Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ ΖΩΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ «ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ» ΕΠΙΤΟΜΗ ΙΑΤΡΙΚΗΣ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΘΕΩΡΗΣΗΣ


1η ΕΚΔΟΣΗ
Κωνσταντῖνος Γ. Καρακατσάνης     πηγή
  





ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ ΖΩΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ
ΚΑΙ «ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ»
ΕΠΙΤΟΜΗ
ΙΑΤΡΙΚΗΣ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΘΕΩΡΗΣΗΣ
ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ
ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

Πολλές εὐχαριστίες ἐκφράζονται καὶ ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ στὸν κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, τ. Καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς Θεολογίας, τοῦ Τμήματος Θεολογίας τοῦ Α.Π.Θ., γιὰ τὴν κριτικὴ ἀνασκόπηση τοῦ θεολογικοῦ μέρους τῆς παρούσης μονογραφίας. Θερμές εὐχαριστίες ἐκφράζονται καί στόν ὑπεύθυνο τῶν Ἐκδόσεων «Ἁγιοτόκος Καππαδοκία», κ. Νικόλαο Ζουρνατζόγλου, ὁ ὁποῖος ὅλως ἀνιδιοτελῶς καί μέ ἐνθουσιασμό ἀνέλαβε τήν οἰκονομική ἐπιβάρυνση καί ὅλο τόν κόπο γιά τήν ἐκτύπωση καί τή διακίνηση αὐτῆς τῆς μικρῆς μονογραφίας.
Ἐπίσης, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω τὶς θερμές μου εὐχαριστίες στὴ σύζυγό μου Ἑλένη, γιὰ τὴν ὁλόθερμη συμπαράστασή της, ἀλλά καί στή φιλόλογο θυγατέρα μας Εὐμορφία Καρακατσάνη-Πεπέ γιά τή φιλολογική βοήθειά της. Τέλος, ἰδιαίτερες εὐχαριστίες ὀφείλονται καί εἰς τήν Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα γιά τήν παραχώρηση τῆς ἄδειας χρησιμοποίησης τῆς ἱερῆς εἰκόνας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Ἁγίου Λαζάρου ὡς ἐξώφυλλου αὐτῆς τῆς μονογραφίας

Κωνσταντῖνος Γ. Καρακατσάνης τ. Καθηγητής τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ.
ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ ΖΩΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ «ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ»
Ἐπιτομή Ἰατρικῆς, Φιλοσοφικῆς καί Θεολογικῆς θεώρησης Ἐξώφυλλο: Εἰκόνα τῆς Ἐγέρσεως τοῦ Ἁγίου Λαζάρου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ
Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 2016

      Εἰσαγωγή
       Ὁ συγγραφεύς τοῦ παρόντος πονήματος ἔχει ἀπό πολλῶν ἐτῶν ὑποστηρίξει τήν ἄποψη ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ» («ΕΘ», εἰς τό ἑξῆς), ὡς ταυτόσημης ἔννοιας μέ τόν βιολογικό θάνατο, ἐπινοήθηκε γιά καθαρῶς χρησιμοθηρικούς λόγους (ἐξασφάλιση κλινῶν στίς Μονάδες Ἐντατικῆς Θεραπείας καί ἐξάλειψη τῶν ἀντιρρήσεων γιά μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων ἀπό τούς «ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΩΣ ΝΕΚΡΟΥΣ» («ΕΝ», εἰς τό ἑξῆς) ἀσθενεῖς. Ἄλλωστε, ἡ ἄποψη αὐτή ἐκφράζεται σαφέστατα στήν πρώτη παράγραφο τῆς 1ης σελίδας τοῦ ἄρθρου τῆς Ad hoc Ἐπιτροπῆς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Harvard τῶν Η.Π.Α., τό ὁποῖο δημοσιεύθηκε στό παγκοσμίως γνωστό ἰατρικό Περιοδικό JAMA τό ἔτος 1968 [1].
       Οἱ θέσεις τοῦ συγγραφέως γιά τό θέμα τοῦ «ΕΘ» καί τῶν μεταμοσχεύσεων ἀπό «ΕΝ» ἀσθενεῖς ἔχουν ἤδη ἐκτενῶς ἀναπτυχθῆ καί δημοσιευθῆ στίς προηγηθεῖσες τρεῖς ἐκδόσεις τῆς σχετικῆς μονογραφίας του, προκληθείσης μάλιστα πολλῆς συζητήσεως, τόσο ἀπό μεμονωμένα πρόσωπα ὅσο καί ἀπό διαφόρους φορεῖς.
       Ὁ ὑπογράφων θεωρεῖ ὅτι τό θέμα αὐτό ἔχει λήξει γιά τούς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς καί ὅτι ἀνεδείχθη, ὡς συμπέρασμα ὅλης τῆς προκληθείσης συζητήσεως, μέ τόν πλέον σαφῆ τρόπο ποία εἶναι ἡ ὀρθή τοποθέτηση (ἀρνητική) στό ἐρώτημα, ἐάν εἶναι ἐπιτρεπτές οἱ μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων ἀπό «ΕΝ» ἀσθενεῖς. Γιά τόν λόγο αὐτόν ὁ γράφων δέν εἶχε σκοπό νά ἐπανέλθει ἐπί τοῦ θέματος στόν ἑλληνικό χῶρο. Ἡ αἰτία τῆς ἀλλαγῆς τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς προέκυψε ἀπό τό ἀκόλουθο γεγονός: Ὑπέπεσε στήν ἀντίληψη ἑνός διεθνοῦς ἐκδοτικοῦ οἴκου (Lambert Academic Publishing) ἡμέτερο ἄρθρο, προσφάτως δημοσιευθέν, τό τρέχον ἔτος, στό διεθνές ἰατρικό Περιοδικό Journal of Intensive Care Medicine [2], τό ὁποῖο τούς ἐφάνη ὅτι εἶναι ἐνδιαφέρον γιά τό εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό. Κατόπιν τούτου, μέ πληροφόρησαν ὅτι εἶναι πρόθυμοι νά ἀναλάβουν τή δημοσίευση καί τή διακίνηση ἡμέτερης μονογραφίας σχετικῆς μέ τό συζητούμενο θέμα. Τοιουτοτρόπως, ἀπεφάσισα νά ἐπικαιροποιήσω μέ νεώτερες βιβλιογραφικές ἀναφορές τήν 3η ἔκδοση τῆς ἡμέτερης μονογραφίας [3] καί νά παρουσιάσω τήν 4η πλέον ἔκδοσή της1. Ἀπό τήν πρόσφατη ἀναδίφηση τῆς βιβλιογραφίας προέκυψαν τά ἀκόλουθα πολύ ἐνδιαφέροντα καί διαφωτιστικά γιά τό θέμα εὑρήματα:
        1. Ὁ Ἀμερικανός Καθηγητής τῆς Νευρολογίας Bernat, θερμός ὑποστηρικτής τοῦ «ΕΘ», συνεργαζόμενος καί συμφωνῶν μέ τόν ὁμοεθνῆ του καί Πρόεδρο τῆς Ἀμερικανικῆς Νευρολογικῆς Ἀκαδημίας, Καθηγητή Wijdicks, ὑπεστήριζε, ὅτι ἡ διάγνωση τοῦ «ΕΘ» πραγματοποιεῖται μέ κλινικά μόνον κριτήρια. Ὅμως, δέκα τέσσερα ἔτη ἀργότερα (τό ἔτος 2006) ὁ Βernat παραδέχθηκε ὅτι ὁ ὅρος «ΕΘ» -μέ τά κριτήρια, τά ὁποῖα καθώρισε ἡ Ἀμερικανική Ἀκαδημία τῆς Νευρολογίας- εἶναι ἀτελής. Περαιτέρω, ὁ ἴδιος Καθηγητής ἀνεθεώρησε τήν προηγούμενη ἀποψή του, συμφώνως πρός τήν ὁποίαν ἡ μή ἀναστρεψιμότητα τῶν ἐγκεφαλικῶν λειτουργιῶν (ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐκ τῶν οὐκ ἄνευ προϋπόθεση γιά τή διάγνωση τοῦ «ΕΘ») θά μποροῦσε νά ἀποδειχθῆ μόνον μέ κλινικά κριτήρια· παραδέχθηκε, δηλαδή, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νά χρησιμοποιηθῆ καί ἐργαστηριακή ἐξέταση, ἡ ὁποία νά ἀναδεικνύει τήν (ὁριστική) διακοπή ὅλης τῆς ἐνδοκρανιακῆς κυκλοφορίας, προκειμένου νά διαγνωσθῆ ὁ «ΕΘ» [4].
        Ἑπομένως, συμφώνως πρός αὐτήν τή θέση τοῦ Καθηγητοῦ Βernat, συνάγεται ὅτι ἡ διάγνωση τοῦ «ΕΘ» μέ τή χρήση μόνον κλινικῶν κριτηρίων (πρακτική, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται στίς πλεῖστες περιπτώσεις) εἶναι δυνατόν νά ὁδηγήσει σέ ἐσφαλμένη διάγνωση «ΕΘ». [1 Εὑρίσκεται στό στάδιο τῆς προετοιμασίας.]
         2. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀμερικανικῆς Νευρολογικῆς Ἀκαδημίας (καί εἰσηγητής τῶν χρησιμοποιούμενων, στίς πλεῖστες χῶρες τοῦ κόσμου, κλινικῶν κριτηρίων γιά τή διάγνωση τοῦ «ΕΘ»), προαναφερθείς Καθηγητής Wijdicks, διεξήγαγε ἔρευνα μετά τῶν συνεργατῶν του σέ κορυφαῖες Ἀμερικανικές Ἰατρικές Σχολές [5] καί σέ ὀγδόντα ἄλλα κράτη ἀνά τόν κόσμο [6], προκειμένου νά διαπιστωθῆ κατά πόσον τηροῦνται τά τεθέντα ὑπό τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀκαδημίας τῆς Νευρολογίας κριτήρια γιά τή διάγνωση τοῦ «ΕΘ». Τά ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης των ἦταν τόσον ἀπογοητευκτικά, ὥστε νά συμπεράνουν ὅτι «ἡ ἀκρίβεια γιά τήν ἐκτίμηση τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου εἶναι δυνατόν νά ἀμφισβητηθῆ» [5].  
         3. Πρό ὀλίγων ἐτῶν ἕνας ἀσθενής ὑπέστη ἐπεισόδιο διακοπῆς τῆς καρδιακῆς καί τῆς ἀναπνευστικῆς λειτουργίας. Ἔγινε ἐπιτυχής καρδιο-αναπνευστική ἀναζωογόνηση καί ὁ ἀσθενής ἐτέθη σέ θεραπευτική ὑποθερμία. Εἴκοσι τέσσερις ὧρες μετά τήν ἐπαναθέρμανση, ὁ ἀσθενής ἀπώλεσε τή λειτουργία τῶν κρανιακῶν νεύρων και ἡ κλινική ἐξέταση ἐπεβεβαίωσε τή διάγνωση τοῦ «ΕΘ». Ἔγινε ἀναγγελία τοῦ θανάτου τοῦ ἀσθενοῦς καί μετά ἀπό 24 ὧρες ὁδηγήθηκε στό χειρουργεῖο γιά ἀφαίρεση τῶν ζωτικῶν του ὀργάνων μετά ἀπό συναίνεση τῆς οἰκογενείας του. Μέ τήν ἄφιξη στό χειρουργεῖο, διαπιστώθηκε ὅτι ὁ ἀσθενής εἶχε ἀνακτήσει τό ἀντανακλαστικό τοῦ κερατοειδοῦς καί τοῦ βηχός, καθώς ἐπίσης καί τήν αὐτόματη ἀναπνοή, ἀναιρεθείσης τοιουτοτρόπως τῆς διάγνωσης τοῦ «ΕΘ» [7]. Τό περιστατικό αὐτό ἀποδεικνύει πόσο ἐπισφαλής εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἡ διάγνωση τοῦ «ΕΘ», δεδομένου ὅτι μετά σαράντα τρία ἔτη ἀπό τῆς καθιέρωσης τῆς ἔννοιας τοῦ «ΕΘ» δέν ἦταν ἀκόμη γνωστοί ὅλοι οἱ ἐνδεχομένως συνυπάρχοντες παράγοντες («confounders»), οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατόν νά δημιουργήσουν σύγχυση καί ψευδῆ διάγνωση «ΕΘ».
