Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου «Χαίρε δι ής η χαρά εκλάμψει, χαίρε δι’ ής η αρά εκλείψει».


Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου - ιατρού- συγγραφέως

Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων


Εν Κυθήροις τη 27η Φεβρουαρίου 2026


Την πένθιμη και κατανυκτική ατμόσφαιρα της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, έρχεται να διαλύσει ο φαιδρός και χαρμόσυνος τόνος της ακολουθίας του Ακαθίστου Ύμνου, ή των Χαιρετισμών, όπως λέγεται. Από αρχαιοτάτων χρόνων καθιέρωσε η Εκκλησία μας να ψάλλεται πανηγυρικά η ακολουθία αυτή κάθε χρόνο την περίοδο της αγίας Τεσσαρακοστής, τις Παρασκευές των πέντε εβδομάδων των νηστειών. Η ακολουθία είναι εντεταγμένη μέσα στα πλαίσια της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου και ψάλλεται μαζί με τον κανόνα του Ακαθίστου τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές τμηματικά και την πέμπτη ολόκληρη. Ο ύμνος αποτελείται από το προοίμιο και 24 οίκους, (στροφές), σε αλφαβητική ακροστιχίδα από το Α μέχρι το Ω.

Δεν γνωρίζουμε ποιός είναι ο συγγραφέας του υπέροχου αυτού ύμνου. Σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση ο ποιητής του ύμνου θεωρείται ο μεγάλος βυζαντινός υμνογράφος του 6ου αιώνος, ο άγιος Ρωμανός ο Μελωδός. Γνωρίζουμε όμως με βεβαιότητα, ότι η καθιέρωσή του στο εορτολόγιο της Εκκλησίας, είναι συνδεδεμένη με δύο γεγονότα: τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την θαυμαστή απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Αβάρους το 626 μ.Χ. μετά από μια φοβερή επιδρομή και πολιορκία της πόλεως από ξηρά και από θάλασσα. Η θαυμαστή διάσωση της πόλεως από μια βεβαία καταστροφή και λεηλασία αποδόθηκε στη Παναγία, την «υπέρμαχο στρατηγό», προς τιμήν της οποίας όλος ο λαός της πόλεως την νύχτα εκείνη της 7ης προς 8η Αυγούστου του 626, έψαλλε όρθιος τον Ακάθιστο Ύμνο στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.

Μέσα από το υπέροχο αυτό σύνολο των 24 οίκων θα προσπαθήσουμε, με την Χάρη της Παναγίας μας, να σχολιάσουμε ένα μόνο στίχο, τον πρώτο στίχο της πρώτης στροφής: «Χαίρε δι ής η χαρά εκλάμψει, χαίρε δι’ ής η αρά εκλείψει». Χαίρε συ από την οποία θα λάμψει η χαρά, χαίρε συ, διά της οποίας θα καταργηθή η κατάρα. Ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και η Εύα και τους έβαλε μέσα στον παράδεισο για να απολαμβάνουν την χαρά του παραδείσου, που προερχόταν όχι μόνον από τα κάλη και τις ομορφιές του πανέμορφου εκείνου κήπου, αλλά κυρίως από την ζωντανή κοινωνία που είχαν με τον Θεό, καθώς αισθανόταν την παρουσία της Χάριτος του Θεού μέσα τους. Από τότε όμως που αμάρτησαν και παρέβησαν την εντολή που τους έδωσε ο Θεός, στερήθηκαν πλέον την Χάρη του Θεού, στερήθηκαν την χαρά του Παραδείσου. Τότε ένοιωσαν μέσα τους πόσο φτωχοί ήταν χωρίς την Χάρη του Θεού. Τότε ένοιωσαν την έλλειψη της χαράς, τι σημαίνει να ζη κανείς χωρίς την χαρά που πηγάζει από τον Θεό. Και από τότε δεν έπαψαν να την αναζητούν οπουδήποτε υποπτεύονταν ότι θα μπορούσαν να βρουν έστω και ένα ίχνος χαράς, μια σταγόνα χαράς.

Η πτώσις των πρωτοπλάστων μέσα στον παράδεισο δεν ήταν ένα γεγονός μικρής σημασίας. Ήταν ένα φοβερό και τρομακτικό γεγονός με παγκόσμιες διαστάσεις και με συνέπειες που επεκτάθηκαν σ’ όλο το ανθρώπινο γένος και σ’ όλη την κτιστή δημιουργία. Ο πρώτος καρπός, η πρώτη συνέπεια της αμαρτίας των πρωτοπλάστων ήταν η φθορά και ο θάνατος, όχι μόνο γι’ αυτούς τους ιδίους, αλλά και για όλους τους απογόνους των, για όλο το ανθρώπινο γένος. Ο άνθρωπος από αθάνατος που ήταν, έγινε δούλος του θανάτου, από πανευτυχής και μακάριος κατάντησε δυστυχής και ταλαίπωρος. Οι πρωτόπλαστοι μετά την πτώση τους κατάλαβαν βέβαια σε τι κατάντημα έφθασαν, αλλά ήταν πλέον αργά. Όταν εξωρίστηκαν από τον παράδεισο και στερήθηκαν την παρουσία της Χάριτος, τότε συνειδητοποίησαν, τι είχαν και τι έχασαν. Τότε έκλαυσαν και εθρήνησαν πικρά και δεν έπαυσαν να κλαίνε σ’ όλη τους την ζωή, ζητώντας το έλεος του Θεού. Από τότε ο θρήνος και το κλάμα σαν καρπός της αμαρτίας ζημώθηκαν με την ανθρώπινη φύση και αποτελούν αναπόσπαστα γνωρίσματα της ζωής του. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που ήρθε σ’ αυτό τον κόσμο και δεν έκλαυσε. Με κλάματα έρχεται στον κόσμο αυτό το νεογέννητο βρέφος και με δάκρυα και θρήνους εγκαταλείπει την παρούσα ζωή, την ώρα που με οδύνη πολλή χωρίζεται η ψυχή από το σώμα.

Βέβαια η αμαρτία των πρωτοπλάστων ήταν μεν τραγική και ολέθρια, όχι όμως οριστική και ανεπανόρθωτη. Το τραύμα της αμαρτίας που δέχθηκαν ήταν βέβαια μεγάλο, αλλά όχι και αθεράπευτο. Και τούτο διότι ο άνθρωπος αμάρτησε επειδή εξαπατήθηκε από τον διάβολο και όχι επειδή επενόησε από μόνος του την αμαρτία. Γι’ αυτό ο Θεός που από τη φύση του είναι αγάπη, δεν ήταν δυνατόν να παραβλέψει το πλάσμα του αβοήθητο. Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, έστειλε τον μονογενή του Υιό, ο οποίος εφόρεσε την ανθρώπινη φύση και έγινε όμοιος με μας άνθρωπος, χωρίς να παύσει να είναι και Θεός. Και στη συνέχεια με την σταυρική του θυσία, με το αίμα που έχυσε πάνω στο σταυρό, μας εκαθάρισε από τον ρύπο της αμαρτίας, μας ανέπλασε και ανεκαίνισε, μας ελύτρωσε από την φθορά και τον θάνατο. Δια ποίου προσώπου προσέλαβε την ανθρώπινη φύση; Διά της Θεοτόκου. Αυτή έφερε στον κόσμο τον Κύριο και μαζί μ’ αυτόν την χαρά της λυτρώσεως. Δι’ αυτής έλαμψε η χαρά της σωτηρίας και δι’ αυτής εξέλειπε και καταργήθηκε η κατάρα της αμαρτίας.

Η μόνη αληθινή χαρά, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η χαρά, που πηγάζει από την λύτρωση και την σωτηρία του ανθρώπου, από την φθορά και τον θάνατο. Είναι καρπός και αποτέλεσμα της παρουσίας της Χάριτος του αγίου Πνεύματος. Κάθε άλλη χαρά είναι ψεύτικη, πρόσκαιρη, απατηλή, διότι δεν μπορεί να καταργήσει την φθορά και τον θάνατο, από τον οποίο πηγάζει όλη η λύπη, όλος ο πόνος και όλη η οδύνη της παρούσης ζωής. Όλες οι χαρές του κόσμου είναι ψεύτικες, όχι μόνον διότι είναι πρόσκαιρες, αλλά και διότι είναι ζυμωμένες με πόνους, λύπες και δάκρυα και τελικά με τον ίδιο τον θάνατο. Πολύ περισσότερο ψεύτικες και ολέθριες είναι οι χαρές, που είναι συνυφασμένες με την αμαρτία, οι χαρές της κραιπάλης και της ασωτίας, της αρπαγής και της πλεονεξίας, διότι οδηγούν στην αιώνια λύπη του αιωνίου θανάτου.

Αυτή την αληθινή χαρά εύχομαι από καρδίας να ποθήσωμε και να αγωνιστούμε να κάνουμε κτήμα μας με τις πρεσβείες της αγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, αμήν.