Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΕΜΠΤΗ 23 ΙΟΥΝΙΟΥ 2022


Ἡ Ἁγία Ἀγριππίνα ἡ Μάρτυς


Πλησθεῖσα δεινῶν τραυμάτων ἐκ τυμμάτων,
Πολλῶν μετέσχε στεμμάτων Ἀγριππῖνα.
Εἰκάδι θεινομένη τριτάτῃ θάνεν Ἀγριππῖνα.

Η Αγία Αγριππίνα, γεννήθηκε και μαρτύρησε στη Ρώμη. Από νεαρή ηλικία ανέπτυξε βαθύτατο χριστιανικό φρόνημα και αφοσιώθηκε στην υπηρεσία του Κυρίου και Λυτρωτού της. Για το λόγο αυτό διέθεσε όλη της την περιουσία για την ανακούφιση των πτωχών και τη θεραπεία των ασθενών. Για την αγάπη του ουράνιου Νυμφίου της, απέφυγε το γάμο και προτίμησε να γίνει νύμφη του Χριστού. Όσες δε φορές είχε ανάγκη, η εκκλησία της Ρώμης, η Αγριππίνα έτρεχε πρώτη να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες της. Όμως η Αγία δεν προσέφερε μόνο υλικά αγαθά αλλά και πνευματικά, διδάσκοντας την χριστιανική πίστη και οδηγώντας στο δρόμο της αλήθειας, πλήθη πλανημένων. Η θεάρεστη αυτή δράση της Αγρυππίνας δεν ήταν δυνατό να παραμείνει για πολύ καιρό κρυφή. Το 262 μ.Χ., την κατήγγειλαν στις αρχές, ως ανατροπέα της πατροπαράδοτης λατρείας των ειδώλων. Η Αγία αποδέχθηκε τις καταγγελίες και με περισσό θάρρος, ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό. Οι διώκτες της δεν δίστασαν να τη μαστιγώσουν για να κάμψουν το αγωνιστικό της φρόνημα. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να μεταπείσουν την Αγριππίνα, την υπέβαλαν σε νέα φρικτά βασανιστήρια. Το σώμα της Αγίας δεν άντεξε τα μαρτύρια και με μαρτυρικό και ένδοξο τρόπο παρέδωσε την Αγία ψυχή της. Τρεις χριστιανές γυναίκες, η Βάσσα, η Παύλα και η Αγαθονίκη παρέλαβαν το σεπτό σκήνωμά της και μετά από αρκετή περιπλάνηση κατέληξαν, στη Σικελία, όπου και το ενταφίασαν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, κραταιωθεῖσα, ἠνδραγάθησας, γενναιοφρόνως, Ἀγριππῖνα παρθενίας ὀσφράδιον· ὅθεν Χριστοῦ δοξασθεῖσα τῇ χάριτι, πηγὰς θαυμάτων βλυσταίνεις τοῖς πέρασι. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὥσπερ παρθένον σεμνὴν καὶ ἀμόλυντον, καὶ ἀθληφόρον στερρὰν καὶ ἀήττητον, Χριστός σε λαμπρῶς προσελάβετο, καὶ θαυμαστῶς Ἀγριππῖνα ἐδόξασεν, ὁ μόνος ὑπάρχων Φιλάνθρωπος.

Μεγαλυνάριον.
Φίλτρῳ πτερωθεῖσα τῷ ἱερῷ, νύμφη ἀνεδείχθης, τοῦ Σωτῆρος πανευπρεπής, οὗ ἰχνηλατοῦσα, μαρτυρικῶς τὸ πάθος, τῆς τούτου Ἀγριππῖνα, εὐκλείας ἔτυχες.

Οἱ Ἅγιοι Ἀριστοκλῆς, Δημητριανὸς καὶ Ἀθανάσιος οἱ Μάρτυρες ἐν Κύπρῳ ἀθλήσαντες


Eις τον Aριστοκλήν.
Aριστοκλής άριστος όντως οπλίτης,
Πάντως γαρ ηρίστευσε τμηθείς την κάραν.

Eις τον Δημητριανόν και Aθανάσιον.
Aθανάσιος εύρεν αθανασίαν,
Δημητριανώ συνθανών από ξίφους.

Και οι τρεις Άγιοι ήταν Κύπριοι και έζησαν κατά τον διωγμό της Εκκλησίας επί Μαξιμιανού και Διοκλητιανού (245-310 μ.Χ.). Το 302 μ.Χ., ο Αριστοκλής, που καταγόταν από την Ταμασό, στην αρχή δεν θέλησε να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του, διότι ήθελε να συνεχίσει την πνευματική οικοδομή των εν Χριστώ αδελφών του. Ανέβηκε λοιπόν σ' ένα βουνό και κρύφτηκε μέσα σε μια σπηλιά. Αλλά από 'κει μάθαινε, ότι στις πόλεις πολλοί πιστοί, έχυναν θαρραλέα το αίμα τους για την αγία πίστη του Χρίστου. Ο Αριστοκλής, έπειτα και από ένα όραμα που είδε, έκρινε ότι δεν του επιτρεπόταν, ως Ιερέας που ήταν, να βρίσκεται σε ασφάλεια, ενώ λαϊκοί, γυναίκες και παιδιά αψηφούσαν τα ξίφη και τη φωτιά, και πότιζαν με το αίμα τους το δένδρο του Ευαγγελίου. Έκανε λοιπόν τον σταυρό και κατέβηκε στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Πήγε στο ναό της πόλης, όπου βρήκε προσευχομένους τον διάκονο Δημήτριο και τον αναγνώστη Αθανάσιο. Συμπροσευχήθηκαν, και μετά από συνεννόηση βγήκαν και οι τρεις, και στήριζαν τους διωκόμενους αδελφούς τους. Μόλις πληροφορήθηκε αυτό ο ειδωλολάτρης ηγεμόνας, τους συνέλαβε. Και αφού απέτυχε να τους νικήσει με υποσχέσεις και απειλές, μετά από πολλά βασανιστήρια τους αποκεφάλισε.

Άγιοι Ευστόχιος ο Πρεσβύτερος, Γάϊος ο ανεψιός του, και τα παιδιά αυτού Λολλία, Πρόβη και Ουρβανός

Ἅγιος Γάϊος

Eις τον Eυστόχιον.
Ένθους υπάρχων Eυστόχιε προς ξίφος,
Oίμαι στοχάζη ποίον έσται σοι στέφος.

Eις τον Γάιον.
Θείοις Γάιος θυρεοίς πεφραγμένος,
Ψυχήν άτμητος τω ξίφει τμηθείς μένει.

Eις την Λολλίαν.
Xριστώ προσήλθες Λολλία διά ξίφους,
Φύκει βαφείσα νυμφικώς σων αιμάτων.

Eις την Πρόβην.
Eξ αυχένος χέουσα κρουνούς αιμάτων,
Xαίρουσά μοι πρόβαινε προς Θεόν Πρόβη.

Eις τον Oυρβανόν.
Tμηθείς τράχηλον Mάρτυς Oυρβανέ ξίφει,
Aφυπτιάζεις ως σπαραχθέν αρνίον.

