Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- ιατρού-συγγραφέως
Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων
Εν Κυθήροις τη 8η Φεβρουαρίου 2026
Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, είναι η Κυριακή του ασώτου, επειδή ακριβώς η Εκκλησία μας αναγινώσκει την ημέρα αυτή την γνωστή σε όλους μας παραβολή του ασώτου. Η παραβολή αυτή, μπορούμε να πούμε ότι είναι συνέχεια της προηγουμένης, της παραβολής του Τελώνου και του Φαρισαίου, που ακούσαμε την προηγούμενη Κυριακή, διότι σ’ εκείνη μεν η Εκκλησία μας εισάγει στην συντριβή της καρδιάς και την συναίσθηση της αμαρτωλότητος, που είχε ο τελώνης, ως δύο απαραίτητα γνωρίσματα της αληθινής μετάνοιας, ενώ στη σημερινή μας παρουσιάζει την δύναμη της μετανοίας και το μέγεθος της ευσπλαγχνίας του Δεσπότου Χριστού.
Αποτυπώνει με τον πλέον παραστατικό τρόπο την τραγωδία του κάθε ανθρώπου, που απομακρύνεται από τον Θεό και παραδίδεται στα πάθη και στις επιθυμίες του. Κορυφαίοι ερμηνευτές της Εκκλησίας μας παρατηρούν ότι πουθενά, σε καμιά άλλη παραβολή δεν παρουσιάζεται με τόση ένταση η κατάντια της αμαρτίας. Αλλά και σε καμιά άλλη δεν αποκαλύπτεται τόσο παραστατικά το μεγαλείο της άπειρης αγάπης του Θεού, ο Οποίος συγχωρεί τον αμαρτωλό, όσο πολλές και μεγάλες και αν είναι οι αμαρτίες του, αρκεί να μετανοήσει ειλικρινά και να επιστρέψει στον ουράνιο πατέρα.Στη διήγηση της παραβολής περιγράφονται με τον πιο γλαφυρό και παραστατικό τρόπο όλα τα γνωρίσματα της αληθινής μετανοίας. Ας τα δούμε με πολλή συντομία. Ο νεώτερος υιός, αφού έφυγε από το σπίτι και δαπάνησε όλη την πατρικη περιουσία, γλεντώντας και διασκεδάζοντας, έφθασε σε ένα τραγικό κατάντημα. Πεινάει, βόσκει γουρούνια, νοιώθει ότι χάνεται, προσπαθεί να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα που τρώγανε τα γουρούνια, βρωμάει ολόκληρος, μοιάζει με ένα ζωντανό νεκρό. Αυτό είναι το τίμημα της αμαρτίας. Εκεί μας καταντάει η ζωή της ασωτίας. Ο άσωτος νόμισε ότι φεύγοντας από το σπίτι του πατέρα, θα απελευθερωθεί, θα γλεντήσει τη ζωή του, θα βρεί το νόημα της ζωής. Τελικά όμως έγινε δούλος, ένα ερείπιο σωματικό και ψυχικό, έχασε τον εαυτό του, νεκρώθηκε.
Όμως κάποια στιγμή ήρθε στα καλά του. Όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής: «εις εαυτόν δε ελθών είπε, πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι». Μέχρι τότε ζούσε σε κατάσταση τρέλας και παραφροσύνης. Δεν ήξερε ούτε τι έλεγε, ούτε τι έπραττε, διότι τέτοια είναι η φύση της αμαρτίας. Σκοτίζει την ψυχή, ενώ παράλληλα την αιχμαλωτίζει στην πρόσκαιρη απόλαυση των ηδονών. Όταν ο άσωτος έφθασε σε έσχατο βάθος κακών, τότε θυμήθηκε πόσο ευχάριστα ζούσε στο σπίτι του πατέρα του, χωρίς να του λείπει τίποτε, ενώ τώρα κινδυνεύει να πεθάνει από την πείνα. Άρχισε να συναισθάνεται το κατάντημά του, αυτή δε η συναίσθηση, μπορούμε