Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ


«Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. 4,20)

Αφεντες απανταἈπὸ τὴν ἑβδομάδα, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὴν ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθεῖ μετὰ τὴν Κυρι­ακὴ τῶν ἁγίων Πάντων ἕως τὶς 29 Ἰουνίου εἶ­νε περίοδος νηστείας· εἶνε ἡ νηστεία τῶν ἁ­γί­ων ἀποστόλων. Μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολο­γίου δυστυχῶς ὡρισμένες χρονιές, ὅταν τὸ Πάσχα πέφτῃ ἀργά, ἡ νηστεία αὐτὴ μειώνε­­ται καὶ κάποτε μηδενίζεται. Ἡ νηστεία αὐ­τὴ εἶνε σχετικῶς εὔκολη, διότι ἐπιτρέπεται τὸ ψάρι. Δὲν ξέρω ἂν ἐσεῖς τὴν τηρῆτε.
Ἡ νηστεία αὐτὴ θεσπίσθηκε γιὰ νὰ προετοι­μάζῃ τοὺς Χριστιανοὺς γιὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν ἀποστόλων. Καὶ ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἡ δευτέρα (Β΄) Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου, τὶς περισσότερες φορὲς πέφτει μέσα στὴ νηστεία τῶν ἁ­γί­ων ἀποστόλων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα εἶνε σχετικὸ μὲ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους.

* * *

Τί λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο; Στοὺς Ἁγίους Τόπους ὑπάρχει μία λίμνη μὲ νερὰ καθαρά. Εἶνε μία ἀπὸ τὶς πιὸ ὄμορφες λίμνες τῆς Γῆς. Τὸ Εὐαγγέλιο τὴν ὀνομάζει «θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας» (Ματθ. 4,18) ἢ «τῆς Τιβεριάδος» (Ἰω. 6,1· 21,1). Ἐπειδὴ εἶνε πολὺ μεγάλη, οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Ἄραβες τὴ λένε θάλασσα.
Σ᾿ αὐτὴ λοιπὸν τὴ θάλασσα, στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος, πῆγε ὁ Χριστός. Τί νὰ κάνῃ; Νὰ διαλέξῃ τοὺς μαθητάς του, νὰ διαλέξῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, ποὺ θὰ συνέχιζαν τὸ ἔργο του στὸν κόσμο. Ποιό ἔργο του;
Δὲν ὑ­πάρχει πιὸ δύσκολο ἔργο ἀπὸ τὸ ἔρ­γο τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν σᾶς ἔδειχνα ἕνα πλατάνι μεγάλο καὶ σᾶς ἔλεγα, ὅτι τὸ πλατάνι αὐτὸ θὰ τὸ ξερριζώσῃ ἕνα μικρὸ παιδάκι, δὲν θὰ γελούσατε; Τὸ πλατάνι, γιὰ νὰ ξερριζωθῇ, δὲν φτάνουν οὔτε ἑκατὸ ἄντρες. Μπουλντόζα καὶ γερανὸ καὶ φουρνέλλο θέλει, γιὰ νὰ τὸ ξερριζώσῃς. Ἔτσι ἦταν τὸ κακὸ στὸν κόσμο. Σὰν πλατάνι ῥιζωμένο βαθειὰ μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ ξερριζώσῃ ὁ Χριστός· νὰ ξερριζώσῃ τὴν εἰδωλολατρία καὶ νὰ φυτέψῃ τὴ νέα ἀληθινὴ πίστι.
Πῆγε ἐκεῖ ὁ Χριστός, γιὰ νὰ διαλέξῃ τοὺς συνεργάτες του. Ἄλλος στὴ θέσι του θὰ διάλεγε ἄλλους ἀνθρώπους· θὰ διάλεγε πλουσί­ους, ποὺ ἔχουν λεφτὰ πολλά, θὰ ζητοῦσε νὰ συμμαχήσῃ μὲ τὸ κεφάλαιο· θὰ ζητοῦσε νὰ βρῇ στρατηγούς, ποὺ ἔχουν σπαθιὰ καὶ διατά­ζουν στρατιῶτες· θὰ ζητοῦσε νὰ βρῇ σοφοὺς καὶ φιλοσόφους καὶ μορφωμένους. Μὰ ὁ Χριστός μας δὲν τὸ ἔκανε. Γιατί; Γιατὶ ἂν ἔ­παιρνε πλουσίους, ὅλοι θὰ ἔλεγαν ὅτι ὁ χριστι­ανισμὸς ξαπλώθηκε μὲ τὰ λεφτά. Ἂν ἔπαιρ­νε σοφοὺς καὶ φιλοσόφους καὶ ῥήτορες, θὰ ἔλεγαν ὅτι ἡ θρησκεία μας ἐπικράτησε μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ τὴ ῥητορεία. Κι ἂν ἔπαιρνε μαζί του σπαθιά, θὰ ἔλεγαν ὅτι κυβέρνησε τὸν κόσμο μὲ τὰ σπαθιά. Οὔτε σπαθιὰ πῆρε, οὔτε πουγκιὰ πῆρε, οὔτε φιλοσόφους πῆρε. Τί πῆ­ρε; φτωχούς, ψαρᾶδες, ἀνθρώπους ξυπόλητους, ποὺ δὲν τοὺς ἔδινε κανεὶς σημασία.
Μά, θὰ μοῦ πῆτε, μόνο αὐτοὶ οἱ δώδεκα ψα­­ρᾶδες ἦταν ἐκεῖ; δὲν ὑπῆρχαν ἄλλοι; Ὑπῆρ­χαν καὶ ἄλλοι. Πόσοι; Τοὐλάχιστον χίλιοι – δυὸ χιλιάδες ψαρᾶδες θὰ ἦταν γύρω – γύρω στὰ χωριὰ τῆς λίμνης. Γιατί ὁ Χριστὸς ἀπ᾿ ὅ­λους ἐκείνους διάλεξε αὐτούς; Κουτουροῦ τοὺς πῆρε, ὅπως κουτουροῦ ἁπλώνεις τὸ χέρι σου καὶ πιάνεις τὰ χαλίκια; Ὄχι δά! Τοὺς διάλεξε.
Γιατί τοὺς διάλεξε; Γιατὶ μέσ᾿ στὰ χαλίκια αὐτοὶ ἦταν διαμάντια. Καὶ γιατί ἦταν διαμάντια; Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν κοιτάζει τὰ ροῦχα μας, δὲν κοιτάζει τὸ πορτοφόλι μας, δὲν κοιτάζει τὰ σπίτια ποὺ κατοικοῦμε, δὲν κοιτάζει τὴν ὀμορφιά μας, δὲν κοιτάζει τίποτε ἀπ᾿ αὐ­τά. Τὴν καρδιά μας ζητάει. Καὶ σὰν καρδιογνώ­στης, ἔβλεπε ὅτι αὐτοί, κάτω ἀπὸ τὰ ῥοῦχα τοῦ ψαρᾶ, ἦταν ψυχὲς εὐγενεῖς.
⃝ Γιατί τοὺς διάλεξε; Γιά κοιτάξτε πρῶτα – πρῶ­τα ποῦ τοὺς βρῆκε; Τοὺς βρῆκε στὸ καφενεῖο; τοὺς βρῆκε στὴν ταβέρνα μὲ τὰ ποτήρια στὰ χέρια νὰ κουτσοπίνουνε; τοὺς βρῆ­κε νὰ παίζουν ζάρια; Ὄχι. Ποῦ τοὺς βρῆκε; Στὴ δουλειά. Ἔρριχναν τὰ δίχτυα οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ ἔπιαναν ψάρια. Τοὺς βρῆκε στὴ δουλειά.