Οι Άγιοι Ευστόχιος ο Πρεσβύτερος, Γάϊος (ή Γαϊανός) ο ανεψιός του, και τα παιδιά αυτού Λολλία (ή Λουλώ), Πρόβη και Ουρβανός (ή Ουρβάσιος) κατάγονταν από την πόλη των Οϋσάδων και υπήρξαν στα χρόνια των βασιλέων Μαξιμιανού και Αγρίππα κατά το έτος 300 μ.Χ. Ο Ευστόχιος στην αρχή ήταν ιερέας ειδώλων, αλλά όταν είδε το ανδρείο φρόνημα των χριστιανών μπροστά στα μαρτύρια, προσήλθε στον επίσκοπο Αντιοχείας Ευδόξιο, βαπτίστηκε χριστιανός και χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Κατόπιν πήγε στα Λύστρα της Λυκαονίας, όπου βρήκε τους συγγενείς του Γάϊο με τα τρία του παιδιά Λολλία, Πρόβη και Ουρβανό, και τους βάπτισε χριστιανούς. Όταν συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, ομολόγησε ότι είναι χριστιανός μπροστά στον ηγεμόνα και αφού τον κρέμασαν επάνω σ' ένα ξύλο, ξέσχισαν τις σάρκες του. Κατόπιν οδηγήθηκε μαζί με τον Γάιο και τα παιδιά του, στον ηγεμόνα Άγκυρας Αγριππίνο, (κατά άλλους Αγρίππα), όπου όλοι αρνήθηκαν ν' αρνηθούν τον Χριστό. Τότε όλους τους βασάνισαν με φρικτά και βάρβαρα βασανιστήρια και επειδή έμεναν σταθεροί στην πίστη τους, τελικά τους αποκεφάλισαν και έτσι ανέβηκαν στεφανηφόροι στα ουράνια.

Ὁ Ὅσιος Βάρβαρος ὁ Μυροβλήτης


Ὁ Ἅγιος Βάρβαρος ἀνῆκε, σύμφωνα μὲ τὸν ἐγκωμιαστή του Κωνσταντίνο Ἀκροπολίτη, καὶ τὸ Συναξάρι, σὲ ληστρικὴ ὁμάδα Ἀράβων, ἡ ὁποία ἐπέδραμε στὴ νότια Ἤπειρο καὶ τὴν Αἰτωλία ἐπὶ τῶν ἡμερῶν Μιχαὴλ τοῦ Τραυλοῦ (820 – 829 μ.Χ.). Σὲ κάποια σύγκρουση οἱ σύντροφοί του ἐφονεύθησαν καὶ ἀπὸ τότε ὁ Βάρβαρος περιφερόταν μόνος «λήσταρχος γενόμενος, καὶ ποιῶν ἀβάτους τὰς ὁδούς, οἰκῶν ἐν ὄρεσι καὶ ἁλσώδεσι τόποις». Κατ’ οἰκονομία Θεοῦ κάποια ἡμέρα εἰσῆλθε σὲ ναὸ ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, σὲ τόπο ποὺ ὀνομαζόταν Νῆσα, ὅπου ἐλειτουργοῦσε ὁ ἱερεὺς Ἰωάννης Νικοπολίτης. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ὑψώσεως τῶν Τιμίων Δώρων ὁ ἱερεὺς τὸν εἶδε καὶ προσευχήθηκε μετὰ φόβου στὸν Θεό. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ὁ Κύριος ἄνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ληστοῦ, ποὺ εἶδε τοὺς Ἀγγέλους νὰ συλλειτουργοῦν μὲ τὸν ἱερέα. Ὅταν ὁ ἱερεὺς τελείωσε τὴν Θεία Λειτουργία, ὁ Βάρβαρος τὸν ἐρώτησε: «Ποῦ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἦταν μαζί σου;». Ὁ δὲ ἱερεὺς τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἡ Οἰκονομία τοῦ Θεοῦ τὸν ἀξίωσε νὰ δεῖ αὐτὰ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ δοῦν τὰ ἀνθρώπινα μάτια, γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ σὲ μετάνοια. Ὁ Βάρβαρος ἀμέσως ἀπέβαλε τὰ λησταρχικὰ ὅπλα, μετανόησε, ἄρχισε τὴν ἄσκηση καὶ ἐβαπτίσθηκε. Ὁ ἀσκητικὸς ἀγώνας στὴν περιοχὴ τοῦ Ξηρομέρου (ἢ Ξηρομένων) Αἰτωλοακαρνανίας ἔγινε μεγαλύτερος. Ἐπὶ τρία ἔτη ἀγωνίσθηκε πνευματικὰ καὶ «πεποίηκε χρόνους τρεῖς κυλιόμενος ὡς τετράπους καὶ ἐσθίων χοῦν καὶ βοτάνας τὰς φυομένας, κλαίων καὶ ὀδυρόμενος, κατακοπτομένων αὐτοῦ τῶν σαρκῶν». Μιὰ νύχτα, ἕνας γεωργὸς ποὺ ἔτρωγε σὲ ἐκεῖνο τὸν τόπο ποὺ ἀσκήτευε ὁ Ἅγιος, τὸν ἐφόνευσε κατὰ λάθος, νομίζοντας ὅτι ἦταν θηρίο.

Ὁ τάφος του ἀνέδιδε μύρο καὶ ὁ Ἅγιος ἐπιτελοῦσε θαύματα πολλά. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη του καὶ στὶς 15 Μαΐου. Ὁ Ὅσιος ἀναφέρεται στὴν τοπικὴ ἁγιολογία τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ Κερκύρας ὡς Ὅσιος Βάρβαρος ὁ Πενταπολίτης, ἡ ὁποία τιμᾶ τὴ μνήμη του στὶς 23 Ἰουνίου.
Μέχρι σήμερα στὴν Αἰτωλο-Ἀκαρνανία ὁμιλοῦν γιὰ τὸ σπήλαιο, ὅπου ὁ Ἅγιος Βάρβαρος ἐπέρασε τὰ 18 χρόνια τῆς ἀσκήσεώς του καὶ τὸ ἁγίασμά του. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀναφορὰ τὸ 1571 μ.Χ. ἕνας Βενετὸς στρατιωτικός, ὀνόματι Σκλαβοῦνος, ποὺ ἔλαβε μέρος στὴ Ναυμαχία τῆς Ναυπάκτου, ἀσθένησε ξαφνικὰ ἐπὸ θανατηφόρο ἀσθένεια. Ὁ ἀσθενὴς βλέπει τὸν Ἅγιο σὲ ὅραμα, ὁ ὁποῖος τὸν καλεῖ νὰ προσκυνήσει τὸν τάφο του, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ. Πράγματι, ὅταν ἔφθασε στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, προσκύνησε μὲ εὐλάβεια καὶ ἐγινε καλά. Θέλοντας νὰ τιμήσει τὸν Ἅγιο Βάρβαρο ἔκανε ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του μὲ σκοπὸ νὰ μεταφέρει τὰ ἱερὰ λείψανα στὴ Βενετία. Περνώντας ἀπὸ τὴν Κέρκυρα, γιὰ ἀνεφοδιασμό, σταμάτησε στὸ χωριὸ Ποταμός, ὅπου θεραπεύθηκε ἕνας παράλυτος νέος. Γι’ αὐτὸ καὶ σήμερα ὑπάρχει ἐκεῖ ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο.

Οἱ Ἅγιοι Γεράσιμος, Νεόφυτος, Ἰωακείμ, Ἱερόθεος, Ζαχαρίας, Ἰωακείμ, Γεράσιμος, Καλλίνικος, Μελχισεδέκ, Καλλίνικος οἱ Ἱερομάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς ἀθλήσαντες κληρικοὶ καὶ
λαϊκοὶ ἐν ἔτεσιν 1821 καὶ 1822


Ποιμένες δέκα ἀθλήσαντες ἀρτίως,
Ἐχθροῦ καθεῖλον ὑψαύχενον κακίαν,
Σὺν τούτοις δέ γε Ἱερεῖς τε καὶ ἄλλοι,

Βασιλείας ἔτυχον τῆς αἰωνίου.