να πούμε, ότι είναι το πρώτο βήμα προς την αληθινή μετάνοια. Και τούτο διότι είναι αδύνατον ο άνθρωπος να μετανοήσει αληθινά, αν προηγουμένως δεν συναισθανθεί την αμαρτωλότητά του, δεν νοιώσει το κατάντημά του. Εν όσω ο άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση πωρώσεως και αναισθησίας, εν όσω δηλαδή δικαιώνει τον εαυτό του, είναι αδύνατον να μετανοήσει. Και αν κάποιος του πεί: Πήγαινε να εξομολογηθείς, απαντάει: Γιατί να εξομολογηθώ, αφού δεν έχω αμαρτίες;
Ο άσωτος καθώς συναισθάνεται το βάθος των κακών, στο οποίο έφθασε, είχε δύο επιλογές μπροστά του: Είτε να ταπεινωθεί και να επιστρέψει στον πατέρα του, είτε να βυθιστεί στην απόγνωση, μη μπορώντας να πιστεύσει ότι ο πατέρας θα τον συγχωρούσε. Εδώ και πάλι θα πρέπει να τονίσουμε, πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος της απογνώσεως. Ο διάβολος, ο οποίος συνεχώς εργάζεται την καταστροφή μας, εκείνη την ώρα βάζει μέσα στο νου μας λογισμούς απελπισίας. Μας λέει: Τώρα εσύ έφθασες σε μεγάλο βάθος κακών. Δεν υπάρχει για σένα σωτηρία. Δεν πρόκειται να σε συγχωρήσει ο Θεός. Είναι όμως έτσι; Η ίδια η παραβολή μας διδάσκει, ότι ο Θεός μας δέχεται και μας συγχωρεί, όσο πολλές και όσο μεγάλες και αν είναι οι αμαρτίες μας, αρκεί να μετανοήσουμε ειλικρινά. Η ευσπλαχνία του Θεού είναι άπειρη και δεν υπάρχει αμαρτία που να υπερβαίνει την αγάπη του Θεού.
Στη συνέχεια ο άσωτος παίρνει την μεγάλη απόφαση. Είπε: «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ, πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω, πατέρα μου, αμάρτησα στον ουρανό και ενώπιόν σου. Θυμήθηκε ο άσωτος ότι έχει έναν ευσπλαγχνικό πατέρα, που τον αγαπάει και ότι εάν επιστρέψει, δεν θα τον διώξει, αλλά και πάλι θα τον δεχθεί, έστω και σαν μισθωτό και όχι σαν υιό του. Πήρε την απόφαση να επιστρέψει, αλλά παράλληλα και να ομολογήσει την ενοχή του. Αυτή δε η απόφαση της επιστροφής, μπορούμε να πούμε, είναι το δεύτερο μεγάλο βήμα προς την αληθινή μετάνοια. Ο άσωτος δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί, ούτε να αυτοδικαιωθεί. Δεν προσπαθεί να καλύψει την ενοχή του και να αρχίσει να φέρνει επιχειρήματα, ότι τάχα φταίει το ένα, ή ότι φταίει το άλλο. Να πει για παράδειγμα: Πατέρα, μπορεί και εγώ σαν άνθρωπος να έκανα κάποια λαθάκια στη ζωή μου. Τι να κάνουμε, όλοι μας κάνουμε λάθη. Έλα τώρα να ξεχάσουμε τα παλιά και ό,τι έγινε, έγινε! Ο άσωτος δεν μιλάει έτσι, δεν μιλάει με θράσος και αυθάδεια, αλλά είναι βαθιά - βαθιά συντετριμμένος. Ρίχνει όλο το βάρος της ενοχής επάνω του. Αυτή δε ομολογία της ενοχής είναι το τρίτο μεγάλο βήμα προς την αληθινή μετάνοια. Το λέμε αυτό, διότι και εμείς σε πάμπολλες περιπτώσεις, όταν πάμε να εξομολογηθούμε στον πνευματικό, προσπαθούμε με χίλιους δυό τρόπους να καλύψουμε τις αμαρτίες μας και να ρίξουμε την ενοχή μας σε άλλους.
