Τρίτη, 4 Μαΐου 2021

Ἐπάνω σε ὅλους τους τάφους γράφεται «ἐνθάδε κεῖται», μόνο στόν τάφο του Χριστού γράφεται εκείνο που είπε ο άγγελος «οὐκ ἐστίν ὧδε»

 

 Στην Ανάστασι του Κυρίου στηρίζονται οι μεγάλες ἀλήθειες της πίστεως π.χ.· η ἁγιότης & αναμαρτησία του Κυ­ρίου, η αποτελεσματικότης της θυσίας του, η ελ­πίδα των πενθούντων, η αισιοδοξία για τη νίκη της αρετής & της αληθείας, η παρηγορία κάθε αμαρτωλου· ο Ἀναστάς εκ νεκρῶν εἶναι «ο ­τοις πεσοῦσι παρέχων ανάστασιν»

 Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΗ΄

Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2378

Ανετειλε ο Ηλιος!

«Καὶ λίαν πρωὶ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου» (Μᾶρκ. 16,2)

Αγιος ΤαφοςἊς πᾶμε, ἀγαπητοί μου, νοερὰ στὸ Γολγοθᾶ, ἐκεῖ ποὺ ἔγινε τὸ φρικτότερο ἔγ­κλη­μα. Μέσα στὸ ἔκτακτο τρίωρο σκοτάδι ἀ­κούγεται ἡ συγκλονιστικὴ φωνὴ τοῦ Ἐσταυρωμένου «Ἠ­λὶ ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί; …Θεέ μου Θεέ μου, ἱ­να­­τί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46) καὶ τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30). Σχίζεται τὸ κα­ταπέτα­σμα τοῦ ναοῦ, ἀνοίγουν τάφοι, ἀνασταί­­νον­ται νεκροί, σείεται ἡ γῆ. Κι αὐτοὶ οἱ ἀ­τρόμητοι ῾Ρωμαῖοι τρομά­­­ζουν. Ὁ ἑκατόν­ταρχος ὁμολογεῖ· «Ἀ­ληθῶς Θεοῦ υἱ­ὸς ἦν οὗτος» (Ματθ. 27,54). Ὁ Ἰησοῦς νεκρὸς στὸ σταυ­ρό. Ὁ Ἰω­σὴφ ἀποκα­θηλώνει τὸ σῶμα καὶ μὲ τὸ Νικόδημο τὸ ἐν­ταφιάζουν, ἐνῷ ὁ ἥ­λιος δύει.


Τώρα οἱ ἐχθροὶ θριαμβολογοῦν. Ἀρχιερεῖς, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι, σεῖς ποὺ πρωτοστα­τήσατε στὸ ἔγκλημα καὶ βάλατε τὸ λαὸ νὰ φωνά­ζῃ «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (Ἰω. 19,15), τώ­ρα ποὺ ἔφυγε ὁ φοβερὸς ἀντίπαλός σας, ἄν­τε στὰ σπίτια σας νὰ γιορτάσετε πάσχα. Ποιός μπορεῖ νὰ φανταστῇ τὴ χαρά τους! Τὸ θέμα τους θὰ εἶνε «ἐκεῖνος ὁ πλάνος» (Ματθ. 27,63). Δὲν θὰ ξανα­πῇ «Οὐαί…» (ἔ.ἀ. 23,13 κ.ἑ.) καὶ μὲ τὸ φραγγέλλιο «Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπο­ρίου» (Ἰω. 2,16). Ἔχουν ὅμως κ᾽ ἕνα φόβο μήπως ἀ­ναστη­θῇ, ὅπως εἶπε· ζητοῦν ἀπ᾽ τὸν Πιλᾶτο νὰ σφρα­­γίσῃ τὸν τάφο, κι ἀναλαμβάνει τὴ φρούρησι κουστωδία. Ὁ τάφος τώρα ἀπλησίαστος.
Καὶ οἱ μαθηταὶ τί κάνουν; Κρύβονται. Μπορεῖτε νὰ φανταστῆτε τὴν ψυχολογική τους κα­τάστασι; Εἶχαν ἀνταποκριθῆ στὴν πρόσκλησι τοῦ Ἰησοῦ «Ἀκολούθει μοι» (Ματθ. 8,22· 9,9 κ.ἀ.) κι ἄ­φησαν τὰ πάντα μὲ τὴν ἐλπίδα «ὅτι αὐτός ἐ­στιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ» (Λουκ. 24,21).

