Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2019

Ομιλία αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, «Εἰς τὸν Ζακχαῖον τὸν τελώνην»


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ [Λουκ. κεφ. ιθ΄, εδάφια 1-10]
                               

     Όσοι ποθούν έντονα καθετί καλό, καθόλου δεν διαφέρουν από όσους αισθάνονται δίψα, αγαπητοί μου. Όσο πιο πολύ δεν βρίσκουν αυτό που η ψυχή τους επιζητεί, τόσο περισσότερο ανάβει η δίψα τους για αυτά που ποθούν· και τη νύχτα ονειρεύονται σαν διψασμένοι τις πηγές των όσων ποθούν να βρουν· και όταν ξημερώσει, περιερχόμενοι από τόπο σε τόπο, με αεικίνητα μάτια κοιτάζοντας ερευνητικά γύρω, αναζητούν αυτά που ποθεί η καρδιά τους· και είναι όπως ακριβώς οι οδοιπόροι που σε ώρα μεσημεριάτικου καύσωνα διασχίζουν την άνυδρη γη, πιεσμένοι από τη δίψα, και που εξετάζουν γύρω τους να βρουν πηγές να δροσιστούν και να ξεδιψάσουν και πολλές φορές θα τους δεις να ανεβαίνουν αυτοί ακόμη και βουνά, για να φτάσουν όπου υπάρχει κάποια πηγή· κι όταν από μακριά τη δουν, χαίρονται και σπεύδουν να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν την πορεία τους προς αυτήν· έπειτα φθάνουν στην πηγή και σβήνουν με το νερό τη δίψα τους· τέτοιοι είναι και οι άνθρωποι που είναι φίλοι του Χριστού. Την ημέρα αναζητούν τον ποθούμενό τους Χριστό με καλά έργα και τη νύχτα συνομιλούν μαζί Του με την προσευχή και όταν κοιμούνται βλέπουν στο όνειρό τους ότι περπατούν μαζί Του· όταν στα οράματά τους Τον δουν από μακριά, χαίρονται και αναγαλλιάζουν, όπως ακριβώς οι διψασμένοι, όταν βρουν τις πηγές που ποθούν· και πάλι όταν ξυπνήσουν, θέλουν να ξανακοιμηθούν, για να αντικρύσουν στον ύπνο τους την ίδια πάλι οπτασία.

   Τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Ζακχαίος που διαβάσαμε πριν από λίγο στο Ευαγγέλιο. Δες τον, σε παρακαλώ, που και τρέχει και από τον πόθο φλέγεται τον θείο και επάνω στο δέντρο σκαρφαλώνει και τον Ιησού ψάχνει ολόγυρα, για να δει τη ζωοδότρια πηγή.  Κι όταν ο Ζακχαίος αντίκρισε τον Κύριο, την όρασή του βέβαια την ανάπαυσε, την καρδιά του όμως περισσότερο εξήψε ο πόθος να μείνει για πάντα κοντά Του.
   «Έπειτα από λίγο ο Ιησούς μπήκε στην Ιεριχώ », λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «και περνούσε μέσα από την πόλη. Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ζακχαίος. Αυτός ήταν αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος. Και προσπαθούσε να δει τον Ιησού », επειδή επρόκειτο να περάσει από εκεί, «αλλά δεν μπορούσε».
   Πρόσεξε, αγαπητέ μου, σε παρακαλώ, τον πόθο του ανθρώπου αυτού: «κα οκ δύνατο π το χλου, τι τ λικί μικρς ν (: και δεν μπορούσε να Τον δει, διότι υπήρχε μεγάλη συρροή λαού, και αυτός ήταν κοντός στο ανάστημα και καλυπτόταν από το πλήθος)». «Κα προδραμν μπροσθεν νέβη π συκομορέαν, να δ ατόν, τι κείνης μελλε διέρχεσθαι (: Έτρεξε λοιπόν μπροστά από το πλήθος που συνόδευε τον Ιησού και ανέβηκε σαν να ήταν μικρό παιδί σε μία συκομουριά για να τον δει, διότι από το δρόμο εκείνο στον οποίο βρισκόταν το δέντρο αυτό θα περνούσε ο Ιησούς». Ο Ζακχαίος που στο σωματικό του ανάστημα ήταν μικρός, ενώ στη φρόνηση του πνεύματος ήταν μέγας, ζητούσε να δει τον Ιησού, επιθυμούσε να δει τον Θεό ανάμεσα στους ανθρώπους να χαρίζει τα ουράνια· ζητούσε να δει Εκείνον που έπλασε τους αγγέλους και φωτοδότησε το ουράνιο και το υπέργειο φως, με  βήματα ανθρώπινα να περιπατεί· ζητούσε να δει πώς ο Ήλιος της δικαιοσύνης, στη νεφέλη του σώματος καθισμένος, πλημμύρισε με φως τα ψυχικά μάτια των πιστών. Ζητούσε να δει τον Θεό Ιησού, τον Ωραίο στη μορφή, τον Ποθητό, Αυτόν, που με το γλυκύ όνομά Του Ιησούς, δηλώνει και την πράξη της σωτηρίας· επιθυμούσε να δει το πορφυρόμαλλο πρόβατο, που το αίμα Του εξαγόρασε τις αμαρτίες της οικουμένης και τον Αμνό που η προβιά Του σκέπασε όσους γυμνώθηκαν εξαιτίας των αμαρτιών τους από την εποχή του Αδάμ ως το τέλος. Επιθυμούσε να δει ο αιχμάλωτος στρατιώτης τον δικό του τον Βασιλέα, το πρόβατο τον Ποιμένα του, ο περιπλανημένος και χαμένος ταξιδιώτης τον Δρόμο του, ο σκοτισμένος το Φως. Επιθυμούσε να δει τον κήρυκα της ευσεβείας, αυτός που δεν είχε γευτεί τη γλυκύτητα της θεογνωσίας· ζητούσε να δει ο άρρωστος την υγεία του, ο πεινασμένος την ουράνια τροφή, ο διψασμένος την ζωοδότρια πηγή· επιθυμούσε να δει τον εμψυχωτή των ιερέων και Εκείνον που ξύπνησε τον Λάζαρο από τον ύπνο του θανάτου. Ω, τι έρωτας θεϊκός, ω τι επιθυμία αγαθή!
    Ω, τον έρωτα τον χρυσόφτερο, ή καλύτερα τον έρωτα του Χριστού, που ανεβάζει στους ουρανούς την ψυχή που τον αισθάνεται. Ήδη ο θεϊκός έρωτας, αυτός που τον σήκωσε από τη γη, τον έκαμε κιόλας να ανέβει στο δένδρο. Ήδη δεν τον άφησε να εξακολουθήσει να βλέπει πια τα επίγεια, ούτε και να συναναστρέφεται πια τους ανθρώπους· αλλά στρέφοντας το βλέμμα του προς τη θεία αγάπη, δεχόταν τα ουράνια αγαθά. Από τα γήινα έτρεχε προς τα ουράνια, που προκαλούσαν την προθυμία του να τα αναζητήσει, και αφού σκαρφάλωσε στο δέντρο, έψαχνε γύρω αναζητώντας τον Χριστό και με τη διάνοιά του βρισκόταν επάνω στη νεφέλη.
   Και όταν είδε ο Ζακχαίος τον Χριστό, Τού μίλησε όπως άρμοζε: «Πρός σ ρα τος φθαλμος μου τν κατοικοντα ν τ ορανῷ(:Σ’ Εσένα σήκωσα τα μάτια μου που κατοικείς στον ουρανό)»[Ψαλμ.122]. Είδε ο Ζακχαίος τον Κύριο και ακόμη περισσότερο δυνάμωσε η επιθυμία του· τον άγγιξε στην ψυχή και έγινε ολότελα διαφορετικός άνθρωπος· από τελώνης έγινε ζηλωτής, από άπιστος πιστός, από λύκος πρόβατο σφραγισμένο για σφαγή. Ποιος νιώθει τέτοια επιθυμία για τον πατέρα και την μητέρα του, ποιος τόσο πολύ ποτέ αγάπησε τη γυναίκα ή τα παιδιά του, όπως ο Ζακχαίος τον Κύριο, όπως φανερώνουν τα ίδια τα πράγματα; Έδωσε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς για χάρη του Χριστού και τετραπλάσια τα επέστρεψε σε όποιους συκοφάντησε. Συμπεριφορά άριστη μαθητή και δασκάλου επιείκεια και δύναμη θεϊκή· από τη θέα Του και μόνο ο Ιησούς οδηγεί στην πράξη την καλοπροαίρετη ψυχή!