         4. Οἱ ὑποστηρικτές τοῦ «ΕΘ» γράφουν πεισματωδῶς ὅτι δέν ἔχει ὑπάρξει περίπτωση «ΕΝ» ἀσθενοῦς, ὁ ὁποῖος διαγνώσθηκε μέ τίς ἀκριβεῖς προϋποθέσεις καί τό ὀρθό πρωτόκολλο διάγνωσης 7 τοῦ «ΕΘ», ὁ ὁποῖος ἀνέκτησε, ἔστω μερικῶς, τίς λειτουργίες τοῦ Κεντρικοῦ Νευρικοῦ Συστήματός του. Ὁ ἰσχυρισμός τους αὐτός, κατά τόν Καθηγητή Shewmon, ἀποτελεῖ ἐσφαλμένο τρόπο τεκμηρίωσης, δεδομένου ὅτι σχεδόν σέ ὅλες τίς περιπτώσεις εἴτε διακόπτεται ἡ ὑποστηρικτική ἀγωγή τοῦ ἀσθενοῦς εἴτε, εὐθύς ὡς τεθῆ ἡ διάγνωση, ἀφαιροῦνται ἀπό τούς ἀσθενεῖς αὐτούς (μετά ἀπό προηγηθεῖσα συναίνεση) τά ζωτικά τους ὄργανα. Ἀκόμη, συνεχίζει ὁ ἴδιος, ἰατρο-νομικά θέματα εἶναι δυνατόν νά παρεμποδίζουν τήν ὑποβολή γιά δημοσίευση σέ ἰατρικά Περιοδικά περιπτώσεων ἀνάνηψης ἀπό τόν «ΕΘ». Περαιτέρω, τονίζει ὁ Καθηγητής Shewmon, τά πρωτόκολλα διάγνωσης γιά τόν «ΕΘ» εἶναι ἐνδογενῶς ἀνίσχυρα νά κατοχυρωθοῦν μέσῳ τεκμηριωμένης μεθοδολογίας, διότι οὔτε ἡ «ἀναστρεψιμότητα» οὔτε ἡ «λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου» (ἤ «ὁλόκληρου τοῦ ἐγκεφάλου») -τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά τή διάγνωση τοῦ «ΕΘ»- ἔχουν ὁρισθῆ [8].
         5. Πολύ σημαντικά καί ἀξιοπρόσεκτα εἶναι τά ὅσα γράφονται στή «Λευκή Βίβλο» («White Paper»), τήν ὁποίαν ὑπέβαλε τό Συμβούλιο Βιοηθικῆς τοῦ Προέδρου τῶν Η.Π.Α. τό ἔτος 2008 πρός τόν τότε Πρόεδρο. Τό Συμβούλιο αὐτό ἐχαρακτήρισε τήν ταύτιση τοῦ «θανάτου τοῦ ἐγκεφαλικοῦ στελέχους» μέ τόν θάνατο τοῦ «ΕΝ» ἀσθενοῦς ὡς «ἐννοιολογικῶς ὕποπτη καί κλινικῶς ἐπικίνδυνη» [9]. Περαιτέρω, τό ἴδιο Συμβούλιο στήν ἴδια «Λευκή Βίβλο» ἐγκατέλειψε τόν ὅρο «ἐγκεφαλικός θάνατος» ὡς ἄστοχο καί ἀδόκιμο καί τόν ἀντικατέστησε μέ τόν ὅρο «ὁλική ἀνεπάρκεια τοῦ ἐγκεφάλου» [10].
        Σημειωτέον ὅτι ἀπό τίς πολλές χιλιάδες ἄρθρα, τά ὁποῖα ἔχουν γραφῆ γιά τόν «ΕΘ», τό ἀνωτέρω Συμβούλιο ἐπέλεξε ἑκατόν ἑβδομήντα ἑπτά ἄρθρα ὡς βιβλιογραφικές ἀναφορές, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἕνα τοῦ ὑπογράφοντος [11] (τό ὁποῖο ἔχει ἤδη εἴκοσι διεθνεῖς βιβλιογραφικές ἑτερο-αναφορές)· τό ἴδιο αὐτό ἄρθρο ἐπελέγη καί στήν προσωπική τοποθέτηση τόσον τοῦ μέλους τοῦ ἀνωτέρω Συμβουλίου, Καθηγητοῦ Gόmez-Lobo A., ὅσο καί σέ ἐκείνη τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου, Καθηγητοῦ Pellegrino ED. [12].
      Προγενέστερο ἡμέτερο ἄρθρο μέ θέμα: A critique on the Concept of «Brain Death», το ὁποῖο δημοσιεύθηκε τό ἔτος 2002 εἰς τό Ἀμερικανικό Περιοδικό «Issues in Law and Medicine» Vol. 18, No 2 pp. 127-141, ἔχει ἤδη εἴκοσι ἕξι διεθνεῖς ἑτερο-αναφορές.
        6. Ἰδιαιτέρως, ἐπίσης, βαρύνουσα σημασία γιά τήν προβληματική τοῦ «ΕΘ» ἔχουν τά κάτωθι σχόλια τοῦ ἄρθρου Σύνταξης τοῦ παγκοσμίως γνωστοῦ Περιοδικοῦ Nature [13] μέ τίτλο «Delimiting Death»: α) Oἱ φράσεις τοῦ νόμου «ἀναστρέψιμος», «ὅλες οἱ λειτουργίες», «ὁλόκληρου τοῦ ἐγκεφάλου» δέν ἐγγυῶνται τήν πλήρη συμφωνία μέ τήν πραγματικότητα, καθόσον σέ ὁρισμένες περιπτώσεις παρατηρεῖται ὕπαρξη ἐνδοκρινικῆς λειτουργίας σέ «ΕΝ» ἀσθενεῖς, ὅπως ἐπίσης ἔχει εὑρεθῆ ὅτι σέ μεταθανάτιους ἐλέγχους αὐτῶν τῶν ἀσθενῶν σχετικῶς μεγάλες περιοχές τοῦ ἐγκεφάλου εἶναι δυνατόν νά εἶναι μεταβολικῶς ἐνεργεῖς κατά τόν χρόνο πού ἔχει ἀναγγελθῆ ὁ θάνατος καί β) Ἔχει ἔλθει ὁ χρόνος για μία σοβαρή συζήτηση γιά τήν ἐπανασχεδίαση τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ὠθοῦν τούς ἰατρούς σέ μία μορφή ἀπάτης [13].
