
«Σύγκρουση εξουσιών»
(Σύνοδος Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος Νοεμβρίου 1972)
Η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος το Νοέμβριο του 1972 έχει περιλάβει μέσα της μια βαθειά διαίρεση, σύγκρουση ίσως, ανάμεσα στον τότε Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Α' και στον π. Αυγουστίνο Καντιώτη, Επίσκοπο Φλωρίνης (τότε).
Το επίμαχο ζήτημα ήταν ο Καταστατικός Χάρτης, που έκανε διάκριση στους Ιερούς Κανόνες.
Πράγματι ο Καταστατικός χάρτης θεωρούσε απαραίτητους τους περί το Δόγμα και τη Λατρεία Ι. Κανόνας, ενώ έθετε εκτός τους περί το Ήθος (Κανόνας)∙ θεωρούσε δηλ. το ηθικό στοιχείο ο νομοθέτης λιγότερο αναγκαίο από το Δόγμα και τη Λατρεία.
Η διάκριση αυτή, αντικειμενικά, δημιουργούσε σχάση στη βούληση-συνείδηση του πιστού στη σχέση του με το Θεό.
Ο νομοθέτης (πολιτεία), ως δικτατορία, δεχόταν με ελληνικό-ειδωλολατρικό τρόπο το ήθος, τις αισθήσεις, το σώμα και (σχεδόν) όλη την Ιεραρχία μορφών του ανθρωπίνου ήθους, ενώ η Εκκλησία τοποθετεί το ήθος στη σφαίρα της βουλήσεως θελήματος του Θεού, στο έδαφος της πίστης.
Ο π. Αυγουστίνος με ανένδοτη θέληση ήθελε τη διατήρηση σε πρώτη θέση (και ορθά έπραξε) όλων των Ι. Κανόνων, διαμαρτυρήθηκε στη Σύνοδο έντονα, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος, που δεν υστερούσε σε Ορθόδοξο ήθος, προσέγγιζε διαφορετικά το πρόβλημα. Οι δυο σφαίρες, δηλ. η Ελληνική αντίληψη του ήθους και η Χριστιανική-Ορθόδοξη θεώρησή του είναι τόσο χωριστές η μια από την άλλη, ώστε καμία αμαρτητική ώσμωση να μπορεί να συμβεί μεταξύ τους, όταν οι Ιεράρχες στον καθημερινό, πρακτικό βίο, διατηρήσουν το ύψος τους, το Ορθόδοξο ήθος στην ποιμαντική τους. Έχω συμπεράνει, ότι ο Αρχιεπίσκοπος δεν ήταν περιφρονητής των Ι. Κανόνων.
Η θεωρητική βεβαιότητα του Αρχιεπισκόπου ήτο θεμελιωμένη στην ηθική και λογική που αντιστοιχούσαν στις χειροτονίες των επισκόπων που εξέλεξε. Είναι φανερό, ότι η ορθόδοξη αυστηρότητα των επισκόπων, η προσωπική τους στάση και συμπεριφορά θα ήτο το ασφαλές τείχος έναντι του αστικού εκσυγχρονισμού (Αμερικάνικος τρόπος ζωής) που εισήγαγε η δικτατορία, η οποία στο παιχνίδι των Μασονικών ιδεών έλεγε «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».
Ο Επίσκοπος, στη σωστή λειτουργία του, υπερβαίνει όλες τις απαιτήσεις ενός (έστω και τέλειου) Καταστατικού χάρτη, που οπωσδήποτε είναι χρήσιμος (μερικώς) στα όρια του πολιτικού Συστήματος.
Οι Επίσκοποι που εξέλεξε η Εκκλησία επί Ιερωνύμου Α' ήταν ικανότατοι να προστατεύσουν το ποίμνιο και να αποτρέψουν την αφομοίωσή του από τα ρεύματα (πολιτικά και θρησκευτικά) της Ανατολής και της Δύσης. Να θυμηθούμε: π. Αυγουστίνος Καντιώτης, Χαλκίδος Νικόλαος, Θεολόγος Λαρίσης, Δημητριάδος Ηλίας κλπ, ήταν η ραχοκοκκαλιά του Ορθοδόξου ήθους.
Ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, χωρίς να έχει μέσα του περιθώρια θετικών φιλοσοφικών, πολιτικών και ορθοδόξων προεκτάσεων - εκτιμήσεων, δεν κατάλαβε ποιους θησαυρούς εκθρόνισε, πως ο ίδιος έγινε φοβερή αιτία εφιαλτικών γεγονότων στο χώρο της Εκκλησίας, στηριζόμενος σε «φιλίες» και στρατιωτικούς, χωρίς βάθος και πλάτος ορθόδοξο.
Η πολιτική του Σεραφείμ ήτο στροφή από το ποιοτικά ανώτερο σε ποσοτικό και κατώτερο!
Τη στάση του π. Αυγουστίνου την κατανοούμε καλύτερα σε συνδυασμό με τη Γραφή, που την γνώριζε άριστα. Η υιοθέτηση μιας βάσης, όπως το κεφ. 13 της «προς Ρωμαίους» επιστολής στο οποίο τονίζεται, ότι η εξουσία «Θεού γαρ διάκονος εστι σοι εις το αγαθόν» (13,4), αυτή η πνευματική και πολιτική βάση δημιουργεί υγιές μαχητικό πνεύμα.
Αυτή η βάση του π. Αυγουστίνου και η εκδήλωσή της στη Σύνοδο του Νοεμβρίου (1972), ήτο έλεγχος για το δικτατορικό καθεστώς. Σ’ αυτή την έντονη ελεγκτική αντιπαράθεση με το καθεστώς ήταν σα να έλεγε: «Αφήστε τους λεξιλογικούς χαρακτηρισμούς «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και αφήστε την Εκκλησία «ελεύθερη και ζώσα» αφήστε την να εκπληρώσει τους εκκλησιολογικούς στόχους της μέσα στην πατρίδα μας, μέσα από ένα σοβαρό Καταστατικό χάρτη».
Προσωπικά πιστεύω, ότι ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α', καθηγητής του Κανονικού δικαίου, γνώριζε τη μηχανή της Μασονίας, ως δρομοδείκτη (κακής) επιβολής κατά της Εκκλησίας. Γι' αυτό στις 28 Νοεμβρίου 1972, με πρόταση 12 Μητροπολιτών, η Ιεραρχία υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου ανανέωσε την καταδικαστική απόφαση της Ιεραρχίας (12-10-1933) της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά της Μασονίας.
Ο Ιερώνυμος είχε συγκρουσθεί πολλές φορές με το Μασονικό – δικτατορικό καθεστώς, γι' αυτό και ακολούθησε η εκθρόνιση των δώδεκα (12) επισκόπων επί Σεραφείμ, ο οποίος αντιδρούσε στην απόφαση καταδίκης της Μασονίας.
Η «υποχωρητικότητα» του Ιερωνύμου έναντι της πολιτείας στο επίμαχο θέμα των Ι. Κανόνων, ήτο φαινομενική.
Δεν ήθελε ο χώρος της Εκκλησίας να καταστεί λεία της λαιμαργίας σκοτεινών δυνάμεων με εκδιώξεις επισκόπων.
Δεν ήθελε την «αποστέρηση» της Εκκλησίας από επισκόπους υψηλής πνευματικής στάθμης (ήθους και βιώματος)∙ προτίμησε την «αντισταθμιστική άμυνα», διατηρήσεως δηλ. των άξιων επισκόπων στις θέσεις τους, μιας και το ήθος τους λειτουργούσε ως ο πράγματι αληθινός Καταστατικός Χάρτης που είχε ανάγκη η Εκκλησία.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ
Αυτό που έχει σημασία (για να συνεχίσουμε) είναι να καταλάβουμε ότι με την πρώτη πρακτική εφαρμογή της αιρέσεως του οικουμενισμού, που είναι η καινοτομία αλλαγής του Ορθοδόξου Εορτολογίου, άρχισε εποχή κακοδοξίας-αποστασίας στην Ελλάδα μέχρι και σήμερα.
Οι συντηρητικοί Ιεράρχες κατηγόρησαν τον Ιερώνυμο για αθέτηση Ι.Κανόνων, ενώ πάντες του Νέου ημερολογίου είμεθα παραβάτες των Ι. Κανόνων. Έχω προβληματισθεί από τις ελέγξιμες μορφές των επιστολών - υπομνημάτων, του αγίου πατρός Φιλοθέου Ζερβάκου προς τον αγωνιστή Ιεράρχη Φλωρίνης π. Αυγουστίνο Καντιώτη και προς άλλους εκκλησιαστικούς παράγοντες.
ΦΩΝΗ Αρχιμανδρίτου Φιλόθεου Ζερβάκου – περί παλαιού και νέου ημερολογίου - προς μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγουστίνο Καντιώτη.
Γράφει σχετικά (Πάρος 6/19 Ιουνίου 1968)
«… Επειδή το παλαιόν εορτολόγιον είναι παράδοσις έγγραφος, επειδή το νέον είναι καινοτομία παπικής και μασονικής προελεύσεως, όσοι καταφρονούν το παλαιόν εορτολόγιον και ακολουθούν το νέον είναι υποκείμενοι τω αναθέματι. Κάθε πρόφασις και δικαιολογία είναι αδικαιολόγητος και «προφάσεις εν αμαρτίαις». «Μη νομιζόμεν ως μηδαμινόν, το ότι ακολουθούμεν το παπικόν εορτολόγιον. Είναι παράδοσις και ως παράδοσιν οφείλομεν να την φυλάξωμεν διότι υποκείμεθα εις ανάθεμα. «Εί τις πάσαν παράδοσιν έγγραφον ή άγραφον αθετεί, ανάθεμα », ορίζει η Ζ΄ οικουμενική Σύνοδος… Λοιπόν δεν είναι καιρός να σιωπάτε πλέον… μή αναβάλλετε, σπεύσατε» ουδείς όμως εκ των συντηρητικών επισκόπων – κληρικών έσπευσε.
Βλέπε και την (Ύστατη Έκκληση, σελ. 57)
Όλοι (και εγώ) όσοι κινούμεθα στο «Νέο εορτολόγιο», επίσκοποι, κληρικοί, κλπ, έχουμε απωθήσει τις προϋποθέσεις-συνθήκες θετικής υπεράσπισης των Ι. Κανόνων.
Μερικώς κοινωνούμε με τον πνευματικό ψυχισμό που δημιουργούν οι Ι. Κανόνες. Καιρός από το λόγο περί Ι. Κανόνων να προχωρήσουμε στη συνείδηση του λόγου. Όσο υπάρχει αυτή η διαίρεση μεταξύ των Ορθοδόξων ο οικουμενισμός δεν χαλιναγωγείται.
Ο Μ. Βασίλειος είναι σαφής, απευθυνόμενος διαχρονικά και στους σύγχρονους Ορθοδόξους:
«Ευεργεσία εστί ενωθήναι τα τέως διεσπασμένα» (Επιστολή 113, P.G 32, 525 D.).
Κατά την πεποίθησή μου, με αξιολογικά ελεύθερες εκτιμήσεις, όσοι κατηγορούν τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο αντιφάσκουν∙ αυτονομιμοποιούνται στην αντίληψη ότι οι δικές τους κανονιστικές αρχές έχουν γενική ισχύ και δεσμευτικότητα!
Όσο χρόνο κοινωνούμε με την εορτολογική καινοτομία και την οικουμενιστική αποστασία, το πνευματικό μας ποινικό Μητρώο επιβαρύνεται. Καιρός η Εκκλησία της Ελλάδος να επανέλθει στο παλαιό εορτολόγιο.
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
«Η Σύγκρουση Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου (Α΄)
και π. Αυγουστίνου Καντιώτη»
(Σύνοδος της Ιεραρχίας της Ελλάδος 15-30 Νοεμβρίου 1972)
Η διερεύνηση αυτής της Συνόδου άπτεται και μιας σειράς αναστοχασμών, προκειμένου να κατανοήσουμε τις προσδιοριστικές υφές της σύγκρουσης μεταξύ του τότε (μακαριστού) Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου (Α') και του (επίσης μακαριστού) επισκόπου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτη στη προσπάθειά τους για οριοθέτηση της εκκλησιολογικής νόησης του Καταστατικού Χάρτη της Eκκλησίας της Eλλάδoς, προκειμένου ο Χάρτης αυτός να έχει για πληρότητα oρθότητας∙ εχρειάζετο δηλ. στην περίπτωση αυτή εκ μέρους των επισκόπων υπευθυνότητα στις επιλογές που υιοθετούσαν, αλλά και στις θέσεις-επιλογές που δεν επιχειρούσαν.
Ήμουν στο πρώτο έτος φοιτητής και είχα διαπιστώσει ότι ο Αρχιεπίσκοπος δεν ήταν (πραγματικά) επιθυμητός στην 21η Απριλίου, μιάς και είχε φανερή εξεγερσιακή λειτουργία έναντι της δικτατορίας (λόγω διαμαρτυριών του) για τις φυλακίσεις και βασανισμούς πολιτικών κρατουμένων.
Αυτή την εξεγερσιακή συνείδηση έναντι του καθεστώτος την είχε (έτι περισσότερο) ο π. Γεώργιος Πυρουνάκης, ως συνειδητοποίηση της αδικίας της επιβολής δικτατορίας στον Ελληνικό λαό.
Ο π. Αυγουστίνος μετείχε, επίσης, στην εξεγερσιακή λειτουργία, έναντι της δικτατορίας, ως συνείδηση - συμπεριφορά Επισκοπική, με όρους υπαρξιακής αναφοράς στην Ορθόδοξη λειτουργία - διοίκηση της Εκκλησίας.
Νίκος Ψαρουδάκης, π. Γεώργιος Πυρουνάκης, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και ο π. Αυγουστίνος, εδέχοντο πολλές πιέσεις από το καθεστώς για να επιβάλλει τη θέλησή του, ως «νόμω κρατούσα πολιτεία».
Η διάταξη του Καταστατικού χάρτη περί αναγνωρίσεως (μόνο) των Ι. Κανόνων «περί Δόγματος και Λατρείας», εξαιρουμένων των περί του ήθους, ήταν (πιστεύω, προσωπικά) τακτική μιας υποχωρήσεως εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου έναντι στρατηγικά πολλών πιέσεων-κινδύνων (μασονία).
Γνώριζε, ότι η υποχώρηση αυτή δεν υπαγόταν σε οριστικές αναφορές διαγραφής των «περί το Ήθος» Ι. Κανόνων από την Εκκλησία, μιας και οι Επίσκοποι που προώθησε στην Διοίκηση της Εκκλησίας ήταν παραδοσιακά Ορθόδοξοι. Πιστεύω, επίσης, ότι ως μορφωμένος πανεπιστημιακός γνώριζε, ότι οι δικτατορίες, ως φιλοσοφική εκτίμηση, έχουν λίγο χρόνο ζωής.
Δίκαια, όμως, ο π. Αυγουστίνος διαμαρτυρήθηκε, αλλά ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος δεν ήταν καταφρονητής των Ι. Κανόνων.
Υπάρχουν κάποιες εκκλησιολογικές στρατηγικές πράξεις οικονομίας, που μπορούν εύκολα (κακοπροαίρετα) να εκληφθούν ως περιφρόνηση ή αθέτηση των Ι. Κανόνων. Παράδειγμα:
Ο π. Αυγουστίνος εφάρμοσε (ως μερική αποτείχιση) τον 15ο Κανόνα της Α-Β Συνόδου, επί αιρετικού Πατριάρχη Αθηναγόρα∙ δεν διέκοψε όμως την Εκκλησιαστική κοινωνία με τους οικουμενιστές του Πατριαρχείου. Επί Πατριαρχικής παρουσίας του Δημητρίου μνημόνευε κανονικά τον αιρετικό διάδοχο του Αθηναγόρα, γι' αυτό και πολλοί, τόνιζαν: «Ο κοινωνών Δημητρίω αιρέσει κοινωνεί».
Τι δηλ.; ο αγωνιστής-άγιος π. Αυγουστίνος, ήτο εναντίον της πλήρους εφαρμογής του 15ου Κανόνα; Άπαγε της βλασφημίας! Πιστεύω, ότι ο π. Αυγουστίνος και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α', εν συνειδήσει και αγαθή προθέσει αγωνιζόμενοι υπέρ της Εκκλησίας, ανεξαρτήτως του ποικίλου βαθμού ακριβείας των ενεργειών τους, προς το απαιτούμενον υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήταν εντός εκκλησίας με τις αδυναμίες τους, τις ανθρώπινες, που ουδείς μπορεί να παραθεωρήσει.
Πιστεύω, πως μόνο οι με κακή πρόθεση (πονηρού δούλου) επίσκοποι οικουμενιστές αντιστρατεύονται στην Εκκλησία∙ αυτοί βρίσκονται εκτός Εκκλησίας.
«Ου γάρ οριστικώς έστω αποφήνασθαι∙ δια το άλλον, άλλου διαφέρειν και προσώπω και γνώσει, και σπουδή, και ηλικία» (Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης).
Θα επανέλθω.
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