Ἡ τρίτη ἄρνηση τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἐρευνήσει οὐσιαστικὰ τὸ σκάνδαλο τῶν ὑποκλοπῶν δὲν κλείνει τὴν ὑπόθεση. Ἀνοίγει ἕνα ἀκόμη βαθύτερο ζήτημα: ποιός φυλάσσει τελικὰ τὴ νομιμότητα ὅταν ἡ κορυφὴ τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἀρνεῖται ἐπίμονα νὰ τὴν ἀναζητήσει;
Γιὰ τρίτη φορὰ ἡ ἡγεσία τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀρνεῖται νὰ ἀνασύρει ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τὴ δικογραφία τῶν τηλεφωνικῶν ὑποκλοπῶν. Ἀπορρίφθηκαν τὰ σχετικὰ αἰτήματα τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ Ἀντώνη Σαμαρᾶ, τοῦ πρώην ὑπουργοῦ Χρήστου Σπίρτζη, τοῦ δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη καὶ τοῦ δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ θύματα τῶν παρακολουθήσεων.
Ἡ αἰτιολογία εἶναι ὅτι δὲν ἐμφανίσθηκαν «νέα οὐσιώδη πραγματικὰ περιστατικὰ ἢ στοιχεῖα», ἱκανὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ καὶ τὴν ἐπανεξέταση τῆς ὑπόθεσης. Ἐπικαλεῖται, μάλιστα, ἡ Εἰσαγγελία ἕνα εἶδος «οἰονεὶ δεδικασμένου», τὸ ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι ἀπορρέει ἀπὸ τὶς προηγούμενες πράξεις ἀρχειοθέτησης καὶ δὲν ἐπιτρέπει διαφορετικὴ ἀξιολόγηση τοῦ ἴδιου ἀποδεικτικοῦ ὑλικοῦ. Αὐτὸ εἶναι, σὲ ἁδρὲς γραμμές, τὸ σκεπτικὸ... τῆς νέας ἀπορριπτικὴς πράξης.
Τυπικά, ἡ ἐξήγηση ἐμφανίζεται νομικὰ τακτοποιημένη. Οὐσιαστικά, ὅμως, ἀφήνει ἀναπάντητο τὸ μεῖζον ἐρώτημα: Μπορεῖ μία διάταξη ποὺ ἀποβλέπει στὴν ἀσφάλεια τοῦ δικαίου νὰ μετατρέπεται σὲ ἀπροσπέλαστο τεῖχος προστασίας μιᾶς ἐλλιποῦς ἔρευνας;
Γιὰ τρίτη φορὰ ἡ ἡγεσία τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀρνεῖται νὰ ἀνασύρει ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τὴ δικογραφία τῶν τηλεφωνικῶν ὑποκλοπῶν. Ἀπορρίφθηκαν τὰ σχετικὰ αἰτήματα τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ Ἀντώνη Σαμαρᾶ, τοῦ πρώην ὑπουργοῦ Χρήστου Σπίρτζη, τοῦ δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη καὶ τοῦ δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ θύματα τῶν παρακολουθήσεων.
Ἡ αἰτιολογία εἶναι ὅτι δὲν ἐμφανίσθηκαν «νέα οὐσιώδη πραγματικὰ περιστατικὰ ἢ στοιχεῖα», ἱκανὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ καὶ τὴν ἐπανεξέταση τῆς ὑπόθεσης. Ἐπικαλεῖται, μάλιστα, ἡ Εἰσαγγελία ἕνα εἶδος «οἰονεὶ δεδικασμένου», τὸ ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι ἀπορρέει ἀπὸ τὶς προηγούμενες πράξεις ἀρχειοθέτησης καὶ δὲν ἐπιτρέπει διαφορετικὴ ἀξιολόγηση τοῦ ἴδιου ἀποδεικτικοῦ ὑλικοῦ. Αὐτὸ εἶναι, σὲ ἁδρὲς γραμμές, τὸ σκεπτικὸ... τῆς νέας ἀπορριπτικὴς πράξης.
Τυπικά, ἡ ἐξήγηση ἐμφανίζεται νομικὰ τακτοποιημένη. Οὐσιαστικά, ὅμως, ἀφήνει ἀναπάντητο τὸ μεῖζον ἐρώτημα: Μπορεῖ μία διάταξη ποὺ ἀποβλέπει στὴν ἀσφάλεια τοῦ δικαίου νὰ μετατρέπεται σὲ ἀπροσπέλαστο τεῖχος προστασίας μιᾶς ἐλλιποῦς ἔρευνας;
Μετὰ τὴν καταδίκη, τίποτε δὲν εἶναι ὅπως πρίν.