      7. Πολύ ἐνδιαφέροντα -καί ἀντιφατικά, θεωροῦμε, ἐν ἀναφορᾷ πρός τά χρησιμοποιούμενα κριτήρια διάγνωσης τοῦ «ΕΘ»- εἶναι καί τά κατωτέρω ἀνακοινωθέντα ἀποτελέσματα ἀπό τόν Καθηγητή Wijdicks καί τούς συνεργάτες του, τά ὁποῖα προέκυψαν ἀπό τήν παθολογο-ανατομική ἐξέταση τῶν ἐγκεφάλων «ΕΝ» ἀσθενῶν: α) Ἐνῷ ἡ κλινική διάγνωση τοῦ «ΕΘ» προϋποθέτει τόν «θάνατο» (νέκρωση) τοῦ ἐγκεφαλικοῦ στελέχους, διαπιστώθηκε ὅτι στό 60 % τῶν ἐξετασθέντων ἐγκεφάλων παρατηρήθηκαν στό ἐγκεφαλικό στέλεχος ἠπιώτατες (περιοριζόμενες μόνον στο 0-5% των νευρώνων) ἰσχαιμικές ἀλλοιώσεις! β) Δέν διαπιστώθηκε ἡ ὕπαρξη «ἐγκεφάλου τοῦ ἀναπνευστῆρος» μέ ἐκτεταμένες ἰσχαιμικές ἀλλοιώσεις τῶν νευρώνων [14].
        Κατά περίεργο τρόπο, ἀντί νά προβληματισθοῦν σοβαρῶς ὁ Καθηγητής Wijdicks καί οἱ συνεργάτες του ἀπό τά εὑρήματα αὐτά [14] καί νά διερωτηθοῦν γιά τήν ὀρθότητα τῶν κλινικῶν κριτηρίων μέ τά ὁποῖα διαγιγνώσκεται ὁ «ΕΘ» -τά ὁποῖα εὑρίσκονται σέ ὀξεῖα ἀντίφαση πρός τά παρατηρηθέντα εὑρήματά των- μέ προβληματική λογική καταλήγουν ἁπλῶς στό συμπέρασμα ὅτι ἡ νευροπαθολογο-ανατομική ἐξέταση τοῦ ἐγκεφάλου δέν εἶναι διαγνωστική γιά τόν «ΕΘ». Δηλαδή, δέν διερωτήθησαν, πῶς εἶναι δυνατόν νά θεωρεῖται ὡς «νεκρό» τό ἐγκεφαλικό στέλεχος, ὅταν τά παθολογο-ανατομικά εὑρήματα σέ αὐτό, στίς περισσότερες περιπτώσεις (60%), ἦταν σχεδόν φυσιολογικά!
         Ἐλπίζομε ὅτι προσεχῶς, ὑπό τήν πίεση τῶν ἀστοχιῶν στή διάγνωση τοῦ «ΕΘ», θά πεισθῆ καί ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀκαδημίας τῆς Νευρολογίας καί εἰσηγητής τῶν κλινικῶν κριτηρίων διάγνωσης τοῦ «ΕΘ», Καθηγητής Wijdicks, καθώς καί οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτόν ξένοι καί Ἕλληνες ἰατροί, ὄχι μόνον ὅτι αὐτά τά κριτήρια εἶναι ἀνεπαρκῆ, ἀλλά καί ὅτι ἡ στοιχειώδης συνέπεια μέ τίς ἀρχές τοῦ ἰατρικοῦ λειτουργήματος ἐπιβάλλει τήν εὐθαρσῆ ὁμολογία καί παραδοχή ὅτι ἡ νεοφανής αὐτή νεολεξία τοῦ «ΕΘ» θά πρέπει νά ἐγκαταλειφθῆ!
           Τέλος, πρέπει μέ ἔμφαση νά ἐπισημανθῆ ὅτι ἡ ἐπινόηση τοῦ «ΕΘ» βρῆκε πρόσφορο ἔδαφος νά ἀναπτυχθῆ μεταξύ ξένων ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι δέν πιστεύουν στήν ὕπαρξη τῆς ζωοποιούσης τό σῶμα λογικῆς καί νοερᾶς ψυχῆς. Εὐχόμαστε καί ἐλπίζομε ὅτι θά ἐπανεξετάσουν τήν τοποθέτησή τους καί θά ἐναρμονίσουν αὐτήν μέ τίς ἀρχές τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας καί Ὀρθόδοξης Ἀνθρωπολογίας οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἰατροί (ἀλλά καί οἱ ὑπόλοιποι ἰατροί), οἱ ὁποῖοι παρεσύρθησαν ἀπό τήν αἴγλη τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Harvard, τό ὁποῖο εἰσήγαγε τόν νεοφανῆ ὅρο τοῦ «ΕΘ»· διότι οἱ ἀρχές τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνθρωπολογίας εἶναι οἱ μόνες, οἱ ὁποῖες ἔχουν τίς προϋποθέσεις νά λύσουν τά βιο-ηθικά ἀδιέξοδα τοῦ εὑρισκόμενου σέ βαθειά σύγχυση καί παραπαίοντος κόσμου.

Φιλοσοφικός καί θεολογικός ἔλεγχος
τῶν μεταμοσχεύσεων ζωτικῶν ὀργάνων
ἀπό «ἐγκεφαλικῶς νεκρούς» ἀσθενεῖς
         Ὁ συγγραφεύς τοῦ πονήματος αὐτοῦ, ἰατρός καί τ. δημόσιος λειτουργός στήν ἀνώτατη ἐκπαίδευση τῆς πατρίδος μας, ἀσχολήθηκε στό Πανεπιστημιακό Ἐργαστήριο Πυρηνικῆς Ἰατρικῆς τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. στό Γενικό Νοσοκομεῖο Θεσσαλονίκης «Ἱπποκράτειο» ἐπί τριάντα τρία συναπτά ἔτη μέ τή διάγνωση τῶν ἐπιπλοκῶν τῶν νεφρικῶν καί ἡπατικῶν μοσχευμάτων, ἀλλά καί μέ τόν προεγχειρητικό ἔλεγχο τῶν ὑποψηφίων, ὑγιῶν δωρητῶν ὀργάνων. Ἔχοντας, λοιπόν, αὐτή τήν ἐμπειρία, αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά καταθέσει τή θεώρησή του2 γιά τό θέμα τῶν μεταμοσχεύσεων ζωτικῶν ὀργάνων ἀπό «ἐγκεφαλικῶς νεκρούς» («ΕΝ», εἰς τό ἑξῆς) ἀσθενεῖς.
         Ὁ γράφων θεωρεῖ ὅτι τό θέμα τῆς «δωρεᾶς» ὀργάνων ἀπό «ΕΝ» δότες εἶναι ἐξαιρετικά σοβαρό καί γιά τόν λόγο αὐτό φρονεῖ ὅτι μέ τό θέμα αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀσχοληθῆ Πανορθόδοξη Σύνοδος τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.
         Οἱ μεταμοσχεύσεις ἀνθρωπίνων ἱστῶν καί ὀργάνων ἀπό ὑγιεῖς δωρητές δίνουν σήμερα τή δυνατότητα τῆς ἔμπρακτης συμμετοχῆς στά προβλήματα τῶν ἐμπερίστατων συνανθρώπων μας. Φαίνεται, ὅμως, ὅτι ἡ δωρεά ὀργάνου καταξιώνεται μόνον ὅταν ἀποκλειστικό κίνητρο τῆς πράξης αὐτῆς εἶναι ἡ ἀγάπη (ἤ καλύτερα ἡ «καθαρή ἀγάπη» ἤ «ἀρχοντική ἀγάπη», ὅπως συνήθιζε νά λέει ὁ Ὅσιος Παῒσιος ὁ Ἁγιορείτης). Μόνο στήν περίπτωση αὐτή βιώνεται, μέ τήν προσωπική θυσία καί τό ἀντίστοιχο τίμημα, ἡ ἀδελφική φιλαλληλία μέ τήν ὁποίαν καταργεῖται ὁ ἀτομισμός καί ἐξυψώνεται ἡ κοινωνία σέ κοινωνία ἀγάπης.
(2 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1975/1986, ἄρθρο 14, παρ. 1.)
         Ἄλλωστε, ἡ ἐφαρμογή τῶν προτροπῶν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου «ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε καί οὕτως ἀναπληρώσατε τόν νόμον τοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6, 2) καί «εἰ πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τά μέλη» (Α΄ Κορινθ. 12, 26) προϋποθέτει τήν ὕπαρξη αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς «καθαρῆς ἀγάπης».
Δωρεά ζωτικοῦ ὀργάνου ἀπό ὑγιεῖς δωρητές
        Μέ τίς προϋποθέσεις πού προαναφέρθηκαν φαίνεται -ὅπως νομίζομε ὅτι ἀποδεικνύεται στή συνέχεια- ὅτι ἡ μόνη δωρεά ὀργάνου, ἡ ὁποία ἔχει ἀποκλειστικό κίνητρο τήν ἀγάπη, εἶναι ἡ δωρεά ἀπό ὑγιεῖς δωρητές χωρίς, ὅμως, νά προκαλεῖται ὁ θάνατος τοῦ δωρητοῦ ἀπό τή δωρεά αὐτή. Καί στήν περίπτωση, ὅμως, αὐτή, ἡ ἀπόφαση γιά τή δωρεά ὀργάνου θά πρέπει νά λαμβάνεται μετά ἀπό ἐντελεχῆ ἔλεγχο καί ἰδανικῶς μετά ἀπό σύμφωνη γνώμη διακριτικοῦ Πνευματικοῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος θά εἶναι σέ θέση νά ἐκτιμήσει ἐάν ὁ ὑποψήφιος δωρητής ἔχει τίς πνευματικές προϋποθέσεις νά ὑποστῆ τίς βραχυπρόθεσμες καί μακροπρόθεσμες συνέπειες αὐτῆς τῆς δωρεᾶς.
        Ἀκόμη καί ὅταν ὑπάρχουν οἱ προαναφερθεῖσες προϋποθέσεις, ἔχομε τή γνώμη ὅτι ὁ ὑγιής Χριστιανός ὀφείλει νά προβαίνει στήν δωρεά ὀργάνου μέ ἔνθεη συστολή, διότι γνωρίζει ὅτι: α) ἔχει ὅλο «τό εἶναι δεδανεισμένον» [15] καὶ β) τό σῶμα του δέν τοῦ ἀνήκει [16]· ἐπιπροσθέτως δέ, διότι ἐμπιστεύεται τή συνέχουσα τά πάντα θεία Πρόνοια -καί τήν «κηδεμονίαν καί φιλοτιμίαν τοῦ Δεσπότου»- γιά ὅλη τήν κτίση καί ἰδιαίτερα γιά τόν ὑπ’ Αὐτοῦ πλασθέντα ἄνθρωπο. Οἱ ἐπιφυλάξεις του τελικῶς νικῶνται ἀπό τήν καινή ἐντολή τῆς ὑπέρ τοῦ πλησίον ἀγάπης, ἀλλά καί τότε δωρίζει μέ τή βαθειά ἐπίγνωση ὅτι διαχειρίζεται κτῆμα τοῦ Θεοῦ.
         Τό ἐρώτημα ἐάν ὁ ἀποκαλούμενος «ἐγκεφαλικός θάνατος» («ΕΘ», στό ἑξῆς) ταυτίζεται μέ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου δέν ἀποτελεῖ «σχολαστικόν προσδιορισμόν» καί ἐπουσιώδη λεπτομέρεια, ἀλλά καίριον ἐρώτημα εἰς τόν ὅλο προβληματισμό πού ἔχει σχέση μέ τή μεταμόσχευση ὀργάνων ἀπό τούς ἀποκαλούμενους «ΕΝ» δότες. Ἀπό τήν ἀπάντηση τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ θά ἀξιολογηθῆ θεολογικῶς, φιλοσοφικῶς καί κοινωνικῶς τό θεμιτόν ἤ ὄχι τῆς λήψης ὀργάνων ἀπό τούς ἀσθενεῖς αὐτούς. Ἐάν, δηλαδή, ὁ «ΕΘ» ταυτίζεται μέ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, τότε, ἀπό πλευρᾶς τοῦ δότου, τίθεται μόνον τό θεολογικό ἐρώτημα, ἐάν ἔχει ὁ Όρθόδοξος Χριστιανός τήν ἐξουσία τῆς διάθεσης τῶν ὀργάνων του μετά θάνατον καί ἐάν ἡ πράξη αὐτή εἶναι ἀξιοσύστατη.