Τώρα νιώθουν ἀπογοήτευσι, εἶνε κοπάδι ποὺ ὁ τσοπᾶνος του σκοτώθηκε. Ὅλες οἱ ἐλ­πίδες τους ἔχουν διαψευσθῆ, κι αὐτοὶ περίτρομοι ἔ­χουν ἐξαφανιστῆ. Θά ᾽θελαν νὰ λησμονηθοῦν, νὰ περάσῃ τοῦτος ὁ ἀνεμοστρόβιλος γύρω ἀπ᾽ τὸ πρόσωπο τοῦ Διδασκάλου τους. Κ᾽ ἔπει­τα; Ποῦ θὰ πήγαιναν; Νὰ γυρίσουν στὰ χωριά τους; Μὰ ἦταν εὔκολο; Ξέρουμε μὲ τί ντροπὴ γυρίζει στὸ χωριό του ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἀπέτυχε στὰ σχέδιά του, τί εἰρωνεῖ­ες καὶ σχόλια ἀκούει. Ἦ­ταν ὅμως ἀναγκασμέ­νοι νὰ γυρίσουν στὶς παλιὲς ἀσχολίες τους. Θὰ ζοῦσαν μὲ τὴν ἀνάμνη­σι τοῦ Διδασκάλου – αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ σβήσῃ, ἡ μελαγχολία πάντως θὰ δέσποζε στὴ ζωή τους· γιατὶ ἡ μάχη τοῦ Ἰησοῦ κατὰ τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων εἶχε καταλήξει σὲ ἧττα…

* * *

Σὲ ἧττα; Ὄχι, ἀδελφοί μου! Αὐτὸ ποὺ φαινόταν ἧττα μεταβλήθηκε σὲ θρίαμβο, θρίαμβο μοναδικό, αἰώνιο. Μέσα στὸ σκοτάδι τῆς ἀ­πογο­ητεύσεως, ποὺ ζοῦσαν οἱ μαθηταί, πέφτει φωτοβολίδα, ἀνάβει μιὰ ἐλπίδα. Ὑπῆρχε στοὺς ἰουδαίους συνήθεια, οἱ οἰκεῖοι τοῦ νεκροῦ τὶς πρῶτες τρεῖς ἡμέρες νὰ πηγαίνουν στὸν τάφο του. Ὁ τάφος τοῦ Ἰησοῦ θά ᾽πρεπε νὰ ἑλ­κύῃ πλήθη εὐεργετημένων, μὲ πρώτους τοὺς μαθητάς του· ἀλλὰ ὁ φόβος καὶ τὰ ἔκτακτα μέ­τρα τοὺς ἀπομάκρυναν. Ὅ,τι ὅμως δὲν τόλμη­σαν οἱ ἄντρες, τὸ τολμοῦν οἱ γυναῖκες, οἱ μυρο­­φόρες. Τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς ἀγοράζουν ἀρώμα­τα, τὸ Σάββατο περιμένουν, καὶ τὴν ἑπομένη τὸ πρωί, ποὺ γιὰ μᾶς εἶνε ἡ Κυρι­ακή, πολὺ νω­ρὶς στὸν ὄρθρο ξεκινοῦν γιὰ τὸ Γολγοθᾶ. Τίπο­τα δὲν τὶς φοβίζει· τὸ μόνο ποὺ τὶς ἀπασχολεῖ εἶνε πῶς θὰ μετακινηθῇ ἡ βαρειὰ πέτρα στὸν τάφο. Ἀλλ᾽ ὅταν φτάνουν ἐκεῖ, τί ἔκπληξι, ἡ πέ­τρα ἔχει μετακινηθῆ, ὁ τάφος εἶνε ἀνοιχτός! Τολμοῦν καὶ μπαίνουν, μὰ τὸ σῶ­μα τοῦ Κυρίου λείπει! Ποῦ εἶνε; ποιός τὸ πῆρε; τί συν­έβη; Ἡ σκέψι γιὰ ἀνάστασι δὲν περνάει ἀπ᾽ τὸ νοῦ τους. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ κατά­πληκτες ἀποροῦν, νά δύο ἄγγελοι σὰν ἄντρες μὲ στολὲς ποὺ ἀ­στρά­φτουν ἀπὸ φῶς, ἐμφανίζονται καὶ τοὺς λένε· «Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔ­στιν ὧδε, ἀλλ᾽ ἠγέρθη…» (Λουκ. 24,5-6 κ.ἑ.). Αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη». Γυναῖκες τ᾽ ἄκουσαν κι αὐτὲς πρῶτες τὸ μετέδωσαν, ἔγιναν «εὐ­αγγε­λίστριαι »(στιχηρ. Πάσχ.). Μεγάλη τιμὴ γι᾽ αὐτές.