Μεσολάβησε ἡ ἀπόφαση τοῦ Μονομελοῦς Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε ὕστερα ἀπὸ 39 δικασίμους καὶ ἔκρινε ἐνόχους τοὺς Τὰλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιο καὶ Γιάννη Λαβράνο γιὰ σειρὰ πράξεων σχετικῶν μὲ τὶς παράνομες παρακολουθήσεις. Στοὺς τέσσερις κατηγορουμένους ἐπιβλήθηκε συνολικὴ ποινὴ φυλάκισης 126 ἐτῶν καὶ 8 μηνῶν στὸν καθένα, μὲ ἐκτιτέα τὰ ὀκτὼ ἔτη καὶ ἀναστολὴ μέχρι τὴν ἐκδίκαση τῆς ἔφεσης. Ἡ ἀπόφαση δὲν εἶναι ἀκόμη ἀμετάκλητη· εἶναι ὅμως ὑπαρκτὴ δικαστικὴ κρίση, προϊὸν μακρᾶς ἀκροαματικῆς διαδικασίας καὶ ἐκτενοῦς ἀποδεικτικῆς ἔρευνας. Τὰ στοιχεῖα τῆς καταδικαστικῆς ἀπόφασης εἶναι συγκεκριμένα.
Δὲν ἀρκεῖ, ἑπομένως, νὰ ἀπαντᾶ ἡ Εἰσαγγελία ὅτι ἡ ἴδια ἡ καταδίκη δὲν ἀποτελεῖ αὐτομάτως «νέο στοιχεῖο». Αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι τυπικὰ ὀρθό, ἀλλὰ ἀποφεύγει τὴν οὐσία.
Τὸ κρίσιμο δὲν εἶναι μόνο τὸ διατακτικὸ τῆς ἀπόφασης. Εἶναι οἱ καταθέσεις, τὰ ἔγγραφα, οἱ ἠλεκτρονικὲς ἐπικοινωνίες, οἱ πραγματικὲς διαπιστώσεις καὶ οἱ διασυνδέσεις ποὺ ἀναδείχθηκαν κατὰ τὴ δημόσια ἀκροαματικὴ διαδικασία. Εἶναι, ἀκόμη, ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἴδιου τοῦ Τὰλ Ντίλιαν σὲ δικαστικὸ ἔγγραφο ὅτι τὸ Predator εἶχε πωληθεῖ στὶς ἑλληνικὲς ἀρχές, στοιχεῖο ποὺ ἀποτέλεσε βάση νέου αἰτήματος γιὰ ἀνάσυρση τῆς δικογραφίας.
Ἐὰν ὅλα αὐτὰ θεωροῦνται ἤδη γνωστὰ καὶ ἐπαρκῶς ἀξιολογημένα, τότε γεννᾶται ἕνα ἀκόμη βαρύτερο ἐρώτημα: Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ μία δικαστικὴ διαδικασία νὰ καταλήγει σὲ βαριὲς καταδίκες, ἐνῷ ἡ κορυφαία εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑποστηρίζει ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε οὐσιωδῶς νέο ποὺ νὰ ἀξίζει περαιτέρω ἔρευνα;
Ἡ ἀντίφαση δὲν θεραπεύεται μὲ τὴ λέξη «ἀρχεῖο».
Ἡ ἐπίκληση τοῦ «οἰονεὶ δεδικασμένου»
Ἡ ἐπίκληση τοῦ «οἰονεὶ δεδικασμένου»
Ἰδιαίτερα προβληματικὴ εἶναι ἡ ἐπίκληση ἑνὸς «οἰονεὶ δεδικασμένου» ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὶς προηγούμενες ἀρχειοθετήσεις.
Τὸ δεδικασμένο ἀποτελεῖ θεμελιώδη ἐγγύηση τῆς ἔννομης τάξης ὅταν στηρίζεται σὲ δικαστικὴ κρίση ποὺ ἐκδόθηκε μετὰ ἀπὸ πλήρη διαδικασία. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ προσλαμβάνει τὴν ἴδια ἀκαμψία μιὰ εἰσαγγελικὴ πράξη ἀρχειοθέτησης προκαταρκτικῆς ἐξέτασης. Διαφορετικά, ἡ ἀρχικὴ ἀξιολόγηση τῆς Εἰσαγγελίας καθίσταται πρακτικὰ ἀπρόσβλητη, ἀκόμη καὶ ὅταν μεταγενέστερες δικαστικὲς ἐξελίξεις ἀποκαλύπτουν ὅτι τὸ πραγματικὸ ἔδαφος πάνω στὸ ὁποῖο στηρίχθηκε ἦταν ἀνεπαρκὲς ἢ ἐσφαλμένο.
Ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ δὲν θεσπίστηκε γιὰ νὰ ἐξασφαλίζει τὴν ἀθανασία τῶν εἰσαγγελικῶν πορισμάτων. Ἐπιτρέπει ἀκριβῶς τὴν ἀνάσυρση μιᾶς ὑπόθεσης ὅταν ἀναφαίνονται νέα πραγματικὰ περιστατικὰ ἢ στοιχεῖα. Καὶ ἡ ἔννοια τοῦ «νέου στοιχείου» δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται μὲ τέτοια στενότητα ὥστε νὰ ἀποκλείει ὁτιδήποτε ἀπειλεῖ νὰ ἀνατρέψει τὴν προηγούμενη εἰσαγγελικὴ κρίση.
Ὅταν τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτηση ἡ ἴδια ἡ λειτουργία τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἡ ἑρμηνεία τῶν δικονομικῶν διατάξεων ὀφείλει νὰ ὑπηρετεῖ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας, ὄχι νὰ προσφέρει προσχήματα γιὰ τὴν ἀποφυγή της.
Τὸ δεδικασμένο ἀποτελεῖ θεμελιώδη ἐγγύηση τῆς ἔννομης τάξης ὅταν στηρίζεται σὲ δικαστικὴ κρίση ποὺ ἐκδόθηκε μετὰ ἀπὸ πλήρη διαδικασία. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ προσλαμβάνει τὴν ἴδια ἀκαμψία μιὰ εἰσαγγελικὴ πράξη ἀρχειοθέτησης προκαταρκτικῆς ἐξέτασης. Διαφορετικά, ἡ ἀρχικὴ ἀξιολόγηση τῆς Εἰσαγγελίας καθίσταται πρακτικὰ ἀπρόσβλητη, ἀκόμη καὶ ὅταν μεταγενέστερες δικαστικὲς ἐξελίξεις ἀποκαλύπτουν ὅτι τὸ πραγματικὸ ἔδαφος πάνω στὸ ὁποῖο στηρίχθηκε ἦταν ἀνεπαρκὲς ἢ ἐσφαλμένο.
Ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ δὲν θεσπίστηκε γιὰ νὰ ἐξασφαλίζει τὴν ἀθανασία τῶν εἰσαγγελικῶν πορισμάτων. Ἐπιτρέπει ἀκριβῶς τὴν ἀνάσυρση μιᾶς ὑπόθεσης ὅταν ἀναφαίνονται νέα πραγματικὰ περιστατικὰ ἢ στοιχεῖα. Καὶ ἡ ἔννοια τοῦ «νέου στοιχείου» δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται μὲ τέτοια στενότητα ὥστε νὰ ἀποκλείει ὁτιδήποτε ἀπειλεῖ νὰ ἀνατρέψει τὴν προηγούμενη εἰσαγγελικὴ κρίση.
Ὅταν τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτηση ἡ ἴδια ἡ λειτουργία τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἡ ἑρμηνεία τῶν δικονομικῶν διατάξεων ὀφείλει νὰ ὑπηρετεῖ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας, ὄχι νὰ προσφέρει προσχήματα γιὰ τὴν ἀποφυγή της.
Τρεῖς ἀρχειοθετήσεις δὲν ἀποτελοῦν σύμπτωση
Μία ἀρχειοθέτηση μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀποτέλεσμα διαφορετικῆς νομικῆς ἢ ἀποδεικτικῆς ἐκτίμησης. Ἡ δεύτερη δημιουργεῖ εὔλογα ἐρωτήματα. Ἡ τρίτη, καὶ μάλιστα μετὰ ἀπὸ ὅσα ἀποκαλύφθηκαν στὴ δίκη τοῦ Predator, συγκροτεῖ πλέον μιὰ σταθερὴ θεσμικὴ στάση: τὴν ἀπόφαση νὰ μὴν ἐρευνηθεῖ περαιτέρω ἡ ἐνδεχόμενη σύνδεση τοῦ παράνομου λογισμικοῦ μὲ κρατικοὺς μηχανισμοὺς καὶ πολιτικὰ κέντρα.
