Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

Στράτη Μυριβήλη, «Ο Καπιτάνιος»

 


Τον Καπιτάνιο μας τόνε φέρανε σπίτι σα μπατάρησε μεσοπέλαγα η τρεχαντήρα μας η Βαγγελίστρα. Χριστούγεννα παραμονή έγινε το κακό, μια μαύρη νύχτα, που ξοριάστηκε και βούλιαξε το καράβι ανάμεσα Μόλυβο και Κάβο-Μπαμπά. Χαθήκανε κι οι δυο ναύτες του πατέρα, κι ούτε βρέθηκαν ποτές τα λείψανά τους. Κι α γλίτωσε ατός του, το χρωστούσε στο καραβόσκυλο, τον Καπιτάνιο μας. Σαν μούδιασε πια ο πατέρας χεροπόδαρα, και δεν είχε ανάκαρα να κολυμπήσει, τον άρπαξε ο Καπιτάνιος από το γιακά και κολυμπούσε απόκοντα. Κρατούσε το κεφάλι του έξω από το κύμα, ώσπου ξενερίσανε στην ακρογιαλιά της Ανατολής. Από κείνη τη μέρα, που μας γύρισαν με την ψυχή στα δόντια, που μας γύρισαν με ξένο καράβι, ο πατέρας δε μεταπάτησε πια σε πλεούμενο, κι ο Καπιτάνιος απόμεινε και κείνος στεριανός στο σπίτι μας.

Ήταν ένας σκύλαρος ώς εκεί πάνω, κανελής, γεροδεμένος, με μιαν άσπρη βούλα στην πλάτη, σαν πλατανόφυλλο. Όλοι τον αγαπούσανε γιατ' ήτανε καλός, κι εμείς, τα παιδιά, του βγάζαμε την πίστη με τα τυραγνιστικά παιχνίδια. Ήμασταν τέσσερα, όλα αγόρια, και μόνο εγώ, ο μεγάλος, ήμουνα σε θέση να καταλαβαίνω το πιλάτεμα που του γινότανε. Ο Καπιτάνιος τα δεχόταν όλα με άσωστη καλοσύνη.

Τ' αγαπούσε τα παιδιά, έπαιζε μαζί τους υπομονετικά και τους φερνότανε με προστατευτική αψηφισιά, χωρίς ποτές να θυμώνει και να τα ξεσυνερίζεται. Τόνε καβαλίκευαν το λοιπόν και κείνοι ή τόνε ζεύανε στο ποδηλατάκι του Πετρή και κάναν αρματοδρομίες στις πλάκες της αυλής. Ο Καπιτάνιος, σαν πονούσε πολύ, μισόκλεινε τα μάτια και ψευτόκλαιγε, ή έγλειφε το χεράκι που τόνε παράσφιγγε. Εγώ, που καταλάβαινα όσο κι η μητέρα το καλό που μας έκανε τη νύχτα της καταστροφής ετούτο το σκυλί, πολεμούσα να το προστατεύω όσο μπορούσα από τους μικρούς σταυρωτήδες του.

Ακόμα απορούσα πώς ο Καπιτάνιος δε σκέφτηκε ποτές να πάρει μέσα στο σπίτι μήτε τόσο δα ύφος «μεγάλου ευεργέτη». Καμιά φορά που 'βλεπα τον πατέρα να στέκεται ψηλός, με τα πόδια ανοιχτά, μπροστά στο μικρό πόρτο, με το ναυτικό του κασκέτο γερτό πίσω στο σβέρκο, να βλέπει μακριά το πέλαγο, να βλέπει εκεί προς το Κάβο-Μπαμπά χωρίς να μιλά, με τα χέρια στις τσέπες, μ' έπιανε μια συγκίνηση… Αγκάλιαζα τότες τον Καπιτάνιο μας και τόνε φιλούσα κι έχωνα το πρόσωπο κάτω από την κεφάλα του. Κι αυτός μ' έγλειφε πίσω από τ' αφτί και φρούμαζε μέσα στα μαλλιά μου. Το 'ξερα πως χωρίς αυτόνε θα 'μασταν τέσσερα ορφανά στο δρόμο, κι ήθελα να μπορούσα να του το πω πόσο το 'ξερα.