Στὶς 23 Ἰουνίου 1821 ἔγινε Σύνοδος στὴ Μητρόπολη τῆς Κρήτης, στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἐπίσκοπος Κρήτης ἄρχισε νὰ διαβάζει ἕνα γράμμα ἀπεσταλμένο ἀπὸ τὸ βεζύρη. Οἱ ἐχθροὶ καιροφυλακτοῦντες, ὅρμησαν στὸ ναὸ καὶ ἐφόνευσαν τοὺς Ἀρχιερεῖς, δεκαεπτὰ ἱερεῖς καὶ πέντε ἁγιορεῖτες πατέρες ἀπὸ τὴ μονὴ Βατοπαιδίου, ποὺ εἶχαν προσκομίσει στὸ Μέγα Κάστρο γιὰ προσκύνηση κατὰ τῆς ἐπιδημίας τῆς πανώλους τίμια λείψανα καὶ τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐπίσης ἐφόνευσαν ὡς τριακόσιους παρευρεθέντες Χριστιανούς. Ἀπὸ ἐκεῖ διασπαρέντες στὴν πόλη ἐδίωκαν τοὺς λοιποὺς Χριστιανοὺς φονεύοντες ἀνηλεῶς ὅσους ἀπαντοῦσαν στοὺς δρόμους, ὅπου συνάντησαν καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Λάμπης Ἱερόθεο, τὸν ὁποῖο ἐφόνευσαν μετὰ τοῦ διακόνου του. Τὴν ἑπομένη ἡμέρα στὸ χωριὸ Ἐπάνω Φουρνή, ὅπου ἡ ἔδρα τῆς Ἐπισκοπῆς Πέτρας, ἐτυφεκίσθηκε ὁ Ἀρχιερεὺς αὐτῆς Ἰωακεὶμ ἔξω ἀπὸ τὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Η πρώτη επίσημη της γιορτής έγινε στις 11 Νοεμβρίου 2000 μ.Χ. στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν πολυθαύμαστον, Κρήτην τιμήσωμεν, τὴν ἐξανθήσασαν, ὡς ἄνθη τίμια, τοὺς Νεομάρτυρας Χριστοῦ, πιστῶν τοὺς θεοῤῥήμονας· πλάνην γὰρ κατῄσχυναν, ὡς ποιμένες θεόφρονες, πίστιν δὲ ὀρθόδοξον, τοῖς πιστοῖς ἐστερέωσαν, Γεράσιμος ὁ πρόεδρος Κρήτης, καὶ πάντες οἱ αὐτῷ συμμαρτυρήσαντες.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
(Ψαλλόμενον εἰδικῶς ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρας Μηνᾶ, ἔνθα οἱ πλεῖστοι τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων Ἐπισκόπων ἐμαρτύρησαν)
Ὑπόδειγμα ὡς σχόντες, τὸν Μηνᾶν τὸν μυρίαθλον, χαίροντες ἐνταῦθα τὸν δρόμον, μαρτυρίου ἠνύσατε, μεθ᾿ οὗ καθικετεύετε ἀεί, Χριστὸν τὸν στεφανώσαντα ὑμᾶς, ὦ Γεράσιμε θεόφρον σὺν τοῖς λοιποῖς, τὴν πόλιν ταύτην φυλάττειν, χαίρετε ἀνακράζουσαν ὑμῖν, ἄνθη ζωῆς εὐωδέστατα, κλέα τῆς Κρητονήσου καὶ στεῤῥοί, αὐτῆς ὑπέρμαχοι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ´. Θείας Πίστεως.
Δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, ἔχων πρόκριτον, δεδοξασμένον, τὸν τῆς Κρήτης ποιμένα Γεράσιμον, ὁμονοοῦντες γὰρ πίστει ἠθλήσατε, καὶ τῶν τυράννων τὸ θράσος ἐλύσατε. Ὅθεν πάντοτε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύετε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου.
Ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ, καὶ θεράποντας θείους, γεραίρομεν ὑμᾶς, τοὺς ἐν χρόνοις δουλείας, ἀστέρας ἐκλάμψαντας, παμφαεὶς Νεομάρτυρας, Ἐπισκόπων γάρ, καὶ Ἱερέων τὰ πλήθη, σὺν Ἀζύγοις τε, ταῖς ἀλκιφρόνων πορείαις, φωτίζετε ἔκτοτε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως.
Τοὺς εὐκλεεῖς συμμάρτυρας, ὡς προσφοράν σοι Κύριε, ἡ τῶν Κρητῶν κληρουχία προσήνεγκεν, ἐν τοῖς ἐσχάτοις ἔτεσιν. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, ἐν εἰρήνῃ βαθείᾳ, τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου, συντήρησον Πολυέλεε.

Κάθισμα
Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου.
Μετὰ τὴν α´ Στιχολογίαν.
Χορείαν τὴν σεπτήν, τὸν ὑπέρτιμον δῆμον, τῶν νέων τοῦ Χριστοῦ, καλλινίκων Μαρτύρων, ἐν ὕμνοις γεραίροντες, οἱ πιστοὶ ἐκβοήσωμεν, ἱκετεύετε, ὡς παῤῥησίαν πλουτοῦντες, τὸν φιλάνθρωπον, ἡμῖν διδόναι εἰρήνην, καὶ ἔλεος ἄνωθεν.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μετὰ τὴν β´ Στιχολογίαν.
Λαοῦ προϊστάμενοι, τοῦ ἐν τῇ Κρήτῃ καλῶς, αὐτὸν ἐστηρίξατε, τῷ μαρτυρίῳ ὑμῶν, ἐν χρόνοις κακώσεως. Ὅθεν ὑμᾶς τιμῶμεν, εὐκλεεῖς Ἱεράρχαι, ἅμα τῶν συμμαρτύρων, τῇ ἐνδόξῳ χορεία, αἰτούμενοι ἐν πίστει, ὑμῶν τὴν ἀντίληψιν.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Μετὰ τὸν Πολυέλεον
Ὡς ἐπίσημοι κριοί, σφαγιασθέντες ἀπηνῶς, Ἱεράρχες εὐκλεεῖς, θυσία ζῶσα τῷ Θεῷ, χερσὶ τυράννων προσήχθητε ἐν ἐσχάτοις, καὶ τὴν τῶν Κρητῶν, ἐφοινίξατε, νῆσον τοῖς ὑμῶν, θείοις αἵμασι, καὶ ἐν αὐτοῖς ὀφρὺν τὴν ἐπηρμένην, τῶν δυσμενῶν ἐβυθίσατε. Διὸ ὑψόθεν, ἀθανασίας, ἐκομίσασθε στέφη.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὑπόδειγμα Μηνᾶν, τὸν μυρίαθλον σχόντες, αὐτοῦ ἐν τῷ ναῷ, μαρτυρίου τὸν δρόμον, στεῤῥῶς ἐτελέσατε, ἐν ἡμέραις τῆς θλίψεως, καὶ ηὐλίσθητε, ἐν ταῖς σκηναῖς τῶν Μαρτύρων, ἱκετεύοντες, ὑπὲρ λαοῦ τοῦ τῆς Κρήτης, ἀεὶ Νεομάρτυρες.

Ὁ Οἶκος
Ἐνισχύσας δυνάμει τῆς χάριτος, τοὺς ἐν Κρήτῃ σεπτοὺς Νεομάρτυρας, τῶν Μαρτύρων αὐτούς τε τῶν προπάλαι, εὐκλεεῖς ὁμοτρόπους ἀνέδειξας, καὶ ἐταπείνωσας τὴν ἔπαρσιν δι᾿ αὐτῶν τῶν τυράννων, Σωτήρ μου ζωοδότα. Ταῖς αὐτῶν οὖν πρεσβείαις, ἐν εἰρήνῃ τελείᾳ, τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου, συντήρησον Πολυέλεε.

