Σάββατο, 27 Απριλίου 2019

Η προδοσία τώρα

«Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως;» (Λουκ. 22,48)

xotzias-bartholomaiosΑΠΟ ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ θείου δράματος, ἀ­γαπητοί μου, ἐκεῖνο ποὺ ἀφήνει τὴν πιὸ ἀλγεινὴ ἐντύπωσι εἶνε ὁ Ἰούδας. Δυστυχῶς ὅμως, ἐνῷ ἐ­κεῖνος τελείωσε τότε κατὰ τρόπο οἰκτρό, οἱ Ἰοῦδες δὲν λείπουν μέχρι σήμερα. Ὁ Ἰούδας τρόπον τινὰ ἵδρυσε «σχολὴ» καὶ πολλοὶ μαθαίνουν νὰ παίζουν τὸ ῥόλο του σὲ ὅλα τὰ ἐπί­πεδα τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Σᾶς παρουσιάζω μερικὲς εἰκόνες.
* * *
%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%b7%ce%b4%ce%b5%ce%b9%ce%b1%cf%83 ⃝Ἕνας σύγχρονος Ἰούδας εἶνε αὐτὸς ποὺ ἐμ­φανίζεται πρῶτα – πρῶτα στὸν κύκλο τῆς φι­λίας. Γνώρισες κάποιον καὶ λές· Σπουδαῖος ἄνθρωπος! πόσο γλυκὰ μιλάει, τί ἀγάπη δείχνει, τί δῶρα δίνει! Τὸν ἀγαπᾷς παραπάνω κι ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὸν ἀδερφό σου. Τὸν ἐμ­πι­στεύεσαι, τοῦ ἀνοίγεις τὴν καρδιά σου, τοῦ λὲς τὰ μυστικά σου. Καὶ ξαφνικὰ αὐτὸς ὁ φίλος γί­νε­ται ἐχθρός. Γνωρίζω κάποιον ποὺ ἔπαθε συγ­­κοπὴ καρδίας, ὅταν στὸ δικαστήριο εἶδε ὡς μάρτυρα κατηγορίας ἐναντίον του – ποιόν; τὸν φίλο του. Ἰούδας λυμαίνεται τὸν ἱερὸ δεσμὸ τῆς φιλίας κι ὁ ἄνθρωπος ἀπογοητεύεται.
⃝ Ὁ ἄλλος ἱερὸς κύκλος, τὸν ὁποῖο ἁγίασε ὁ Χριστὸς κάνοντας τὸ πρῶτο θαῦμα στὴν Κα­νὰ τῆς Γαλιλαίας, εἶνε ἡ οἰκογένεια. Βλέπεις, ἐσὺ ὁ νέος μιὰ νέα, σὲ μαγεύει μὲ τὴν ὅλη ἐμ­φάνισί της, καὶ τὴ βάζεις στὴν καρδιά σου. Τῆς παραδίδεσαι. Τὴν ἀγαπᾷς παραπάνω ἀπὸ τὴ μάνα σου. Καὶ τέλος τὴ στεφανώνεσαι, καὶ νιώθεις ὅτι πλέεις σὲ πελάγη εὐτυχίας. Ἀλλὰ κάποια στιγμὴ ἀνακαλύπτεις ὅτι ἡ γυναίκα αὐ­τή, ποὺ νόμισες ὅτι θὰ μείνῃ κοντά σου ἄγ­γελος συμπαραστάτης, ἐνῷ σὲ ἀγκαλιάζει καὶ σὲ γεμίζει φιλιά, τὴν ἴδια ὥρα σὲ προδίδει. Νά κ᾽ ἐδῶ ὁ Ἰούδας στὸν κύκλο τῆς οἰκογενείας. Κι ὅ,τι εἶπα γιὰ τὴ γυναῖκα τὸ λέω καὶ γιὰ τὸν ἄντρα, ποὺ κι αὐτὸς ὑποκρίνεται πὼς ἀγαπᾷ τὴ γυναῖκα του ἀλλὰ κατ᾿ οὐσίαν τὴν ἀπατᾷ, χειρότερα μάλιστα ἀπὸ ὅ,τι ἐκείνη τὸν ἄντρα.

Θέλετε ἄλλον Ἰούδα; Ἰοῦδες πολλοὶ εἶνε ἰ­δίως στοὺς διπλωματικοὺς κύκλους· ἐδῶ πλέ­ον τὸ ψέμα ἔγινε ἐπιστήμη· κοιτάζουν πῶς τὸ ἕνα κράτος θὰ μπορέσῃ νὰ ἀπατήσῃ τὸ ἄλλο. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶνε ἐκεῖνο ποὺ ζήσαμε οἱ παλαιότεροι. Ἦταν 27 Ὀκτωβρί­ου 1940. Στὴν Ἀθήνα στὴν Ἰταλικὴ πρεσβεία γινόταν διασκέδασι, χοροί, ἀγκαλιάσμα­τα καὶ φιλήματα. Οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν καλέσει τοὺς Ἕλ­ληνες, καὶ νόμιζε κανεὶς ὅτι τὴ νύχτα ἐκείνη ὑ­­πογράφεται σύμφωνο φιλίας τῶν δύο λαῶν. Ὤ ἀπάτη! Μόλις τελείωσε ἡ δεξί­ωσι, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἰταλίας φεύγει νύ­χτα καὶ πηγαίνει κατ᾿ εὐ­θεῖ­αν στὸ σπίτι τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος νὰ τοῦ δηλώσῃ ὅτι ἔχουμε πόλεμο. Φίλη­μα ᾿Ιούδα! Καὶ τὸ φίλημα αὐτὸ ἐξακολουθεῖ.
Οἱ διπλωμάται στὰ χείλη ἔχουν τὴν εἰρήνη, καὶ στὴν καρδιὰ τὸν πόλεμο. Ποτέ ἄλλοτε ἡ ἀν­θρωπό­της δὲν ἦταν τόσο ὡπλισμένη μὲ φο­νι­κὰ ὅ­πλα ὅσο σήμερα· ἐμπειρογνώμονες λένε ὅτι, ἂν ἐκραγοῦν τὰ πυρηνικὰ ὁπλοστάσια, ἡ γῆ ὄχι μόνο θὰ καταστραφῇ ὁλόκληρη ἀλλὰ καὶ θὰ ἐκτρα­πῇ ἀπὸ τὴν τροχιά της.
Ἰούδας λοιπὸν στὴ φιλία, Ἰούδας στὴν οἰκογέ­­νεια, Ἰούδας στὴ διπλωματία, Ἰούδας καὶ ―ὤ, κλαίω κι ἀναστενάζω, δὲν περίμενα νὰ τὸν βρῶ κ᾽ ἐδῶ―, Ἰούδας καὶ μέσα στὴν ἐκ­κλησία. Ποιός εἶνε ὁ Ἰούδας; Τὸν βλέπεις ἐ­κεῖν­ο τὸν ἱερέα; Φαίνεται καλός. Ἀλλὰ στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του κρύβει φιλαργυρία καὶ πλεονεξία. Δὲν ἀρ­κεῖται στὸ μισθό του, ζητάει καὶ ἀπὸ τοὺς χριστια­νοὺς τὰ λε­γόμενα «τυχερά»· θὰ πάρῃ ἀ­πὸ βάπτισι, ἀπὸ γάμο, ἀ­πὸ κηδεία, ἀπὸ μνημό­συνα καὶ τρισ­άγια. Αὐ­τὰ εἶνε τριάκοντα ἀργύ­ρια. Ἕνας τέτοιος ἱερεὺς εἶνε ᾿Ιούδας· ὅπως ἐ­κεῖ­νος πούλησε τὸν ἀτίμητο Χριστό, ἔτσι τὸν που­λάει κι αὐτὸς ὅ­ταν βάζῃ τιμολόγιο στὴ θεία χάρι ποὺ δὲν ἀγοράζεται. Πολλοὶ ἱερεῖς μὲ μίσησαν, ἐπειδὴ λέω· Ὅπως ὁ κάθε ὑπάλληλος ἀρ­κεῖται στὸ μισθό του, ἔτσι κ᾽ ἐ­σεῖς ἀρ­κεσθῆ­τε στὸ μι­σθό σας. Μὴ δωροδοκεῖσθε καὶ μὴν που­λᾶτε τὸν «Ἀτίμητον» (αἶν. Μ. Τετ.). Χριστεμπόριο! Αὐ­­τὰ τὰ σκάνδαλα ἐκμεταλλεύον­ται οἱ ἐ­χθροὶ τῆς Ἐκ­κλησίας καὶ χλευάζουν· ἐνῷ ἂν ζούσαμε ἀφιλάργυρα, δὲν θὰ ὑβρίζοντο τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια.
Ἀλλὰ προχωρῶ. Ἰούδας ὑπάρχει καὶ μεταξὺ τῶν λαϊκῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Δύο χριστι­ανοὺς κλαίω. Ὁ ἕνας εἶνε αὐτὸς ποὺ μένει ψυχρός, δὲν συντρίβεται ἡ καρδιά του· ἀπὸ μικρὸ παιδὶ μέχρι τώρα δὲν πῆγε ποτέ νὰ ἐξομολογηθῇ· εἶνε ὁ ἀνεξομολόγητος. Πηγαίνει τυπικὰ στὴν ἐκκλησιά, ἀκούει, μὰ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ πάῃ νὰ γονατίσῃ μπροστὰ στὸν πνευματικὸ πατέρα καὶ νὰ ζητήσῃ ἄφεσι ἁμαρτιῶν. Ἐνῷ ἕνας ἄπιστος ῾Ρῶσος, ὅταν διάβαζε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν ἐξορία του καὶ θυμήθηκε τὰ ἁμαρτήματά του, πῆγε σ᾿ ἕ­να στάρετς, ἐξωμολογήθηκε, καὶ μετὰ εἶπε· «Ἐξωμολογήθηκα καὶ παράδεισος φύτρωσε στὴν καρδιά μου». Πολλοὶ καὶ ἀπὸ σᾶς, ἰδίως οἱ ἄντρες, εἶστε ἀνεξομολόγητοι. Μὴν ἀμελεῖτε ἄλλο. Ὅσο ἔχετε ἀκόμη καιρό, τρέξτε στὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.
Ὁ ἄλλος τὸν ὁποῖο κλαίω εἶνε ἐκεῖνος πού, ἐνῷ εἶνε ἀνεξομολόγητος, τολμᾷ καὶ πλησιάζει τὴ Μεγάλη Πέμπτη ἢ τὸ Μέγα Σάββατο ἢ τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀ­σπά­ζεται, ὅπως ὁ Ἰούδας, ἀλλ᾽ ἀ­νοίγει τὸ στόμα καὶ βάζει μέσα στὴν ἀκάθαρτη ὕ­παρξί του τὸν ἀ­μόλυντο Χριστό. Αὐτὸς ποὺ κοινωνεῖ ἀναξί­ως τί κάνει τὴν ὥρα ἐκείνη· προσποιεῖται τὸν φίλο, ἐνῷ στὴ ζωή του εἶνε μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐ­τὸ ἡ Ἐκκλησία τὴν ὥρα τῆς θεί­ας κοινωνίας ψάλλει· «Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυ­στικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με πα­ράλαβε»· Χριστέ μου, λέει, ἡ θεία λειτουργία εἶνε ὁ μυστικὸς δεῖπνος, κι ὅπως τότε κοινώνησες τοὺς μαθητάς, κοινώνησε τώρα κ᾿ ἐ­μέ­να. «Οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήρι­ον εἴπω, οὐ φίλημά σοι δώσω καθάπερ ὁ Ἰ­ούδας»· δὲν θὰ φανερώσω τὸ μυστήριο στοὺς ἐ­χθρούς σου, δὲν θὰ σὲ προδώσω ὅπως ὁ Ἰού­δας. «ἀλλ᾽ ὡς ὁ λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθη­τί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Κοινωνῶ, λέει· βοήθησέ με, Χριστέ, νὰ μὴ σὲ προδώσω «καθάπερ ὁ Ἰούδας», ὅπως ὁ Ἰούδας. Σὲ ἕνα μέρος τῆς Πελοποννήσου, ὅταν βλέπουν κάποιον νὰ κοινωνῇ ἀμετανόητος, λένε· «Καθά­περ ὁ Ἰούδας»! Ἔτσι, σὰν τὸν Ἰ­ούδα, κοινωνοῦμε πολλὲς φορὲς κ᾽ ἐμεῖς.
Ἕνας σοβαρὸς συγγραφεὺς ἔγραψε βιβλίο μὲ τίτλο «Ὁ Ἰούδας διὰ μέσου τῶν αἰώνων». Σὲ κάθε ἐποχὴ δηλαδή, καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ δι­κή μας, ὁ ᾿Ιούδας συνεχίζει τὸ σκοτεινὸ ἔργο του. Κάθε φορὰ ποὺ συναντῶνται οἱ μεγάλοι, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ὑπερδυνάμεων, ἔχουμε φι­λήματα Ἰούδα. Ὁ Ἰούδας ἑτοιμάζεται πάλι νὰ σταυρώσῃ τὴν ἀνθρώποτητα.

* * *

Ἀναφέρει ἡ ἱστορία ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἔνδοξους αὐτοκράτορες τῆς γῆς, ὁ Ἰούλιος καῖ­σαρ, εἶχε στὴν αὐλή του ἕ­να λαμ­πρὸ νέο, τὸν Βροῦτο. Τὸν ἀγαποῦσε, τὸν προ­στάτευσε, τὸν τίμησε ἰδιαίτερως καὶ τὸν ἀνέ­δειξε. Ἦταν τὸ δεξί του χέρι. Μιὰ μέρα ὅμως ἔγινε συνωμοσία. Ὥρμησαν τριάντα – σαράν­τα ἐπαναστάτες μὲ μαχαίρια, περικύκλωσαν τὸν καίσαρα καὶ τὸν χτύπησαν. Ἔκπληκτος ἐκεῖνος στρέφει τὰ μά­τια γύρω του καὶ πρὶν ξεψυχήσῃ διακρίνει με­ταξὺ τῶν δολοφό­νων – ποιόν; Τὸν Βροῦ­το! Καὶ τότε εἶπε ἐκεῖνο ποὺ ἔμεινε πλέον παροι­μι­ῶδες· «Καὶ σύ, τέκνον Βροῦτε;». Οἱ ἄλ­λοι δη­λαδὴ ἤξερα ὅτι εἶνε ἐχθροί μου, ἀλλὰ καὶ σύ, ποὺ σὲ εἶχα σὰν παιδί μου; Καὶ μὲ τὸ παράπονο αὐτὸ ἐξέπνευσε ὁ Ἰούλιος καῖσαρ.
Ἀλλὰ τί εἶνε, ἀδελφοί μου, ὁ καῖσαρ καὶ οἱ ἄλ­λοι βασιλεῖς τῆς γῆς μπροστὰ στὸν Βασι­λέα Χριστό; Μηδέν! Αὐτὸς εἶνε ὁ αἰώνιος βασιλεύς. Ἡ μεγάλη προδοσία εἶνε τὸ νὰ προδώ­σῃ κάποιος τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς λοιπόν, πάνω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ ὅπου τὸν ἀ­νέβασαν οἱ ἁμαρτίες μας, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς λεγομένους χριστιανοὺς τῆς δύσεως, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς μεγάλους καὶ ἰσχυροὺς κυβερνῆτες, προέδρους καὶ πρωθυπουρ­γοὺς καὶ ὑπουργοὺς καὶ βουλευτὰς καὶ στρατηγούς, ποὺ τὸν σταυρώνουν μὲ τὶς ἀποφάσεις τους μέσα στὰ κοινοβούλια, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς κληρι­κοὺς τῆς Ἐκκλησίας του, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς Χριστιανοὺς ποὺ εἴμαστε βαπτισμένοι στὸ ὄνομά του, σ᾽ ἐμᾶς τοὺς ψευτοχριστι­α­νοὺς τοῦ αἰῶνος τούτου, στρέφει τὸ βλέμμα στὰ ἐκκλησιάσματα αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος, βλέπει ἐμᾶς τοὺς νέους Ἰοῦ­δες, ἄντρες – γυναῖκες, μικροὺς – μεγάλους, ἀγραμμάτους – ἐγγραμμάτους, ὅλο τὸ πλῆ­θος αὐτῶν ποὺ κοινωνοῦν ἀναξίως, καὶ λέει μὲ πα­ράπονο· «Κ᾽ ἐσύ, Χριστιανέ;». Μὲ ὑβρίζουν οἱ Ἑβραῖοι, μὲ ἀτιμάζουν οἱ μωαμεθανοί, μ᾽ ἐξευ­τελίζουν οἱ ἐχθροί· μὲ προδίδεις λοιπὸν κ᾽ ἐσύ, ποὺ βαπτίσθηκες στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος;
Τὴν ἁγία αὐτὴ ἡμέρα ἂς ἐξομολογηθοῦμε ἐνώπιόν του καὶ ἂς τοῦ ποῦμε μὲ στεναγμό· Χριστέ, μὴ σὲ προδώσω ὅπως ὁ Ἰούδας, ἀλλ᾽ ἀξίωσέ μὲ νὰ πῶ κ᾽ ἐγὼ τὴ φωνὴ τοῦ λῃ­στοῦ· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Β΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ν. Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 17-4-1987 πρωὶ