Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2023

1940 -Γράμματα στρατιωτών από το μέτωπο: Να κάμετε χαλύβδινη καρδιά και να μην σας δειλιάζη ο πόλεμος




Ο ενθουσιασμός από τις νικηφόρες μάχες στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, η πίστη στην τελική νίκη, η εμψύχωση των συγγενών που αγωνιούν, οι περιγραφές από το μέτωπο του πολέμου, αλλά και τα νοσοκομεία, κυριαρχούν στα γράμματα που έστελναν οι αχαιοί στρατιώτες στις οικογένειές τους.

28η Οκτωβρίου 1940 στα Χανιά -Τι έγραφε ο τοπικός Τύπος: «Ερρίφθη ο κύβος»

Όμως, εκτός από τα γράμματα των στρατιωτών, υπάρχει και ένα γράμμα πατέρα προς τον στρατευμένο γιό του, που τον ενημερώνει ότι ο αδελφός του σκοτώθηκε και του ζητά να μην στεναχωρηθεί, αλλά να παραμείνει ψύχραιμος και πιστός στην πατρίδα.

Αποσπάσματα από τα γράμματα αυτά, που παρουσιάζει σήμερα το Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Νεολόγος» των Πατρών τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1940. Το αρχείο της εφημερίδας, που έχει ψηφιοποιηθεί, φυλάσσεται στο Μουσείο Τύπου της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελοποννήσου Ηπείρου Νήσων, στην Πάτρα.

Τα γράμματα των στρατιωτών του 1940 στους συγγενείς τους


Στις αρχές Νοεμβρίου του 1940, ο στρατιώτης Κυριάκος Μέξης, έστειλε από το μέτωπο γράμμα στους γονείς του λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «πρέπει να το έχετε καύχημα όπου και τα δύο σας παιδιά πολεμούν αυτή τη στιγμή».





«Σεβαστοί μου γονείς

Να μην θλίβεσθε που βρισκόμαστε σε πόλεμο, για την πατρίδα και για την τιμή μας και θα πολεμήσουμε μέχρι ενός και πρέπει να το έχετε καύχημα, όπου και τα δύο σας παιδιά πολεμούν αυτή τη στιγμή κατά του βαρβάρου επιδρομέος, όπου ηθέλησε να προσβάλη την τιμή και την ελευθερία της πατρίδας μας, για αυτό δεν πρέπει να οδύρεσθε. Σκεφθήτε, αν πέσουν αυτοί οι βάρβαροι, τι αίσχος θα επικρατήση μέσα στην κοινωνία, τι την θέλουμε τη ζωή, είναι πλέον για μας άχρηστος και καλύτερα να πεθάνουμε όλοι μας, παρά να υποκύψωμεν εις την βίαν της βάρβαρης Ιταλικής φυλής, για αυτό θέλω να κάμετε χαλύβδινη καρδιά και να μην σας δειλιάζη ο πόλεμος, γιατί ή θα έχωμεν την ελευθερία ή θα γίνωμαι όλοι στάχτη. Εμπρός λοιπόν όλοι μαζί να συντρίψουμε τους βαρβάρους επιδρομείς, όπου ηθέλησαν να μας υποδουλώσουν.


Ζήτω η Ελλάς με την αθάνατη ιστορία και με τους ατρόμητους λεβέντες. Και εσύ πατέρα μην ξεχνάς ότι είμαστε απόγονοι ενός παλικαριού, όπου αγωνίσθηκε και έδωσεν όρκο πίστεως στην ηρωική Επανάστασι του 1821, για αυτό και εγώ ο Νίκος πρέπει να δειχθούμε αντάξιοι απόγονοί του. Αυτά έχω να σας γράψω σχετικώς και ο Θεός είναι μεγάλος. Σας ασπάζομαι τη δεξιά και καλήν αντάμωση. Ο υιός σας Κυριάκος Μέξης.»

Αισιόδοξα γράμματα για την έκβαση του πολέμου του 1940

Λίγες ημέρες αργότερα, ο στρατιώτης Σπήλιος Λάτσινος, έστειλε το ακόλουθο γράμμα προς την μητέρα του και τα αδέλφια του, όπου μεταξύ άλλων εκφράζει την αισιοδοξία του για την έκβαση του πολέμου.

