Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

ΤO ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστῖνο Καντιώτη


Ο ΚΥΡΙΟΣΚυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 17,12-19)

ΤO ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

«Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;» (Λουκ. 17,17)

Ὁ δεσπότης, ἀγαπητοί μου, ἦρθε σήμερα στὸ ναό σας νὰ κάνῃ ἕνα παράπονο. Ποιός δε­σπότης; Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸς εἶν᾿ ὁ ἀφέντης μας, στὰ χέρια του εἶνε ὅλα. Καὶ τί παράπονο ἔχει ὁ Χριστὸς μ᾿ ἐμᾶς; θὰ πῆτε. Ἐμένα ρωτᾶτε; Ἀκούσατε τὸ εὐαγγέλιο. Τὸ παράπονο τοῦ Χριστοῦ ἀ­κούγεται σήμερα ἐκεῖ. Γιὰ σᾶς μιλάει, ὄχι γιὰ ἄλλον. Τί λέει λοιπὸν τὸ εὐαγγέλιο; Ποιό εἶνε τὸ παράπονο τοῦ Χριστοῦ;

* * *

Λέει, ὅτι σὲ κάποιο μέρος ἔξω ἀπὸ ἕνα χωριό, μέσα σὲ μιὰ σπηλιά, χειμῶνα – καλοκαίρι ζοῦσαν δέκα δυστυχισμένοι ἄνθρωποι. Ἦταν ἄρρωστοι. Μόλις εἶδαν τὸ Χριστὸ νὰ περνάῃ, ἄρχισαν ἀπὸ μακριὰ νὰ φωνάζουν, νὰ ζητοῦν τὴ βοήθειά του. Γιατί ἀπὸ μακριά; Διότι ἡ ἀρ­ρώστια τους ἦταν ἄσχημη, κολλητική, ἐπικίνδυνη καὶ τὴν ἐποχὴ
ἐκείνη ἀθεράπευτη (μόνο τὰ νεώτερα χρόνια βρέθηκε φάρμακο καὶ θεραπεύεται). Εἶχαν λέπρα. Τὸ κορμί τους γέμι­ζε σπυριὰ καὶ πληγές, κάτι σὰν τὰ λέπια τοῦ ψαριοῦ, σὰν τὴν ψώρα. Ὅλη νύχτα δὲν μποροῦ­σαν νὰ κοιμηθοῦν. Ἔπαιρναν κεραμίδια καὶ πέ­τρες κ᾿ ἔξυναν τὸ δέρμα. Σάπιζαν οἱ μύτες καὶ τ᾿ αὐτιά, ἔπεφταν οἱ σάρκες. Κάτι φοβερό.
Ἕνας λεπρὸς ἔφτανε νὰ μολύνῃ ὁλόκληρο χωριό. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς λεπροὺς τοὺς ἀπομάκραι­ναν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τοὺς μάζευαν ὅλους σ᾿ ἕνα μέρος. Τέτοιος τόπος ἦταν ἡ Σπιναλόγγα, ἕνα ἐρημονήσι στὰ βόρεια τῆς Κρήτης, ὅπου δὲν ἐπιτρεπόταν κανεὶς νὰ πλησιάσῃ. Ἔτσι καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ. Τοὺς κρατοῦσαν μα­κριά, τοὺς κρεμοῦσαν καὶ κουδούνια στὸ λαιμό, ὅπως στὰ ζῷα, γιὰ ν᾿ ἀκοῦνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ φεύγουν. Οὔτε ἡ γυναίκα τους οὔτε τὸ παι­δί τους οὔτε ἄλλος τοὺς πλησίαζε. Ζοῦσαν σὰν τ᾿ ἀγρίμια μέσ᾿ στὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια.
