Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου- συγγραφέως
Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων
Εν Κυθήροις τη 31η Αυγούστου 2025
Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η 12η Κυριακή του Ματθαίου και το μεν αποστολικό ανάγνωσμα είναι μια περικοπή από την προς Εβραίους επιστολή του αποστόλου Παύλου, το δε ευαγγελικό μια περικοπή από το 19ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Στην περικοπή αυτή ο ευγγελιστής Ματθαίος μας διηγείται το γνωστό περιστατικό ενός πλουσίου νέου, ο οποίος πλησίασε τον Κύριο και του έθεσε το ερώτημα: «διδάσκαλε αγαθέ τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;». Δηλαδή διδάσκαλε αγαθέ τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;
Θέτει στον Κύριο ένα πολύ μεγάλο, πολύ σπουδαίο και πολύ καυτό ερώτημα, το πως δηλαδή θα επιτύχει την αιώνια ζωή, ένα ερώτημα που θα πρέπει να απασχολεί όλους μας. Αυτό δείχνει ότι κατ’ αρχήν πιστεύει στην αιώνια ζωή, δεν είναι άπιστος και άθεος, είναι θρησκευόμενος άνθρωπος. Μελετούσε την παλαιά Διαθήκη και γνώριζε τις εντολές του Μωσαϊκού νόμου, τις οποίες αγωνιζόταν να τηρήσει, όπως τουλάχιστον φαίνεται από την συνέχεια της διηγήσεως. Ωστόσο ο άνθρωπος αυτός αν και έκανε κάποιο αγώνα πνευματικό, αν και είχε μια θρησκευτικότητα και αναφορά προς τον Θεόν, τελικά έχασε την αιώνια ζωή. Αυτό δείχνει ότι τελικά δεν θα χάσουν την αιώνια ζωή μόνον οι άθεοι και οι άπιστοι, οι εχθροί του Χριστού, αλλά και πολλοί από αυτούς οι οποίοι πιστεύουν στον Χριστό, οι οποίοι κοπιάζουν και τηρούν κάποιες εντολές του Χριστού. Αυτή την μεγάλη αλήθεια επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο Κύριός μας με τους λόγους του: «Αγωνίζεσθε εισελθείν διά της στενής πύλης. Ότι πολλοί, λέγω υμίν ζητήσουσιν εισελθείν και ουκ ισχύσουσιν». Δηλαδή αγωνίζεσθε να μπείτε μέσα από τη στενή πύλη, παλεύοντας ενάντια στα πάθη σας. Πρέπει δε να καταβάλλετε τον αγώνα αυτόν, διότι σας βεβαιώνω ότι πολλοί θα είναι εκείνοι, οι οποίοι θα επιδιώξουν να μπούν, αλλά επειδή θα έχουν χαλαρή διάθεση και δεν θα έχουν στερεά και ακλόνητη την απόφαση να αγωνιστούν με όλες τους τις δυνάμεις, τελικά δεν θα το κατορθώσουν. Την ίδια αυτή αλήθεια επιβεβαιώνει ο Κύριος και στην παραβολή των δέκα παρθένων. Οι πέντε μωρές παρθένες δεν ήταν άπιστες. Περίμεναν με λαχτάρα τον Κύριο για να εισέλθουν μαζί του στους γάμους. Είχαν μάλιστα κατορθώσει την μεγάλη αρετή της παρθενίας, που είναι ένα από τα πιο δύσκολα κατορθώματα, πράγμα που σημαίνει ότι έκαναν μεγάλους αγώνες πνευματικούς για να την επιτύχουν. Και όμως τελικά έμειναν έξω από τον επουράνιο νυμφώνα. Έχασαν την βασιλεία των ουρανών.
Ας προσέξουμε τους παρά πάνω λόγους αυτούς του Κυρίου μας αδελφοί μου, μη τυχόν πάθουμε και εμείς το ίδιο που έπαθε ο πλούσιος αυτός, ή οι πέντε μωρές παρθένες. Το ότι έχουμε μια κάποια θρησκευτικότητα, μια κάποια σχέση με την Εκκλησία και τηρούμε επιλεκτικά κάποιες εντολές, αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε πάρει το εισιτήριο για τον παράδεισο.