«Αγαπημένη μου μητέρα και αγαπημένα μου αδέλφια.Όπως πάνε τα πράγματα φαίνονται καλά για το στρατό μας και θα το έχω μεγάλη χαρά μίας και μας εδόθη η τιμή να πάμε πρώτοι από το σύνταγμα μας να λάβουμε μέρος στα μάχας. Απευθύνομαι σε όλη μου την οικογένεια, δηλαδή σε ότι προσφιλές έχω σε αυτόν τον κόσμο, και θα σας παρακαλώ πάντα να εύχεστε περισσότερο στο Θεό να νικήση ο στρατός μας, παρά να σωθώ εγώ και να γίνουμε δούλοι τους δολοφόνους Ιταλούς.

Και τώρα, ιδιαιτέρως στα αδέρφια μου, που πρέπει να ξέρουν γιατί πήραμε το τουφέκι στον ώμο, η μητέρα μας ίσως να κλαίη που της έφυγε ένα της παιδί για σκότωμα δια την πατρίδα, πρέπει να δίνετε θάρρος και να της πήτε ότι θα γυρίσουμε με δάφνες από την Ήπειρο. Σεις ευτού είσθε παλ΄ στην φωτιά. Σας στέλνω πολλά φιλιά και ευχηθήτε να είναι ο Θεός μαζί μας. Σας φιλώ, Σπήλιος Λάτσινος».

Γράμματα με κακά μαντάτα

Στα τέλη του Νοεμβρίου, ο Αθ. Κουρούκλης, στέλνει το ακόλουθο γράμμα προς το γιό του, που υπηρετεί στο Ναυτικό και τον ενημερώνει ότι ο αδελφός σκοτώθηκε.

«Ανδρέα, είμαστε καλά. Το αγαπημένο μας παιδί, ο Χρήστος εσκοτώθηκε. Παιδί μου η μητέρα σου, σου δίνει την ευχή της να μη στεναχωρηθής καθόλου. Στάσου πιστός στον όρκο της πατρίδας σου και να κάνης υπομονή. Εγώ, αν και γέρος που είμαι, λάβε υπ΄ όψει σου ότι κάνω μεγάλη υπομονή, εσύ να είσαι καλά και ο Θεός θα μας βοηθήση….

Παιδί μου μείνε ψύχραιμος και πιστός εις την πατρίδα σου. Σε φιλώ, ο πατήρ σου Αθ. Κουρούκλης.»

Απο το μέτωπο το 1940 στο νοσοκομείο

Λίγες εβδομάδες μετά, ο στρατιώτης Ν. Σακογιάννης, στέλνει από το στρατιωτικό νοσοκομείο γράμμα προς την οικογένειά του, καθησυχάζοντάς τους για την πορεία της υγείας του, ενώ ταυτόχρονα περιγράφει και τις μάχες που έδωσε.

«Σεβαστοί μου γονείς και αδέλφια.

Προσπαθούσα πριν από ολίγον καιρό να σας γράψω λίγα λόγια από τον στρατιωτικόν μου βίο, μα δεν εύρισκα την ευκαιρία, γιατί γυρνούσα επάνω στα απόρθητα κεκαλυμμένα υπό χιόνος βουνά της Αλβανίας, εκεί που βροντούσε το κανόνι γερά για να κτυπήσει τον απαίσιον και ανήθικο επιδρομέα Ιταλόν.

Δεν σας είχα ξεχάσει, ούτε σας ξεχνώ. Καθημερινώς σας σκέπτουμαι και κάθε στιγμή ευχόμενος εις τον Ύψιστον να είστε καλά εις το σπίτι. Αλλά γονείς μου, η αγάπη προς την πατρίδα, η αγάπη προς το χωριό και η αγάπη προς το σπίτι μας, με έκαναν αφοσιωθώ δυνατά στο ντουφέκι και να ορμήσω μετά των άλλων συνάδελφων μου, βαδίζοντες μέρες - νύχτες επάνω εις τα νεφώδη και χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, εκπληρούντες τον στρατιωτικόν όρκον μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός μας, υπερασπίζοντες την κινδυνεύουσαν πατρίδας μας, Ελλάδα.

Αλλά καθ΄ ήν στιγμήν βαδίζουμε είς τα καταληφθέντα υψώματα του 1.700 υπέστην πολεμικόν ατύχημα, βεβαίως όχι πολύ σοβαρό και τας πρώτας πρακτικάς βοήθειας, μου τας παρείχε ο συνάδελφός μου και πατριώτης Νίκος Κάτσανος, οδηγήσας με εις το σκεπασμένο από χιόνι αντίσκηνο. Τον ευγνωμονώ και ευχαριστώ. Την επόμενη ημέρα ωδηγήθην εις το στρατιωτικόν νοσοκομείον όπου και νοσηλεύουμαι.