Ο άσωτος αφού πήρε πλέον την απόφαση της επιστροφής, την έβαλε σε πράξη. Διότι όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής παρακάτω: «και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού». Δεν έμεινε μόνο στις καλές σκέψεις και στις καλές αποφάσεις. Όταν οι καλές σκέψεις δεν γίνονται πράξεις, δεν έχουν καμιά αξία ενώπιον του Θεού. Μ’ άλλα λόγια ο Θεός ζητάει από μας την έμπρακτη μετάνοια και όχι την μετάνοια που εκφράζεται μόνο με λόγια. Αυτή δε η έμπρακτη μετάνοια είναι ένα ακόμη μεγάλο βήμα προς την αληθινή μετάνοια. Μια μετάνοια που περιορίζεται μόνο σε λόγια δεν μπορεί να είναι αληθινή. Είναι ψεύτική και υποκριτική. Πολλοί χριστιανοί σήμερα, καθώς συναισθάνονται την αμαρτωλότητά τους, έρχονται βέβαια στην εξομολόγηση και ομολογούν τα σφάλματά τους, αλλά δεν αγωνίζονται στη συνέχεια να αλλάξουν ζωή και να αποβάλουν τα πάθη τους. Βλέπετε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο άσωτος αφού γύρισε στο σπίτι του πατέρα, γύρισε πλέον οριστικά και αμετάκλητα, χωρίς να παλινδρομήσει και πάλι πίσω την προηγούμενη άσωτη ζωή του. Το πάθημα του έγινε μάθημα.
Αντίθετα εμείς θέλουμε να σωθούμε χωρίς κόπους και χωρίς αγώνα πνευματικό, ερωτοτροπώντας μάλιστα με την αμαρτία. Προσπαθούμε να συνδυάσουμε την κοσμική ζωή με τη ζωή της μετανοίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι η όλη σχέση μας με τον Θεό γίνεται επιφανειακή, περιορίζεται σε μερικούς θρησκευτικούς τύπους, αλλά δεν αγγίζει το βάθος της καρδιάς μας. Κάνουμε κάποιες καλές πράξεις, τηρούμε κάποια θρησκευτικά καθήκοντα, ίσα - ίσα για να νομίζουμε ότι είμαστε καλοί χριστιανοί, ενώ κατά βάθος η καρδιά μας είναι προσκολλημένη σε άλλα πράγματα του παρόντος κόσμου και όχι στον Χριστό.
Στη συνέχεια βλέπουμε το υπέροχο μεγαλείο της αγάπης και της ευσπλαγχνίας του Θεού Πατέρα, ο οποίος μόλις είδε το παραστρατημένο παιδί του να επιστρέφει συντετριμμένος με ειλικρινή μετάνοια, τρέχει και το σφίγγει στην αγκαλιά του. Δεν σιχαίνεται τις ακαθαρσίες που έχει πάνω του. Δεν το επιπλήττει, δεν το ελέγχει, αλλά σκύβει και το φιλάει. Και όχι μόνο το συγχωρεί, αλλά και το αποκαθιστά στη θέση του υιού, πράγμα που δείχνει το μέγεθος της αγάπης του. Από αγάπη ήρθε στον κόσμο και φόρεσε τη φύση μας. Ήρθε, όχι για να καλέσει τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια, όπως ο ίδιος το διεκήρυξε. Ήρθε για να ανοίξει την αγκαλιά του πάνω στον σταυρό και να δεχθεί τον κάθε αμαρτωλό, που μετανοεί. Όμως η αγάπη αυτή του Θεού λειτουργεί λυτρωτικά και σώζει τον άνθρωπο μόνο με μια προϋπόθεση, την προϋπόθεση της αληθινής μετανοίας. Η πόρτα του παραδείσου έχει μια κλειδαριά, που ανοίγει με δύο κλειδιά. Το ένα το κρατάει ο Θεός και είναι το κλειδί της αγάπης. Το άλλο το κρατάει ο άνθρωπος και είναι το κλειδί της μετανοίας. Κανένα κλειδί από μόνο του δεν μας ανοίγει την πόρτα του παραδείσου. Χρειάζεται να λειτουργήσουν και τα δύο κλειδιά ταυτόχρονα.
Ας φροντίσουμε αδελφοί μου, εν όσω ακόμη ζούμε στην παρούσα ζωή και αναπνέουμε, να μετανοήσουμε ειλικρινά, πριν έρθει η ώρα του θανάτου, διότι μετά θάνατον ο Θεός δεν δέχεται την μετάνοιά μας. Το κλειδί της μετανοίας λειτουργεί μόνο στην παρούσα ζωή, όχι στην μέλλουσα. Καλούμαστε όλοι μας, καθώς ακούσαμε σήμερα την παραβολή αυτή, να βάλουμε στη θέση του ασώτου υιού τον ίδιο τον εαυτό μας. Και όπως μιμηθήκαμε τον άσωτο στη ζωή της ασωτείας, έτσι τώρα ας τον μιμηθούμε και στην μετάνοια. Πράγμα το οποίο εύχομαι να γίνει σε όλους μας με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των αγίων. Αμήν.