Ποια ήταν τώρα η απάντηση που έδωσε ο Κύριος στο ερώτημα του πλουσίου. Του λέει: «ει δε θέλεις εισελθείν εις την ζωήν, τήρησον τας εντολάς». Και στη συνέχεια αμέσως τον παραπέμπει στις συγκεκριμένες εντολές του Μωσαϊκού Νόμου, στο «ου φονεύσεις, ου μοιχεύσεις, ου κλέψεις…» κ.λ.π. Με την απάντησή του μας δείχνει ότι ο δρόμος για να επιτύχουμε την αιώνιο ζωή είναι η τήρηση των εντολών. Βέβαια στην εποχή που ζούμε στην εποχή της Καινής Διαθήκης δεν έχουμε μόνο τις εντολές της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και τον τέλειο ηθικό νόμο του Ευαγγελίου, τις εντολές του Χριστού, τις οποίες ο ίδιος Χριστός μας προτρέπει να τηρήσουμε και οι οποίες συμπληρώνουν και τελειοποιούν τις εντολές της Παλαιάς Διαθήκης, σύμφωνα με τον λόγο του «Εάν αγαπάτε με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». Και αλλού πάλι λέει: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνος εστίν ο αγαπών με».
Πολλοί χριστιανοί σήμερα δυστυχώς ενώ έχουν μια θρησκευτικότητα, έχουν μια κάποια σχέση με την Εκκλησία, ωστόσο δεν νοιάζονται και πολύ να γνωρίσουν, ποιες είναι αυτές οι συγκεκριμένες εντολές του Χριστού και στη συνέχεια να αγωνιστούν να τις τηρήσουν. Δεν έχουν πνευματικό ζήλο και προθυμία να μελετήσουν συστηματικά και να εμβαθύνουν με τη βοήθεια των αγίων Πατέρων το Ευαγγέλιο, τον λόγο του Θεού, όπου θα μάθουν με ακρίβεια αυτές τις εντολές. Προφασίζονται ότι δήθεν δεν έχουν χρόνο για πνευματική μελέτη, ενώ βρίσκουν χρόνο για να παρακολουθούν ώρες ο ολόκληρες την τηλεόραση, ή για να διασκεδάζουν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι είναι αδύνατη η σωτηρία μας χωρίς τη μελέτη της αγίας Γραφής. Και δεν νοείται χριστιανός ο οποίος δεν μελετά, ει δυνατόν επί καθημερινής βάσεως τον λόγο του Θεού.
Στη συνέχεια ο πλούσιος αυτός άρχοντας δεν φαίνεται να ικανοποιήθηκε από την απάντηση που του έδωσε ο Κύριος, γι’ αυτό και απαντά: «Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου. Τι έτι υστερώ;». Δηλαδή όλες αυτές τις εντολές που μου ανέφερες τις έχω τηρήσει από τα νιάτα μου. Αισθανόταν ο άνθρωπος αυτός, ότι κάτι του λείπει. Είχε την αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον εαυτό του, ότι κάτι δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει στη σχέση του με τον Θεό, γι’ αυτό και δεν είχε μέσα του την εσωτερική πληροφορία, ότι θα κερδίσει την αιώνια ζωή. Πιο συγκεκριμένα είχε ένα κρυφό πάθος μέσα του, το πάθος της πλεονεξίας και φιλαργυρίας. Είχε πολλά κτήματα και μεγάλη περιουσία, στην οποία όμως ήταν προσκολλημένη η ψυχή του. Ο θησαυρός του ήταν τα κτήματά του και όχι ο Θεός. Αγαπούσε τα κτήματά του πιο πολύ από τον Θεό, γι’ αυτό και δεν είχε καμιά διάθεση να τα απαρνηθεί. Έτσι ενώ πράγματι είχε τηρήσει κάποιες από τις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου, ωστόσο αγνόησε και δεν φρόντισε να τηρήσει τη σπουδαιότερη και μεγαλύτερη από όλες τις εντολές την εντολή της αγάπης προς τον Θεόν και τον πλησίον: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου και τον πλησίον σου ως εαυτόν». Επομένως ο πλούσιος αυτός νόμιζε ότι είχε τηρήσει όλες τις εντολές και ζούσε με την ψευδαίσθηση ότι είχε τηρήσει όλες τις εντολές, ενώ στην πραγματικότητα αγνόησε και παραμέλησε την σπουδαιότερη από όλες την εντολή της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον, η οποία ανακεφαλαιώνει όλες τις ευαγγελικές εντολές.