Με βοήθησε και με βοηθεί η ευχή σας προς τον Ύψιστον, καθώς και τον πλησίον μας Άγιον Νικολάον. Μην ανησυχήτε δι΄ εμέ. Περνώ καλά. Περιθάλπομαι παρά διακεκριμένων στρατιωτικών ιατρών, εν συνδυασμώ προς την στοργικήν περιποίηση των αδελφών νοσοκόμων.

Μέγας αριθμός κύριων και δίδων, μας επισκέπτονται καθημερινώς με διάφορα δώρα εις τας χείρας των και με δακρυσμένα τα μάτια των, με την ερώτηση που είμαστε πληγωμένοι και αν πονάμε.

Και πάλι σας επαναλαμβάνω να εύχεσθε εις τον Ύψιστον να βρεθούμε νικηταί και είθε να επανέλθωμεν εις την προτεραίαν μας θέση» Σας ασπάζομαι, υιός σας και αδελφός Νίκος.»

Το ίδιο χρονικό διάστημα, ο έφεδρος ανθυπολοχαγός, Γεώργιος Σπηλιωτακόπουλος, έστειλε το παρακάτω γράμμα στον πατέρα του και ζητά να μην στενοχωρηθούν αν μάθουν ότι σκοτώθηκε.

«Σεβαστέ μου πατέρα, σας χαιρετώ.

Είμαι απολύτως καλά και να μην ανησυχήτε καθόλου. Αν καμμία ημέρα μάθετε ότι εσκοτώθηκα ή ετραυματίσθηκα, δεν θέλω να στεναχωρηθεήτε καθόλου παρά να χαίρεσθε και να γλεντάτε, διότι το παιδί σας έχυσε το αίμα του για την ελευθερία της πατρίδας. Διότι σεβαστέ μου πατέρα δεν υπάρχει καλλίτερο πράγμα το να σκοτωθή κανείς για την πατρίδα, παρά να ζήση και να ήνε δούλος.

Σας χαιρετώ όλους. Το παιδί σας Γεώργιος Διαμ. Σπηλιωτακόπουλος. Έφεδρος ανθ/γός»

«Οι Ιταλοί θα πέσουν στη θάλασσα»

Ο στρατιώτης, Ν. Τριανταφυλλόπουλος, στο γράμμα που έστειλε προς την αδερφή του, Χαρά Βασιλοπούλου αφού εκφράζει την πεποίθηση ότι οι Ιταλοί θα πεταχτούν στη θάλασσα, προσθέτει:

«… Να βοηθήσετε όσο μπορείτε περισσότερο και να πλέξετε όσα μπορείτε περισσότερα. Εγώ έδωσα τις κουβέρτες μου περισευούμενες φανέλες και πουλόβερ…»

Ο υπαξιωματικός, Γιάννης Γκιόκας, με το γράμμα που έστειλε στην αδελφή του, Παρασκευή, την ενημερώνει ότι ανήκει σε μία πυροβολαρχία φάντασμα, που όπως λέει, είναι το φόβητρο του ιταλικού πυροβολικού.

«Αγαπητή μου Παρασκευή

Καθώς βλέπεις, με τη βοήθεια του Θεού προχωρούμε και πολύ γρήγορα οι μακαρονάδες θα κάνουν το χειμερινό λουτρό τους στην Αδριατική….

…Ασφαλώς θα διάβασες στις εφημερίδες για μία πυροβολαρχία, φάντασμα, το φόβητρο του ιταλικού πυροβολικού. Μάθε λοιπόν ότι και ο αδερφός σου σε αυτή την πυροβολαρχία ανήκει και ότι κάθε οβίδα που στέλνει, σκορπάει τον τρόμο στον εχθρό…. Σε φιλώ, ο αδερφός σου Γιάννης Γκιόκας.»