Οἱ μυροφόρες τρέχουν καὶ λένε στοὺς μαθητάς, ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος. Μὰ αὐτοὶ –ἀπὸ θλῖ­ψι; ἀπὸ δυσπιστία; ἀπὸ λησμοσύνη;– θεωροῦν αὐτὰ ποὺ εἶπαν οἱ γυναῖκες φαντασία καὶ φλυ­αρία. Δύο ὅ­μως ἀπὸ αὐτούς, ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰω­άννης, μετὰ ἀπ᾽ ὅσα εἶπε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, ξεκινοῦν γιὰ τὸ μνημεῖο. Ὁ Ἰωάν­νης, πιὸ νέος, φτάνει πρῶτος, σκύβει, βλέπει τὰ ὀθόνια, ἀλλὰ δὲν μπαίνει. Ὅ­ταν ἔφτασε ὁ Πέτρος, μπῆκε καὶ «θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐ­τοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χω­ρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον» (Ἰω. 20,6-7). Τότε κι ὁ Ἰωάννης μπαίνει, βλέπει, θαυμάζει καὶ πιστεύει. Οἱ δύο ἄντρες γυρίζουν πίσω, ἀλλὰ ἡ Μαγδαληνὴ ποὺ τοὺς εἶχε ἀκολουθήσει μένει κλαίγοντας ἔξω ἀπὸ τὸν τάφο. Σκύβει νὰ δῇ μέσα καὶ βλέπει «δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς κα­θεζομένους ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσὶν ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ». Αὐτοὶ τῆς λένε· «Γύναι, τί κλαίεις;». Αὐ­τὴ ἀπαν­τᾷ· «Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔ­θηκαν αὐτόν». Γυρίζω πίσω, βλέπει κάποιον. Νο­μίζει ὅτι εἶνε ὁ κηπουρός, ἀλλὰ ἦ­ταν ὁ Ἰησοῦς. Ὅταν ἐκεῖνος τὴ φωνάζει μὲ τ᾽ ὄνομά της «Μαρία», ἀμέσως τὸν ἀναγνωρίζει· «῾Ραββου­νί, δι­δά­σκαλε», λέει καὶ πέφτει νὰ τὸν προσκυνή­σῃ φιλών­τας τὰ πόδια του. Ἐκεῖ­νος ὅ­­μως τῆς ἀ­παγορεύ­ει· «Μή μου ἅπτου». Κι αὐ­τή, ποὺ ἀξιώθηκε τώ­ρα καὶ νὰ τὸν δῇ, τρέχει στοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς λέει ὅτι «ἑώρακε τὸν Κύριον» (ἔ.ἀ. 20,11-18).
Τὴν ἴδια μέρα τὸ ἀπόγευμα ὁ ἀναστὰς ἐμ­φανίζεται καὶ σὲ δύο μαθητὰς ποὺ πορεύον­ται πρὸς Ἐμμαούς (βλ. Λουκ. 24,13-35). Καὶ γύρω στὴ δύ­σι τοῦ ἥλιου ἐμφανίζεται στοὺς μαθητὰς στὸ ὑπερῷο «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», τοὺς λέει «Εἰρήνη ὑμῖν», τοὺς δείχνει τὰ σημάδια τῶν πληγῶν στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά του, καὶ πείθονται ὅτι ἀναστήθηκε. «Ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον» (Ἰω. 20,19-20).

* * *

Εἴδαμε, ἀγαπητοί μου, σὲ τί ἀπογοήτευσι εἶ­χ­αν βυθιστῆ οἱ μαθηταὶ μετὰ τὴ σταύρωσι, τί φόβος καὶ τρόμος τοὺς εἶχε καταλάβει. Ἀλ­λὰ ξαφνικὰ ἡ ψυχική τους κατάστασι ἀλλάζει· τὴν ἀπογοήτευσι διαδέχεται ἡ ἐλπίδα, τὴ δειλία ἡ ἀνδρεία, τὸν φόβο τὸ θάρρος. Οἱ λαγοὶ ἔγιναν λέοντες, ἀψηφοῦν τὰ πάντα, μπροστὰ σὲ ἀρ­χὲς καὶ ἐξουσίες κηρύττουν τὸν ἀναστάντα Ἰ­ησοῦν Χριστόν. Ποιό λοιπὸν ἦταν ἐ­κεῖνο ποὺ τοὺς μετέβαλε; Ἀναμφιβόλως τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Τὸν εἶ­δαν τὸν ἄκουσαν, ἔνιωσαν τὴν παρουσία του. Πῆραν τὰ δῶρα του· τὴν εὐλογία, τὴν εἰρήνη, τὴ χαρά. Ἀρχίζοντας τὸ κήρυγμα τῆς πίστεως στὸ Χριστὸ ἔχουν βάσι ἀκλόνητη, βράχο ἄσειστο, τὴν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου. Χωρὶς τὴν Ἀνάστασι δὲν ἐξηγεῖται ἡ ἀλλαγή τους, ἡ δύναμι ποὺ ἀπέκτησαν. Ἂν ὑ­ποθέσουμε ὅτι δὲν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, τό­τε μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο ρωτᾶμε κ᾽ ἐ­μεῖς· Ὅσο ζοῦσε ἐκεῖνος αὐτοὶ ἦταν τόσο δει­λοί, κι ὅταν πέθανε ἔγιναν τόσο ἀνδρεῖοι καὶ ἀ­τρόμητοι; πῶς ἐξηγεῖται αὐτό; (βλ. Migne 61,36). Μεγάλοι ἄνδρες τῆς ἱστορίας, π.χ. ὁ Ναπολέων, ἐνθουσίαζαν τὰ πλήθη ὅσο ζοῦσαν, ἀλλ᾽ ὅταν πέθαιναν ἔπαυε πλέον ἡ ἐπιρροή τους.
Ἡ ἀνάστασι τοῦ Κυρίου εἶνε ἡ μόνη λογικὴ ἐξήγησι τῆς ἀλλοιώσεως τῶν μαθητῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπόδειξι τῆς θείας προελεύσεως τοῦ Χριστι­ανισμοῦ. Νά γιατί οἱ ἐχθροὶ τὴν πολεμοῦν μὲ τό­ση λύσσα. Γύρω ἀπὸ τὸν κενὸ τάφο συνεχίζεται ἡ μάχη τῆς ἀπιστίας κατὰ τῆς πίστεως. Ἡ Ἀνά­στασι εἶνε τὸ κέντρο, ἡ καρδιὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅπως λέει ἕνας ξένος συγγραφέας, ἐπά­νω σὲ ὅλους τοὺς τάφους γράφεται «ἐνθάδε κεῖται», μόνο στὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ γράφεται ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ ἄγγελος «οὐκ ἔστιν ὧδε». Αὐ­τὸ θὰ κηρύττεται ὡς «σύσσημον εἰς τοὺς αἰῶ­νας», ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ θεοφό­ρος (Migne 5,708)· εἶνε ἡ ἔνδοξη σημαία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Ἀνάστασι εἶνε τὸ κέντρο τοῦ κηρύγμα­τός μας, ἐκεῖ στηρίζονται οἱ μεγάλες ἀ­λήθειες τῆς πίστεως π.χ.· ἡ ἁγιότης καὶ ἀναμαρτησία τοῦ Κυ­ρίου, ἡ ἀποτελεσματικότης τῆς θυσίας του, ἡ ἐλ­πίδα τῶν πενθούντων, ἡ αἰσιοδοξία γιὰ τὴ νί­κη τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀληθείας, ἡ παρηγορία κάθε ἁμαρτωλοῦ· ὁ Ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν εἶνε «ὁ ­τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν» (κοντάκ.-οἶκ. Πάσχ.).
Ἕνας σεβάσμιος ἐργάτης τοῦ εὐαγγελίου συμβουλεύοντας ἕνα νεαρὸ ποὺ μόλις ἔβγαινε στὸ κήρυγμα, τοῦ ὑπενθύμισε τὰ λόγια τοῦ ἀ­ποστόλου Παύλου στὸν Τιμόθεο· «Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, …ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν…» (Β΄ Τιμ. 2,8-9). Διῶκτες τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης, διώκοντας τὸ Εὐαγγέλιο ἐπιχειρεῖτε νὰ θάψετε πάλι τὸ Χριστό. Παιδί μου, ἔλεγε σεβάσμιος ποιμένας παρηγορώντας νεαρό, ὅλο τὸ χῶμα τῆς γῆς δὲν φτάνει γιὰ νὰ θάψῃ τὴν ἀλήθεια· αὐτὴ σύν­τομα «ἀναστήσεται τριήμερος» (κοντάκ.-οἶκ. Μ. Σαβ.).
Ὁ Κύριος ἀναστήθηκε, ἀλλὰ ἐμεῖς πῶς νιώ­θουμε; Μήπως εἴμαστε νεκροί; (βλ. Ἀπ. 3,1). Μὴν ἀ­πελ­πιστοῦμε. Ἔχουμε βρά­χο νὰ πατήσουμε, ἄγ­κυρα νὰ πιαστοῦμε, φῶς καὶ Ἥλιο ποὺ ἀνέτει­λε ἀπὸ τὸν τάφο. Μὴ φοβώμαστε. Δεῦτε προσκυνήσωμεν αὐτῷ τῶν Βασιλεῖ τῶν αἰώνων.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

― ἀπὸ τὸ βιβλίον το[υ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου «Ἀκολούθει μοι» (1965), Ἀθῆναι 19893, σσ. 307-326
«Κυριακὴ» 2378/2021 Ἀνέτειλε ὁ Ἥλιος! (Μᾶρκ. 16,2)

 http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=87748