Πέμπτη, 6 Μαΐου 2021

Του Νεκτάριου Δαπέργολα, Διδάκτορος Ἱστορίας: Ἕως πότε δυσί κυρίοις δουλεύοντες;

 Ὅμως θα πρέπει νά τό ξεκαθαρίσουμε, ὅσο κι ἄν ἀκούγεται σκληρό. Οἱ καλές προθέσεις, ὅταν μένουν μόνο προθέσεις, στρώνουν ἀπλῶς τόν δρόμο πρός τήν Κόλαση. Δέν γίνεται νά τά ἔχεις καλά μέ ὅλους.


 


Του Νεκτάριου Δαπέργολα, Διδάκτορος στορίας

      σα γιναν τό βράδυ το Μ. Σαββάτου, θεσαν μία κόμη πολύ χαρακτηριστική ψηφίδα στό ποτρόπαιο ψηφιδωτό πού κατασκευάζεται δ καί πολλά χρόνια (πό τό κράτος τς οκουμενιστικς λαίλαπας), λλά κατασκευή του χει πια τόσο πολύ προχωρήσει, στε ως πρότινος θολά ρατή κόμη εκόνα νά γίνεται πλέον ντιληπτή πό σχεδόν λους. τουλάχιστον, πό  λους τούς δυναμένους (καί κυρίως βουλομένους) ρν.

        λόγος προφανς γιά τήν λλαγή τς ρας τς ναστάσεως, πού δέν εναι φυσικά μία πλή λλαγή ρας (καί πρωτίστως λλαγή μέρας), λλά μία κόμη νέργεια βλασφημίας καθώς καί κατάφωρης δογματικς κτροπς, μία πό τίς πολλές πού βιώνουμε δ καί καιρό, καί γιά τήν ποία πεύθυνοι εναι να μφιφανς ντίχριστο πολιτικό καθεστώς και μία πίσης μφιφανς προδοτική κκλησιαστική γεσία. Μέ τήν κύρια εθύνη μως νά βαραίνει κατά την ποψή μου κυρίως (καί πάλι) τή δεύτερη. Γιατί γιά τό ποιον καί τίς προθέσεις το Καίσαρα οτε αταπτες μπορε νά πρχαν, οτε μφιβολίες. εραρχία μας μως θά μποροσε, ν θελε, νά ντιτάξει οσιώδη λόγο ντιρρήσεως καί πνεμα ντιστάσεως πέναντι στό καθεστώς - καί δη πό τήν περσινή νοιξη τό χουμε πολλές φορές ξαναγράψει τι σέ μιά τέτοια περίπτωση τίποτε πό λα ατά πού ζομε δ και να χρόνο, δέν θά εχε γίνει. Τίποτε πό λο ατό τό ασχος μέ τούς κλειδωμένους καί πολυμασμένους ναούς, τίποτε πό ατό τό συνεχές κουτρουβάλιασμα στόν κατήφορο τν συνεχν ποχωρήσεων σέ θέματα λοένα καί πιό οσιώδη, τίποτε πό τή συνεχ πώθηση τν δθεν κόκκινων γραμμν λο καί πιό πέρα. Σέ βαθμό πού νά μήν πάρχει κανένα ριο πιά. Σέ βαθμό πού καί τίς ποιεσδήποτε πομείνασες διαβεβαιώσεις περί δθεν μή διαπραγματεύσιμων ζητημάτων (πως π.χ. Θεία Κοινωνία), τά ποα βρίσκονται πέρα πό τό «κατ’ οκονομίαν», λάχιστοι φελες νά μπορον νά τίς παίρνουν πλέον κόμη στά σοβαρά.

      πειδή μως δεν εμαστε παντες αθεροβάμονες, δέν ννοομε προφανς λη τήν εραρχία. Δεν ννοομε κν  τό μεγαλύτερο κομμάτι της. Δέν πάει λοιπόν σέ ατούς τό «ν θελε». Ετυχς δυστυχς, εναι γνωστά τά τεράστια προβλήματα που ταλανίζουν τη διοικοσα κκλησία μετά πό τόσες δεκαετίες κκοσμίκευσης καί ερύτερης κατάπτωσης, γνωστές ο σχέσεις πολλν πισκόπων (καί νερχόμενων ρχιμανδριτν) μέ στοές, γνωστές ο ερύτερες παθογένειες το πάση θυσία καριερισμο πό ρκετούς νθρώπους πού φορον ράσο λλά δέν πιστεύουν σέ τίποτε λλο, γνωστό τι κάποιοι «κρατονται» μέ διάφορα ζητήματα καί κβιάζονται, γνωστά καί πολλά κόμη. Γνωστό συνεπς (πέναντι σέ ατό τό «ν θελε») καί τό τι ντως μία μεγάλη μερίδα ξαρχς δέν θελε.

      Εδικά μως τό παρόν κείμενο δέν ναφέρεται σέ ατούς. Ατοί δέν εναι ξάλλου «δυσί κυρίοις δουλεύοντες». Γιατί ατοί, παρά τά φαινόμενα καί πάρα τά σα διακηρύττουν, εναι πηρέτες σέ να ποκλειστικά καί πολύ συγκεκριμένο φεντικό. Καί ατοί δη «πέχουσιν τόν μισθόν ατν». πάρχουν μως καί ο λλοι. Λιγότεροι μέν, λλά γνωρίζουμε τι πάρχουν, σέ λη τήν λλάδα. Καί δέν εναι μόνο κάποιοι λίγοι πίσκοποι, λλά καί (πολύ περισσότεροι) ερες καί λαϊκοί κόμη. Ατοί πού δεν συμφωνον μέ λα ατά, ατοί πού θλίβονται καί σως καί νά πονον μέ λη ατή τήν προδοσία, ατοί πού χουν κόμη κάτι μέσα τους. λλά πού φοβονται κόμη νά μιλήσουν, δεν ποφασίζουν νά «κτεθον», διστάζουν νά κολουθήσουν τούς πειροελάχιστους πού πέμειναν πλέον μόνο νά ντιδρον νοιχτά καί μολογιακά, παραμένουν γκλωβισμένοι σέ ψευτοδιλήμματα, βραχυκυκλωμένοι στήν νακολουθία μεταξύ καλν προθέσεων καί κακν πιλογν, νίοτε σως καί σχιζοφρενικά μπερδεμένοι πό τίς δύο βάρκες πού πέλεξαν ταυτόχρονα νά πατον.

      μως θα πρέπει νά τό ξεκαθαρίσουμε, σο κι ν κούγεται σκληρό. Ο καλές προθέσεις, ταν μένουν μόνο προθέσεις, στρώνουν πλς τόν δρόμο πρός τήν Κόλαση. Δέν γίνεται νά τά χεις καλά μέ λους. Δέν γίνεται νά ναλίσκεσαι ς εί σέ σορροπισμούς. ταν πιμένεις νά πατς σέ δύο βάρκες, εναι νομοτελειακά βέβαιο τι κάποτε θά καταποντιστες. Κάποια στιγμή θά πρέπει πιτέλους νά πιλέξεις μέ ποιούς θα πς καί ποιούς θά φήσεις. Καί εδικά σέ μία τέτοια κρίσιμη πλέον φάση, που νάγκη γιά πραγματική μολογία Χριστο (ργοις μως, χι πλς λόγοις) εναι πιά τόσο πιτακτική καί που περισσότερο πό κάθε λλη φορά « σιωπν δοκε συναινεν». Δέν μίλησαν γιά τήν οκουμενιστική πληγή, πού εναι πί τόσα χρόνια χαίνουσα καί βαριά κακοφορμισμένη. Δέν μίλησαν γιά τό Οκρανικό. Δεν μίλησαν γιά τό κλείδωμα τν ναν, χωρίς πολύτως κανένα σοβαρό λόγο (ατό δέν συνέβη λλωστε ποτέ κόμη καί σέ πραγματικά φονικές πανδημίες, πού οδεμία σχέση χουν μέ τή σημερινή διαστροφικά περδιογκωμένη πραγματικότητα). Δέν μίλησαν, ταν κάποιοι πινόησαν μία λόκληρη ψευτοθεολογία τς μάσκας καί το…dettol, γιά νά δικαιώσουν τήν πτώση τους. Δεν μίλησαν οτε και προχτές, μέ τή νέα ψευτοθεολογία τς…διημέρου ’Αναστάσεως. πιτέλους, πότε θα μιλήσουν;

