη.
Και τρίτον ηρώτησε·
- Έχετε δηλωτικό για τη ρουβάδα;
Οι υποψήφιοι γελώντες ηνείχοντο το άκακον σκώμμα του μπαρμπ’-Αναγνώστη, προσηνείς άλλως νησιώται και αγαπώντες τα αστεία.
Ο μπαρμπ’-Αναγνώστης εψιθύρισε, μετά προσποιητής οργής·
- Κάμετε καλά με τον κουμμερκιάρη, εγώ δεν ανακατώνουμαι.
Και στρέψας την ράχιν, απήλθε χωλαίνων να πίη τέλος τον καφέν του, αφού είχε καταφάγει ήδη εξ ανυπομονησίας το ξάκρισμα και θα ηναγκάζετο ίσως να βάλη χείρα εις το ήμισυ της προσφοράς, το προωρισμένον διά την συμβίαν.
Οι υποψήφιοι, ο Γεροντιάδης, ο Αλικιάδης και ο Αβαρίδης, ο Καψιμαΐδης και ο Χαρτουλάριος, δεχόμενοι τους χαιρετισμούς και τας χειραψίας των εντοπίων, συνοδευόμενοι από τον Μανόλην τον Πολύχρονον και από τον Λάμπρον τον Βατούλαν, οίτινες είχον ταχθή, ως χωροφύλακες, εκ δεξιών και αριστερών του Χαρτουλαρίου και δεν τον άφηναν να κάμει βήμα, ήλθαν και έπιαν καφέν εις το αυτό καφενείον του γέρο-Ακούκατου και ακολούθως χωρισθέντες μετέβησαν ανά δύο προς τους εις προϋπάντησιν ελθόντας φίλους των. Όσον διά τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον, ούτος, βλέπων την προς αυτόν σπουδήν και προσπάθειαν και των δύο κομμάτων, αντιπροσωπευομένων επισήμως από τον Λάμπρον τον Βατούλαν και από τον Μανόλην τον Πολύχρονον, εθεώρησε τώρα παρά ποτε βεβαιοτέραν την επιτυχίαν και ασφαλεστέραν την θέσιν του. Επίστευε δε, ότι αμφότερα τα κόμματα, Ανδρογυνοχωρίστρες και Χαλασοχώρηδες, θα τον εψήφιζαν μονοκούκι, ώστε και αν εμειονοψήφει εις τους άλλους δήμους, εδώ όμως θα έβγαινε παμψηφεί.
Όχι τόσον ροδίνας τας προβλέψεις, παρά τας παχείας υποσχέσεις, τας οποίας ελάμβανον, είχαν ο Καψιμαΐδης και ο Αβαρίδης. Ούτοι οι δύο εθεωρούντο παρά πάντων ως υποψήφιοι παραπληρωματικοί· οι δυνατώτεροι δ’ εκ των τεσσάρων ήσαν ο Γεροντιάδης και ο Αλικιάδης. Άλλως δε, ήξιζαν, κατά κοινήν ομολογίαν,  ν’ αντιπροσωπεύσωσιν οι δύο ούτοι την επαρχίαν. Ο Γεροντιάδης είχε διαπρέψει ήδη ως βουλευτής, αρνηθείς παν ρουσφέτιον εις τους μη στενούς φίλους, διά να υπηρετήση τα γενικά του έθνους συμφέροντα. Ο δε Αλικιάδης είχε διατελέσει και αυτός βουλευτής άλλοτε και είχε διακριθή. Δεν ήτο άνθρωπος να πηγαίνη στα χαμένα. Ήθελε «σίγουρες δουλειές». Ήτον ικανός να εξοδεύση και δέκα πέντε χιλιάδας και είκοσι χιλιάδας διά να επιτύχη. Αλλά δεν επετούσε τα λεπτά «στο βρόντο». Ήτο βέβαιος ότι εκλεγόμενος βουλευτής, θα ωφελείτο είκοσι πέντε ή τριάντα χιλιάδας το ολιγώτερον. Α! ήτο πολύ «κουλοπετσωμένος». Εν πρώτοις, όταν επρόκειτο να διορίσει υπάλληλον, θα του έλεγε «μ’ δίνεις τα μισά;», πριν αποφασίσει να δώση μπιλιέτο. Νέτα σκέτα, «σίγουρες δουλειές». Και αν κανείς κακομοίρης ετύγχανε να του χρεωστή από παλαιόν καιρόν τίποτε ψωροδραχμές, θα τον διώριζεν, εξαναγκάζων αυτόν να υπογράψει εκ προκαταβολής πολλών μηνών αποδείξεις διά τους μισθούς του, με χρονολογίας ημερών μήπω ανατειλασών μέχρις υπερεξοφλήσεως. Αλλ’ αυτά ήσαν δευτερεύοντα και ανάξια λόγου. Ό,τι απετέλει την δύναμιν του Αλικιάδου ήτο ο πόθος, υφ’ ου εφλέγετο, να φανή χρήσιμος εις την εκτέλεσιν δημοσίων έργων της επαρχίας. Εν πρώτοις, υπήρχεν η εθνική οδός, η προκηρυσσομένη εκάστοτε ως μέλλουσα να κατασκευασθή παρά την πρωτεύουσαν της επαρχίας πόλιν. Εκείθεν, αν εξελέγετο βουλευτής, θα είχε την μερίδα του λέοντος. Από τώρα είχεν αρχίσει να συνεταιρίζεται κρυφά με τους εργολάβους. Κατά την πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν του, δικαιώματι κατακτήσεως. Με τον έφορον, τον οποίον είχε φέρει εις την επαρχίαν του, είχε προεξηγηθεί σαφέστατα:«θα σε διορίσω, αλλά φόρον δεν θα βεβαιώσης από την ξύλευσιν του δάσους». Έπειτα ήτο ο λιμήν, ο λιμήν της βορειοανατολικής πόλεως. Α! αυτός ο λιμήν είχεν όλους τους μυθολογικούς χαρακτήρας, ούς ηδύνατό τις να επιθυμήσει διά μεγάλην επιχείρησιν. Ωμοίαζε με το παλάτι των Σαράντα Δράκων ή με το Κάστρο της Ωριάς. Εις κάθε νέας εκλογάς επροκηρύσσετο η εργολαβία· εις κάθε διάλειμμα μεταξύ δύο εκλογών η εργολαβία εγκατελείπετο. Ερρίπτοντο ακριβώς τόσαι πέτραι προς μόλωσιν της θαλάσσης κατά τας παραμονάς εκάστης εκλογής, όσαι, αν υπελογίζετο ότι θα είχομεν βουλευτικάς εκλογάς κατά παν έτος, θα ήρκουν όπως, μετά τρεις αιώνας, μετά πέντε αιώνας το πολύ, συντελεσθή το έργον. Αλλά την φοράν ταύτην ο Αλικιάδης είχεν απόφασιν «αμέτ Μουαμέτ», να βάλει τη δουλειά εμπρός. Α! δεν τον εγελούσαν αυτόν με το σήμερα και με το αύριο οι εργολάβοι. Ήθελεν εκ παντός τρόπου να φανή χρήσιμος εις την επαρχίαν του.
Αφού έπιον διπλούς καφέδες κι εδέχθησαν προσρήσεις, οι πέντε υποψήφιοι μετέβησαν, ως είπομεν, έκαστος προς επίσκεψιν των φίλων. Ήσαν και οι πέντε υψηλοί, φραγκοφορεμένοι, ηλιοκαείς, με υψηλά καπέλα, τα οποία εφόρουν όλοι τόσον στραβά, ώστε το αριστερόν ωτίον εκαλύπτετο όλον και μόνον το δεξιόν ήτο ορατόν, ελευθέρως αναπτυσσόμενον. Τούτο ιδών εις των εντοπίων, θέλων να ευφυολογήσει ακαίρως λίαν, είπεν ότι και οι πέντε ήσαν «μ’ εν’ αυτί».