Αυτό που έπαθε ο πλούσιος αυτός, αδελφοί μου, είναι δυνατόν να το πάθουμε όλοι μας. Πολλοί χριστιανοί σήμερα ενώ κάνουν κάποιον αγώνα, ενώ τηρούν κάποιες εντολές, ενώ γνωρίζουν πολλά πράγματα και έχουν μια στενή σχέση με την Εκκλησία, εκκλησιάζονται, κοινωνούν κ.λ.π. όμως παρ’ όλα αυτά έχουν μια βαθιά ανησυχία μέσα τους, ότι κάτι δεν πάει καλά στη σχέση τους με τον Θεόν. Ότι δηλαδή κάτι τους λείπει. Και όταν κάποτε συνειδητοποιήσουν τι τους λείπει, δεν έχουν καμιά διάθεση να διορθώσουν τον εαυτό τους. Το τραγικό εν προκειμένω είναι το γεγονός ότι πολλοί χριστιανοί σήμερα όχι απλώς δεν ξέρουν τι τους λείπει, αλλά και δεν θέλουν να μάθουν τι τους λείπει.
Ο Κύριος στη συνέχεια, θέλοντας να βοηθήσει τον άνθρωπο αυτόν να έρθει σε επίγνωση του εαυτού του, να καταλάβει δηλαδή ότι δεν τήρησε όλες τις εντολές όπως νόμιζε, του λέει: «ει θέλεις τέλειος είναι ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ και δεύρω ακολούθει μοι». Όλα όσα έχεις πούλησέ τα και μοίρασέ τα στους φτωχούς και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό και έλα να με ακολουθήσεις. Και ενώ θα περίμενε κανείς αμέσως να κάνει πράξη όσα του ζήτησε ο Κύριος, αυτός έφυγε λυπούμενος. Λυπάται πάρα πολύ όχι γιατί ο Κύριος του ζήτησε κάτι αδύνατο, αλλά διότι του ζήτησε να απαγκιστρωθεί και να πετάξει από πάνω του κάτι που αυτός ποτέ δεν διανοήθηκε να το κάνει. Ποτέ δεν διανοήθηκε ότι τα υλικά πλούτη και η εμπαθής προσκόλληση σ’ αυτά γίνονται εμπόδιο και δεν αφήνουν τον άνθρωπο να αγαπήσει τον Θεό με όλες τις δυνάμεις του και τον πλησίον όπως ζητάει ο Κύριος. Πολλές φορές συναντάμε στην εξομολόγηση πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, όπως εδώ με τον πλούσιο. Πολλοί έρχονται και μας λένε: Πάτερ μου ό,τι άλλο μου πεις θα το κάνω, όμως αυτό το πάθος (για παράδειγμα το τσιγάρο, ή το πιοτό) δεν μπορώ να το κόψω. Και χαρίζονται σε κάποιες αδυναμίες τους και δεν αγωνίζονται να τις κόψουν, καθώς νομίζουν ότι ο Θεός θα τους συγχωρήσει, επειδή τηρούν κάποιες άλλες εντολές.
Κλείνοντας, να παρακαλέσουμε τον Κύριο να μας φωτίσει, για να δούμε ο καθένας μας τα αδύνατα σημεία μας, κάποια κρυφά πάθη που έχουμε μέσα μας, τα οποία πολλές φορές ντρεπόμαστε να τα εξομολογηθούμε στον πνευματικό και να κάνουμε το παν για να τα κόψουμε και να απαλλαγούμε απ’ αυτά. Διότι αν τα πάρουμε αυτά μαζί μας στον τάφο, θα χάσουμε τη σωτηρία μας. Ας καταφύγουμε στον πνευματικό και ας μη κρύψουμε καμία αδυναμία και κανένα πάθος που έχουμε μέσα μας. Και στη συνέχεια ας ακολουθήσουμε τις οδηγίες και ας πάρουμε τα πνευματικά φάρμακα που θα μας δώσει, κάνοντας πλήρη υπακοή, ώστε με τη Χάρη του Θεού να βρούμε τη θεραπεία μας, πράγμα που εύχομαι να γίνει σε όλους μας με τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, αμήν.