 Εἶναι ἀποδεκτός ὁ ἑκούσιος τερματισμός τῆς ζωῆς;
           Ἐάν ὁ «ΕΘ» δέν ταυτίζεται μέ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, τότε, προφανῶς, ἡ προεκπεφρασμένη «δωρεά» τῶν ὀργάνων τοῦ «ΕΝ» συνιστᾶ ἰδιότυπης μορφῆς ἑκούσιο τερματισμό τῆς ζωῆς (ἰδιότυπη «αὐτοκτονία»). Στήν τελευταία περίπτωση εἶναι ἀσφαλῶς ἀπαραίτητος ὁ θεολογικός, φιλοσοφικός καί κοινωνικός ἔλεγχος τοῦ προβλήματος. Σοβαρότατο, ὅμως, πρόβλημα στήν περίπτωση αὐτή τίθεται καί γιά τόν ἰατρό ὁ ὁποῖος, ἀφαιρώντας ζωτικά ὄργανα, προβαίνει στή διακοπή τῆς ζωῆς τοῦ ἀσθενοῦς. Εἶναι σαφές ὅτι, τοιουτοτρόπως δρῶν ὁ ἰατρός, παραβαίνει τήν ἐντολή τοῦ Δεκαλόγου «οὐ φονεύσεις» (Παλαιά Διαθήκη, Ἔξοδος Κ΄, 15). Ἡ ἐντολή αὐτή ἔχει ἀπόλυτη ἐφαρμογή, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαίρεσης, ἀκόμη καί γιά τήν περίπτωση ὅπου μέ τόν θάνατο κάποιου «δίνεται ζωή» σέ κάποιον ἄλλον.
        Πολύ διαφωτιστική εἶναι καί ἡ θέση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως αὐτή δημοσιεύθηκε στό δελτίο τύπου τῆς 14ης Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 2000 περί τῆς «εὐθανασίας»: «Ἡ ζωή μας ἀποτελεῖ ὑπέρτατο δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀρχή καί τό τέλος τοῦ ὁποίου βρίσκονται στά χέρια Του καί μόνον («εἰ μή ἐν χειρί αὐτοῦ ψυχή πάντων ζώντων καί πνεῦμα παντός ἀνθρώπου;», Ἰώβ, ιβ,΄ 10)». Ἀκόμη, «οἱ ἄνθρωποι προσευχόμαστε, δέν ἀποφασίζουμε γιά τή ζωή καί τόν θάνατο» καί περαιτέρω -στό ἴδιο πάντοτε δελτίο τύπου- «…κάθε θάνατο πού ἀποτελεῖ ἀποτέλεσμα ἀνθρώπινων ἀποφάσεων καί ἐπιλογῶν -ὅσο “καλός” κί ἄν ὀνομάζεται- τόν ἀπορρίπτει ὡς “ὕβριν” κατά τοῦ Θεοῦ. Κάθε δέ ἰατρική πράξη πού δέν συντελεῖ στήν παράταση τῆς ζωῆς, ἀλλά προκαλεῖ ἐπίσπευση τῆς στιγμῆς τοῦ θανάτου τήν καταδικάζει ὡς ἀντιδεοντολογική καί προσβλητική τοῦ ἰατρικοῦ λειτουργήματος». Οἱ προαναφερθεῖσες θέσεις ἔχουν ἀσφαλῶς ἀπόλυτη ἐφαρμογή καί στήν περίπτωση τῆς «δωρεᾶς» ὀργάνων ἀπό «ΕΝ» ἀσθενεῖς, ἄμεσο ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ διακοπή τῆς ζωῆς τῶν ἀσθενῶν αὐτῶν.
Εἶναι δυνατή ἡ ἐκτίμηση τοῦ περιεχομένου τῆς συνείδησης στoύς «ΕΝ» ἀσθενεῖς;
           Ὅπως ἔχει πλέον ἐπανειλημμένως ἀποδειχθῆ, σέ πολλούς «ΕΝ» ἀσθενεῖς ὑπάρχουν ὑπολειπόμενες λειτουργίες τοῦ ἐγκεφάλου (νευρο-ορμονική λειτουργία, σταθερή αἱμοδυναμική κατάσταση γιά κάποιο χρονικό διάστημα καί παραγωγή ἠλεκτρικῶν δυναμικῶν). Εἶναι ἐπίσης γνωστό ὅτι, ἐπειδή φαίνεται νά εἶναι κατηργημένη ἡ ἐγρήγορση, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει ἐκτίμηση τοῦ περιεχομένου τῆς συνείδησης. Παρά τό γεγονός αὐτό, πολλοί ἰατροί ταυτίζουν τούς «ΕΝ» ἀσθενεῖς μέ τούς βιολογικῶς νεκρούς (διαπίστωση μή ἀναστρέψιμης διακοπῆς τῆς καρδιακῆς καί τῆς ἀναπνευστικῆς λειτουργίας) ἰσχυριζόμενοι ὅτι δέν διαπιστώνεται σέ αὐτούς ὕπαρξη συνείδησης· τή θεωρούμενη ἀπώλεια τῆς συνείδησης θεωροῦν οἱ ἰατροί αὐτοί ὡς ἐπαρκές κριτήριο διαπίστωσης τοῦ θανάτου. Ἡ συνείδηση, ὅμως, εἶναι ἐσωτερικό βίωμα καί δέν εἶναι δυνατόν, ἐπί τοῦ παρόντος, νά ἐλεγχθῆ τό περιεχόμενό της μέ ὁποιαδήποτε ἰατρική δοκιμασία.
        Περαιτέρω, ἡ θέση τῆς Θεολογίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας εἶναι σαφέστατη. Ἐνσυνείδητη, δηλαδή, ζωή ὑπάρχει καί 14 στήν περίπτωση κατά τήν ὁποίαν ὁ ἐγκέφαλος εἶναι κατεστραμμένος, ἀλλά τό ὑπόλοιπο σῶμα λειτουργεῖ. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ ὕπαρξη ζωῆς προϋποθέτει τήν ὕπαρξη τῆς νοερᾶς καί λογικῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀφ’ ἑνός ζωοποιεῖ τό συνημμένο σῶμα καί ἀφ’ ἑτέρου παρέχει στόν ἄνθρωπο τήν ἐνσυνειδησία.
          Ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου (μέ τή συνακολουθοῦσα ἐνσυνειδησία) δέν καταργεῖται ὄχι μόνον ὅταν εἶναι κατεστραμμένος ὁ ἐγκέφαλος, ἀλλά οὔτε μετά τή λύση τῆς συμφυίας ψυχῆς-σώματος. Ἑπομένως, καί ὑπό θεολογική ἄποψη, δέν εὐσταθεῖ ὅτι οἱ «ΕΝ» ἀσθενεῖς δέν ἔχουν συνείδηση. Μερικοί θεολόγοι, μάλιστα, σχολιάζουν ὅτι, ἐπειδή ὁ ἐγκέφαλος ἔχει ὑποστεῖ βαρύτατη βλάβη, δέν εἶναι ἱκανός νά προσλάβει αἰσθητικά ἐρεθίσματα καί ἑπομένως δέν ὑφίσταται ὁ νοῦς ὅλο τόν περισπασμό ἀπό τά ποικίλα εἰσερχόμενα ἐρεθίσματα τῶν αἰσθήσεων, ὁπότε ἔχει -σέ ὁρισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις- καλύτερες προϋποθέσεις γιά τήν ἀπερίσπαστη ἀναφορά του πρός τόν Θεόν!