Σαν πηγαίναμε στο σκολειό με τον Αντώνη, το δεύτερο αδέρφι, μας έπαιρνε το καταπόδι ώς τη σιδερένια οξώπορτα της μεγάλης αυλής του, χωρίς να μπαίνει ποτές μέσα στο προαύλιο. Σταματούσε εκεί, μπροστά στο πετρένιο κατώφλι, κάθιζε στα πίσω πόδια και μας έβλεπε με τα καστανά μάτια του, μας έβλεπε τρυφερά να προχωράμε μέσα, σαρώνοντας με τη φουντωτή ουρά το χώμα. Έγερνε το κεφάλι του πλάι να μας δει, όπως κάνουν οι μαμάδες να καμαρώσουν τα μωρά τους. Σαν μας έχανε από τα μάτια του, έδινε μια και γύριζε τρεχάτος σπίτι. Από κει παραμόνευε την ώρα που σχολνούσαμε, και μόλις άκουγε το καμπανάκι που χτυπούσε ο επιστάτης —ακουγότανε ώς το σπίτι αυτό το καμπανάκι—, άφηνε στη μέση τα παιχνίδια του ή τα κόκαλα που τραγάνιζε και, μια δυο, ερχότανε στην οξώπορτα του σκολειού μας να μας προπάρει και να μας πάει συνοδεία στο σπίτι.

Όλος ο κόσμος τον αγαπούσε τον Καπιτάνιο, γιατ' ήτανε καλός. Μόνο ένας χασάπης, που είχε το μαγαζί του στην αγκωνή του δρόμου μας, δεν τονε χώνευε. Αυτός είχε ένα χασαπόσκυλο, Μαχμούτ τόνε λέγανε. Μαύρο και χοντρό σκυλί, κακό και μπαμπέσικο. Άμα τον έπιανε η κακία του, ακολουθούσε ένα διαβάτη ύπουλα, πήγαινε πίσω του ήσυχα και, ξάφνου, στα καλά καθούμενα, τον αρπούσε από το πόδι ή του 'σκιζε το βρακί.

Ο χασάπης του 'ριχνε ένα σωρό μεζελίκια μέσα σ' ένα σπιτότοπο που ήτανε παραδίπλα. Μόλις τα μυριζόταν ο Καπιτάνιος μας, πρόφταινε με μεγάλες τρεχάλες, τον αγρίευε, και, χλαπ, χλουπ, κατάπινε σε μια στιγμή τα τζιέρια και τα διαλεχτά κόκαλα και ο Μαχμούτ έβλεπε από μακριά κατατρομαγμένος. Ο πατέρας γελούσε και έλεγε στο χασάπη να 'ρχεται να του πλερώνει τη ζημιά. Αυτός όμως το 'χε πάρει κατάκαρδα. Έβαλε όχτρα πάνω στον Καπιτάνιο μας.

Μια μέρα, που τόνε τσάκωσε στα πράσα να τρώει τους κατιμάδες του Μαχμούτ, έγινε έξω φρενών και τίναξε πάνω του το μεγάλο του χασαπομάχαιρο. Το γιντέκι βρήκε το σκυλί στο δεξί μπροστινό πόδι και το πλήγωσε λαφριά. Το σήκωσε ψηλά, το 'γλειφε κι έκλαιγε. Τύχη του να γυρίζει σπίτι ο πατέρας κείνη την ώρα και να δει το κίνημα. Δίνει ένα σάλτο, αρπάει από χάμου το χασαπομάχαιρο, κατόπι χιμά και πιάνει  το χασάπη. Τον γονατίζει με το να χέρι, κατόπι τον αρχίζει στη ράχη διπλαριές με το πλατύ του γιντεκιού, να πού σε πονεί και να πού σε σφάζει. Του 'καμε μαύρη την πλάτη. Πρώτη φορά τον είδα έτσι θυμωμένο τον πατέρα.