Μεγαλυνάριον
Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, Ἐπισκόπους θείους, Ἱερέας καὶ Μοναστάς, καὶ σὺν τούτοις πάντας, πιστούς τε ἰδιώτας, τοὺς ἐν ὑστέροις χρόνοις, πίστιν τρανώσαντας.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις Ἐπισκόπων νεοφαής, λαμπὰς μαρτυρίου, Ἱερέων πυρσοφαής, καὶ ἀζύγων χαίροις, πανέντιμος χορεία, τὴν Κρήτην ἡ κοσμοῦσα, χρόαις τοῦ αἵματος.

Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος α´.
Εὐαγγέλου Ἱερέως.
Τὰ Κρητῶν φιλεόρτων συστήματα, καὶ φιλαγίων χορεῖαι, δεῦτε εὐφημήσωμεν, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς τὴν ἔνδοξον μνήμην, τῶν ἡμετέρων Νεομαρτύρων, ἐν οἷς ὡς ἀρετῆς καὶ ἀνδρείας ἀκροθίνια, δεκὰς ἱερομαρτύρων Ἐπισκόπων, Ἱερέων δέσμη ἑπτά τε καὶ δέκα, καὶ πεντὰς τοῦ ἁγιωνύμου ὄρους Μοναστῶν. Οὗτοι γὰρ θυσίαν εὐπρόσδεκτον, τὰ ἑαυτῶν προσφέροντες σώματα, καὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν λευκάναντες ὡς χιόνα, τοῖς οἰκείοις αἵμασι λελουσμένας, τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν ἐκληρονόμησαν, πρεσβεύουσι δὲ ἀπαύστως Χριστῷ τῷ Θεῷ, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος β´.
Κυρίλλου Ἱερομονάχου.
Δεῦτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, ἐν τῇ μνήμῃ σήμερον, τῶν εὐκλεῶν Νεομαρτύρων ὦ φιλέορτοι· δεῦτε εὐφημήσωμεν αὐτούς, διατόρως κραυγάζοντες καὶ λέγοντες· χαίρετε Ἐπισκόπων δεκάς, Ἱερέων τε δῆμος, καὶ Μοναχῶν ἰσαγγέλων σειρά, σὺν προκρίτων καὶ ἰδιωτῶν πλήθει, οἱ ἐν ἐσχάτοις ἀθλήσαντες καιροῖς, καὶ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τὸ πάθος, ἐν ἑαυτοῖς ἀναζωγραφήσαντες· οἱ τὴν ἐν Κρήτῃ ποίμνην στηρίξαντες, ὑπὲρ αὐτῆς προσκαίρου θανάτου, ὡς καρτερόψυχοι καταφρονήσαντες. Ἀλλ᾿ ὡς χάριν παῤῥησίας πλουτήσαντες, τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι πρεσβεύετε, ἵνα ῥυσθῶμεν συμφορῶν, καὶ πάσης περιστάσεως.

Ἕτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος γ´.
Εὐαγγέλου Ἱερέως.
Τρισόλβιοι ποιμένες Χριστοῦ, Ἱεροάθλων οἱ πρόκριτοι, μετὰ παῤῥησίας τὸν Χριστὸν ὁμολογήσατε, καὶ μυρίαις βασάνοις ὑπομείναντες, ὡς ἥλιοι λαμπροί, διασχίσαντες σκότια νέφη δουλείας, ταῖς τῶν ὑμετέρων αἱμάτων λαμπηδόσι, τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Κρήτης κατελαμπρύνατε. Διὸ ἐν οὐρανοῖς σὺν Ἀγγέλοις, καὶ τοῖς ἀπ᾿ αἰῶνος Ἁγίοις συναγαλλόμενοι, ὑπὲρ ἡμῶν τοῦ Κυρίου μὴ παύσησθε δεόμενοι, ὡς μαρτυρικῆς εὐκλείας ἀξιωθέντες, δωρηθῆναι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὁμόνοιαν εἰρήνην, καὶ παντὶ τῷ κόσμῳ φωτισμόν, καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος δ´.
Κυρίλλου Ἱερομονάχου.
Δεῦτε σήμερον οἱ πιστοί, ἐν τῷ ναῷ τοῦ κλεινοῦ μεγαλομάρτυρος, Μηνᾶ τοῦ θαυματοβρύτορος προσέλθωμεν, τοὺς ἐν αὐτῷ εὐκλεῶς μαρτυρήσαντας, ἐν ἐγκωμίοις γεραίροντες, Γεράσιμον τὸν Κρήτης πρόεδρον, Ζαχαρίαν Ἰωακείμ, Νεόφυτον καὶ Καλλίνικον, σὺν τοῖς αὐτῶν συναθληταῖς. Οὗτοι γὰρ ἀδελφὰ συμφρονήσαντες, τοῦ μαρτυρίου τὴν ὁδὸν συνεπορεύθησαν, μηδαμῶς δειλιάσαντες, τῶν τυράννων τὸ φρύαγμα· διὸ καὶ ἐν τῷ σφαγιάζεσθαι ἀπηνῶς, ὡς ἐν ἑνὶ στόματι τῷ Κυρίῳ ἔλεγον· γενέσθω δὴ Κύριε ἡ θυσία ἡμῶν, εὐπρόσδεκτος ἐνώπιόν σου, καὶ πρόσδεξαι αὐτὴν εὐμενῶς, ὡς λύτρον ὑπὲρ λαοῦ σου, βαρυαλγοῦντος τῷ τῆς δουλείας ζυγῷ. Ἀλλ᾿ ὦ Νεομάρτυρες ἔνδοξοι, τὰ τῆς Κρήτης αὐχήματα, καὶ τοῦ Γένους ἐρείσματα, ὑπὲρ ἡμῶν δυσωπεῖτε τὸν Θεόν, ἐκ πολεμίων ἐχθρῶν φυλάττειν, καὶ σώζειν ἐν τῇ πίστει ἡμᾶς, ὡς ὄντες πᾶσι συμπαθέστατοι.

Ἡ Ὁσία Ἐθελδρέδα ἡ βασίλισσα


Ἡ Ὁσία Ἐθελδρέδα εἶναι ἡ πλέον τιμώμενη Ἁγία τῆς Βρετανίας καὶ ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. Πατέρας της ἦταν ὁ βασιλέας Ἄννα τῆς ἀνατολικῆς Ἀγγλίας. Ἀφοῦ ἐνυμφεύθηκε δύο φορὲς καὶ ὁ δεύτερος σύζηγός της τὴν ἀπέλυσε, διότι ἡ βασίλισσα ἐπιθυμοῦσε ἀδελφικὲς σχέσεις μαζί του, ἐκάρη μοναχὴ καὶ ἵσρυσε μεγάλη μονὴ στὴν περιοχὴ τοῦ Ἔλυ, στὴν ὁποία κατάστη ἡγουμένη. Ἔζησε βίο ἀσκητικὸ καὶ θεοφιλὴ καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 679 μ.Χ., σὲ ἡλικία 49 ἐτῶν.

Όσιος Δανιήλ ὁ ἐν τῷ κάστρῳ τῶν Πατρῶν

Στο βίο του Οσίου Νικήτα εκ Θηβών αναφέρεται ότι ήλθε στην Πάτρα και συνάντησε τον Όσιο Δανιήλ τον ἐν Κάστρῳ. Ἔζησε τον ΙΑ' αιώνα μ.Χ., καταγόταν από την Πάτρα και ζούσε με μεγάλη άσκηση και πολλή προσευχή. Έλαβε από το Θεό το χάρισμα της φιλοξενίας, όπως ο Αβραάμ, δηλαδή να δέχεται, να φιλοξενεί ανθρώπους και να τους αναπαύει καθοδηγώντας τους πνευματικά.

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἐκ Θηβῶν

 
Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου Νικήτα καταγράφεται στὸ χειρόγραφο 552 τῆς μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἐγεννήθηκε στὴν πόλη τῶν Θηβῶν πιθανὸν κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνος μ.Χ. Οἱ γονεῖς του, Ἀνδρέας καὶ Θεοδώρα, ἦσαν εὐπάτριδες καὶ εὐσεβεῖς. Ὁ βιογράφος του ἀναφέρει ὅτι, ὅταν ὁ Ὅσιος ἐβαπτιζόταν «ἄνωθεν ἡ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάρις ἐν εἴδει περιστερᾶς εἰς αὐτὸν ἐπεφοίτησεν». Ὅταν ἔγινε πέντε ἐτῶν, οἱ γονεῖς του τὸν παρέδωσαν στὸ διδασκαλεῖο τῆς ἐποχῆς, γιὰ νὰ διδαχθεῖ τὰ θεῖα καὶ ἱερὰ γράμματα καὶ νὰ προκόψει στὴν ἀρετὴ καὶ τὴ μάθηση.

Ὁ Ὅσιος διακρινόταν γιὰ τὴν φρόνηση, τὴν ἀνδρεία, τὴ σωφροσύνη καὶ τὴ δικαιοσύνη καὶ ἐπορευόταν τὴν ὁδὸ τῆς ἁγιότητος καὶ τοῦ θεοφιλοῦς βίου. Βλέποντάς τον οἱ γονεῖς του εὐχαριστοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ προσεύχονταν γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν αὔξησή του.

Ἡ καρδιὰ τοῦ Ὁσίου ἐπιθυμοῦσε τὸ μονήρη καὶ ἀσκητικὸ βίο. Ἔτσι σὲ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν, παίρνοντας μαζὶ τὸν ἀδελφό του, κατέφυγε μυστικὰ στὴ μονὴ Θεοκλήτου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς ἀπὸ τὸν ἡγούμενο. Ἐδῶ ζοῦσε ἀσκητικὰ καὶ προσευχητικά. Ἐκεῖνος ὅμως ἀναζητοῦσε νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἡσυχία καὶ νὰ γίνει ἐρημίτης καὶ ἀναχωρητής. Τότε Ἄγγελος Κυρίου παρουσιάζεται στὸν ἡγούμενος τῆς μονῆς καὶ τοῦ παραγγέλει νὰ μὴν ἐμποδίσει τὸ νέο μοναχὸ στὰ σχέδιά του γιὰ τὴν ἀναχώρησή του στὴν ἔρημο. Τὸ ἴδιο πρωΐ ὁ ἡγούμενος προσκαλεῖ τὸν Ὅσιο καὶ τοῦ δίδει τὴν εὐχή του: «Πορεύου, τέκνον, καὶ Κύριος κατευθύναι τὰ πρὸς αὐτόν σου διαβήματα». Καί τότε, παίρνοντας τὸν αὐτάδελφό του μαζί, ἔφυγαν στὴν ἔρημο ἀναζητώντας ἡσυχαστικὸ τόπο. Ἔφθασαν στὴν περιοχὴ τῆς Ὀστείας, ὅπου εὑρῆκαν ἕνα «σπηλοειδὲς κογχάριον» καὶ ἐκεῖ ἐδιάλεξαν νὰ στήσουν τὴ σκηνὴ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων τους.

Ἐδῶ ἄρχισαν τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς μὲ ἐγρυπνίες, προσευχές, ὑπομένοντες κάθε κακουχία καὶ ἀντιξοότητα. Ἔτσι ἀξιώθηκαν τῆς διακρίσεως πρὸς Θεόν.

Ἡ φήμη τοῦ ἐνάρετου ἀσκητοῦ ἐξαπλώθηκε παντοῦ καὶ πολλοὶ πιστοὶ ἄρχισαν νὰ τὸν ἐπισκέπτονται, γιὰ νὰ τὸν συμβουλευθοῦν στὰ πνευματικὰ θέματα καὶ νὰ λάβουν τὴν εὐχή του. Ἐκεῖ ἔλαβε καὶ τὴν ἱερωσύνη ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς περιοχῆς. Τότε ἄρχισε νὰ μεγαλώνει καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν ποὺ ἐζοῦσαν κοντά του μιμούμενοι τὸν ἀγγελικὸ βίο.

Γιὰ τὶς λειτουργικὲς ἀνάγκες τῶν συμμοναστῶν του ἔκτισε στὴ σπηλιὰ ἐκείνη ναὸ ἀφιερωμένο στὸ Σωτήρα Χριστὸ καὶ ἐκεῖ, μπροστὰ στὸν πρόναο τοῦ κογχοειδοῦς αὐτοῦ σπηλαίου, εὑρισκόταν σχεδὸν ὅλη μέρα καὶ ὅλη νύκτα προσευχόμενος.

Παροιμιώδης ἦταν καὶ ἡ ἀκτημοσύνη τοῦ Ὁσίου. Εἶχε τὸ χάρισμα νὰ ἀναστράφεται μὲ τὰ θηρία τοῦ δάσους χωρὶς τὸν παραμικρὸ κίνδυνο. Δὲν εἶχε φροντίδα γιὰ τὸ τί θὰ ἐνδυθεῖ ἢ τί θὰ φάγει. Ὄλα τὰ ἄφηνε μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν κάποιοι τὸν ἐπισκέπτονταν καὶ τοῦ ἔφερναν κάτι φαγώσιμο, δὲν ἐδίσταζε νὰ γευθεῖ, ἔστω καὶ ἐλάχιστα, μαζί τους, ἀκόμη καὶ λίγο κρασί, γιὰ νὰ διώχνει μακριὰ τὸ «οἴημα τῆς ἀνθρωπαρέσκειας», δηλαδὴ τὴν ὑπερηφάνεια. Ὡστόσο, ὅταν ἔμενε μόνος, ἐπανελάμβανε τὴν αὐστηρὴ νηστεία. Μάλιστα κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τὴν ξηροφαγία τὴν εἶχε μόνο τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, τηρώντας ἀπόλυτη νηστεία τὶς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος.

Στὸ τέλος τοῦ Βίου τοῦ Ὁσίου Νικήτα, ὁ βιογράφος του ἀναφέρει καὶ δύο ἀπαντήσεις τοῦ Ὁσίου σὲ θεολογικὰ ἐρωτήματα, ποὺ διάφοροι ἱερεῖς ὑπέβαλαν στὸν Ὅσιο.

Τὸ πρῶτο ἦταν σχετικὸ μὲ τὴ νηστεία τοῦ Μεγάλου Σαββάτου: μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία, καταλύουμε ἢ ὄχι; ὁ Ὅσιος τοὺς ἀπαντᾶ προκαταβολικῶς καὶ τοὺς ἀναφέρει τὸ συγκλονιστικὸ ἐκεῖνο παράδειγμα τοῦ Λειμωναρίου. Ἔνας ἐρημίτης μοναχός, ποὺ δὲν εἶχε δεῖ ἄνθρωπο στὴν ἔρημο ποὺ ἀσκήτευε γιὰ πολλὰ χρόνια, ἐδέχθηκε τὴν ἐπίσκεψη κάποιων Χριστιανῶν τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ποὺ τοῦ ἔφεραν καὶ διάφορα δῶρα, τυρὶ καὶ ἄλλα φαγώσιμα. Ὁ ἀσκητὴς τοὺς προσέφερε καὶ ἔφαγε καὶ αὐτὸς μαζί τους «μηδόλως διακριθείς». Οἱ πιστοὶ τὸ εἶδαν καὶ ἐξαφνιάσθηκαν κάπως δυσάρεστα, μὰ δὲν εἶπαν τίποτε. Μόλις ἐγύρισαν, ὅμως, στὴν πόλη πῆγαν καὶ τὸ ἀνέφεραν στὸν Ἐπίσκοπο. Ἐκεῖνος τὸν ἐκάλεσε μπροστά του, τὸν ἤλεγξε μὲ αὐστηρὸ τρόπο καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή, ἀποκαλώντας τον πλάνο καὶ παραβάτη. Τὸ μεσημέρι ὁ Ἐπίσκοπος ἐκάλεσε τοὺς ἱερεῖς σὲ τράπεζα καὶ εἶπε νὰ φέρουν καὶ τὸν ἀσκητὴ ἀπὸ τὴ φυλακή, γιὰ νὰ τὸν λοιδορήσει καὶ νὰ τὸν προσβάλει. Ὁ ἀσκητὴς προσπάθησε νὰ ἐξηγήσει μὲ πνευματικὰ καὶ εὐγενικὰ ἐπιχειρήματα, γιατὶ τὸ εἶχε κάνει: «Τόσα χρόνια στὴν ἔρημο καθήμενος δὲν εἶδα ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ ὅταν εἶδα τοὺς ἀδελφοὺς ἐθεώρησα τὴν ἄφιξή τους Πάσχα. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δὲν μοῦ ἐφάνηκε βαρὺ ἢ νὰ λογισθεῖ ἁμαρτία τὸ ὅτι ἔφαγα τυρὶ μαζί τους». Ὅμως, ὁ Ἐπίσκοπος δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσει τίποτε. Τότε ὁ ἀσκητὴς φωνάζει ἕνα βρέφος σαράντα ἡμερῶν, παιδὶ τοῦ πρωτοπαππᾶ, τὸ πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ ἐρωτᾶ δυνατά, γιὰ νὰ ἀκούσουν ὅλοι: «Πές μου, ὢ παιδί μου, ποιὸς εἶναι ὁ πατέρας σου; Καὶ ὢ τοῦ ξένου ἀκούσματος: τὸ βρέφος ἐξεβόησε ἐκ τρίτου: ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ἐπίσκπος». Φρίκη καὶ ντροπὴ κατέλαβε τοὺς ἄλλους, ποὺ δὲν ἤξεραν πῶς νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ χῶρο γρηγορώτερα.
Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1079, ὅταν ἐβασίλευε στὸ Βυζάντιο ὁ αὐτοκράτορας Νικηφόρος ὁ Βοτανειάτης (1078 – 1081).

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Βλαδιμήρου ἐν Κιέβῳ

 
Η παράδοση αποδίδει την ιστόρηση της ιεράς εικόνος της Παναγίας του Βλαδιμήρου στον Ευαγγελιστή Λουκά, της οποίας αντίγραφο του πρωτοτύπου βρισκόταν στο ναό της Ελεούσας Κωνσταντινουπόλεως, που κτίσθηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Β' Κομνηνό (1118 - 1143 μ.Χ.). Η εικόνα μεταφέρθηκε από την Κωνσταντινούπολη στο Κίεβο, περί το 1131 μ.Χ., ως γαμήλιο δώρο στο μεγάλο πρίγκιπα Βλαδίμηρο.

Η εικόνα είναι μία Βρεφοκρατούσα του τύπου της Ελεούσας. Αρχικά την τιμούσαν στη γυναικεία μονή του Βόσγκοροντ. Το 1155 μ.Χ., στους χρόνους του πρίγκιπα Ανδρέα Μπογκολιούμπσκϊυ, την έφεραν στον καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της πόλεως του Βλαδιμήρου και το 1395 μ.Χ. η εικόνα μεταφέρθηκε στη Μόσχα. Μπροστά της ανακηρύσσονταν οι Πατριάρχες και στέφονταν οι τσάροι. Τον 15ο αιώνα μ.Χ., μετά από διαμαρτυρίες και απαίτηση των κατοίκων του Βλαδιμίρ, που ζητούσαν την εικόνα τους, ο Άγιος Ανδρέας (Ρούμπλιεφ) αγιογράφησε ένα αντίγραφο, το οποίο τοποθέτησε στο Βλαδιμίρ στη θέση του πρωτοτύπου.

Ἡ Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Βλαδιμήρου τιμᾶται τὴν 21η Μαΐου. Ἄγνωστο γιατὶ ἐπαναλαμβάνεται σήμερα.

Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος τῆς Βάτου

Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Σιναΐτης ἦταν ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς φλεγομένης βάτου κατὰ τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. καί, ἀφοῦ διέλαμψε στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τούτου σώζεται ἔργο, ὑπὸ τὸν τίτλο: «Πρὸς Θεόδουλον λόγος ψυχωφελὴς περὶ νήψεως καὶ ἀρετῆς κεφαλαιώδης, τὰ λεγόμενα ἀτνιρρητικὰ καὶ εὐκτικά».

Ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἡ πριγκίπισσα Μούρωμ

Ἡ Ἁγία Εἰρήνη, πριγκίπισσα τοῦ Μούρωμ τῆς Ρωσίας, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1129, ἀφοῦ ἔζησε βίο εὐσεβὴ καὶ ἐνάρετο, καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Μούρωμ.

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ πρίγκιπας Περεγιασλάβλ καὶ Βλαδιμὶρ Ρωσίας

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος Α’ Ἀλεξάνδροβιτς ἦταν υἱὸς τοῦ μεγάλου ἡγεμόνος Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκϊυ καὶ ἐγεννήθηκε τὸ 1234. Διαδέχθηκε, τὸ 1276, στὸ θρόνο τὸ θεῖο του Βασίλειο Ἰαροσλάβιτς, ἀναγνώρισαν δὲ αὐτὸν ὡς ἡγεμόνα τους καὶ οἱ πολίτες τοῦ Νόβγκοροντ. Οἱ Ρῶσοι ἱστορικοὶ χαρακτηρίζουν τρομερὴ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας του, διότι ἡ Ρωσία ὑπέστη ἀλλεπάλληλους ἐμφύλιους σπαραγμοὺς καὶ ἔπαθε πολλὰ ἀπὸ τὰ ταρταρικὰ στίφη. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες καὶ δεινά, ὁ Δημήτριος, κατάπονος ἀπὸ τοὺς ἀδιάκοπους πολέμους, παραχώρησε τὸ ἀξίωμά του στὸν ἀδελφό του Ἀνδρέα καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 1294.

Ἡ Ἁγία Εὐδοξία πριγκίπισσα Βλαδιμίρ

Ἡ Ἁγία Εὐδοξία ἔζησε στὴ Ρωσία κατὰ τὸ 13ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν θυγατέρα τοῦ μεγάλου πρίγκιπος Ἀλεξάνδρου Νέφσκϊυ. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ γυναικεία μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Βλαδιμὶρ μαζὶ μὲ τὶς δύο συζύγους τοῦ Ἀλεξάνδρου, Ἀλεξάνδρα καὶ Βάσσα. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴ μνήμη τους στὶς 23 Ἰουνίου, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς ὅλων τῶν Ἁγίων τοῦ Βλαδιμίρ.

Οἱ Ἅγιοι Γεώργιος καὶ Θεοδοσία ἐκ Ρωσίας

Οἱ Ἅγιοι Γεώργιος καὶ Θεοδοσία, οἱ Δίκαιοι, μέλη τῆς ἁγίας οἰκογένειας τῆς Ἁγίας Ἰουλιανῆς († 2 Ἰανουαρίου), ἐζησαν κατὰ τὸν 16ο καὶ 17ο αἰώνα μ.Χ. στὴ Ρωσία καὶ ἐκοιμήθησαν μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος ἐν Βέρκολᾳ Ρωσίας

Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος ἐγεννήθηκε στὸ χωριὸ Βέρκολα, στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Πινέγκα, τῆς βορείου περιοχῆς τοῦ ποταμοῦ Ντβίνα, τὸ ἔτος 1532, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους, τὸν Κοσμᾶ καὶ τὴν Ἀπολλιναρία, καὶ ἦταν ἀδελφὸς τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τοῦ Πινέγκα († 28 Ὀκτωβρίου).