     Καί τό πιό τραγικά ερωνικό εναι βέβαια τι γίνονται νοχοι λης ατς τς φωνίας και πραξίας, κόμη καί «μηδενός διώκοντος». Ποιός θά τούς ξανάγκαζε ραγε σέ πλήρη συμμόρφωση πρός τήν κάθε νεκδιήγητη γκύκλιο σάν κι ατές πού βγάζει δ καί μνες διαδικτυακή παρέα πού συνέρχεται μέσω…zoom (ες τύπον δθεν τς ερς Συνόδου); Ποιός θά τούς τιμωροσε, ν λεγαν πιτέλους στή ζωή τους καί να ΟΧΙ (σάν κι ατά δηλαδή πό τά ποα ποκλειστικά γράφεται στορία); Ποιός θά τούς δίωκε, ν πέλεγαν στω πρό λίγων μερν νά ρνηθον τό νά τιναχτε στόν έρα ερά Παράδοση 2.000 τν ς πρός τήν νάσταση το Κυρίου; Ποιός τιμώρησε δηλαδή τόσες καί τόσες νορίες σέ λη τήν λλάδα, πού ρνήθηκαν νά συμπράξουν στή νέα βεβήλωση καί όρτασαν κανονικά τά μεσάνυχτα στω νωρίς τό πρωί τς Κυριακς; Γιατί πρέπει κάποιοι νά εναι τόσο τρομακτικά πάκουοι καί πειθήνιοι, γιατί πρέπει νίοτε νά γίνονται κόμη καί «βασιλικότεροι το βασιλέως» - καί δή (τό παναλαμβάνω) «μηδενός διώκοντος»; Καί σέ καιρούς μάλιστα πού τό καθκον τους ς πνευματικν ποιμένων δέν εναι προστασία τν πιστν πό πρόστιμα πό τή σωματική κθεση σέ κρως μφισβητούμενες σθένειες, λλά προστασία τν ψυχν πό τή βλασφημία, τήν πλάνη καί τήν αρεση. Καί να καθκον βέβαια πού θά φειλαν νά τό πράξουν, κόμη καί «πολλν διωκόντων». Γιατί ο καιροί ατό πλέον ξεκάθαρα παιτον.

     Και ο καιροί εναι καιροί ποκαλύψεων καί κοσκινίσματος. Θα τό πομε καθαρά: σοι λένε πώς εναι ζωντανοί (πίσκοποι, ερες καί λαϊκοί), δέν ρκε πλέον νά τό λένε πό μέσα τους. ρκετά παιξαν στω καί πρόθυμα τό παιχνίδι το συστήματος (μέ τήν δράνεια, τή φοβικότητα, τή ραθυμία τους). ρκετά μειναν στή σκιά, μήπως καί κάποιοι τούς ποκαλέσουν ψεκασμένους καί…ταλιμπάν μήπως δυσαρεστηθε κάποιος πατριάρχης, ρχιεπίσκοπος λλος πό τό (πολιτικό καί κκλησιαστικό) καθεστώς. ρκετά κρύφτηκαν πίσω καί πό προφάσεις, πως πίκληση τς δθεν δυναμίας καί λιγαριθμίας τους πέναντι στήν σχύ τν πολλν πως παντελς κείνη θεολόγητη νοησία τς πακος σέ κκλησιαστικά νωτέρους (κι ς εναι πολύτως δεδομένο καί ξεκάθαρο τι προϋπόθετος πακοή οτε νοεται οτε φίσταται βάσει καμίας πατερικς παρακαταθήκης, καμίας κκλησιαστικς Παράδοσης, κανενός ερο Κανόνα).

     σοι λένε λοιπόν πώς εναι ζωντανοί, σοι λένε πώς νοιάζονται καί θλίβονται, δέν ρκε πιά νά τό λένε πό μέσα τους στω διά ψιθυρισμν στόν στενό τους περίγυρο. Κάποια στιγμή θά πρέπει πιτέλους καί νά τό φωνάξουν. Καί μέσως μετά θά πρέπει καί νά τό ποδείξουν. Ο καιροί παιτον πράξεις. Τίς ναμένουμε