   Κανένα διδακτικό λόγο δεν είχε πει ο Κύριος στο Ζακχαίο, παρουσιάστηκε μόνο σε αυτόν που Τον ποθούσε και από το βάθος της καρδιάς του ανελκυόταν προς τα επάνω η δύναμη της πίστεως. Κάτι παρόμοιο έγινε και στην αιμορροούσα· ήρθε κοντά στον Κύριο και ζητούσε να τη θεραπεύσει, μα δεν περίμενε να Του αγγίξει το χέρι, αλλά αφού πλησίασε, Του αγγίζει κρυφά με πίστη την άκρη απ’ τα ρούχα Του· και της θεραπείας τη δύναμη σαν σφουγγάρι με το γεμάτη πίστη άγγιγμά της την τράβηξε.
    Και ο μεν Ζακχαίος ενεργούσε ασυναίσθητα και κινούμενος από ζήλο θεϊκό και από πνευματικό έρωτα φλεγόμενος, ανέβαινε στη μουριά· ο Κύριος όμως βλέποντας με τους θεϊκούς οφθαλμούς Του τον μυστικό θησαυρό της ψυχής του καλοπροαίρετου Ζακχαίου, του λέει: «Κατέβα· Γνώρισα την ψυχή σου, γνώρισα τον όσιο έρωτά σου· Κατέβα. Θυμήσου ότι και ο Αδάμ όταν ένιωσε τη γυμνότητά του, κρύφτηκε πίσω από τη συκιά· και εσύ που θέλεις να σωθείς, μην τρέχεις πάνω στη συκομουριά. Πρέπει να την ξηράνω αυτή τη μουριά και να φυτέψω άλλη, τον σταυρό. Εκείνος είναι το ευλογημένο δέντρο και σε αυτό να οδηγείς τα βήματα της ψυχής σου. Από αυτό ακοντίζεσαι αμέσως στον ουρανό· ενώ σε τούτου του δέντρου τα φύλλα και το φίδι περιπλέκεται, και σε αυτό κρύβεται και σε αυτήν κλώσησε τα μικρά του. Κατέβα γρήγορα, προτού αρχίσει να ψιθυρίζει στην ψυχή σου, όπως και στην Εύα που την έπεισε να δοκιμάσει τη γλυκιά ηδονή. Κατέβα γρήγορα. Όσο στέκομαι εγώ, κατέβα απ’ αυτή· όταν εγώ  βλέπω τον όφι, εκείνος φιμώνεται. Κατέβα γρήγορα, δε θέλω να σ’ αφήσω πάνω στη συκομουριά, δε θέλω να χαθείς. Δικό μου πρόβατο είσαι, σ’ Εμένα έτρεξες. Κατέβα γρήγορα και περίμενέ με στο σπίτι σου. Πρέπει να έρθω εγώ να ξεκουραστώ εκεί. Όπου υπάρχει πίστη, εκεί αναπαύομαι. Όπου υπάρχει αγάπη, εκεί πηγαίνω. Ξέρω τι θα κάμεις σε λίγο· ξέρω ότι θα δώσεις όλα τα υπάρχοντά σου στους φτωχούς και πρώτα ότι θα επιστρέψεις το τετραπλάσιο σ’ όσους συκοφάντησες. Σε τέτοιους ανθρώπους με ευχαρίστηση φιλοξενούμαι».
   Και ο Ζακχαίος έσπευσε να κατεβεί και πήγε στο σπίτι του και υποδέχτηκε τον Ιησού. Και γεμάτος χαρά, είπε αφού στάθηκε –ούτε περπατώντας, ούτε καθισμένος, αλλά αφού στάθηκε,για να δείξει την αμετάθετη απόφαση της ψυχής του· και αφού στάθηκε, μίλησε, όταν με θερμή ψυχή και αμεταμέλητη απόφαση, αποδυόταν στον αγώνα· ήξερε πού σπέρνει και πού επρόκειτο να θερίσει και είπε· «Ιδού, Κύριε, τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίνω ελεημοσύνη στους φτωχούς, κι αν τυχόν ως τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες και αναφορές για να αδικήσω κάποιον σε κάτι, του το γυρίζω πίσω τετραπλάσιο».
   Ω εξομολόγηση καθαρή, που προέρχεται από καρδιά καθαρή. Εξομολόγηση ανεπαίσχυντη, που παρίσταται μπροστά στην ανεπαίσχυντη δόξα του Θεού, εξομολόγηση που αποπνέει πίστη και ανθοφορεί δικαιοσύνη. Αυτής της δικαιοσύνης ας μας καταξιώσει ο των όλων Θεός, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

                                                 ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
                                                   επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος.  

 ΠΗΓΕΣ:
·        Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
·        Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
·        Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
·        http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm