Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

«Καί μη συγκοινωνείτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε».

Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὑπάρχει καὶ τὸ παράγγελμα τοῦ ἀπ. Παύλου: «καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε». Καὶ βέβαια αὐτὸ γράφεται μὲ ἀφορμὴ τὰ σκοτεινά, καὶ ἁμαρτωλά, καὶ ἀνήθικα ἔργα καὶ πράξεις τῶν ἀνθρώπων, μετὰ τῶν ὁποίων (μᾶς διδάσκει ὁ Ἀπόστολος)  νὰ μὴ ἔχουμε ἐπικοινωνία. Γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος: «Διὰ τοῦτο λέγει ὁ ἀπόστολος ὅτι οἱ χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ συγκοινωνοῦν μὲ τὰ τοιαῦτα σκοτεινὰ ἔργα, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τὰ ἐλέγχουν» (Εἰς τὴν Πρὸς Ἐφεσίου Ἐπιστολή, τ. γ΄, σελ. 463).
 Ἀλλὰ οἱ Πατέρες, χρησιμοποιοῦν τὸ ἴδιο χωρίο γιὰ νὰ μᾶς διδάξουν ὅτι ἡ ἴδια ἀπομάκρυνση (μὴ κοινωνία) ἰσχύει καὶ στὴν περίπτωση τῶν αἱρετικῶν, ἐπειδὴ  στὰ κακὰ καὶ πονηρὰ ἔργα ἐντάσσουν (ὅπως εἶναι φυσικὸ καὶ κατὰ μείζονα λόγο) καὶ τὴν αἵρεση.
[Νὰ τονίσουμε ὅτι οἱ Πατέρες, δὲν κάνουν διάκριση μεταξὺ καταδικασμένων μὴ καταδικασμένων αἱρετικῶν ἀπὸ Σύνοδο, ἀφοῦ ὁ ἐθισμός, ὁ κλονισμός, ὁ καταποντισμὸς καὶ ἡ ἀλλοίωση τῆς πίστεως στὶς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν ἐπισυμβαίνει μὲ τὴν κοινωνία μετὰ τῶν κακοδόξων, εἴτε αὐτοὶ εἶναι καταδικασμένοι ἀπὸ Σύνοδο, εἴτε δὲν ἔχουν ἀκόμα καταδικασθεῖ. Ἔτσι εἶναι φανερὸ ὅτι εἶναι ἡμαρτημένη καὶ ἀπαράδεκτη ἡ τακτικὴ τῶν Ποιμένων ποὺ θεωροῦν ὅτι οἱ πιστοὶ δὲν ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν αἵρεση, πρὶν αὐτὴ καταδικασθεῖ ἀπὸ Σύνοδο! Ὡς ἐκ τούτου αὐτὴ ἡ διδασκαλία τῶν συγχρόνων Ποιμένων καὶ δὴ τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν) εἶναι σφόδρα ἀντιπατερική, ἐφ' ὅσον διδάσκει ἐπὶ σκανδαλισμ καὶ ἀπωλείᾳ ψυχῶν ὅτι, ἕως τὴν καταδίκη τῆς αἱρέσεως, μποροῦν οἱ πιστοὶ νὰ ἐπικοινωνοῦν μετὰ τῶν κακοδόξων αἱρετικῶν καὶ ἀφήνονται νὰ κατευθύνονται ἀπὸ ἔχοντας αἱρετικὸ φρόνημα ποιμένες, ποὺ ἐργάζονται ἢ συνεργάζονται μετὰ τῶν ἐργαζομένων τὰ ἔργα τοῦ σκότους].

Νὰ ἀναφέρουμε δύο παραδείγματα, ὡς πρὸς τὴν ἀναφορὰ αὐτή· ἕνα νεώτερο (ἀπὸ Ἐγκύκλιο Συνόδου) καὶ ἕνα παλαιότερο (κείμενο τοῦ Μ. Βασιλείου).

Διαβάζουμε σὲ Ἐγκύκλιο τῆς ἐν Κων/πόλει Συνόδου τοῦ 1838: «Ἐγκύκλιος κατὰ τῶν Λατινικῶν καινοτομιῶν», ὅπως μὴ ἀπατῶνται οἱ
πιστοὶ «τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὰ σοφίσματα καὶ κενοφωνίαις τῶν ψυχοφθόρων τούτων αἱρετικών», ποὺ «ἀγωνίζονται καὶ ἑτέρους ἐφελκύσαι εἰς τὸ βάραθρον… τῆς σατανικῆς (Παπικῆς) αἱρέσεως». Ἀπὸ συναίσθηση τῆς εὐθύνης μας -λέγουν- «προτρεπόμεθα, ἵνα μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους» τῶν λατινικῶν αἱρέσεων. Καὶ τοὺς «ἐξωλησθήσαντας εἰς τὸν θεοστηγῆ Καθολικισμόν… συμβουλεύομεν ἵνα ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν …ὀρθοδοξίαν, μεταμεληθέντες…».

Ἀλλὰ ἂς δοῦμε καὶ τὸ καθοριστικό κείμενο τοῦ Μ. Βασιλείου, ποὺ ξεκινώντας ἀπὸ τὸ ὡς ἄνω χωρίο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁρίζει τί ἐννοοῦμε καὶ τί εἶναι "κοινωνία".

Ὁ Μ. Βασίλειος θεωρεῖ ὅτι συνεργάζεται καὶ «κοινωνεῖ» κανεὶς μὲ κάποιον κατὰ τρεῖς τρόπους.
Πρῶτον, ὅταν συμμετέχει στὸ ἴδιο ἔργο: «Κατὰ τὸ ἔργον, ὅταν ἀλλήλοις ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ συλλαμβάνωνται πρὸς τὴν ἐνέργειαν».
Δεύτερον, ὅταν κάποιος δὲν συμμετέχει μέν, ἀλλὰ ἀποδέχεται τὴν γνώμη ἐκείνου ποὺ ἐνεργεῖ κάποιο ἔργο, καὶ τότε κοινωνεῖ: «Κατὰ δὲ γνώμην, ὅταν συγκατάθηταί τις τῇ διαθέσει τοῦ ποιοῦντος, καὶ συναρεσθῇ».
Τρίτον·  ὑπάρχει, λέγει, κι ἕνας ἀκόμα τρόπος κοινωνίας, ποὺ πολλοὶ δὲν τὸν ἀντιλαμβάνονται, ἀλλὰ μᾶς τὸ ὑποδεικνύει ἡ Ἁγία Γραφή. Λογίζεται, δηλαδή, ὅτι κοινωνεῖ κανεὶς μὲ τὸ κακὸ καὶ τὴν αἵρεση, ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση πού, ναὶ μὲν δὲν συνεργάζεται, ναὶ μὲν δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν κακὸ ποὺ διαπράττεται καὶ τὴν αἵρεση ποὺ διδάσκεται ἀπὸ τὸν αἱρετικό, ἀλλ’ ὅμως, ἐνῶ γνωρίζει τὸ κακὸ ποὺ γίνεται, ἐφησυχάζει, καὶ δὲν ἐλέγχει: «Ἑτέρα δὲ κοινωνία τοὺς πολλοὺς λανθάνουσα ἐμφαίνεται τῇ ἀκριβολογίᾳ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς· ὅταν μήτε συνεργασάμενος, μήτε συγκαταθέμενος τῇ διαθέσει, γνοὺς δὲ τὴν κακίαν τῆς γνώμης ἀφ' ἧς ποιεῖ, ἐφησυχάσῃ, καὶ μὴ ἐλέγξῃ».
Ἀλλὰ στὸ τέλος διακρίνει καὶ μιὰ ἄλλη περίπτωση «μὴ κοινωνίας» ὅμως ἐδῶ. Αὐτὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ συμβαίνει, ὅταν κάποιος συνεργάζεται μὲν μὲ κάποιον ποὺ φαίνεται ὅτι κάνει κάτι καλό, χωρὶς νὰ γνωρίζει ὅμως ὅτι αὐτός, ὁ φαινομενικὰ καλός, δὲν ἔχει καλὴ διάθεση καὶ καλὸ σκοπό. «Ὁ δὲ συνεργαζόμενος μέν τινι τὸ ἀγαθὸν ἀγαθῇ γνώμῃ, ἀγνοῶν δὲ αὐτοῦ τὴν κακίαν τῆς τε διαθέσεως καὶ τοῦ σκοποῦ, οὐκ ἐν τῷ συνεργάζεσθαι ἔγκλημα ἕξει κοινωνίας, ἀλλ' ἐν τῷ κεχωρίσθαι τῆς τοῦ ἀλλοτρίου διαθέσεως, φυλάσσειν δὲ ἑαυτὸν ἐν τῷ κανόνι τῆς πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπης» (Μ. Βασιλείου, Περὶ βαπτίσματος, Λόγος δεύτερος, ἐρώτησις Θ΄. Εἰ χρὴ συγκοινωνεῖν τοῖς παρανομοῦσιν, ἦ τοῖς ἀκάρποις ἔργοις τοῦ σκότους, κἂν μὴ ὦσι τῶν ἐμοὶ πιστευθέντων οἱ τοιοῦτοι).
 Καὶ τὸ ἐρώτημα: Ὅσοι συγκοινωνοῦν, συνεργάζονται, ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικὰ μὲ τοὺς ἐγχώριους Οἰκουμενιστὲς Μητροπολίτες, δὲν γνωρίζουν τὶς διαθέσεις τους;
Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος, εἶχε Διακόψει τὴν κοινωνία, εἶχε ἀποτειχιστεῖ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Ἀρειανούς, ποὺ εἶχαν καθαιρεθεῖ ἀπὸ Σύνοδο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς Πνευματομάχους, ποὺ δὲν εἶχαν ἀκόμα καταδικασθεῖ καὶ καθαιρεθεῖ καὶ αὐτὸ πρότεινε, καὶ ἐπαινοῦσε τὸ λαὸ ποὺ εἶχε ἀποτειχισθεῖ! Ἄλλοτε ἔλεγε γιὰ ὅσους κήρυτταν κακοδοξίες αἱρετικούς (καταδικασμένους καὶ μὴ καταδικασμένους):
«Οὐδ’ ἂν πρὸς ὥραν αὐτῶν ἐπεδεξάμεθα τὴν συνάφειαν, εἰ σκάζοντας (χωλαίνοντας) περὶ τὴν Πίστιν εὕρομεν» (P.G. 32,992-994), καὶ «Οἵτινες τὴν ὑγιᾶ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι, τοὺς τοιούτους, εἰ μετὰ παραγγελίαν μὴ ἀποστῶσιν, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν» (Εἰς ἁγ. Μάρκου Ἐφέσου, Ὁμολογία, CFDS, Ser. A. τόμ. Χ, fasc. II, σελ. 133 (24-28)..

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος συμβουλεύει (χωρὶς νὰ κάνει διάκριση -ὅπως φαίνεται στὸ κείμενό του- σὲ καταδικασμένους ἢ μὴ καταδικασμένους αἱρετικούς): «Ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν... Εἰ δέ τις προσποιεῖται μὲν ὁμολογεῖν ὀρθὴν πίστιν, φαίνεται δὲ κοινωνῶν ἐκείνοις, τὸν τοιοῦτον προτρέψασθε ἀπέχεσθαι τῆς τοιαύτης συνηθείας· καὶ ἐὰν μὲν ἐπαγγέλληται, ἔχετε τὸν τοιοῦτον ὡς ἀδελφόν· ἐὰν δὲ φιλονείκως ἐπιμένῃ, τὸν τοιοῦτον παραιτεῖσθε. Οὕτω γὰρ διατελοῦντες καθαρὰν τὴν πίστιν διατηρήσετε» (P.G. 26,1188Β).
Π.Σ.

Γιὰ τὶς θέσεις τοῦ αὐτὲς τοῦ Μ. Βασιλείου δεῖτε καὶ ἕνα τμῆμα ἀπὸ παλαιότερη ἀνάρτηση μὲ τίτλο: «Αἱ προσπάθειαι τοῦ Μ. Βασιλείου περὶ τῆς κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν», τοῦ  καθηγητοῦ Π. Χρήστου (Ὁλόκληρη ἐδῶ)

Τὸ ἄρθρο αὐτὸ ἔχει δημοσιευθεῖ στὸ «apostoliki-diakonia.gr».
Ἐκτὸς τῶν ἄλλων σημαντικῶν στοιχείων ποὺ περιέχει, παρουσιάζει καὶ κάποιες ἀπὸ τὶς ἀποτειχίσεις τοῦ Μ. Βασιλείου, τὶς ὁποῖες, φυσικά, πραγματοποίησε πρὸ συνοδικῆς καταδίκης τῶν αἱρετικῶν –διαχρονικὴ πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία συνοψίζει καὶ ὁ ΙΕ΄ κανόνας.
Τὸ ὑπενθυμίζουμε σ’ αὐτοὺς ποὺ περιμένουν οἱ ἴδιοι οἱ Οἰκουμενιστὲς (πατρ. Βαρθολομαῖος, Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος, Σερβίας Εἰρηναῖος, μετὰ τῶν Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα, Δημητριάδος Ἰγνάτιο, Μεσσηνίας Χρυσόστομο κ.λπ.) νὰ συγκαλέσουν Σύνοδο καὶ νὰ ...ἀνακηρύξουν τοὺς ἑαυτούς τους οἱ ἴδιοι ὡς αἱρετικούς!
   Τὸ ὑπενθυμίζουμε, δηλαδή, στοὺς ἀντι-Οἰκουμενιστές (καὶ ὅσους αὐτοὶ ἐπηρεάζουν), οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἀφελείᾳ τους περιμένουν, νὰ γίνει πρῶτα ἡ ἀποκήρυξη τῶν παναιρετικῶν Οἰκουμενιστῶν ἀπὸ Σύνοδο καὶ  τ ό τ ε  νὰ διακόψουν τὴν μετ’ αὐτῶν ἐπι-κοινωνία!!!
Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἄρθρο:
* «Δια τον αρχιεπίσκοπον της Καισαρείας η κοινωνία δεν είναι απλή λέξις, αλλά κατάστασις υπάρξεως του εκκλησιαστικού οργανισμού ως σώματος του Χριστού και έδρας του Αγίου Πνεύματος, είναι κατηγορία της Εκκλησίας».
* «Εφ' όσον ο Χριστός ως κεφαλή είναι εἷς, μία είναι και η Εκκλησία ως σώμα αυτού. Το δε σώμα δεν είναι δυνατόν να ευρίσκεται εις κατάστασιν διασπάσεως...
Η Εκκλησία αποτελεί επίσης την κοινότητα του Αγίου Πνεύματος, καθ' όσον είναι το κατ' εξοχήν πεδίον ενεργείας αυτού».
* «Η αίρεσις διαταράσσει την ενότητα και την ειρήνην της Εκκλησίας. Φυσικά δεν την διασπά, αλλ' αποσπά μέλη, τα οποία τότε χάνουν τον θεανθρώπινον χαρακτήρα των...
...ἐπί μέρους τμήματα της Εκκλησίας ήσαν αι αυτοτελείς επισκοπαί, η δε ενότης αυτής κατά τας εγκοσμίους σχέσεις της εξεφράζετο δια της επικοινωνίας των επισκόπων μεταξύ των· τούτο είναι ό,τι συνήθως καλούμεν κοινωνίαν των Εκκλησιών.
* Ὁ Μ. Βασίλειος «διέκρινε μεταξύ κοινωνίας αγάπης και κοινωνίας πίστεως..., η ορθή πίστις είναι το θεμέλιον της κοινωνίας και η κοινωνία με τους ορθοδόξους σημαίνει τοποθέτησιν εις την μερίδα των δικαίων κατά την ημέραν της κρίσεως».
* «Η κοινωνία με τους αιρετικοὺς είναι ανεπίτρεπτος. Η ομολογία των Πατέρων τούτων, διατυπωθείσα δι' ενεργείας του Αγίου Πνεύματος επ' αυτούς, αποτελεί γνησίαν έκφρασιν της χριστιανικής διδασκαλίας και η αποδοχή της εν συνόλω, χωρίς παράλειψιν ούτε λέξεως, είναι θεμελιώδες καθήκον παντός χριστιανού, πολύ δε περισσότερον του επισκόπου. Είναι δε ως ελέχθη, ανεπίτρεπτος η κοινωνία με τους αθετούντας εν όλω ή εν μέρει την ομολογίαν αυτήν, διότι η αθέτησις θέτει αυτομάτως εκτός Εκκλησίας».
* «Δια τούτο ο Βασίλειος, όταν παρενεβάλλετο παρεκτροπή εις την πίστιν, δεν εδίσταζε να διάσπαση παλαιάς φιλίας. Συνεδέετο από της νεανικής του ηλικίας, και μάλιστα οικογενειακώς, με τον Ευστάθιον Σεβαστείας, τον οποίον επηρέαζε σοβαρώς εις τα φρονήματα επί τίνα χρόνον, ενώ ο ίδιος επηρεάζετο από αυτόν εις τα θέματα του μοναχικού βίου. Αι υποδείξεις πολλών ομοφρόνων του περί υπόπτων φρονημάτων αυτού δεν ήρκεσαν δια να τον οδηγήσουν εις μεταβολήν αισθημάτων. Όταν όμως επείσθη ότι πράγματι ο Ευστάθιος ηκολούθει αιρετικήν γραμμήν, δεν εδίστασε να διακόψη πάσαν επαφήν μαζί του».
«Η αλήθεια είναι υπεράνω πάσης φιλίας. “Δεν αγνοείς πόσον μεγάλην έκτίμησιν είχομεν προς αυτούς (δηλαδή τον Ευστάθιον και τους οπαδούς του) όσον χρόνον ήσαν με το μέρος της υγιούς μερίδος. Τώρα όμως θα μας συγχωρεθή να μη ακολουθούμεν αυτούς, αλλά και να αποφεύγωμεν τους έχοντας το ίδιον με αυτούς φρόνημα, εφ ' όσον δεν υπάρχει τίποτε το οποίον να θεωρούμεν προτιμότερον από την αλήθειαν και την σωτηρία μας”».
* «Η κοινωνία είναι αγαθόν το οποίον προσφέρεται και λαμβάνεται κατά την συμφωνίαν της ορθοδόξου πίστεως. Όθεν άπομάκρυνσις ενός επισκόπου από την ορθοδοξίαν συνεπάγεται διακοπήν της κοινωνίας από τους άλλους και αντιστρόφως δε επάνοδος ενός επισκόπου από την αίρεσιν εις την ορθοδοξίαν συνεπάγεται απόδοσιν της κοινωνίας».
* «Μία από τας οδυνηροτέρας πρώιμους εμπειρίας του Βασιλείου ήτο η περιπλοκή των σχέσεων του με τον επίσκοπον Καισαρείας, Διάνιον, ο οποίος τον εβάπτισε και τον εχειροτόνησεν εις διάκονον. Γράφων προς τον Βοσπόριον, ομολογεί ότι είχε διακόψει την κοινωνίαν με τον Διάνιον, το έτος 361, και είχε φύγει εις την ερημίαν του Πόντου. Έπραξε δε τούτο δια τον λόγον ότι εκείνος είχεν υπογράψει ομολογίαν πίστεως την οποίαν έφεραν οι περί τον Γεώργιον Λαοδικείας και η οποία ήτο πράγματι σύμβολον της συνόδου Κωνσταντινουπόλεως (360.