Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου


ΓΕΝΙΚΑ: Στις 6 Αυγούστου η Αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει την ανάμνηση της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Η Μεταμόρφωση έλαβε χώρα σε όρος υψηλόν σύμφωνα και με τους τρεις λεγόμενους Συνοπτικούς Ευαγγελιστές, Ματθαίο, Μάρκο και Λουκά, μάλιστα δε κατά την Ιερά Παράδοση στο όρος Θαβώρ, που στα εβραϊκά σημαίνει “έλευση φωτός”. Έγινε, κατά τους περισσότερους Πατέρες, 40 ημέρες περίπου προ της Σταυρώσεως, δηλαδή κατά τον μήνα Φεβρουάριο δεδομένου ότι η Σταύρωση έγινε την 14η Νισάν (Μαρτίου).
Αλλά επειδή ο εορτασμός της εορτής θα συνέπιπτε μέσα στην πένθιμη Μεγάλη και Αγία Τεσσαρακοστή, μεταφέρθηκε στις 6 Αυγούστου που απέχει από τις 14 Σεπτεμβρίου, που γιορτάζεται η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και λογαριάζεται σαν δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή, σαράντα ημέρες. Η γιορτή καθιερώθηκε επίσημα να γιορτάζεται γύρω στο 600-630 μ.Χ., σε αντικατάσταση της εβραϊκής γιορτής του εξιλασμού.


ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ: Ο Κύριος σαράντα ημέρες περίπου πριν από τη Σταύρωσή Του, παρέλαβε τρεις από τους Μαθητές του, τον Πέτρο για τη μεγάλη πίστη και αγάπη που είχε προς τον Χριστό, τον Ιωάννη επειδή τον αγαπούσε ιδιαίτερα ο Κύριος, για την αγνότητα και την αφοσίωσή στο πρόσωπό Του και τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Ιωάννη, για να τους ανεβάσει στο όρος Θαβώρ. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς προσθέτει ότι το γεγονός αυτό συνέβη οκτώ μέρες μετά από εκείνη την ημέρα που ο Κύριος διδάσκοντας τους μαθητές του, έλεγε ότι πρόκειται να έλθει ο Υιός του ανθρώπου μέσα στη δόξα του Πατέρα Του. Γι' αυτή την όγδοη μέρα που ο Κύριος ανέβασε τους μαθητές του στο Θαβώρ ο Γρηγόριος ο Παλαμάς προσθέτει: “Το μέγα θέαμα του φωτός της μεταμορφώσεως του Κυρίου είναι το μυστήριο της ογδόης ημέρας, δηλαδή του μέλλοντος αιώνος, που αναφαίνεται μετά την κατάπαυση του κόσμου.” Ένας λόγος, κατά τους Πατέρες, που δεν παρέλαβε όλους τους μαθητές Του, ήταν ότι θα αναγκαζόταν να παραλάβει μεταξύ αυτών και τον Ιούδα, που δεν ήταν άξιος να “γευθεί” του μυστηρίου της Μεταμορφώσεως. Εκεί, στο όρος Θαβώρ, ξαφνικά, ενώ προσευχόταν ο Κύριος, έλαμψε το πρόσωπό Του, υπέρ τον ήλιο και τα ρούχα Του έγιναν λευκά σαν το φως. “Άνοιξε”, λέγει ο Χρυσόστομος, “λίγο από τη Θεότητά του, ενω προσευχόταν και έλαμψε σαν ήλιος”. Σαν ήλιος, είπε ο ευαγγελιστής γιά να μη νομίσουμε αισθητό αυτό το φως. Γιατί αυτό το φως είναι της Θεότητος και είναι άκτιστο.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσθέτει: “Ο Χριστός μεταμορφώθηκε, όχι προσλαμβάνοντας ό,τι δεν ήταν, αλλά φανερώνοντας στους μαθητές του ό,τι ήταν, αφού τους άνοιξε τα μάτια και από τυφλούς τους κατέστησε βλέποντας. Επομένως αυτό το φως δεν είναι αισθητό, αλλά με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος μετασκευάσθηκαν τα μάτια τους, μεταμορφώθηκαν εκείνοι.” Τα ιμάτια του Κυρίου έγιναν λευκά “ως χιών” για να μας δείξει, μέσω των μαθητών Του, ποιες είναι οι στολές της δόξης που θα φορέσουν κατά τον μέλλοντα αιώνα όσοι προσεγγίσουν το Θεό. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν, ο Προφήτης Μωϋσής σαν εκπρόσωπος του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης και των νεκρών και ο Προφήτης Ηλίας σαν εκπρόσωπος των προφητών και των ζωντανών (διότι ο Προφήτης αυτός δεν πέθανε αλλά αναλήφθηκε από το Θεό ζωντανός “εν πυρίνω άρματι” στους ουρανούς) και άρχισαν να συνομιλούν μαζί Του για τις προφητείες που αναφέρονταν στο σωτήριο Πάθος Του. Αυτό έγινε για να δείξει στους μαθητές πως ο ίδιος είναι ο Κύριος του νόμου και των προφητών, ζώντων και νεκρών. Ο Πέτρος από την ταραχή του μη γνωρίζοντας τι έλεγε, είπε στον Κύριο ότι καλό θα ήταν να μείνουν στο όρος Θαβώρ και να φτιάξουν τρεις σκηνές, φοβούμενος ότι κατά την επιστροφή τους στα Ιεροσόλυμα, ο Κύριος θα έπεφτε στα χέρια των εχθρών Του. Ενώ ακόμα μιλούσε ο Πέτρος, εμφανίστηκε ένα φωτεινό σύννεφο και ακούστηκε η φωνή του Ουρανίου Πατρός μέσα από αυτό, που βεβαίωνε πως ο Χριστός είναι ο Υιός Του ο αγαπητός, στον οποίο αναπαύεται όλη η Πατρική εύνοιά Του και εμείς οι άνθρωποι, σε αυτόν πρέπει να υπακούμε και να εφαρμόζουμε τις σωτήριες εντολές Του. Οι μαθητές τότε έπεσαν κατά πρόσωπο, όχι εξαιτίας της φωνής, όπως λένε οι πατέρες, αλλά “για τη μετατροπή και το υπερφυές του φωτός” (Γρ. Παλαμάς). Αυτού του φωτός μετέχουν και οι άγγελοι και οι άγιοι. Αλλά ο Πατήρ και ο Υιός έχουν αυτή τη δόξα και τη βασιλεία φυσικώς, οι δε άγιοι άγγελοι και άνθρωποι την αποκτούν κατά χάρη, δεχόμενοι από το Θεό την έλλαμψη. Όμως ο Κύριος γεμάτος φιλανθρωπία δεν αφήνει άλλο τους μαθητές Του, μέσα στην αγωνία και τον φόβο και αφού τους άγγιξε τους είπε να σηκωθούν και να μην φοβούνται, γιατί θα είναι μαζί τους, μέχρι το Θείο Πάθος Του, όπως και πρώτα, δηλαδή με το ταπεινό σχήμα ενός απλού ανθρώπου, γιατί ο Κύριος ήταν «άνθρωπος το φαινόμενον αλλά Θεός το κρυπτόμενον» (Γρ. Παλαμάς). Ακόμη τους είπε να μην πουν σε κανένα το θείο αυτό γεγονός που έζησαν, μέχρι την εκ νεκρών Ανάστασή Του. Γιατί όμως ο Κύριος διάλεξε, αυτή την χρονική στιγμή, δηλαδή λίγο πριν από τα Άγια Πάθη Του για να δείξει στους Μαθητές Του, μία αμυδρή ακτίνα της Θείας μεγαλειότητος και δόξης Του; Την απάντηση δίνει πολύ εύστοχα το κοντάκιο της εορτής: «Επί του όρους μετεμορφώθης Χριστέ ο Θεός ίνα όταν σε ίδωσι σταυρούμενον, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον, τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι σύ υπάρχεις αληθώς, του Πατρός το απαύγασμα». Δηλαδή όταν σε δουν οι μαθητές επάνω στο Σταυρό, γυμνό και καταματωμένο με τον ακάνθινο στέφανο να υποφέρεις και να πεθαίνεις για τη σωτηρία του κόσμου, να μη φοβηθούν, αλλά να καταλάβουν πως το Πάθος Σου το υπέμεινες επειδή το ήθελες, εκούσια και όχι από αδυναμία, αφού είσαι ο παντοδύναμος Υιός του Θεού που γεμάτος αγάπη για το ξεπεσμένο πλάσμα Σου κατέβηκες στη γη, για να το ελευθερώσεις από τα δεσμά της αμαρτίας. Έτσι όταν σε δουν, μετά την Ανάσταση ένδοξο Νικητή του θανάτου, να κηρύξουν σε όλο τον κόσμο ότι Εσύ είσαι ο ομοούσιος Υιός του Θεού, ο Σωτήρας της ανθρωπότητας. Αυτός, κατά τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ήταν ο σκοπός που έγινε η Μεταμόρφωση. Κι ενώ θα έπρεπε η εμφάνιση στο Θαβώρ των δύο πιο μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και η προσκύνηση του Κυρίου Ιησού Χριστού κατά την Μεταμόρφωσή Του, να κλείσει για πάντα τα βδελυρά χείλη των γραμματέων και των φαρισαίων, οι οποίοι μισούσαν τον Κύριο Ιησού και τον θεωρούσαν παραβάτη του νόμου του Μωυσή, συνέβη το αντίθετο και μάλιστα ακόμη και σήμερα οι Εβραίοι, ο πάλαι ποτέ περιούσιος λαός, δεν πιστεύουν ότι Αυτός ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας. Και όχι μόνο οι Εβραίοι δεν τον πιστεύουν, αλλά όπως προσθέτει ο Άγιος Λουκάς ο Αρχιεπ. Κριμαίας, “και για πολλούς χριστιανούς όλο και περισσότερο θαμπώνει το θείο φως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ακόμα μικρότερο γίνεται το μικρό ποίμνιο του Χριστού για το οποίο το θείο φως του Χριστού λάμπει με την ίδια δύναμη με την οποίαν έλαμψε στους αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη τότε στο όρος Θαβώρ.
Όμως να μην απελπιζόμαστε, επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε: «Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον. ότι ευδόκησεν ο πατήρ υμών δούναι υμίν την βασιλείαν» (Λουκ. Ιβ 32). Η απιστία μεταξύ των λαών έλαβε ανησυχητικές διαστάσεις και το φως του Χριστού επισκιάστηκε από το σκοτεινό νέφος της αθεΐας. Σήμερα πιο συχνά από ποτέ ενθυμούμαστε το φοβερό λόγο του Χριστού: «Πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λουκ. ιη΄ 8). Να μην απελπιζόμαστε όμως, επειδή Εκείνος, λέγοντας για τα σημεία της δευτέρας παρουσίας του, είπε: «Αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι ανακύψατε και επάρατε τας κεφαλάς υμών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις υμών» (Λκ. κα΄ 28). Να είναι, λοιπόν, η ζωή σας τέτοια ώστε την φοβερή ημέρα της Κρίσεως να μπορέσουμε να σηκώσουμε το κεφάλι μας και όχι να το σκύψουμε βαθειά απελπισμένοι..” (από ομιλία του Αγίου το 1956).
Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ: Εδώ πρέπει να πούμε, ότι η λαμπρή ακτινοβολία του Θείου ακτίστου φωτός, που παρουσίασε το σώμα του Κυρίου κατά την Μεταμόρφωση και είδαν οι Απόστολοι, αφού διανοίχτηκαν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος τα ψυχικά μάτια τους, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία είναι η άκτιστη Ενέργεια του Θεού και όχι η επίσης άκτιστη Ουσία του Θεού, που για όλα τα κτίσματα, ακόμα και τους Αγίους Αγγέλους είναι παντελώς ακατάληπτη (ακατανόητη) και αόρατη. Η Θεία αυτή Ενέργεια του Θεού, είναι που χαριτώνει και αγιάζει την ανθρώπινη φύση και μπορούμε να τη δούμε με τους πνευματικούς οφθαλμούς μας. Φυσικά για να φτάσουμε σε αυτό το ύψος της Θεώσεως, πρέπει να κάνουμε σκληρό αγώνα για την κάθαρση της ψυχής μας από τα αμαρτωλά πάθη αφού, όπως ο ίδιος ο Κύριος μας είπε στην Επί Του Όρους Ομιλία Του, «οι καθαροί τη καρδία, τον Θεόν όψονται» ( Ματθ. ε΄ 8 ). Αυτήν την κάθαρση και τον αγώνα των πιστών εξάλλου συμβολίζει και η ανάβαση στο όρος Θαβώρ που έκαναν οι μαθητές για να δουν τη Θεία δόξα του Ιησού. Εμείς αν τηρήσουμε τις εντολές Του, με τη βοήθεια της Θείας Χάριτος και του προσωπικού μας αγώνα, θα μπορέσουμε, αν όχι στη διάρκεια αυτής της πρόσκαιρης ζωής, αλλά οπωσδήποτε στην άλλη, την άφθαρτη και αιώνια ζωή, την όγδοη μέρα, που δε θα βλέπουμε τον Θεό «δι εσόπτρου εν αινίγματι» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 12), δηλαδή σαν μέσα από μεταλλικό
καθρέπτη θαμπά και ατελώς ώστε να μας μένουν πολλά αινίγματα, που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, αλλά «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 12) και «καθώς έστι» (Α΄ Ιωαν. γ΄ 2). Αυτό βέβαια θα γίνει αφού θα έχουμε απαλλαγεί από το φθαρτό περικάλυμμα της σαρκός, και θα έχουμε ενδυθεί τα νέα αφθαρτοποιημένα σώματά μας, ώστε να μπορούμε εύκολα, όσο φυσικά αντέχει η πεπερασμένη φύση μας, να βλέπουμε το Θείο μεγαλείο και να κοινωνούμε ως θεωμένοι, πια, πιστοί στη γνώση του άπειρου και υπερτέλειου Θεού. Ας αφήσουμε τον επίλογο στα γραφόμενα στον μεγάλο Νηπτικό Πατέρα Άγ. Γρηγόριο Παλαμά: “Όποιος θέλει να παραστεί σε αυτή τη δόξα, ας μιμήται κατά το δυνατό και ας βαδίζει τη οδό και τη πολιτεία που υπέδειξε ο Κύριος πάνω στη γη. Αφού αποβάλουμε τους δερμάτινους χιτώνες, που λόγω της παραβάσεως έχουμε ενδυθεί, τα γεώδη και σαρκικά φρονήματα, ας σταθούμε σε αγία γη, αποδεικνύοντας ο καθένας αγία τη γη του δια της αρετής και της προς το Θεό ανατάσεως, έτσι ώστε να λάβωμε παρρησία να φωτισθούμε και φωτιζόμενοι να συμβιώσουμε αιώνια προς δόξα της τρισηλίου και μοναρχικωτάτης λαμπρότητος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο1”.
“Μετεμορφώθης εν τω Όρει, Χριστέ ο Θεός, δείξας τοις Μαθηταίς σου την δόξαν σου, καθώς ηδύναντο. Λάμψον και ημίν τοις αμαρτωλοίς, το φως σου το αΐδιον, πρεσβείαις της Θεοτόκου. Φωτοδότα, δόξα σοι.”
1. Πατερικές εκδόσεις "Γρηγ. Παλαμας"Τ.10