Μια μέρα, καλοκαίρι ήταν, απόγεμα. Τελεύανε οι πάψες και η μητέρα τοίμαζε κείνες τις μέρες το μπαούλο μου, να με ταξιδέψει στη Χώρα για το Γυμνάσιο. Ξαφνικά σηκώθηκε μέσα στο χωριό μια φασαρία… Ένα κακό… Η γειτονιά έγινε ανάστατη. Ένα τσομπανόσκυλο είχε λυσσάξει πάνω στις μάντρες, και δάγκασε κάμποσα πρόβατα. Οι τσομπαναραίοι το κυνηγήσανε με πέτρες και με ξύλα, να το σκοτώσουν κι αυτό ροβόλησε μέσα στα σπίτια. Ήταν ένα κόκκινο σκυλί, αγριεμένο, με  σηκωμένη την τρίχα, σαν λύκος. Έτρεχε με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τα μάτια του ήτανε κόκκινα, λοξές ματιές κι είχε το στόμα ανοιχτό. Από την κρεμασμένη γλώσσα του τρέχανε σάλια. Από πίσω του φωνάζανε, χούγιαζαν, του πετούσανε στειλιάρια και φορτωτήρες κι οι γυναίκες τσιρίζανε, μάζευαν τα μωρά τους και σφαλούσανε με θόρυβο τις πόρτες.

Πέρασε μπροστά από την πόρτα μας, όπου τα δυο μικρότερα αδερφάκια παίζαν ολομόναχα με τον Καπιτάνιο. Του 'χανε βαλμένη μια σκουφίτσα με νταντέλες, του τη δέσανε κάτω απ' το σαγόνι στο μαύρο λουρί, κι αυτός πια στεκόταν και καμάρωνε όσο αυτά ξεφώνιζαν από τα γέλια. Σαν άκουσε το σαματά και το κακό που γινόταν, πετάχτηκε πάνω, γάβγισε φοβεριστικά και στάθηκε μπροστά στα παιδιά περιμένοντας να τα διαφεντέψει. Το τσομπανόσκυλο ήρθε καταπάνω του, ξεφρενιασμένο από την τρομάρα και από την αρρώστια του. Να το δει ο Καπιτάνιος να περνά από το πόστο του, χύνεται και τ' αρχίζει στις δαγκωματιές. Κυλιστήκανε μια κουβάρα στα χώματα, ενώ τα παιδιά τρέξανε μέσα κλαίγοντας.

Το λυσσασμένο σκυλί έφυγε σε κακό χάλι, με τ' αφτιά πετσοκομμένα, με τη μούρη χωμένη στα αίματα. Όμως κι ο Καπιτάνιος είχε δυο μικρές δαγκωματιές στα πόδια και ένα ξέγδαρμα στο στέρνο.

Ο πατέρας ήρθε σε λίγο τρομαγμένος και βαστικός. Του είπανε τι έτρεξε. Ο Καπιτάνιος, σαν τον είδε, σταμάτησε να γλείφει τις λαβωματιές του και του 'κανε όπως πάντα χαρές. Σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια κι ακούμπησε, όπως το συνηθούσε, τα μπροστινά του στους ώμους του πατέρα. Αυτό ήταν ένα χάδι, που μόνο ο πατέρας μπορούσε να το σηκώσει. Κόντευε να τόνε φτάξει στο μπόι ο σκύλος. Κουνούσε την ουρά του θριαμβευτικά, φτερνιζότανε κι έτριβε την κεφάλα του χαδιάρικα στα στήθος του πατέρα.

Εκείνος ήτανε χλωμός, χλωμός σαν πεθαμένος και τα πυκνά φρύδια του χαμηλώνανε πολύ πάνω στα μάτια του. Κατέβασε από πάνω του το σκυλί και μου 'πε να φέρω την αλυσίδα. Τη στερέωσε στο λουρί του και τον έδεσε στο χαλκά της πόρτας. Κάνοντας να μπει μέσα, πήρε το μάτι του το σκουφάκι των παιδιών, που κείτονταν στα χώματα ματωμένο. Το πήρε και τ' άναψε μ' ένα σπίρτο, ώσπου κάηκε. Κατόπι μπήκε στο σπίτι, πήγε στην κρεβατοκάμαρη, άνοιξε το μπαούλο του και κάτι πήρε μαζί του. Είδα τη μητέρα που πολεμούσε να τον εμποδίσει. Τον ακολουθούσε κλαίγοντας. Έλεγε «όχι αυτό… δε θα το κάνεις αυτό» κι όλο έκλαιγε. Την είδανε τα δυο μικρά και αρχινίσανε να ξανακλαίνε κι αυτά. Ο πατέρας, χωρίς να της απαντήσει, με κοίταξε μια στιγμή σοβαρά, με μέτρησε με μια ματιά από τα παπούτσια ώς την κορφή και μου 'γνεψε:

— Έλα μαζί μου…

Ξεκούμπωσε από τα χαλκά την αλυσίδα και έσυρε μπρος με τον Καπιτάνιο. Εγώ βάδιζα, καταπόδι. Κανένας μας δε μιλούσε. Μονάχα το σκυλί έκανε παιχνίδια, πότε σε μένα, πότε στον πατέρα, χωρίς να βρίσκει πουθενά ανταπόκριση. Περάσαμε έτσι τα τελευταία σπίτια, περάσαμε το μουράγιο, όπου κουρνιάζαν αράδα τα καΐκια φορτωμένα κυδώνια. Μοσκοβολούσανε τα κυδώνια, μοσκοβολούσανε και τα φρεσκοκομμένα δαφνόκλαδα, που βάζαν ανάμεσα στο πράμα οι καπιτάνοι φορτωμένα μαύρα δαφνοκούκουτσα. Οι αλυσίδες και οι πρυμάτσες των δεμένων καραβιών μια τεζέρνανε και μια λασκάρανε. Και ολοένα η μουγγαμάρα βάραινε ανάμεσά μας. Ο πατέρας σκυφτός κι αμίλητος, ο Καπιτάνιος στη μέση και 'γώ από πίσω. Μπήκαμε στο χωροφόδρομο και ανηφορίσαμε στη Δαφνούσα μας. Η Δαφνούσα ήταν ένα λιοχώραφο πάνω στο λόφο. Από κάτου, βαθιά ένας γκρεμός καμιά δεκαριά οργιές, κι η θάλασσα, που αδιάκοπα αναδευότανε, γαλάζια και πράσινη, μέσα στη θαλασσοβραχιά. Η ρούφνα της ακουγόταν από μακριά, νανουριστική και ασώπαστη, χρόνον-καιρόν, μπουνάτσα ή χειμωνιά.

Ο πατέρας σταμάτησε εκεί, άκρη, προς τη μεριά της θάλασσας. Σταμάτησε και ο Καπιτάνιος, χαρούμενος και παιχνιδιάρης. Κάπου κάπου κοντανάσαινε από την ανηφοριά, με τη γλώσσα έξω, κυματιστή. Τέντωνε την αλυσίδα να τρέξει, τσίτωνε τ' αφτιά του και γύριζε γουστόζικα πλάι την κεφάλα του, να δει ένα τζιτζίκι που φώναζε πολύ κοντά του, πάνω σ' έναν κορμό. Άπλωνε το πόδι κατά το ζουζούνι να παίξει.

Ο πατέρας έδεσε την αλυσίδα σ' ένα σκοίνο κι έκατσε σε μιαν αρχαία τετράγωγη πέτρα, που ήταν εκεί, κάτω από τη μεγάλη ελιά. Έκατσα και 'γώ παράμερα, λαχανιασμένος από τον ανήφορο, με την καρδιά σφιχτά κλειδωμένη.

Ο Καπιτάνιος μας έβλεπε, μια εμένα, μια τον πατέρα. Μας έβλεπε με κείνα τα καστανά, τ' ανθρωπίσια μάτια του, που μιλούσανε τόσο εκφραστικά, και ήξερα τόσο καλά τα νοήματά τους. Μας έβλεπε ανυπόμονα, ψευτόκλαιγε παρακαλεστικά, να τόνε λύσουμε, έκανε πως δαγκάνει την αλυσίδα του, τάχα να την κόψει. Κανένας  μας δεν του αποκρενόταν. Τότες χιμούσε όρθιος πάνω στην αλυσίδα στα πίσω πόδια, κουνούσε το σκοίνο να το ξεριζώσει, γάβγιζε χαρωπά, γάβγιζε μαλωτικά.

— Άιντε λοιπόν, κάνετε γρήγορα, έλεγε. Ώς πότε θα βαστάξει τούτο το χωρατό…

Το καταλάβαινα πολύ. Τον καταλάβαινε κι ο πατέρας. Αναστέναξε βαθιά και σηκώθηκε. Μου 'πε:

—Σύρε παρέκει, γύρισε κατά δω τη ράχη σου και περίμενε να σε φωνάξω.

Η καρδιά μου χτυπούσε, χτυπούσε. Ήθελα να μιλήσω, ν' απλώσω τα χέρια μου να τον παρακαλέσω. Δεν είχα το κουράγιο. Τον ήξερα, καλά τον πατέρα. Ό,τι έκανε ήτανε σωστό. Ήτανε καλό για όλους μας. Γι' αυτό δεν άλλαξε απόφαση ποτές του. Πήγα παραπέρα δυο τρία βήματα κι ακούμπησα σε μια συκιά, χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από πάνω τους.

Ο πατέρας έβγαλε μέσα από την τσέπη του ένα πιστόλι. Το ήξερα το πιστόλι του. Ένα πλατύ, μεγάλο μπράουνιγκ. Ξεκούμπωσε την ασφάλεια και άκουσα τον ξερό κρότο που έκανε σαν τράβηξε πίσω την κάνη να το γιομίσει. Κατόπι πλησίασε το σκυλί. Αυτό χύθηκε να τον αγκαλιάσει. Τότες ο πατέρας τραβήχτηκε πίσω, απόθεσε το όπλο στην πέτρα, ξαναπήγε στο σκυλί και κόντηνε την αλυσίδα ώς τον κορμό του σκοίνου, να μη μπορεί το ζο να κουνηθεί και να παίξει. Ο Καπιτάνιος γρίνιασε παραπονιάρικα, όμως υποτάχτηκε και σε τούτο το νέο παιχνίδι, και περίμενε τη συνέχεια με το κεφάλι χάμου. Ο πατέρας ξαναπήρε το πιστόλι και πήγε κοντά του. Το 'βαλε μέσα στ’ αφτί του. Τότες το σκυλί κάνει μονομιάς μια μεταβολή και γυρίζει πάλι κατάφατσα στον πατέρα. Βλέπει το πιστόλι στο χέρι του, γέρνει πλάι το κεφάλι, όπως όταν ήθελε να κάνει νοστιμάδες, το γλείφει. Είναι κρύο το σίδερο. Κοιτάζει το πατέρα με τα καστανά του μάτια, όλο αγάπη. Τον κοιτάζει να καταλάβει. Δοκιμάζει την κάνη με τα δόντια του. Πολύ σκληρή. Άξαφνα καταλαβαίνει. Κουνά την ουρά του. Συλλογιέται πως αυτό το πράγμα σίγουρα είναι κάτι που πρόκειται να το τινάξει μακριά ο πατέρας, μέσα στα χόρτα ή μέσα στη θάλασσα, για να τόνε προστάξει κατόπι, όπως πάντα, να χυθεί να του το φέρει. «Αα-πορτ!». Μέσα στα έξυπνα μάτια του είναι φανερωμένη η νόηση για τη νέα κατεργαριά που του ετοιμάζουν. Τόνε δέσανε, να δούνε πώς θα τα καταφέρει να κάνει το «απόρτ». Αυτό είναι. Καταλαβαίνω πως ο πατέρας δεν μπορεί να τραβήξει τη σκανδάλη όσο τόνε κοιτάζουν έτσι αθώα και τρυφερά, αυτά τα καστανά τα ανθρωπίσια μάτια. Μια μικρή αστραπή ελπίδας περνά μεσ’ από την καρδιά μου.

Ξαφνικά, πιάνει με το δυνατό χέρι του το σκυλί από το σβέρκο, γυρίζει τη μούρη του προς τη θάλασσα και του τραβά την πιστολιά από πολύ κοντά, μέσα στ' αφτί. Όλα αυτά έγιναν στη στιγμή. Ο Καπιτάνιος σωριάστηκε χωρίς να γαβγίξει καθόλου.  Έκανε να σηκώσει μονάχα δυο φορές το κεφάλι προς τα πίσω όπως σαν ήθελε να χασμουρηθεί, κλότσησε τα πίσω πόδια και πέθανε γεμάτος απορία.

Ο πατέρας ξανασφάλισε το πιστόλι, το  'βαλε πίσω στην τσέπη και διάλεξε από το πεζούλι μια στενόμακρη μαρμαρόπετρα. Έλυσε την αλυσίδα από το σκοίνο και έδεσε την πέτρα στην άκρη. Κατόπι, χωρίς να με αναγυρέψει με το μάτι, φώναξε:

— Έλα!

Έπιασε κείνος τα μπροστινά πόδια μαζί με τη μαρμαρόπετρα, και 'γω τα πισινά. Έβαλα όλα μου τα δυνατά να φανώ άντρας στα χέρια και στην ψυχή, και μ' όλο που ήμουνα ένα χεροδύναμο για την ηλικία μου αγόρι, δυσκολεύτηκα πολύ. Ανοίξαμε τα γόνατα στεριώσαμε τα πόδια και κουνήσαμε το κουφάρι πάνω από το βάραθρο μια δυο… Στην τρίτη, ο πατέρας έκανε «χέι!», όπως σαν να έδινε τα όρντινα στο καράβι. Τ' αμολήσαμε τότες κι απομείναμε στον τόπο, ώσπου ακούσαμε από κάτου, βαθιά, τη χλαπαταγή που 'κανε το κορμί χτυπώντας μέσα στη θάλασσα. Τότες, σα να 'ταν αυτός ο κούφος κρότος το τέλος, κοιταχτήκαμε γρήγορα στα μάτια και κινηθήκαμε από τον τόπο.

Ο πατέρας έκαμε το σταυρό του αργά αργά και ξανακάθισε στην αρχαία πέτρα. Έκαμε «ωχ», σα να 'γινε ξαφνικά πολύ γέρος και κουρασμένος. Ένιωσε ενοχλητικό το μάτι μου απάνω του, έσπρωξε πίσω το κασκέτο του και έβγαλε την ταμπακέρα. Κατόπι μου ξανάριξε μια βιαστική ματιά και μ' έστειλε πίσω. Κούνησε το χέρι του να φύγω και είπε:

— Άιντε, τράβα σπίτι, κι έρχουμαι…

Η φωνή του ήταν αδύνατη. Ήθελε να μείνει μόνος.

Γύρισα στο σπίτι φαρμακωμένος και αμίλητος. Η μητέρα καθότανε στο χαγιάτι, στο μικρό καναπέ, και μόλις με είδε πάτησε τα κλάματα, ασυγκράτητα. Τότες με πήρανε και εμένα τ' αναφιλητά και μαζί μου έκλαιγε κι ο δεύτερος αδερφός.

Το δυο μικρά, που δεν μπορούσανε να καταλάβουν ακόμα την ορφάνια που έπεσε ξαφνικά μέσα στο σπίτι, ήτανε μέσα στην αυλή. Γιόμιζαν παστρικό νερό με το πράσινο ποτιστηράκι του Πετρή τη γαβάθα του σκυλιού. Να 'ρθει να πιει νερό ο Καπιτάνιος μας.

[πηγή: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ' Γυμνασίου, Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Χ. Μηλιώνης, Κ. Μπαλάσκας, Γ. Παγανός, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 2000, σ. 247-253]