Πηγή: https://www.iefimerida.gr"

=======================================================
Γράμματα από το μέτωπο: Το Έπος του '40 μέσα από τις επιστολές Κρητικού ανθυπολοχαγού





Τις άγνωστες και πιο προσωπικές πτυχές του έπους του ’40 φέρνουν στο φως οι επιστολές του Ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού Δημήτρη Κασσαπάκη


Τις άγνωστες και πιο προσωπικές πτυχές του έπους του ’40 φέρνουν στο φως οι επιστολές του Ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού Δημήτρη Κασσαπάκη ο οποίος από την πρώτη γραμμή, δεν παρέλειπε σχεδόν κάθε εβδομάδα, να στέλνει γράμματα στην οικογένειά του.

Με καταγωγή από τη Ροδιά, ο 33χρονος τότε ανθυπολοχαγός επιστρατεύτηκε το καλοκαίρι του ’40 και όταν την 28η Οκτωβρίου ειπώθηκε το «ΟΧΙ» ο ίδιος και οι συμπολεμιστές του, ήταν ήδη στο μέτωπο.

Όπως εξιστόρησε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ο γιος του, Γιάννης Κασσαπάκης, ο Δημήτρης Κασσαπάκης ήταν ο άνθρωπος που έκανε την επιστράτευση στο νομό Λασιθίου, των ζώων που ταξίδεψαν για τα αλβανικά βουνά για να συνδράμουν στις ανάγκες του πολέμου.

«Ο πατέρας μου επιστρατεύτηκε το καλοκαίρι του 1940 και έφυγε πριν από την 28η Οκτωβρίου για την Αλβανία και ενώ η μητέρα μου ήταν έγκυος σε εμένα. Θυμάμαι από τις περιγραφές του, ότι ήταν περήφανος που θα πήγαινε στην Αλβανία για να υπερασπιστεί τη χώρα και παρά το λογικό φόβο που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος που πάει στον πόλεμο, ο ίδιος έλεγε ότι εκείνες τις ημέρες μέχρι πριν έλθει η 28η Οκτωβρίου είχαν αγωνία και περίμεναν με γενναιότητα τις εξελίξεις».

Εκτός από τις επιστολές του πατέρα του, που κρατάει ως κειμήλια, ο Γιάννης Κασσαπάκης έχει και έγγραφα της εποχής, σχετιζόμενα με τον πόλεμο, όπως τη διαταγή του Γενικού Επιτελείου Στρατού, με ημερομηνία 11-12-1939 που αναφέρεται για πρώτη φορά, το ενδεχόμενο της επιστράτευσης.

Σε αυτή αναφέρεται:

«"Ματαιωθείσης της προμηθείας κιβωτίων εστιάσεως αξ/κών διά Λόχους οικονομίας να γνωστοποιηθή εις άπαντας τους αξ/κούς μόνιμους και εφέδρους ότι εις ενδεχόμενην επιστράτευσιν δέον να ώσιν εφοδιασμένοι εξ ιδίων διά των πλέον απαραιτήτων ατομικών ειδών εστιάσεως".

Αθήναι τη 11 Δ/βρίου 1939

Εντολή Υπουργού

Ο Υπαρχηγός

Κ.ΠΛΑΤΗΣ»

Οι επιστολές που έγραφε από το μέτωπο ο Δημήτρης Κασσαπάκης μέσω της στρατιωτικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, έφταναν με την ένδειξη «Ελογοκρίθη» ενώ σε κάποιες από αυτές που ο νεαρός ανθυπολοχαγός αναφερόταν στην τοποθεσία που βρισκόταν, αυτή σβήνονταν κατά τη διαδικασία ελέγχου των επιστολών. Σε μία από αυτές που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κασσαπάκης, αποτυπώνεται η λαχτάρα των στρατιωτών να στεφθεί με επιτυχία ο πόλεμος, αλλά ταυτόχρονα και η επιθυμία τους να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ο Δημήτρης Κασσαπάκης γράφει στις 15-11-1940 προς την σύζυγό του Ελένη:

«Εν... (σ.σ.: Η τοποθεσία έχει σβηστεί από τη στρατιωτική λογοκρισία) τη 15/11/40.