        Παρόμοια, ἐπιφανειακῶς τοὐλάχιστον, ἄποψη ἐκφράζεται στόν «Φαίδωνα» ὑπό τοῦ Πλάτωνος: «Λογίζεται (ἡ ψυχή) δέ γέ που τότε κάλλιστα, ὅταν αὐτήν τούτων μηδέν παραλυπῇ, μήτε ἀκοή μήτε ὄψις μήτε ἀλγηδών μηδέ τις ἡδονή, ἀλλ’ ὅτι μάλιστα αὐτή καθ’ αὑτήν γίγνηται ἐῶσα χαίρειν τό σῶμα καί, καθ’ ὅσον δύναται μή κοινωνοῦσα αὐτῷ μηδ’ ἁπτομένη ὀρέγηται τοῦ ὄντος» [17].
Σχέση τοῦ ἐγκεφάλου μέ τή συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου
            Πολλοί, παλαιότερα καί πρόσφατα, ὑποστηρίζουν ὅτι κάθε σκέψη εἶναι ἀπόρροια βιοχημικῶν λειτουργιῶν, ὅτι ἐάν δέν ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τῶν χημικῶν οὐσιῶν -ἀπό τίς ὁποῖες ὁ ὀργανισμός προμηθεύεται τήν ἀπαραίτητη ἐνέργεια γιά τίς διάφορες λειτουργίες του- δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχει συνείδηση, ὅτι ἡ συνείδηση οἰκοδομεῖται στόν ἐγκέφαλο καί ὅτι μέ τή μέθοδο τῆς ποζιτρονιακῆς 15 τομογραφίας (Positron Emission Tomography) καί μέ τή μέθοδο τῆς λειτουργικῆς ἀπεικόνισης μέ τόν μαγνητικό συντονισμό (functional Magnetic Resonance Imaging) εἶναι δυνατόν νά ἐπισκοπηθῆ ἡ συνείδηση τῶν ἀνθρώπων!
          Περαιτέρω, διατυπώνουν τήν ἄποψη ὅτι διάφοροι ἀνατομικοί σχηματισμοί τοῦ ἐγκεφάλου -σέ συνεργασία μέ τόν φλοιό τῶν ἐγκεφαλικῶν ἡμισφαιρίων καί τή συμμετοχή διαφόρων νευροδιαβιβαστῶν (οὐσίες μέ τίς ὁποῖες γίνεται ἡ ἐπικοινωνία τῶν νευρικῶν κυττάρων)- καθιστοῦν τόν ἄνθρωπο ἱκανό νά ἐποπτεύει τή σκέψη καί τό συναίσθημά του, νά διατηρεῖ πλήρη ἐναισθησία3 τῶν ψυχικῶν φαινομένων καί νά διαμορφώνει καί νά διατηρεῖ κώδικα ἠθικῶν ἀξιῶν. Ἡ ἐναισθησία, ὅμως, τῶν ψυχικῶν φαινομένων καί ἡ διαμόρφωση τοῦ κώδικα ἠθικῶν ἀξιῶν καθίσταται δυνατή καί ἔχει ἄμεση σχέση μόνον ἐν ἀναφορᾷ πρός τήν ὑπό τοῦ Θεοῦ δοθεῖσα νοερά καί λογική ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.
       Πρίν γίνει ἀναφορά στήν οὐσία τῶν ἀντιρρήσεων σχετικά μέ τό θέμα τῆς σχέσης τοῦ ἐγκεφάλου καί τῆς συνείδησης, ὅπως αὐτές ἀναφέρθηκαν προηγουμένως, θά πρέπει νά ἐπισημανθῆ ὅτι δέν ὑπάρχει δυνατότητα μέ ὁποιονδήποτε συνδυασμό κλινικῶν κριτηρίων νά διαπιστωθῆ ἡ ὕπαρξη διαχύτως κατεστραμμένου ἐγκεφάλου πρό τῆς καρδιακῆς παύσης. Παρομοίως, δέν ὑπάρχει ἡ προαναφερθεῖσα δυνατότητα ἀκόμη καί ὅταν χρησιμοποιηθοῦν οἱ πλέον σύγχρονες παρακλινικές μέθοδοι γιά τή διάγνωση τοῦ «ΕΘ», διότι καμιά μέθοδος δέν ἔχει μέχρι σήμερα τέτοια εἰδικότητα στή διάγνωση τοῦ «ΕΘ», ὥστε νά εἶναι ἀποδεκτή ὡς ἀδιάψευστο κριτήριο γιά τήν ἀναγγελία τοῦ θανάτου στήν καθημερινή κλινική πράξη.
(3 Ἐναισθησία εἶναι ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἀντιλαμβάνεται τίς φυσιολογικές, ἀλλά καί τίς παθολογικές ψυχικές διεργασίες, οἱ ὁποῖες συμβαίνουν σέ αὐτόν.)
Ἀπό τίς ἀπόψεις τῶν ἐπιστημόνων πού ἀναφέρθηκαν προηγουμένως, ἀναφορικῶς πρός τή σχέση συνείδησης καί ἐγκεφάλου, δημιουργοῦνται εὔλογα ἐρωτήματα. Κατ’ αὐτούς οἱ ψυχικές διεργασίες καί ἐκδηλώσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀποτέλεσμα φυσιολογικῶν ἤ παθολογικῶν μεταβολῶν -ποιοτικῶν ἤ ποσοτικῶν- τῶν νευροδιαβιβαστῶν. Ἐντυπωσιάζει καί ἡ ἄποψή τους ὅτι ἡ διαμόρφωση καί ἡ διατήρηση τοῦ κώδικα ἠθικῶν ἀξιῶν εἶναι ἐπίσης ἀποτέλεσμα τῶν λειτουργικῶν διεργασιῶν διαφόρων ἀνατομικῶν δομῶν τοῦ ἐγκεφάλου!
 Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι μόνον τό ὄργανον ἔκφρασης τῶν ψυχικῶν φαινομένων, ὄχι ἡ αἰτία τους
         Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι τό ἀπαραίτητο σωματικό ὄργανο μόνο γιά τήν ἐκδήλωση καί φανέρωση τῶν ψυχικῶν φαινομένων, ἀλλά δέν ἀποτελεῖ τήν αἰτία καί τήν πηγή τῶν πνευματικῶν φαινομένων τοῦ νοῦ, ὅπως ἡ βούληση, ἡ σκέψη, ἡ κρίση καί τά συναισθήματα. Προκειμένου νά γίνει ἀντιληπτή ὁποιαδήποτε αἴσθηση, δέν ἐπαρκεῖ ἡ πρόσληψη τοῦ κατάλληλου ἐρεθίσματος ἀπό τά αἰσθητήρια ὄργανα, ἀλλά ἀπαιτεῖται κυρίως ἡ ἐνεργοποίηση τοῦ ἐγκεφάλου ὑπό τῆς κατάλληλης λειτουργίας τῆς ψυχῆς. Εἶναι γνωστό ἀπό τήν ἀρχαιότητα ὅτι, ἐάν ἡ ψυχή δέν ἑστιάσει τήν προσοχή της στά ἐρεθίσματα καί στίς πληροφορίες πού καταφθάνουν στά αἰσθητήρια ὄργανα, δέν παράγεται ὁποιαδήποτε αἴσθηση, καθόσον ἡ ψυχή εἶναι ἡ αἰτία καί ἡ πηγή τῆς αἴσθησης. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης εἰς τό «Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου» ἔργο του γράφει: «…αὐτός ὁ ἐγκείμενος νοῦς …θεωρεῖ διά τῶν ὀφθαλμῶν τό φαινόμενον· οὗτος συνιεῖ διά τῆς ἀκοῆς τό λεγόμενον… καί τῇ χειρί χρῆται πρός ὅ,τι βούλεται» [18].
       Ἔτσι ἐξηγεῖται -ἐάν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ νοῦς εἶναι «τό καθαρώτατον μέρος τῆς ψυχῆς» καί «ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς», κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό [19]- τό γνωστό ρητό: «νοῦς ὁρῇ 17 καί νοῦς ἀκούει» [20]. Ἡ αἴσθηση, δηλαδή, ἐξαρτᾶται ἀπό τήν προσοχή καί τή θέληση τῆς ψυχῆς. Σέ περίπτωση καταστροφῆς τοῦ ἐγκεφάλου οἱ λογικές ἐνέργειες τῆς ψυχῆς ὑφίστανται, ἀλλά δέν εἶναι δυνατό νά ἐκδηλωθοῦν αἰσθητῶς.
Θέσεις καί ἄλλων ἀρχαίων φιλοσόφων γιά τή σχέση ἐγκεφάλου καί ψυχῆς
        Εἶναι δυνατόν νά ὑποστηριχθῆ ὅτι παρόμοια πρός τά προαναφερθέντα ἰσχυρίζεται, μέ συνεσκιασμένο «σπερματικό λόγο», καί ὁ μέγας προσωκρατικός φιλόσοφος Ἡράκλειτος· ὅτι, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος εἶναι «κατά φύσιν ἄλογος»· μόνον τό «περιέχον» (δηλαδή, ἡ ψυχή) τόν ἄνθρωπον εἶναι λογικόν καί «φρενῆρες» (ἔχει νόηση). Περαιτέρω, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ συμφυής μέ τό «περιέχον» νοῦς «ἐνδύεται» ἐξ αὐτοῦ τή λογική του δύναμη [21]. Τό συμπέρασμα ἀπό τά ἀνωτέρω εἶναι ὅτι, κατά τόν Ἡράκλειτο, ἡ αἰτία τῶν ψυχικῶν φαινομένων δέν εἶναι ἡ «κατά φύσιν» κατασκευή τοῦ ἐγκεφάλου, ἀλλά ἡ λογική ψυχή.
        Ὁ Ἀριστοτέλης γράφει ὅτι ἡ ψυχή: α) εἶναι ἡ αἰτία καί ἡ ἀρχή τοῦ ζῶντος σώματος [22] , β) εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία συγκρατεῖ τό σῶμα, καί ὅτι αὐτό σήπεται, ὅταν ἡ ψυχή ἐξέλθει [23] καί γ) εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία παρέχει στά ζῶα τήν κίνηση [24].
       Ὁ Γαληνός ἐπικρίνων τόν Πραξαγόρα καί τόν Ἡρόφιλο ὑποστηρίζει ὅτι τό αἴτιον τῶν κινήσεων τοῦ σώματος εἶναι ἡ ψυχή καί ὅτι οἱ μύες καί τά νεῦρα εἶναι ἁπλῶς ὄργανά της. Ἀπόλυται δέ κάθε κίνηση μετά τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς [25].
        Εἶναι εὐνόητο ὅτι οἱ προαναφερθεῖσες ἀπόψεις, ὅτι δηλαδή οἱ σκέψεις εἶναι ἀπόρροια βιοχημικῶν λειτουργιῶν, συνιστοῦν στήν πραγματικότητα ἄρνηση τῆς ὕπαρξης τῆς ἄυλης νοερᾶς καί λογικῆς ψυχῆς στόν ἄνθρωπο, ὅπως δέχεται αὐτήν ἡ Θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.  
Ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία περί ψυχῆς
      Κατά τή Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ψυχή δίνεται ὑπό τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» [26], διήκει δι’ ὅλου τοῦ σώματος καί εἶναι αὐτή πού τό ζωοποιεῖ [27] . Ἡ ψυχή στόν ἄνθρωπο διακρίνεται σέ οὐσία καί ἐνέργειες [28], μερικές ἀπό τίς ὁποῖες γίνονται ἀντιληπτές μέ τίς λειτουργίες τῶν διαφόρων ὀργάνων. Ὅταν ὑποστεῖ σοβαρή βλάβη κάποιος ἀσθενής (π.χ. βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση), τότε καθίσταται ἀδύνατη ἡ ἐκδήλωση τῶν ἐνεργειῶν (λειτουργιῶν) τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖες φανερώνονται διά τοῦ ἐγκεφάλου. Ἡ ἀδυναμία, ὅμως, φανέρωσης κάποιας λειτουργίας τῆς ψυχῆς δέν σημαίνει ὁπωσδήποτε ὅτι δέν ὑπάρχει ἡ ψυχή στό ἀνθρώπινο σῶμα ἤ, μέ ἄλλη ἀκριβέστερη ἔκφραση, ὅτι ἔχει γίνει λύση τῆς συμφυίας ψυχῆς-σώματος