⃝ Τοὺς διάλεξε ἀκόμα – γιατί; Δὲν φτάνει νά ᾿σαι ἐργατικός. Ὑπάρχουν ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν συνεργάζονται μὲ ἄλλους· εἶνε μόνοι τους. Οἱ ψαρᾶδες ὅμως αὐτοὶ ποὺ διάλεξε ὁ Χριστός, ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Πέτρος, ὁ Ἰ­ωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος, εἶχαν συνεταιρισμό. Ἦταν μαζί, δούλευαν μαζί· ὁ Ἀνδρέας μὲ τὸν Πέτρο, ὁ Ἰάκωβος μὲ τὸν Ἰωάννη ποὺ εἶχαν καὶ τὸν πατέρα τους τὸ Ζεβεδαῖο. Εὐλογημένα σπίτια! Παλαιότερα τὰ ἀδέρφια δὲν χώριζαν, ζοῦσαν πατριαρχικῶς. Πῆγα σ᾿ ἕνα χωριὸ καὶ χάρηκε ἡ ψυχή μου. Βρῆκα ἕνα σπίτι ποὺ ἦταν ὅλοι μαζί· ἑπτὰ ἀδέρφια, ἑπτὰ νυφάδες, εἴκοσι παιδιά, ἐγγονάκια, καὶ στὴ μέση ἕνας χαριτωμένος γέροντας τσομπᾶνος ὀγδόντα χρονῶν. Ἄ, εὐλογημένος ἄνθρωπος, σὰν τὸν πατριάρχη! Τώρα, λίγα σπίτια εἶνε πιὰ μαζί. Χωρίζουν τὰ ἀδέρφια, χωρίζουν οἱ πεθερὲς μὲ τὶς νύφες, χωρίζει ὁ κόσμος. Ἐνῷ ἐδῶ στὸ εὐαγγέλιο βλέπεις, ὅτι οἱ δώδεκα αὐτοὶ ψα­ρᾶ­δες ποὺ διάλεξε ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν μόνο ἐργατικοί, ἀλλὰ εἶχαν κ᾿ ἕνα πνεῦμα συνεργασίας, συνεργάζονταν.
⃝ Τοὺς διάλεξε λοιπὸν ὁ Χριστὸς γιατὶ ἦταν ἐργατικοί, τοὺς διάλεξε γιατὶ ἦταν ἀγαπημένα ἀδέρφια. Τοὺς διάλεξε ἀκόμα, γιατὶ ἦταν ἀ­νώτεροι ἄνθρωποι. Ποῦ τὸ βλέπουμε αὐτό; Ὅταν τοὺς εἶπε, Ἐλᾶτε κοντά μου κι ἀφῆστε τὰ δίχτυα σας, αὐτοὶ τί ἔκαναν; Ἄφησαν τὰ δίχτυα τους, ἄφησαν τὰ καΐκια τους, τὰ ἄφησαν ὅλα καὶ ἦρθαν κοντά του. Τὰ θυσίασαν ὅ­λα γιὰ τὸ Χριστό. Ὑπήκουσαν ἀπολύτως. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς διάλεξε ὁ Χριστός μας.
Καὶ μετὰ αὐτοὶ οἱ δώδεκα τί ἔκαναν; Τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα, ἐγὼ δὲν ξέρω ἄλλο μεγαλύτε­ρο. Τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα εἶνε αὐτὸ ποὺ θὰ γιορτάσουμε μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν ἁγίων ἀποστό­λων. Ψαρᾶδες, ξυπόλητοι, χωρὶς γράμματα, χωρὶς ἐπιστήμη, χωρὶς μπουκιά, χωρὶς σπα­θιά, χωρὶς κανόνια, χωρὶς πυραύλους, χωρὶς τίπο­τα, ν᾿ ἀναποδογυρίσουν τὸν κόσμο ὁλόκλη­ρο! Ἐ­ὰν ὑποθέσουμε ὅτι σ᾿ ἕνα χωριὸ πέφτει ἕνα κοπάδι πεινασμένοι λύκοι, χίλιοι – δυὸ χιλιάδες λύκοι, καὶ τὸ κοπάδι τῶν λύκων κυκλώνει δώδεκα προβατάκια, ποιοί θὰ νικήσουν; Θὰ νικήσουν τὰ ἀρνιά; Δὲν θὰ μεί­νῃ ποδαράκι, τίποτε δὲν θὰ μείνῃ. Οἱ λύκοι θὰ νική­σουν. Καὶ ὅμως, νά τὸ θαῦμα. Τὰ ἀρνάκια τοῦ Χριστοῦ μας νίκησαν τοὺς ἄγριους λύκους. Καὶ ὄχι μόνο τοὺς νίκησαν, ἀλλὰ καὶ ἔ­καναν τοὺς λύκους ἀρνιά! Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγά­λο θαῦ­μα· ὅτι μὲ δώδεκα ψαρᾶδες, μὲ δώδεκα φτωχοὺς καὶ ἀσήμαντους κατὰ κόσμον, ὁ Χριστὸς ἔκανε τὴ μεγάλη μεταβολὴ στὸν κόσμο.

* * *

Τοὺς γιορτάζουμε. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Νὰ νηστέψουμε αὐτὲς τὶς μέρες. Νὰ προετοι­μαστοῦμε, νὰ ἐξομολογηθοῦμε, νὰ πᾶμε νὰ κοινωνήσουμε. Κι ὅταν χτυπήσουν οἱ καμπάνες στὴ γιορτὴ τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, νὰ πλησιάσουμε κ᾿ ἐμεῖς καὶ νὰ τοὺς ἐκφράσουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας.
Τί ἄλλο νὰ κάνουμε; Νὰ θυμηθοῦμε. Εἴπαμε· ἐργατικοὶ ἦταν αὐτοί, δούλευαν ὅλη νύχτα στὴ λίμνη. Ἐργατικοὶ αὐτοί, ἐργατικοὶ κ᾿ ἐμεῖς. Ἐργατικὸς πρέπει νὰ εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Πότε ὅμως ἐργατικός; Σᾶς τό ᾿πα καὶ ἄλλοτε, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα· Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο δουλειά, σὰν τὰ μυρμήγκια. Εἶνε εὐλογημένη ἡ δουλειά. Κυριακὴ ὅμως ὄχι. Τὶς ἄλλες μέρες δουλειά! Γιατὶ τὸ νερὸ ποὺ δὲν τρέχει σκουληκιάζει, καὶ τὸ σίδερο ποὺ δὲν δουλεύει τὴ γῆ σκουριάζει· καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν δουλεύει σαπίζει. Δουλειὰ ὅλες τὶς καθημερινές. Κυριακὴ πρωὶ ὅμως; ἦρθε ἡ ὥρα; χτύπησε ἡ καμπάνα; Νὰ σταματήσουν ὅλα. Ἡ γυναίκα θ᾿ ἀφήσῃ τὸ ῥάψιμο, τὸ σκούπισμα, τὸ μαγειρειό. Ὁ ἄντρας θ᾿ ἀφήσῃ τὴν τσάπα, ὁ τσοπᾶνος τὰ πρόβατα στὸ μαντρί, ὁ δάσκαλος τὸ σχολεῖο, ὁ ὑπάλληλος τὸ γραφεῖο, οἱ πάντες. Φτερὰ στὰ πόδια καὶ ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Τὸ κάνουμε; εὐλογία· δὲν τὸ κάνουμε; θὰ τὸ πληρώσου­­με, θά ᾿ρθῃ ἡ ὥρα αὐτή… Σᾶς πονῶ καὶ σᾶς φωνάζω, πρὶν νά᾿ νε ἀργά. Χτυπάει ἡ καμ­πάνα καὶ περνᾶνε τὰ ἅγια καὶ διαβάζεται τὸ Εὐ­αγγέλιο, καὶ κάθεσαι ἐσὺ μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα καὶ κοροϊδεύεις μέσ᾿ στὴν πλατεῖα; ἔρ­χεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ!…
Ἂς πέσουμε κι ἂς παρακαλέσουμε νὰ γίνῃ ἵλεως ὁ Θεός. Καὶ νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἀποστό­λους, γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν εὐχὴ τῶν ἁγίων ἀ­ποστόλων καὶ τῶν ἁγίων πατέρων. Εἴθε ὁ Θεὸς διὰ τῶν πρεσβειῶν καὶ τῆς Παναγίας Θεοτόκου νὰ ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱερό ναὸ της Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Σκοπιᾶς – Φλωρίνης τὴν 20-6-1971.