Ἀπελπισμένοι λοιπὸν ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους οἱ δέκα λεπροί, ὅταν εἶδαν τὸ Χριστὸ μὲ τοὺς μαθητάς του, ἄρχισαν νὰ φωνάζουν μὲ ὅλη τὴ δύναμί τους· «Ἐπιστάτα», ἀφέντη, σῶσε μας (Λουκ. 17,13). Εἶχαν ἀκούσει γιὰ τὰ θαύματά του καὶ πίστευαν ὅτι μπορεῖ νὰ κάνῃ κι αὐτοὺς καλά. Καὶ ὁ Χριστός; Τοὺς θεράπευσε ἀμέσως; Ὄχι. Τοὺς εἶπε· «Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι» (ἔ.ἀ. 17,14). Θέλετε νὰ γίνετε καλά; πη­γαίνετε στοὺς παπᾶδες. Ἀκοῦτε; Κάτι καφε­νόβιοι ποὺ παίζουν πρέφα ἀκοῦς καὶ λένε· «Ἄλ­λο ὁ Χριστός, ἄλλο οἱ παπᾶδες· ἐγὼ πιστεύω τὸ Χριστό, μὲ παπᾶδες ὅμως δὲν ἔχω σχέσι…». Εἶνε ἀνώτεροι αὐτοὶ ἀπὸ τὸ Χριστό; Ἐδῶ ὅμως ὁ Χριστός, ὅταν τοῦ ζήτησαν βοήθεια οἱ λεπροί, δὲν τοὺς θεραπεύει ἀμέσως, ἀλλὰ τοὺς λέει νὰ πᾶνε στοὺς ἱερεῖς.
Γιατί τὸ εἶπε αὐτὸ ὁ Χριστός; Γιὰ τρεῖς λόγους. Πρῶτον γιὰ νὰ δοκιμάσῃ τὴν πίστι τους. Γιατὶ μποροῦσαν νὰ ποῦν· Ἐμεῖς ζητήσαμε τὴ δική σου βοήθεια, ὄχι τῶν ἱερέων. Δεύτερον τὸ εἶπε, γιὰ νὰ δείξῃ ὅτι τιμᾷ τοὺς ἱερεῖς· μᾶς διδάσκει ἔτσι, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ Ἐκκλη­σία χωρὶς ἱερεῖς. Καὶ τρίτον τὸ εἶπε, διότι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη αὐτοὶ ἐκτελοῦσαν δημοσία ὑπη­ρεσία· ὅπως σήμερα ἐκδίδουν πιστοποιητικά, ἔτσι καὶ τότε οἱ ἱερεῖς ἦταν σὰν γιατροὶ καὶ πιστοποιοῦσαν ἂν κάποιος εἶνε καλὰ ἢ ὄχι. Ἔτσι αὐτοὶ θὰ βεβαιώσουν τώρα τὴ θεραπεία τῶν λεπρῶν καὶ θὰ εἶνε μάρτυρες ποὺ θὰ βεβαιώσουν τὸ θαῦμα τοῦ Χριστοῦ.
Τρέξτε στοὺς ἱερεῖς, εἶπε ὁ Χριστός. Κι αὐ­τοὶ χωρὶς ἀντίρρησι ὑπήκουσαν. Καὶ πηγαίνον­τας ἔγινε τὸ θαῦμα. Τὸ δέρμα τους καθάρισε, ἔ­γινε σὰν βελοῦδο, ἔφυγαν ὅλες οἱ πληγές.
Ὅταν τώρα εἶδαν ὅτι θεραπεύθηκαν, τί ἔ­πρεπε νὰ κάνουν οἱ δέκα αὐτοί; Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς τοὺς ἔκανε καλά, θά ᾿πρεπε νὰ γυρίσουν νὰ τὸν εὐχαριστήσουν. Τό ᾿καναν; Ὄχι. Μόλις ἔγιναν καλά, φτερὰ στὰ πόδια· νὰ πᾶνε – ποῦ; Ἄλλος στὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά του, ἄλ­λος στοὺς γονεῖς του, ἄλλος στὸ χωράφι του, ἄλ­λος στὸ μαγαζί του· κανείς δὲν εἶπε εὐχαριστῶ.
Ἕνας μόνο ἀπὸ τοὺς δέκα –κι αὐτὸς ὄχι Ἰσραηλίτης ἀλλὰ Σαμαρείτης, ἀλλογενὴς δηλαδὴ καὶ ἀλλόπιστος– γύρισε δοξάζοντας τὸ Θεό. Γονάτισε μπροστὰ στὸ Χριστὸ καὶ τὸν εὐ­χαριστοῦσε. Τότε ὁ Χριστὸς εἶπε τὸ παράπονό του – κ᾿ εἶνε μία ἀπ᾿ τὶς λίγες φορὲς ποὺ πα­ραπονέθηκε ὁ Κύριος. «Ἐγώ», λέει, «δέκα θε­ράπευσα· οἱ ἐννέα ὅμως ποῦ εἶνε; δὲν γύρισαν νὰ εὐχαριστήσουν τὸ Θεό, παρὰ μόνο αὐ­τὸς ὁ ξένος; Αὐτὸ εἶνε τὸ παράπονό του.

* * *

Σήμερα τὸ παράπονο τοῦ Χριστοῦ εἶνε πιὸ μεγάλο. Διότι ἐμεῖς εἴμαστε χειρότεροι ἀπὸ τοὺς λεπροὺς ποὺ θεραπεύθηκαν.
–Σ᾿ αὐτούς, θὰ πῇς, ἔκανε καλὸ ὁ Χριστός, τοὺς θεράπευσε· σ᾿ ἐμένα τί καλὸ ἔκανε;
Δὲν ντρέπεσαι νὰ τὸ λὲς αὐτό; Τί καλὸ σοῦ ἔκανε ὁ Χριστός; Σοῦ ἔκανε πιὸ μεγάλο καλὸ ἀπ᾿ ὅ,τι στοὺς λεπρούς. Γιατὶ ὅ,τι ἔχεις τοῦ Χρι­στοῦ εἶνε. Ὁ ἀέρας, τὸ νεράκι, τὸ ψωμί, τὰ λου­λούδια, οἱ καρποὶ τῶν δέντρων, τὰ ζῷα, ὁ ἥλιος, ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ ἔχεις, ἡ πα­τρίδα ποὺ ζῇς, τοῦ Χριστοῦ δῶρα εἶνε. Γιά δεῖ­ξε μου ἔχεις τίποτα δικό σου; Τὸ μόνο δικό μας εἶνε οἱ ἁμαρτίες. Αὐτὲς εἶνε ἡ «λέπρα» μας. Καὶ θά ᾿πρεπε γι᾿ αὐτὲς ν᾿ ἀνοίξῃ ἡ γῆ νὰ μᾶς καταπιῇ· γιατὶ φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό. Καὶ δὲν φτάνει ποὺ εἴμαστε παραβάται τῶν ἐντολῶν του, εἴμα­στε καὶ ἀχάριστοι ἔναν­τι τῶν εὐεργεσιῶν του.
Οἱ λεγόμενοι Χριστιανοὶ γίναμε χειρότεροι ἀπ᾿ ὅλους. Οἱ ξένοι, οἱ «Σαμαρεῖται», οἱ ἀλλογενεῖς καὶ ἀλλόθρησκοι, εἶνε συνεπέστεροι μὲ τὴν πίστι τους· οἱ Τοῦρκοι Παρασκευὴ δὲν δουλεύουν, τρέχουν στὰ τζαμιά τους· οἱ Ἑ­βραῖοι τὸ Σάββατο ἔχουν ἀργία, εἶνε ὅλοι στὶς χάβρες τους· οἱ ἄγριοι στὴν Ἀφρικὴ λατρεύουν κι αὐτοὶ τοὺς θεούς των. Ἐμεῖς γίναμε χει­ρότεροι κι ἀπὸ Τούρκους κι ἀπὸ Ἑβραίους κι ἀπὸ τοὺς ἀγρίους, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὰ ζῷα καὶ τὰ θηρία ἀκόμα. Ἕνα σκύλο ἔχεις, τοῦ πετᾷς ἕνα κόκκαλο καὶ κουνάει τὴν οὐρά του, σὰ νὰ λέῃ «σ᾿ εὐχαριστῶ, ἀφέντη»· κι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ μπουκιὰ στὸ στόμα βλαστημάει τὸ Θεό. Σὰν λυσσασμένο σκυλί· διότι μόνο τὸ λυσσασμένο σκυλὶ δὲν γνωρίζει τὸν ἀφέντη του καὶ τὸν δαγκώνει. Ὑπάρχουν πολλὲς ἱστορίες γιὰ τὰ ζῷα. Λένε, ὅτι ἕνας χωριάτης ἄκουσε μιὰ μέρα μέσ᾿ στὸ δάσος μουγκρητό· μούγκριζε ἕνα λιοντάρι, ἀλλὰ σὰν κλαμένο. Πλησιάζει, τί νὰ δῇ; Τὸ λιοντάρι εἶχε πατήσει ἕνα ἀγκάθι, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ βγάλῃ καὶ πονοῦσε. Πλησίασε μὲ φόβο καὶ τοῦ ᾿βγαλε τὸ ἀγκάθι ἀπὸ τὸ πό­δι προσεκτικά. Τὸ λιοντάρι τοῦ ἔγλειφε τὰ χέρια, κι ἀπὸ τότε τὸν ἀκολουθοῦσε σὰν χωροφύλακας. Δὲν εἶνε παραμύθι αὐτό. Καὶ τὰ ἄγρια θηρία δείχνουν εὐγνωμοσύνη. Ἐμεῖς γίναμε χειρότεροι κι ἀπὸ τὰ ζῷα.

* * *

Ποιό εἶνε, λοιπόν, τὸ παράπονο τοῦ Χριστοῦ; Ὅτι λίγοι ἐκκλησιάζονται. Οἱ ἄλλοι ποῦ εἶνε; Ξέρω ποῦ εἶνε· ἄλλοι περιμένουν πότε θ᾿ ἀνοίξῃ τὸ καφενεῖο, ἄλλοι ἀνεβαίνουν στὰ τρακτὲρ καὶ πᾶνε στὶς δουλειές τους, ἄλλοι παίρνουν τὸ ὅπλο καὶ πᾶνε γιὰ κυνήγι, κι ἄλ­λοι δεξιὰ – ἀριστερά. Ἔτσι δὲν ἔρχονται στὴν ἐκκλησία νὰ ποῦν εὐχαριστῶ στὸ Χριστό. Ἔτσι καὶ ἡ Κυριακὴ δὲν τιμᾶται. Ἂν ἤμουν κυβερνή­της, –μὴ φανῇ παράξενο– θὰ καταργοῦσα τὴν Κυριακή! Διότι τότε γίνονται τὰ πιὸ πολλὰ ἐγκλήματα. Ρωτῆστε τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὴν ἀστυνομία. Ἡ Κυριακὴ στάζει αἷμα! Ἂν πρόκειται λοιπὸν τὴν Κυριακὴ νὰ βγάζουμε τὰ μάτια μας, προτιμότερο νὰ καταργηθῇ. Καὶ θὰ τὴν καταργήσῃ ὁ Θεός. Κάπου – κάπου θὰ μείνουν μερικοὶ ποὺ θὰ ἐκκλησιάζωνται. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεὸς ἀπὸ τὶς ἐκκλησιές μας! Ἔχει ἐκκλησιὰ μεγάλη τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄ­στρα. Τί νὰ περιμένῃ ἀπὸ μᾶς τὰ σκουλήκια; Κι ἅμα ἐμεῖς δὲν πᾶμε στὴν ἐκκλησιά, ἔχει τίποτα νὰ ζημιωθῇ; Ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι τὸν ὑμνοῦν καὶ τὸν λατρεύουν. Ὅλες οἱ βλαστήμιες τῶν ἀπίστων δὲν φτάνουν νὰ σβήσουν τὴν Θεότητα· θὰ ὑπάρχῃ.
Ὑπάρχει Χριστός, ὑπάρχει Παναγία, ὑπάρχουν ἅγιοι, ὑπάρχει ψυχή, ὑπάρχει παράδεισος, ὑπάρχει κόλασις. Νὰ τὰ πιστεύετε αὐτά. Φράξτε τ᾿ αὐτιά σας μὲ βουλοκέρι νὰ μὴν ἀ­κοῦτε τοὺς ἀθέους. Καὶ ἂν ἐμεῖς οἱ ἀχάριστοι ἀρνηθοῦμε τὸ Χριστό, κι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ πατοῦμε θὰ φωνάξουν «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).
Αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω νὰ τὰ κάνετε. Στὸ σπίτι ὅ­ταν πᾶτε, νὰ μὴν τρῶτε ψωμὶ ἐὰν δὲν πῆτε τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Ἅμα βραδιάσῃ, νὰ μὴν πέφτε­τε στὰ κρεβάτια τὰ ἀντρόγυνα χωρὶς προσευ­χή. Ἅμα ξημερώσῃ, ξεκινῆστε πάλι μὲ προσ­ευχή. Ἂν πᾶτε γιὰ δουλειά, νὰ σταυρώνετε τὰ χωράφια σας. Σπέρνετε, προσευχή. Θερίζετε, προσευχή. Μπαίνει χειμώνας, προσευχή. Νυχτώνει, προσευχή. Τὰ μεσάνυχτα, προσευχή. Παντοῦ στὸ Θεό. Μόνο ἔτσι θὰ σωθοῦμε.
Ὁ δὲ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ πρεσβει­ῶν τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων ἂς ἐ­λεήσῃ ὅλους μας.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Νικολάου Ἀμμοχωρίου – Φλωρίνης 21-1-1973)