Αγαπητή μου Ελένη,

Έλαβα προχθές το γράμμα σου. Με ευχαρίστηση διαβάζω πως και συ τέλος πάντων ήρχισες να προσοικειώνεσαι με τον πόλεμον και να έχεις το σχετικό κουράγιο που πρέπει να έχει κάθε γυναίκα αξιωματικού. Δεν σου αποκρύπτω πως κι εγώ βέβαια στεναχωρούμαι λίγο που είμαι μόνος, αλλά εφόσον μας εκάλεσε η πατρίς μας να εκτελέσομεν ένα καθήκον πρέπει όλοι μαζί, χωρίς να γογγύζουμεν να προσφέρωμεν τα πάντα για να φέρωμεν εις πέρας το έργον που έχομεν αναλάβει. Πίστεψέ με πως θα είναι η ευτυχέστερη στιγμή της ζωής μου όταν ακούσω πως ρίξαμε τους Ιταλούς στη θάλασσα. Εσύ φρόντισε να γεννήσεις καλά, μην πάθεις τίποτα. Γράψε μου εάν θέλεις λεπτά. Υποθέτω ότι κατ' άδειας μπορεί να κατέβω στο Ηράκλειον και εάν μπορέσω θα έλθω στο χωριό να σας δω. Εάν όμως έχω πολλή δουλειά θα σε πάρω στο τηλέφωνο. Επειδή δεν μπορώ να σου στείλω λεπτά ταχυδρομικώς, θα φροντίσω τότε να σου τα στείλω με κανένα χωριανό. Επαναλαμβάνω, να φροντίσεις να περνάς καλά, να μην γκρεμισθής πουθενά, να βρεις φαγητά που να μην σε βλάπτουν, κυρίως φρούτα, και να φροντίζης να τρως. Έτερον ουδέν. Σήμερον μετατέθην εις (σ.σ.: Επίσης σβησμένο από τη στρατιωτική λογοκρισία), αλλά συ θα μου γράφεις στην (σ.σ.: Σβησμένη τοποθεσία). Χαιρετισμούς εις όλους. Της μητέρας φιλώ το χέρι. Γράψε μου αν ο Γιώργης έφερε το ποδήλατο. Στον πατέρα τα σέβη μου. Σε φιλώ, Μήτσος».

Σε μια άλλη επιστολή προς την μητέρα του στις 14-3-1941 αναφέρει:

«Τ.Τ. 866, 14/3/41

Αγαπητή μου Μητέρα,

Με μεγάλη χαρά πήρα σήμερα πάλι γράμμα σου, που είχα να λάβω τόσο καιρό τώρα. Επίσης με ανακούφισι έμαθα πως εγέννησε η γυναίκα μου. Φαντάζομαι τα βάσανά σου και τις φασαρίες σου. Τέλος πάντων. Όλα αυτά θα τα ξεχάσεις αφού τέλος πάντων τώρα έχομεν μαζί με τα τόσα άλλα παιδιά και το δικό μου. Γνήσιο απόγονό σας. Θα ήθελα, μητέρα, να ήμουν αυτού για να δω την χαρά της Κωσταντίας, του πεθερού μου, κ.λπ. Ελπίζω στο Θεό πως κάποτε θα τελειώσωμεν απ' εδώ και θα βρεθώ μαζί σας να συνεωρτάσωμεν το ευχάριστον γεγονός. Ο Μανώλης είναι καλά. Χαιρετισμούς εις όλους.

Σε φιλώ (σ.σ. ακολουθεί υπογραφή)».

Ο Δημήτρης Κασσαπάκης και η μονάδα του, όπως είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο γιος του, ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στην Κορυτσά και στους Αγίους Σαράντα, ενώ οι περιπέτειες συνεχίστηκαν και με την κατάρρευση του μετώπου μετά τη γερμανική εισβολή καθώς ο ίδιος και οι στρατιώτες του έπρεπε να γυρίσουν συντεταγμένα στον τόπο τους.

«Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου λέει ότι κατέβασε στο Ναύπλιο το λόχο του. Μάζεψε τους Κρητικούς, νοίκιασαν ένα καΐκι και ταξιδεύοντας νύχτα, έφτασαν στα Χανιά. Εκεί ήταν αναγκασμένοι να κρύβονται από τους Γερμανούς, ενώ βοήθεια έλαβαν από την αντίσταση. Αντάρτες τούς εφοδίασαν με πολιτικά ρούχα και ψεύτικες ταυτότητες και έτσι κατάφερε και ο ίδιος μετά από μέρες που περπατούσε, να φτάσει στο χωριό μας τη Ροδιά, τον Οκτώβριο του 1941».

