Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

ΟΙ ΚΟΣΜΙΚΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΧΑΡΗΚΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΞΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ


Κάθε φορά πού γίνοντα εκλογές Επισκόπων, ή ενθρονίσεις το μυαλό μας πάει στα σοφά λόγια τού Αγίου Ισιδώρου Πηλουσιώτου.

Οι κοσμικοί άρχοντες περίμεναν διαφορετικούς τούς Κληρικούς.
»Τὸ ἀποτέλεσμα; Οἱ Ἄρχοντες αὐτοῦ του κόσμου, πού στὴν ἀρχή ταράχτηκαν καὶ τρόμαξαν ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὸν τρόπο ζωῆς πού ὁρίζει καὶ ἐπαγγέλλεται, δὲν ἄργησαν νὰ καταλάβουν, ὅτι αὐτοὶ πού τὰ κηρύττουν σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, δὲν εἶναι τὸ κάτι ἄλλο καὶ ἔτσι ὡς ἀνάξιοι, δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξουν τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη, ὅπως θέλει ὁ Θεός.
»Σημάδια τρανταχτὰ ὁ τύφος, ἡ τρυφὴ καὶ ἡ ἀπληστία μας, πού σὰν ξινισμένος ἀφρὸς γρήγορα φούσκωσε καὶ ξεχύθηκε σὰν κίτρινος ἐμετός. Οἱ Ἄρχοντες αὐτοῦ του κόσμου ἀγαλλόμενοι, μᾶς πέταξαν τὰ ἀποφάγια τους μὲ σημαιοστολισμούς, δοξάσματα καὶ τυμπανοκρουσίες ὅμοιες μὲ τὶς εἰδωλολατρικές.
»Καὶ εἶπαν οἱ Ἄρχοντες αὐτού του κόσμου. “Καμμιά ταραχὴ καὶ καμμιὰ ἀνησυχία. Αὐτοὶ εἶναι σὰν ἐμᾶς. Λένε, πῶς ἄλλου γένους θείου εἶναι, πῶς ἄλλον κόσμο ἀρετῆς καὶ ἀγάπης εὐαγγελίζονται. Ἀλλὰ αὐτοὶ εἶναι σὰν ἐμᾶς. Χειρότεροι ἀπὸ ἐμᾶς. Ἐμεῖς χορτάτοι καὶ ἀπὸ καταγωγὴ εὐφραινόμενοι καὶ κυλιόμενοι πορευόμαστε. Αὐτοὶ τσόφλια κι ἀπὸ κατώγια, μὲ χυδαῖα κλωτσιὰ σπρωγμένοι στὴν Ἱεροσύνη τὰ χάνουν οἱ καψεροὶ ἀπ' τὰ πλούτη καὶ τὰ δοξάσματα.

...Κανένας φόβος γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἀρχόντους. Αὐτοὶ λιώνουν στὴν ἡδονή. Λαχανιάζουν γιὰ τὸ χρῆμα. Πουλιοῦνται γιὰ μιὰ θέση σὲ συμπόσιο Ἀρχόντων. Πορνεύουν καὶ σοδομοῦν ὅπως ἐμεῖς. Κανένας φόβος. Εἶναι τοῦ χεριοῦ μας. Χαλαρῶστε. Μπρὸς στὰ ἀλλοίθωρα μάτια τοὺς βάλτε λίγο χρυσάφι. Δῶσε τοὺς μουχλιασμένη πολυτέλεια καὶ εὐωχία κι ὅλα τὰ ξεπουλᾶνε καὶ Χριστὸ καὶ Ἐκκλησία καὶ παράδεισο οὐράνιο. Δικοί μας εἶναι. Κατάδικοί μας. Ὅσο γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν αἰωνία ζωή, αὐτὰ γιὰ τοὺς ἀφελεῖς καὶ κακομοίρηδες”.
»Ἄδελφέ μου, τὴν ἀπιστία τὴν δημιουργεῖ καὶ τὴν συντηρεῖ τὸ Ἱερατεῖο μὲ τὴν ζωὴ πού κάνει. «Παλαιὰ οἱ φιλάρετοι εἰς ἱεροσύνην προήγοντο, νυνὶ δὲ οἱ φυλάργυροι· τότε οἱ φεύγοντες τὸ πρᾶγμα διὰ τὸ μέγεθος τῆς ἀρχῆς, νῦν δὲ οἱ ἐπιπηδῶντες τῷ πράγματι διὰ τὸ μέγεθος τῆς τρυφῆς·
τότε οἱ ἀκτημοσύνη ἐκουσίω ἐναβρυνόμενοι, νυνὶ δὲ οἱ πλεονεξία ἑκουσίῳ χρηματιζόμενοι· τότε οἱ πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες τὸ θεῖον δικαστήριο, νυνὶ δὲ οἱ μηδὲ ἔννοιαν τούτου ἔχοντες· τότε οἱ τύπτεσθαι, νῦν δὲ οἱ τύπτειν ἕτοιμοι· καὶ τί δὲ τὰ πολλὰ λέγειν, μεταπεπτωκέναι λοιπὸν τὸ ἀξίωμα, ἔδοξεν ἀπὸ ἱεροσύνης εἰς τυραννίδα· ἀπὸ ταπεινοφροσύνης εἰς ὑπερηφάνειαν· ἀπὸ νηστείας εἰς τρυφήν, ἀπὸ οἰκονομίας εἰς δεσποτείαν· οὐ γὰρ ὡς οἰκονόμοι ἀξιοῦσιν διοικεῖν, ἂλλ ὡς δεσπόται σφετερίζεσθαι» (Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου Ἐπιστ. 5,21). (Γεωργίου Διλμπόη, Ἀρσένιε, ἐσύ εἶσαι ὁ Ἀθανάσιος, Χίος 2012)