Δὲν διαθέτουμε ἔγγραφο ποὺ νὰ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς ἔδωσε ἐντολὴ στὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αὐτὸ πρέπει νὰ λέγεται μὲ ἀκρίβεια. Ἡ Δικαιοσύνη, κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἀνεξάρτητη καὶ ἡ ἀπόφαση φέρει ἀκέραιη τὴν εὐθύνη τοῦ εἰσαγγελικοῦ λειτουργοῦ ποὺ τὴν ἐξέδωσε.
Πολιτικά, ὅμως, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγνοηθεῖ: ἡ διαδοχικὴ ἄρνηση οὐσιαστικῆς ἔρευνας λειτουργεῖ ἀντικειμενικὰ ὡς προστασία τῆς κυβέρνησης Μητσοτάκη ἀπὸ τὴν πλήρη διερεύνηση τοῦ σοβαρότερου ἴσως θεσμικοῦ σκανδάλου τῆς μεταπολιτευτικῆς περιόδου.
Καὶ ὅταν τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα ἐπαναλαμβάνεται μὲ ἀξιοθαύμαστη συνέπεια, παρὰ τὶς δικαστικὲς καταδίκες, τὶς νέες ἀποκαλύψεις, τὰ αἰτήματα τῶν θυμάτων καὶ τὴν καθολικὴ σχεδὸν ἀπαίτηση τῆς ἀντιπολίτευσης, ἡ πολιτικὴ πεποίθηση ὅτι πρόκειται γιὰ συμμόρφωση πρὸς τὴν κυβερνητικὴ ἀνάγκη της συγκάλυψης παύει νὰ εἶναι αὐθαίρετη ὑποψία. Γίνεται εὔλογο συμπέρασμα ποὺ γεννᾶ ἡ ἴδια ἡ συμπεριφορὰ τῶν θεσμῶν.
Δὲν προστατεύεται ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὴν ἀπαίτηση νὰ σιωπᾶ ἡ κοινωνία. Προστατεύεται ὅταν οἱ ἀποφάσεις της εἶναι τόσο πειστικές, πλήρεις καὶ οὐσιαστικές, ὥστε νὰ μὴν ἀφήνουν χῶρο στὴν ὑπόνοια τῆς πολιτικῆς ἐξάρτησης.
Δὲν διαθέτουμε ἔγγραφο ποὺ νὰ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς ἔδωσε ἐντολὴ στὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αὐτὸ πρέπει νὰ λέγεται μὲ ἀκρίβεια. Ἡ Δικαιοσύνη, κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἀνεξάρτητη καὶ ἡ ἀπόφαση φέρει ἀκέραιη τὴν εὐθύνη τοῦ εἰσαγγελικοῦ λειτουργοῦ ποὺ τὴν ἐξέδωσε.
Πολιτικά, ὅμως, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγνοηθεῖ: ἡ διαδοχικὴ ἄρνηση οὐσιαστικῆς ἔρευνας λειτουργεῖ ἀντικειμενικὰ ὡς προστασία τῆς κυβέρνησης Μητσοτάκη ἀπὸ τὴν πλήρη διερεύνηση τοῦ σοβαρότερου ἴσως θεσμικοῦ σκανδάλου τῆς μεταπολιτευτικῆς περιόδου.
Καὶ ὅταν τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα ἐπαναλαμβάνεται μὲ ἀξιοθαύμαστη συνέπεια, παρὰ τὶς δικαστικὲς καταδίκες, τὶς νέες ἀποκαλύψεις, τὰ αἰτήματα τῶν θυμάτων καὶ τὴν καθολικὴ σχεδὸν ἀπαίτηση τῆς ἀντιπολίτευσης, ἡ πολιτικὴ πεποίθηση ὅτι πρόκειται γιὰ συμμόρφωση πρὸς τὴν κυβερνητικὴ ἀνάγκη της συγκάλυψης παύει νὰ εἶναι αὐθαίρετη ὑποψία. Γίνεται εὔλογο συμπέρασμα ποὺ γεννᾶ ἡ ἴδια ἡ συμπεριφορὰ τῶν θεσμῶν.
Δὲν προστατεύεται ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὴν ἀπαίτηση νὰ σιωπᾶ ἡ κοινωνία. Προστατεύεται ὅταν οἱ ἀποφάσεις της εἶναι τόσο πειστικές, πλήρεις καὶ οὐσιαστικές, ὥστε νὰ μὴν ἀφήνουν χῶρο στὴν ὑπόνοια τῆς πολιτικῆς ἐξάρτησης.
Ἡ Δικαιοσύνη δὲν κρίνεται μόνο ἀπὸ τὴ νομιμοφάνεια
Τὸ σκάνδαλο τῶν ὑποκλοπῶν δὲν εἶναι μία συνηθισμένη ποινικὴ ὑπόθεση. Ἀφορᾶ τὴν παρακολούθηση πολιτικῶν προσώπων, ὑπουργῶν, δημοσιογράφων, στρατιωτικῶν καὶ ἄλλων πολιτῶν. Ἀγγίζει τὴν Ἐθνικὴ Ὑπηρεσία Πληροφοριῶν, ἡ ὁποία ὑπήχθη ἀπ' εὐθείας στὸν πρωθυπουργό. Ἀφορᾶ τὸν σκληρὸ πυρῆνα τοῦ κράτους δικαίου: τὸ ἀπόρρητο τῶν ἐπικοινωνιῶν, τὴν πολιτικὴ ἐλευθερία, τὴ δημοκρατικὴ λειτουργία καὶ τὴν προστασία τοῦ πολίτη ἀπέναντι στὴν αὐθαιρεσία τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
Σὲ τέτοιες ὑποθέσεις ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι τυπικὰ νομότυπη. Ὀφείλει νὰ εἶναι θαρραλέα, οὐσιαστικὴ καὶ πειστική.
Δὲν καλεῖται νὰ «παρακάμψει» τὸν νόμο οὔτε νὰ κατασκευάσει ἀνύπαρκτα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα. Ὀφείλει, ὅμως, νὰ ἑρμηνεύσει τὶς δικονομικὲς δυνατότητες σύμφωνα μὲ τὸν σκοπό τους, νὰ ἀξιολογήσει αὐτοτελῶς ὅσα ἀναδείχθηκαν στὴ δίκη καὶ νὰ διατάξει κάθε ἀναγκαία ἔρευνα, χωρὶς νὰ προεξοφλεῖ ὅτι τίποτε νέο δὲν πρόκειται νὰ βρεθεῖ. Διότι νέα στοιχεῖα συχνὰ προκύπτουν ἀκριβῶς ἀπὸ τὶς ἀνακριτικὲς πράξεις ποὺ τώρα ζητοῦνται καὶ ἀπορρίπτονται.
Τὸ ἐπιχείρημα «δὲν ἐρευνοῦμε ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν ἤδη νέα στοιχεῖα» κινδυνεύει νὰ καταλήξει σὲ ἕναν φαῦλο κύκλο: δὲν διατάσσονται νέες ἔρευνες, ἑπομένως δὲν προκύπτουν νέα στοιχεῖα· καὶ ἐπειδὴ δὲν προέκυψαν νέα στοιχεῖα, δὲν διατάσσονται ἔρευνες.
Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀποτελεσματικὴ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι θεσμικὴ ἀκινησία μὲ προκαθορισμένο ἀποτέλεσμα.
Σὲ τέτοιες ὑποθέσεις ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι τυπικὰ νομότυπη. Ὀφείλει νὰ εἶναι θαρραλέα, οὐσιαστικὴ καὶ πειστική.
Δὲν καλεῖται νὰ «παρακάμψει» τὸν νόμο οὔτε νὰ κατασκευάσει ἀνύπαρκτα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα. Ὀφείλει, ὅμως, νὰ ἑρμηνεύσει τὶς δικονομικὲς δυνατότητες σύμφωνα μὲ τὸν σκοπό τους, νὰ ἀξιολογήσει αὐτοτελῶς ὅσα ἀναδείχθηκαν στὴ δίκη καὶ νὰ διατάξει κάθε ἀναγκαία ἔρευνα, χωρὶς νὰ προεξοφλεῖ ὅτι τίποτε νέο δὲν πρόκειται νὰ βρεθεῖ. Διότι νέα στοιχεῖα συχνὰ προκύπτουν ἀκριβῶς ἀπὸ τὶς ἀνακριτικὲς πράξεις ποὺ τώρα ζητοῦνται καὶ ἀπορρίπτονται.
Τὸ ἐπιχείρημα «δὲν ἐρευνοῦμε ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν ἤδη νέα στοιχεῖα» κινδυνεύει νὰ καταλήξει σὲ ἕναν φαῦλο κύκλο: δὲν διατάσσονται νέες ἔρευνες, ἑπομένως δὲν προκύπτουν νέα στοιχεῖα· καὶ ἐπειδὴ δὲν προέκυψαν νέα στοιχεῖα, δὲν διατάσσονται ἔρευνες.
Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀποτελεσματικὴ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι θεσμικὴ ἀκινησία μὲ προκαθορισμένο ἀποτέλεσμα.
Δὲν μπαίνει ἡ δημοκρατία στὸ ἀρχεῖο
Ὁ εἰσαγγελικὸς θεσμὸς χάνει τὴν ἀξιοπιστία του ὅταν ἐμφανίζεται πρόθυμος νὰ ἐξαντλήσει κάθε δικονομικὴ ἀκροβασία γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸν οὐσιαστικὸ ἔλεγχο μιᾶς ὑπόθεσης, ἀλλὰ ὄχι τὴν ἴδια ἐπιμονὴ γιὰ νὰ φθάσει μέχρι τὴν πλήρη ἀλήθεια.
Ἡ ἐμπιστοσύνη στὴ Δικαιοσύνη δὲν ἐπιβάλλεται μὲ ἀνακοινώσεις οὔτε ἀπαιτεῖται ὡς πράξη πίστης ἀπὸ τοὺς πολῖτες. Κατακτᾶται μὲ πράξεις ἀνεξαρτησίας, μὲ πλήρεις ἔρευνες καὶ μὲ τὴν ἀπόδειξη ὅτι κανένα πρόσωπο καὶ καμία ἐξουσία δὲν βρίσκονται ὑπεράνω τοῦ νόμου.
Ἡ τρίτη ἀρχειοθέτηση δὲν θάβει μόνο μία δικογραφία. Θάβει ἀκόμη ἕνα τμῆμα τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν πρὸς τὸν εἰσαγγελικὸ καὶ τὸν δικαστικὸ θεσμό.
Καὶ τελικά, τὸ ἐρώτημα ποὺ μένει δὲν εἶναι μόνο ποιός χρησιμοποίησε τὸ Predator καὶ ποιοί γνώριζαν. Εἶναι ἀκόμη πιὸ θεμελιῶδες: Μπορεῖ ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἐλέγξει τὴν ἐξουσία ἢ ἔχει ἐπιλέξει νὰ τὴν προφυλάξει;
Ὅσο δὲν δίνεται καθαρὴ καὶ πειστικὴ ἀπάντηση, τὸ σκάνδαλο δὲν κλείνει. Ἁπλῶς μεταφέρεται ἀπὸ τὸν φάκελο τῶν ὑποκλοπῶν στὸν ἀκόμη βαρύτερο φάκελο τῆς κρίσης τοῦ κράτους δικαίου.
Ἡ ἐμπιστοσύνη στὴ Δικαιοσύνη δὲν ἐπιβάλλεται μὲ ἀνακοινώσεις οὔτε ἀπαιτεῖται ὡς πράξη πίστης ἀπὸ τοὺς πολῖτες. Κατακτᾶται μὲ πράξεις ἀνεξαρτησίας, μὲ πλήρεις ἔρευνες καὶ μὲ τὴν ἀπόδειξη ὅτι κανένα πρόσωπο καὶ καμία ἐξουσία δὲν βρίσκονται ὑπεράνω τοῦ νόμου.
Ἡ τρίτη ἀρχειοθέτηση δὲν θάβει μόνο μία δικογραφία. Θάβει ἀκόμη ἕνα τμῆμα τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν πρὸς τὸν εἰσαγγελικὸ καὶ τὸν δικαστικὸ θεσμό.
Καὶ τελικά, τὸ ἐρώτημα ποὺ μένει δὲν εἶναι μόνο ποιός χρησιμοποίησε τὸ Predator καὶ ποιοί γνώριζαν. Εἶναι ἀκόμη πιὸ θεμελιῶδες: Μπορεῖ ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἐλέγξει τὴν ἐξουσία ἢ ἔχει ἐπιλέξει νὰ τὴν προφυλάξει;
Ὅσο δὲν δίνεται καθαρὴ καὶ πειστικὴ ἀπάντηση, τὸ σκάνδαλο δὲν κλείνει. Ἁπλῶς μεταφέρεται ἀπὸ τὸν φάκελο τῶν ὑποκλοπῶν στὸν ἀκόμη βαρύτερο φάκελο τῆς κρίσης τοῦ κράτους δικαίου.