=====================================================
Γράμμα από το μέτωπο – Ένα πολύτιμο τεκμήριο του πολέμου 1940-1941, «γέφυρα μνήμης»







Του Περικλή Καπετανόπουλου,
δημοσιογράφου-ιστορικού

Συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από την απρόκλητη γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας.
Στη διάρκεια του πολέμου από την πρώτη μέρα, 28 Οκτωβρίου 1940, κλήθηκαν υπό τα όπλα πολλές ηλικίες στρατευσίμων ανδρών.
Εθελοντικά προσήλθαν να καταταγούν πολλοί Αιγυπτιώτες, δηλαδή Έλληνες εγκαταστημένοι στην Αίγυπτο. Άλλωστε είναι γνωστό, ότι την εποχή εκείνη στην Αλεξάνδρεια ευημερούσε μεγάλη ελληνική κοινότητα, από τις πολλές παροικίες ομογενών που υπήρχαν στη χώρα του Νείλου.

Δεν είναι ίσως γνωστό σε πολλούς, ότι η αρχαία Ηλιούπολη της Αιγύπτου έδωσε όχι μόνο το όνομα της στην Ηλιούπολη της Αττικής γης, αλλά και το πολεοδομικό της σύστημα. Αρκετοί Αιγυπτιώτες έχτισαν προπολεμικά σπίτια στη μικρή τότε πόλη, η οποία το 1940 υπολογίζεται ότι είχε με 3.000 έως 4.000 κατοίκους.
Στο αρχείο του Μουσείου Εθνικής Αντίστασης στην Ηλιούπολη, υπάρχουν επιστολές στρατιωτών από μέτωπο της Ηπείρου και τα Μακεδονικά οχυρά. Στο σημερινό σημείωμα θα μας απασχολήσει μια επιστολή, η οποία έχει σταλεί από στρατιώτη που υπηρετούσε στα τμήματα προκάλυψης των μακεδονικών συνόρων λίγες μέρες πριν τη γερμανική επίθεση της 6ης Απριλίου 1941.

Αποστολέας είναι ο Παύλος, Αιγυπτιώτης εθελοντής στρατιώτης, δημοσιογράφος το επάγγελμα και παραλήπτης η φίλη του Jeannette, η οποία ζούσε στην Αίγυπτο. Από τις πληροφορίες που έχω συγκεντρώσει, στο πλαίσιο της έρευνάς μου για την Ηλιούπολη τα χρόνια του Πολέμου και της Κατοχής, μετά την απελευθέρωση ο συντάκτης της επιστολής εγκαταστάθηκε στην Ηλιούπολη και έκανε οικογένεια. Δεν γνωρίζουμε αν παντρεύτηκε την Jeannette, προς την οποία απευθύνεται η επιστολή, η οποία είναι γραμμένη στη δημοτική και σε άπταιστα ελληνικά.
Στο κείμενο διακρίνεται η απόφαση, η δική του και των συναδέλφων του, να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων και να νικήσουν ή να πεθάνουν. Είναι αυτό που στις εθνικές γιορτές τα παλιότερα χρόνια, ο εκφωνών τον πανηγυρικό της ημέρας, συνήθως κάποιος δάσκαλος ή καθηγητής, χαρακτήριζε ως «πνεύμα του Μετώπου».

Στο γράμμα αυτό, που στάλθηκε 10 μέρες πριν τη γερμανική επίθεση στη Μακεδονία, γίνεται περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες ετοιμάζονταν να πολεμήσουν οι Έλληνες, με εξοπλισμό και μέσα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, απέναντί τους πιο σύγχρονους για την εποχή τους στρατούς, τον ιταλικό και τον γερμανικό.
Παράλληλα η δημοσιογραφική του πένα, μας δίνει μια πλήρη περιγραφή του γεωγραφικού ανάγλυφου της περιοχής που βρίσκεται η μονάδα, στην οποία υπηρετεί, μαζί με άλλους Αιγυπτιώτες εθελοντές και Αθηναίους φοιτητές και ζωγράφους.