Κατὰ τὸν Συναξαριστή, ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν πέντε ἐτῶν ἔδειξε συμπεριφορὰ ὄχι παιδική. Τοῦ ἄρεσε ἡ σιωπή καὶ ἦταν ἰδιαίτερα ὑπάκουος, τὸν διέκρινε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ἦταν δὲ ἀσυνήθιστα ταπεινὸς καὶ ἁγνός.

Ὁ Ἀρτέμιος σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν, ἐνῶ βοηθοῦσε τὸν πατέρα του στὶς ἀγροτικές του ἐργασίες, κτυπήθηκε ἀπὸ κεραυνὸ καὶ ἔπεσε νεκρός, στὶς 23 Ἰουνίου 1545. Τὸ Συναξάρι, ἀναφερόμενο στὸν τρόπο τοῦ θανάτου του παρατηρεῖ ὅτι «ἔτσι ὁ Ἐλεήμων Πάνσοφος Κύριος ὁ Θεός, σχεδίασε νὰ λάβει στὰ σκηνώματα τῆς Οὐρανίου Βασιλείας Του, τὴν ψυχὴ τοῦ δικαίου δούλου Του».

Τὸν τρόπο τοῦ θανάτου του οἱ ἁπλοϊκοὶ καὶ δεισιδαίμονες χωρικοὶ τὸν ἑρμήνευσαν σὰν θεία τιμωρία, σὰν σημεῖο ὅτι ὁ Θεὸς ἦταν θυμωμένος μὲ τὸν Ἀρτέμιο. Γιὰ τοῦτο τὸν ἄφησαν ἄταφο στὸ δάσος, ἀφοῦ σκέπασαν τὸ σῶμά του μὲ κλαδιά.

«Εὔκολα μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανεὶς πόσο ἐπηρέασε ἡ γνώμη του χωριοῦ τὴν ἤδη θεοφοβούμενη καὶ ἐξαιρετικὰ εὐσεβὴ οἰκογένειά του. Σ’ αὐτὴ τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ δέους καὶ τῆς σιωπῆς, τρέμοντας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀνατράφηκε ἡ Παρασκευὴ ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ποὺ ἔφθασε σὲ μέτρα ἁγιότητος χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει. Ἀπομονωμένη ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ τριγυρισμένη ἀπ’ τὶς ὀμορφιὲς τῆς ἀνθισμένης ἄνοιξης τοῦ βορρᾶ καὶ διατηρημένη ἀπὸ τὶς παγωνιὲς τοῦ χειμῶνα, ἔγινε Ἁγία καὶ Θαυματουργή, γιατί, ὅπως καὶ ὁ ἀδελφός της, ἦταν ἐκλεκτὸ σκεῦος τοῦ Θεοῦ».

Τὸ 1577, τριάντα δύο χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἀρτεμίου, ἔνα συνταρακτικὸ γεγονὸς ἦλθε νὰ ἀνατρέψει τὴν κοσμικὴ καὶ ἀντιπνευματικὴ γιὰ τὸ δοῦλο τοῦ Θεοῦ γνώμη.

Ἔνας χωρικὸς ποὺ ὀνομαζόταν Καλλίνικος, Ἀναγνώστης στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, βγῆκε στὸ δάσος γιὰ νὰ μαζέψει μανιτάρια. Ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς, πάνω ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ «ἀναπαυόταν» τὸ λείψανο τοῦ Ἀρτεμίου, τὸν ὤθησε νὰ πλησιάσει παρὰ τὸ φράκτη ποὺ εἶχε ὑψωθεῖ, καὶ ἔκπληκτος νὰ διαπιστώσει ὅτι τὸ ἱερὸ λείψανο παρέμενε ἄφθορο.

Οἱ δεισιδαίμονες χωρικοὶ ὑποδέχθηκαν τὸ γεγονὸς χωρὶς ἰδιαίτερη προσοχή. Ἁπλὰ ἐπῆραν τὸ σκήνωμα, τὸ ἔβαλαν σὲ ἕνα φέρετρο καὶ τὸ ἐτοποθέτησαν σὲ μιὰ στοὰ τοῦ ἐνοριακοῦ τους ναοῦ.

Ὁ Κύριος ὅμως ἐπέτρεψε νὰ συμβεῖ στὴν περιοχὴ μία μεγάλη και θλιβερὴ δοκιμασία, γιὰ νὰ ὁδηγήσει στὴ διαπίστωση καὶ διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τοῦ δούλου Του.

Τὸ ἴδιο ἔτος τῆς εὑρέσεως, τὸ 1577, λοιμικὴ νόσος ἔπληξε τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ βορείου Ντβίνα καὶ πάρα πολλοὶ θάνατοι ἐσημειώθηκαν, κυρίως γυναικοπαίδων. Τότε ὁ ἀπελπισμένος πατέρας ἑνὸς ἐτοιμοθάνατου ἀγοριοῦ, ἐσκέφθηκε νὰ ἐπικαλεσθεῖ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἀγνοημένου Ἀρτεμίου. Ἔσπευσε στὴν ἐκκλησία, προσκύνησε τὸ ἱερὸ λείψανο, καὶ φεύγοντας ἐπῆρε μερικὰ φύλλα ἀπὸ τὰ κλαδιὰ ποὺ ἐσκέπαζαν ἀκόμη τὸ φέρετρο. Ὅταν στὴ συνέχεια εὐλόγησε μὲ αὐτὰ τὸν ἄρρωστο υἱό του, τὸ παιδὶ ἔγινε ἀμέσως καὶ ἐντελῶς καλά.

Τὸ πρῶτο αὐτὸ θαῦμα ἀκολούθησε δεύτερο, μεγαλύτερο καὶ σπουδαιότερο, ὅταν, διὰ πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ὁ Θεὸς εἰσάκουσε τὶς δεήσεις τῶν κατοίκων καὶ ἐσταμάτησε ἡ ἐπιδημία.

Ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἁγιότητος τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ἔφερε στρατιὲς πασχόντων ἐμπρὸς στὸ ξύλινο φέρετρο, στὸν ταπεινὸ ἐνοριακὸ ναὸ τοῦ χωριοῦ.

Νέα θαύματα, ὅπως ἐκεῖνο στὸ χωρικὸ Παῦλο, τοῦ ὁποίου τὸ πρόσωπο εἶχε στραφεῖ πρὸς τὰ πίσω, ὑποχρέωσαν τοὺς κατοίκους νὰ φτιάξουν εἰδικὴ πτέρυγα στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπου ἐτοποθέτησαν τὸ τίμιο λείψανο, τὸ 1584, ἀφοῦ προηγουμένως ἐτοποθέτησαν αὐτὸ σὲ λάρνακα.

Βλέποντας τὶς ἀλλεπάλληλες θεραπεῖες, οἱ ἱερεῖς Ἰωάννης καὶ Θωμᾶς, ἀπεφάσισαν νὰ ἁγιογραφήσουν εἰκόνες τοῦ Ἁγίου ἐπάνω στὶς σανίδες τοῦ παλαιοῦ φερέτρου. Μάλιστα, ὁ ἱερεὺς Ἰωάννης περισυνέλεξε μὲ πολλὴ προσοχὴ τὰ ὑπολείμματα τῶν κλαδιῶν ποὺ κάποτε ἐσκέπαζαν τὸ τίμιο σκήνωμα.

Τὸ 1601, ὁ εὐσεβὴς Παγκράτιος μετέφερε μία ἀπὸ τὶς εἰκόνες αὐτὲς στὸ Μεγάλο Οὔστιουγκ, ὅπου ἀναδείχθηκε θαυματουργή.
Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου τιμᾶται, ἐπίσης, στὶς 10 Ὀκτωβρίου.

Ὁ Ὅσιος Κορνήλιος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Κορνήλιος τοῦ Ἀλεξάντρωφ ἔζησε τὸ 17ο μ.Χ. αἰώνα στὴ Ρωσία καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ὁ Βίος του συνδέεται μὲ τὸ μοναστήρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ἀλεξάντρωφ, στὴν Ἐπισκοπὴ τοῦ Βλαδιμίρ.

Ὁ Ἅγιος Καλλίνικος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Βεροίας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Καλλίνικος ἐγεννήθηκε στὴν ἁγιοτόκο πόλη τῆς Βεροίας σὲ καιροὺς χαλεποὺς κατὰ τὸ 1790. Κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Βεροίας ἐδιδάχθηκε μαζὶ ἐγκύκλια γράμματα καὶ τὴν ἀγάπη στὸν Χριστό.

Ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τὸν ὁδήγησε μακριὰ ἀπὸ τὴ γενέθλιά του γῆ, πρῶτα ἴσως στὸ Ἰάσιο, ὄπου ἐσπούδασε σύμφωνα μὲ κάποιες πληροφορίες κοντὰ στὸ διδάσκαλο Κλεόβουλο, καὶ στὴ συνέχεια στὴν Κρήτη, γιὰ νὰ συμβάλει ἐκεῖ μὲ τὶς γνώσεις του ὡς διδάσκαλος στὴ διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ἱεροδιάκονος ἤδη καὶ μυημένος στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία, ποὺ εἶχε ὡς μοναδικὸ σκοπὸ τὴν ἀφύπνιση τῶν Ἑλλήνων, καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Γένους ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγό, δὲν παρέλειπε νὰ ἀγωνίζεται μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό. Στενὸς συνεργάτης τοῦ Μητροπολίτου Κυδωνίας Καλλινίκου, τὸν ὁποῖο καὶ ἐμύησε, τὸ 1820, στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία, ἐδοκίμασε τὴν ὀργὴ τῶν Τούρκων δύο μόλις μῆνες μετὰ τὸ ξέσπασμα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Συνελήφθη περὶ τὰ μέσα Μαΐου μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἐγύμναζε τοὺς μαθητές του μὲ στρατιωτικὲς ἀσκήσεις καὶ ἐφυλακίσθηκε μαζὶ μὲ τὸ Μητροπολίτη Κισάμου Μελχισεδέκ. Ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρίου εἶχε σημάνει γιὰ τὸ νεαρὸ ἀλλὰ γενναῖο ἱεροδιάκονο Καλλίνικο, ποὺ ὑπέμεινε μὲ ἀξιοθαύμαστη καρτερία τὰ βασανιστήρια καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς.
Στὶς 19 Ἰουνίου τοῦ 1821, ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, κρεμασμένος στὴν πλατεία Σπλάτζιας τῶν Χανίων, παρέδωσε μαζὶ μὲ τὸ Μητροπολίτη Μελχισεδὲκ τὸ πνεῦμά του στὸν Θεό.

Οἱ Ἅγιοι ἅπαντες Μάρτυρες ἐν Βλαδιμὶρ τῆς Ρωσίας


Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ καθιερώθηκε, τὸ 1982, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Ποιμένος. Ἡ λειτουργικὴ μνήμη ἀναφέρεται στοὺς Μάρτυρες Ἀβραὰμ τὸν Βούλγαρο, στοὺς Ἀρχιεπισκόπους Μητροφάνη καὶ Πατρίκιο, στοὺς Ἐπισκόπους τοῦ Βλαδιμὶρ Μάξιμο, Ἀλέξιο, Ἰωνᾶ, Ἰλαρίωνα, Διονύσιο, Ἀρσένιο, Θεόδωρο, Σίμωνα, Ἰωάννη, Σίμωνα, Σεραφείμ, Θεόδωρο, Βασίλειο τοῦ Ριαζάν, Κύριλλο τοῦ Ροστώβ, Σωφρόνιο καὶ Μητροφάνη τοῦ Βορονέζ, στοὺς μοναχοὺς Νικήτα τοῦ Περεγιασλάβλ, Ἠλία τοῦ Μούρωμ, Παχώμιο καὶ Θεοδόσιο, Δανιὴλ τοῦ Οὐσπένσκϊυ, Μιχαὴλ τοῦ Βγιάζνικωφ, Σέργιο τοῦ Ραντονέζ, Ρωμανὸ τοῦ Κιρζάκ, Παχώμιο τοῦ Νερέχτσκϊυ, Εὐθύμιο τῆς Σουζδαλίας, Στέφανο τοῦ Μακχρίνσκϊυ, Νίκωνα τοῦ Ραντονέζ, Κοσμᾶ τοῦ Γιαχρομσκόϊυ, Ἰὼβ τοῦ Βλαδιμίρ, Ἀρκάδιο τοῦ Βγιάζμα, Πρόχορο καὶ Βασσιανὸ τοῦ Γιαστρέμπσκϊυ, Διονύσιο τοῦ Περεγιασλάβλ, Λουκιανό, Κορνήλιο καὶ Ζωσιμᾶ τοῦ Ἀλεξάντρωφ, στὶς μοναχὲς Μαρία (μοναχικὸ ὄνομα Μάρθα),, Θεοδοσία (μοναχικὸ ὄνομα Εὐφροσύνη), Εὐφροσύνη τῆς Σουζδαλίας, Βάσσα (μοναχικὸ ὄνομα Θεοδώρα) τοῦ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ, Σοφία καὶ Θεοδοσία τοῦ Μούρωμ, στοὺς μοναχοὺς καὶ τὶς μοναχὲς Γκλέπμ, Κωνσταντίνο, Μιχαὴλ καὶ Θεόδωρο τοῦ Μούρωμ, Μπόρις τοῦ Τούτωβ, Ἰνιασλάβο, Μιστισλάβο, Ἀνδρέα τοῦ Μπογκολιούμποβο, Γκλέμπ, Μιχαήλ, Πέτρο τοῦ Μούρωμ, Γεώργιο, Βασίλει τοῦ Ροστώβ, Βλαδίμηρο, Δημήτριο, Θεόδωρο, Σβιατοσλάβο, Ἀλέξανδρο Νέφσκϊυ, Δημήτριομ Δημήτριο, Θεόδωρο τοῦ Σταροντούμπσκϊυ, Εἰρήνη καὶ Φεβρονία τοῦ Μούρωμ, Ἀγάθη, Θεοδώρα, Μαρία καὶ Χριστίνα, Εὐδοξία, στοὺς Δίκαιους Γεώργιο καὶ Ἰουλιανὴ τοῦ Μούρωμ, Σάββα τοῦ Μοσκώσκ, στοὺς διὰ Χριστὸν σαλοὺς Κυπριανό, Εὐδοξία καὶ Παρθένιο τῆς Σουζδαλίας.

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Τρυφερῆς

 
Ἡ Σύναξις τπης Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς ἐπιλεγομένης «Τρυφερῆς», ἐτελεῖτο ἐν τῇ Λαύρᾳ τῶν Σπηλαίων τοῦ Πσκὼφ τῆς Ρωσίας.

Πηγές:http://www.saint.gr/
http://www.synaxarion.gr/gr/m/6/d/23/sxsaintlist.aspx 
«Πᾶνος»