Θεολόγου – ιατρού- συγγραφέως,
Ι. Μ. Κυθήρων & Αντικυθήρων.
Εν Κυθήροις τη 1η Μαρτίου 2026
Η σημερινή ημέρα, Κυριακή της Ορθοδοξίας, είναι, αγαπητοί μου αδελφοί, μια ιδιαίτερα χαρμόσυνη και πανηγυρική ημέρα για όλη την ανά την οικουμένην Ορθοδοξία. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το συναξάριο της ημέρας, η αγία μας Εκκλησία εορτάζει την «αναστήλωσιν των αγίων και σεπτών εικόνων, γενομένην παρά των αειμνήστων Αυτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαήλ και της μητρός αυτού Θεοδώρας, επί πατριαρχείας του αγίου και ομολογητού Μεθοδίου». Γενικότερα όμως ως ημέρα αφιερωμένη στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, εορτάζομε την νίκη και τον θρίαμβό της απέναντι σε κάθε αίρεση διά μέσου των αιώνων, όπως αυτή κατά τρόπο θριαμβευτικό και πανηγυρικό καταγράφεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας: «Οι Προφήται ως είδον, οι απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν, η Χάρις ως έλαμψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν, ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρρύσωμεν…». Γι’ αυτό και οι περισσότεροι ύμνοι στην ασματική ακολουθία του Τριωδίου της Κυριακής αυτής, αν προσέξουμε, έχουν πανηγυρικό και πασχάλιο χαρακτήρα: «Ουκέτι των ασεβών αιρετικών η οφρύς αίρεται, η γαρ Θεού δύναμις την Ορθοδοξίαν εκράτυνεν». Αλλά και η λιτάνευση των αγίων εικόνων, που γίνεται την ημέρα αυτή γύρω από τους ιερούς ναούς και τα μοναστήρια, όπως επίσης και τα αναθέματα, τα οποία αναγινώσκονται, όχι μόνον εναντίον των εικονομάχων αιρετικών, αλλά και κάθε αιρετικού, αισθητοποιεί ακριβώς ακόμη περισσότερο αυτή την νίκη της Ορθοδοξίας.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι η Εκκλησία ετοποθέτησε την εορτή αυτή μέσα στη νηστεία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και μάλιστα στην πρώτη Κυριακή αυτής. Το έκαμε αυτό για να μας διδάξη, ότι σε τίποτε δεν ωφελεί τον Χριστιανό ο αγώνας τον οποίο διεξάγει, για να νεκρώσει τα πάθη και να κάμει κτήμα του τις αρετές, αν δεν πιστεύει ορθά, αν δεν ανήκει δηλαδή στην Ορθοδόξη Εκκλησία. Έξω της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία, έστω και αν ο άνθρωπος κατορθώσει με νηστείες και ασκητικούς αγώνες όλες τις αρετές. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει σ’ ένα λόγο του: «Μένε εις την Εκκλησίαν και ού προδίδοσαι από της Εκκλησίας. Εάν δε φύγης από Εκκλησίας ουκ αιτία η Εκκλησία. Εάν μεν γαρ ής έσω, ο λύκος ουκ εισέρχεται, εάν δε εξέλθης έξω, θηριάλωτος γίνη. Αλλ’ ου παρά την μάνδραν τούτο, αλλά παρά την σην μικροψυχίαν. Εκκλησίας γαρ ουδέν ίσον». Μη φύγης, λέγει ο άγιος, από την Εκκλησία και δεν πρόκειται να προδοθής ποτέ από αυτήν. Εάν όμως φύγης, η αιτία δεν οφείλεται στην Εκκλησία. Εάν μείνης μέσα σ’ αυτήν, ο λύκος της αιρέσεως δεν τολμά να σε βλάψη, εάν δε εξέλθης, θα σε κατασπαράξη και αυτό θα οφείλεται στην ιδική σου μικροψυχία. Τίποτε δεν είναι ίσο με την Εκκλησία.
Στο Γεροντικό αναφέρεται ένα πολύ χαριτωμένο περιστατικό, που υπογραμμίζει ακριβώς αυτή την αλήθεια: Κάποτε επισκέφθηκαν μερικοί ασκητές τον αβά Αγάθωνα, που ήταν ξακουστός για την μεγάλη διάκριση που είχε. Θέλοντας λοιπόν να τον δοκιμάσουν, αν οργίζεται τον ρώτησαν: "Εσύ είσαι ο Αγάθων, που λένε πως είσαι πόρνος και υπερήφανος;»- «Ναι αδελφοί μου εγώ είμαι», απήντησε ο Γέροντας. Τον ρωτούν και πάλι: –«Εσύ είσαι ο Αγάθων ο φλύαρος και κατάλαλος;»- «Ναι αδελφοί μου εγώ είμαι», είπε πάλι ο Γέροντας. Τον ρωτούν για τρίτη φορά: - «Εσύ είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;» Τότε ο Αγάθων αποκρίθηκε: «Όχι δεν είμαι αιρετικός». Οι ασκητές τον ρώτησαν να τους πεί, γιατί όσα του έλεγαν πρώτα, τα παρεδέχετο για τον εαυτό του, ενώ τον λόγον αυτόν με την κατηγορία του αιρετικού δεν τον δέχθηκε. Και ο άγιος εκείνος γέροντας τους απήντησε: «Τα πρώτα εμαυτώ επιγράφω. Όφελος γαρ εστί τη ψυχή μου. Το δε αιρετικός, χωρισμός εστί από του Θεού, και ου θέλω χωρισθήναι από Θεού». Τα πρώτα τα παραδέχομαι, διότι φέρνουν ωφέλεια στην ψυχή μου, το να δεχθώ όμως, ότι είμαι αιρετικός είναι χωρισμός από τον Θεό και εγώ δεν θέλω να χωριστώ από τον Θεό. Οι ασκητές τότε θαύμασαν την πνευματική σοφία και διάκριση του γέροντα και έφυγαν πνευματικά οικοδομημένοι.
Οι άγιοι Πατέρες, οι οποίοι αγωνίστηκαν εναντίον των αιρέσεων, έκαναν μεγάλους αγώνες για να διαφυλάξουν ανόθευτη την αλήθεια της πίστεως, όπως ο Κύριος την απεκάλυψε, όπως οι απόστολοι την εδίδαξαν και όπως η Εκκλησία την παρέλαβε. Αν ρίξουμε μια ματιά στην εκκλησιαστική μας ιστορία, θα διαπιστώσουμε, ότι πολλοί από αυτούς εφυλακίστηκαν, άλλοι καθαιρέθηκαν, άλλοι εδιώχθηκαν, υβρίστηκαν και συκο- φαντήθηκαν, υπέμειναν βασανιστήρια και μερικοί από αυτούς εθυσίασαν την ζωή τους. Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο αλλά δείχνει ακριβώς πόσο μεγάλη ευασθησία είχαν και πόση σημασία έδιναν στις δογματικές αλήθειες της πίστεως. Η επιμονή τους αυτή οφείλεται στο ότι είχαν συνειδητοποιήσει, ότι έκπτωση από την αλήθεια της πίστεως, σημαίνει μετάπτωση στην κατάσταση της αιρέσεως, σημαίνει θάνατο πνευματικό και απώλεια της σωτηρίας. Είχαν ακόμη επισημάνει με τον πλούσιο φωτισμό της Χάριτος του αγίου Πνεύματος, που είχαν μέσα τους, ότι ακόμη και ελάχιστη απόκλιση από το ορθό δόγμα έχει καταστρεπτικές συνέπειες, σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου «ός εάν ουν λύση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδάξη ούτω τους ανθρώπους, ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ.5,19). Επίσης και ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή του υπογραμμίζει την ίδια αλήθεια, όταν λέγει «αλλά και αν ημείς ή άγγελος εξ’ ουρανού ευαγγελίζηται υμιν παρ’ ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (1,8). Επομένως στα θέματα της πίστεως δεν χωράει συγκατάβασις, δεν χωράει οικονομία και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να προσθέσει, ή να αφαιρέσει ούτε το ελάχιστο από το περιεχόμενο της πίστεως από την μόνη σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας.
Οι αλήθειες της πίστεως δεν είναι απλές δογματικές προτάσεις, που διατυπώθηκαν στις Οικουμενικές συνόδους, αλλά όροι ζωής, που παραπέμπουν στο ήθος και στην ίδια την ζωή της Εκκλησίας. Το δόγμα είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο με το ήθος, έτσι ώστε αλλοίωση του ενός να επιφέρει αναπόφευκτα αλλοίωση και καταστροφή και του άλλου: «Ώσπερ δόγματα πονηρά βίον ακάθαρτον εισάγειν είωθεν, ούτω και διεφθαρμένος βίος πονηρίαν δογματων πολλάκις έτεκεν», παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Το Πνεύμα το άγιον είναι Πνεύμα της αληθείας, το οποίο από την ημέρα της Πεντηκοστής εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα μόνον εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επειδή ακριβώς μόνον Αυτή διετήρησε αναλοίωτο και αμετάβλητο τον θησαυρό της πίστεως, την καθιστά «στύλο και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄Τιμ3,15), καθοδηγεί Αυτήν «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιω.15,26), ενεργεί διά των μυστηρίων και απεργάζεται την σωτηρίαν και τον αγιασμό των πιστών μόνο μέσα στους κόλπους της.
Ωστόσο οι άγιοι Πατέρες δεν αγωνίστηκαν μόνο για την διατύπωση και διαφύλαξη των δογμάτων, των αληθειών της πίστεως. Υπήρξαν εκείνοι που πριν απ’ όλα εβίωσαν τις αλήθειες της πίστεως. Δεν είχαν μόνο την Ορθοδοξία, είχαν και την Ορθοπραξία. Ετήρησαν με ακρίβεια τις δεσποτικές εντολές και ευρήκαν μέσα σ’ αυτές τον Χριστό, την μόνη αλήθεια, σαν ανεκτίμητο θησαυρό, όπως ακριβώς τον ευρήκε ο Φίλιππος, για τον οποίο κάνει λόγο το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας αυτής. Ο Φίλιππος από την μικρή εμπειρία που είχε αποκομίσει από την συναναστροφή του με τον Χριστό, είχε βεβαιωθεί βαθειά μέσα στην ψυχή του, ότι Αυτός είναι Εκείνος για τον οποίο ομίλησαν οι προφήτες, Αυτός είναι Εκείνος, τον οποίον επερίμεναν, ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού. Γι’ αυτό και έτρεξε αμέσως στον φίλο του τον Ναθαναήλ, για να τον καταστήση συγκοινωνό και συμμέτοχο αυτής της χαράς, αυτού του θησαυρού και του είπε: «ον έγραψε Μωϋσής εν τω Νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ» (Ιω.1,44). Αλλ’ ο Ναθαναήλ απορεί, έχει επιφυλάξεις: «Εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι;». Από την Ναζαρέτ, μία κακόφημη πόλη, μπορεί να βγή τίποτε καλό; Και του απαντά ο Φίλιππος: «Έρχου και ίδε». Έλα και δες μόνος σου. Έλα να βεβαιωθείς εκ πείρας. Ο Φίλιππος δεν προσπαθεί να τον πείσει με επιχειρήματα και περιγραφές, διότι δεν θα φέρουν κανένα αποτέλεσμα. Μόνο με την πείρα θα βεβαιωθεί. Και όταν στη συνέχεια συναντήθηκε με τον Χριστό και βεβαιώθηκε εκ πείρας, ότι αυτός είναι ο Μεσσίας αμέσως τον ομολόγησε: «Ραββί, συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ». Αυτήν ακριβώς την εμπειρία της προσωπικής παρουσίας του Χριστού μέσα στις ψυχές των είχαν και οι άγιοι Πατέρες και προς αυτήν καλούσαν κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο. Εδίδασκαν έργω και λόγω, ότι η χριστιανική ζωή στο εσώτατο είναι της δεν είναι φιλοσοφίες και θεωρίες, δεν είναι ένα σύστημα ιδεών. Είναι εμπειρία Χριστού, είναι εμπειρία Θείας Χάριτος, εμπειρία θεώσεως.
Σήμερα που η Εκκλησία μας ευφραίνεται και πανηγυρίζει τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας και καθώς φέρνει στη μνήμη μας τους αγώνες και τις θυσίες, που έκαναν οι άγιοι Πατέρες μας, για να επιτευχθεί αυτός ο θρίαμβος, αυτή η νίκη, υπαγορεύει και υποδεικνύει παράλληλα σ’ όλους μας ένα διπλό χρέος. Το πρώτο χρέος μας είναι να ανακαινίσουμε με την μετάνοια και την άσκηση την εικόνα του Θεού, που φέρουμε μέσα μας, η οποία έχει καταφθαρεί και εξαχρειωθεί από τα πάθη και τις επιθυμίες του παλαιού ανθρώπου.
Το δεύτερο χρέος μας είναι να διαφυλάξωμε τον θησαυρό της Ορθοδόξου πίστεως ως κόρην οφθαλμού, ανόθευτο και αναλλοίωτο από κάθε αιρετική διδασκαλία και πλάνη. Το καθήκον αυτό είναι σήμερα περισσότερο αναγκαίο και επιτακτικό από κάθε άλλη φορά, διότι και σήμερα η Εκκλησία μας βάλλεται και πολεμείται από πολλές σύγχρονες αιρέσεις, μιά από τις οποίες, η πιό επικίνδυνη, είναι η παναίρεση του Οικουμενισμού, όπως την χαρακτήρισε μια μεγάλη οσιακή μορφή του περασμένου αιώνος, ο Σέρβος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του πανεπιστημίου του Βελιγραδίου άγιος Ιουστί- νος Πόποβιτς. Η φοβερή αυτή αίρεση, προϊόν των συγχρόνων συγκρητιστικών τάσεων θρησκευτικής ενοποιήσεως της ανθρωπότητος, ανέπτυξε μέσα στους κόλπους της διάφορες αιρετικές θεωρίες, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας και με την διαχρονική πίστη της ότι μόνον αυτή αποτελεί την Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλησία, όπως άλλωστε ομολογούμε στο σύμβολο της Πίστεως.
Προβάλλουν ως επιχείρημα οι Οικουμενιστές την αγάπη προς τους αιρετικούς και την εξ’ αυτής απορρέουσαν ανάγκη της μαρτυρίας της Ορθοδοξίας και της μεταδόσεως του θησαυρού της πίστεώς της προς αυτούς. Η αγάπη όμως ποτέ δεν χωρίζεται από την αλήθεια, ούτε είναι δυνατόν ποτέ να στραφεί εναντίον της. Όταν ο διάλογος της αγάπης δεν συνυπάρχει με τον διάλογο της αληθείας είναι επικίνδυνη παγίδα, που οδηγεί σε συγκρητιστική αδιαφορία και απομακρύνει από την σωτηρία. Όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ’ ίστασο γενναίως έως θανάτου…την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς». Δεν υπάρχει χειρότερο κακό από την στέρηση της σωτηρίας και μόνο ως έργο αγάπης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.
Το γεγονός ότι η φοβερή αυτή αίρεση εξακολουθεί όχι μόνον να υφίσταται, παρ’ όλο που πέρασαν 100 και πλέον χρόνια από της εμφανίσεώς της, αλλά και να εξαπλούται επικίνδυνα όλο και περισσότερο, υπογραμμίζει το χρέος όλων μας, κλήρου και λαού, για την αποτελεσματική καταπολέμησή της. Το άκρως θλιβερό και τραγικό είναι το γεγονός, ότι κατά την σχετικά πρόσφατη ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου της Κρήτης, (2016), η φοβερή αυτή αίρεση όχι μόνο δεν καταδικάσθηκε, αλλά νομιμοποιήθηκε.
Όπως και άλλοτε έχουμε επισημάνει, είναι ανάγκη ο κλήρος και ο πιστός λαός του Θεού να επαγρυπνεί και να διακρίνει τα «σημεία των καιρών» (Ματθ.16,3). Να μείνει ανυποχώρητος και ασυμβίβαστος στην υπεράσπιση της αληθείας, ανεπηρεάστος από το πνεύμα της χαλαρότητος, του εφησυχασμού και του ενδοτισμού, το οποίον κυριαρχεί σήμερα, ιδίως μεταξύ των εκκλησιαστικών ταγών, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Να συνειδητοποιήσει και να ευαισθητοποιηθεί απέναντι στο σύγχρονο πολυκέφαλο θηρίο, την παναίρεση του Οικουμενισμού, που προετοιμάζει τον ερχομό της Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας του σατανά και που με ύπουλο τρόπο έχει διεισδύσει στα σπλάγχνα της Ορθοδοξίας και την απειλεί θανάσιμα. Είναι ανάγκη πρό παντός, να ενεργοποιηθεί σ’ ένα δυναμικότερο αντιαιρετικό αγώνα και να απαιτήσει από την Ιεραρχία μας να ασχοληθή με την φοβερή αυτή αίρεση και να την καταδικάση Συνοδικά. Να επισημάνει τους φορείς της και να τους καλέση σε μετάνοια. Σε περίπτωση δε αμετανοησίας να προχωρήσει στα επιβαλόμενα υπό των Ιερών Κανόνων μέτρα. Τέλος να διακόψη τους μέχρι τώρα γενομένους ακάρπους και επιβλαβείς διαλόγους με τους ετεροδόξους.
Καλή Σαρακοστή και καλόν αγώνα πνευματικόν.