Στο υστερόγραφο της επιστολής, ο ένστολος δημοσιογράφος περιγράφει τη βοήθεια που προσφέρει ο τοπικός πληθυσμός αγόγγυστα στις μονάδες του ελληνικού στρατού σε όλη την συνοριακή γραμμή.
Εν κατακλείδι, η επιστολή αποτελεί ένα πλήρες δημοσιογραφικό ρεπορτάζ για τη ζωή στα σύνορα τις παραμονές της επίθεσης του γερμανικού στρατού, με αναφορές στο Μέτωπο της Ηπείρου και στο πνεύμα του «αλτρουισμού και φιλοπατρίας» που διακρίνει τους αποθεραπευμένους τραυματίες στις μάχες με τους Ιταλούς, οι οποίοι μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο μετατίθενται στο Μακεδονικό Μέτωπο.Έκτακτες εκδόσεις που αναγγέλλουν τη γερμανική επίθεση

Παραθέτω το γράμμα: «Κάπου στα σύνορα, 26 Μαρτίου 1941
Μικρή μου φίλη Jeannette,
Πήρα το πολύτιμο γράμμα σου στην Αθήνα. Το ίδιο απόγευμα φεύγαμε. Και τώρα σου γράφω από εδώ, όπου δεν υπάρχει ταχυδρομείο παρά μόνο στρατιωτικό, και δεν πουλούν γραμματόσημα. Γι’ αυτό το γράμμα μου θα σου έρθει φορολογημένο. Αλλά τι να κάμω; Προτιμώ έτσι παρά να νομίσεις πάλι ότι ξεχνώ «τους ανθρώπους που μ’ αγαπούνε».
Είμαστε λοιπόν εδώ σ’ ένα μικρό εκκενωμένο σχεδόν χωριό, κρυμμένο στους πρόποδες τεσσάρων βουνών. Μπροστά μας μια πανύψηλη χιονισμένη οροσειρά που μας χωρίζει από κακούς γείτονες.
Τι να μας κρύβουν άραγε οι χιονισμένες αυτές βουνοκορφές; Οτιδήποτε θάναι καλοδεχούμενο. Ας τολμήσει όποιος θέλει να μετρηθεί μαζί μας. Δεν θα περάσει!. Όχι!
Θα τιμήσουμε τα όπλα μας σαν γνήσιοι Έλληνες στρατιώτες και θα σπάσει ο εισβολέας τα μούτρα του πάνω στο φράγμα της φωτιάς μας, πάνω στα φουσκωμένα από το θυμό στήθεια μας ή θα σκοντάψει θανατερά πάνω στα πτώματά μας.
Στα γυμνά δέντρα τριγύρω μας κουρνιάζουν κοπάδια μαύρα κοράκια. Κάτι προσμένουν, κάτι ελπίζουν. Περιμένετε μαύρα κοράκια, γι’ αυτό ήρθαμε εδώ όλοι μας.
Η ζωή μας εδώ είναι άγρυπνη αναμονή. Μένω με άλλα 9 παιδιά (2 Αιγύπτιοι και 2 άλλοι φοιτητές Αθηναίοι και ζωγράφοι) σ’ ένα χωριατόσπιτο. Κάθε πρωί η κυρά μας βράζει γάλα της ώρας μόλις που το αρμέγει, και μας τηγανίζει ή μας βράζει αυγά που εδώ είναι πάμφθηνα. Επίσης έχομε με το τίποτε όρνιθες και αρνάκια. Σουβλίζομε συχνά αρνί, είναι ωραία όλη η προετοιμασία του σουβλίσματος. Οι ζωγράφοι φίλοι μας έχουν κιόλας πλήθος συνθέσεων.
Πίνουμε νερό από πηγές κρυστάλλινες και πλενόμαστε σ’ ένα φλύαρο ποταμάκι που τρέχει δίπλα στο «σπίτι μας». Στα βουνά δεν χορταίνω να κόβω αγριολούλουδα. Στην πηγή βρήκα αγριοβιολέτες.
Αύριο ή μεθαύριο θα μου δώσουν άλογο για να πηγαίνω τις διαταγές στα γειτονικά χωριά όπου είναι άλλοι δικοί μας. Ανυπομονώ να καλπάσω στις χαράδρες ή να περάσω προσεκτικά, καβάλα τα μονοπάτι.
Jeannette, είσαι υπερβολική σ’ αυτά που μου έγραψες. Δεν είμαι για να με θαυμάζεις επειδή ήρθα να υπηρετήσω την Πατρίδα. Εδώ να ιδείς ήρωες, να δεις θυσίες, αλτρουισμούς και φιλοπατρίες.
Να δεις τσολιάδες και φαντάρους, να δεις υπαξιωματικούς και αξιωματικούς μεγάλους δυο ή τρεις φορές τραυματίες στην Πίνδο, το Μόραβα, το Ιβάν, την Κλεισούρα και την Τρεμπεσίνα. Και τώρα αυτοί βρίσκονται εδώ! Από τη μιαν άκρη στην άλλη! