Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ 49ον



ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ :ΑΓΩΝΑΣ Εφημερίδα Αγωνιζομένων Χριστιανών Λαρίσης Μαϊος  α.φ.216  2015-http://www.agonas.org

συνέχεια:  ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ 49ον 
    ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
του πρωτ. π. Ευσταθύου Κολλά


Εκτός της υπαρκτικής σημασίας την οποίαν έχει ο Όρος Ουσία, αναφερόμενος ούτος προς τον Θεό έχει και άλλες έννοιες που δεν αναφέρονται στα φυσικά πράγματα, όπως θα δούμε ευθύς κατωτέρω. Εν προκειμένω έχουμε να πούμε μόνον, ότι η Ουσία ταυτίζεται προς τον Όρον «Θεότης». Ουσία είναι το κυρίως και το ίδιον του Θεού. Ό,τι προσδιορίζει απολύτως τον Θεό. Ό,τι είναι μόνον του Θεού ή μάλλον ό,τι είναι μόνον ο Θεός και αποκλύει παν ό,τι δεν είναι Θεός, ο οποίος είναι ταυτός προς εαυτόν και τελείως διάφορος προς παν ό,τι δεν είναι ο Θεός.

Ως ήδη ελέχθη ταυτόσημος προς τον όρο Ουσία είναι ο όρος «ΦΥΣΙΣ». Όπως λέγει Λεόντιος ο Βυζάντιος: «Φύσις ταυτόν εστι τη ουσία», [κατά Νεστοριανών]. Κατά τον Αναστάσιο το Σιναΐτη: Φύσις είναι «παν το εν αληθεία όν, αλλ’ ουκ εν φαντασία λεγόμενον.» Γενικώς, λοιπόν, ΟΥΣΙΑ ή ΦΥΣΙΣ θα ηδύνατο να λεχθή, ότι είναι το καθ’ εαυτώ υπάρχον, «αυτή η ουσία… ωσαύτως αεί έχει κατά ταυτά… και ουδέποτε ουδαμή ουδαμώς αλλοίωσιν ουδεμίαν ενδέχεται» [ΠλάτωνΦαίδων], ήτοι υπάρχει αμεταβλήτως και αναλλοιώτως.

2. ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ ή ΠΡΟΣΩΠΟΝ: Και ο Όρος Υπόστασις εκ του υφίσταμαι έχει κατ’ αρχάς υπαρκτική σημασία, ήτοι δηλώνει ύπαρξη, και ως εκ τούτου ταυτίζεται προς την ουσία, συγχρόνως δε σημαίνει και πρόσωπον ή άτομον. Κατά Θεοδώρητον Κύρου: «Κατά μεν την θύραθεν σοφίαν ουκ έχει τινά διαφοράν η ουσία προς την υπόστασιν. Ή τε γαρ ουσία τον όν σημαίνει, και το υφεστός η υπόθεσις. Κατά δε γε την των Πατέρων διδασκαλίαν, ήν έχει διαφοράν το κοινόν υπέρ το ίδιον ταύτην η ουσία προς την υπόστασιν έχει» [Διάλογος Α΄ περί Ατρέπτου]. Κατά Λεόντιο τον Βυζάντιο: «Η υπόθεσις κατά δύο σημαινομένων φέρεται. Σημαίνει γαρ και το απλώς εν υπάρξει όν, ότε μάλιστα των χαρακτηριστικών ιδιωμάτων εστέρηται, σημαίνει και το πρόσωπον το καθ’ εαυτό υφεστώς».

Ώστε, δεν υπάρχει υπόσταση άνευ φύσεως, γιατί τούτο θα εσήμαινε υπόσταση ανύπαρκτος. Υπάρχει όμως Φύσις απρόσωπος, όπως π.χ. η φύση του λίθου, των φυτών, και των ζώων. Η μεν φύση ουδόλως υποδηλώνει και την ύπαρξη προσώπου, ενώ αντίθετα το πρόσωπον υπεμφαίνει πάντοτε και την φύση. Κατά Λεόντιο τον Βυζάντιο: «Ου μήν η φύσις υπόστασις, ότι μηδέν αντιστρέφει, η μεν γαρ υπόστασις και φύσις, η δε φύσις ουκέτι και υπόστασις».

Εντούτοις όμως, φύση και υπόσταση δεν ταυτίζονται, η μεν φύσις δηλώνει το κοινόν, η δε υπόσταση το ίδιον. Ό,τι καθιστά διάφορα όντα «ταύτα και ομοούσια», δηλαδή μια οικογένεια και ένα είδος, είναι η φύση. Τα όντα αυτά κοινωνούν μεταξύ τους υπαρκτικώς, ήτοι μετέχουν ουσιωδώς των αυτών γνωρισμάτων και κατηγορημάτων, π.χ. όλοι οι άνθρωποι είναι άνθρωποι, διότι όλοι κοινωνούν της αυτής φύσης, ήτοι της ανθρωπίνης, τουτέστιν έχουν ωρισμένα κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία όλα και κατά τον αυτόν συνδυασμό δεν απαντώνται σε κανένα άλλο είδος όντων. Εντούτοις όλοι οι άνθρωποι δεν είναι όμοιοι και ταυτόσημοι, αλλά άλλος είναι ο Πέτρος, άλλος ο Ιωάννης κλπ. Ό,τι λοιπόν διακρίνει ή χωρίζει αριθμητικά τα ομοούσια όντα, δηλαδή τα όντα της αυτής φύσεως, είναι πρόσωπο ή υπόσταση. Πρόσωπα είναι «τα αριθμώ διαφέροντα» [Λεόντιος Βυζάντιος], ήτοι ό,τι διακρίνει και διαχωρίζει ένα όν από όλα τα λοιπά όντα της αυτής φύσεως. Ενώ αντίθετα φύσις είναι ό,τι ενώνει τα διάφορα πρόσωπα σε ένα και το αυτό είδος.

Ένα πρόσωπο, λοιπόν, έχει δύο ειδών γνωρίσματα. Φυσικά, τα οποία είναι κοινά για όλα τα όντα του αυτού είδους, και προσωπικά, τα οποία ίδια, ήτοι αποκλειστικά ιδικά του. Τα προσωπικά ιδιώματα είναι μεν φυσικά, αλλά και επίκτητα. Όσο περισσότερα ίδια προσωπικά γνωρίσματα έχει ένα πρόσωπο, τόσο απομακρύνεται από το χώρο της φύσεως και γίνεται «πρόσωπον» ισχυρή προσωπικότητα. Όσο τα φυσικά προσόντα υπερτερούν, τόσο το πρόσωπο εξασθενεί και η φύση παίρνει το προβάδισμα.

[ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ]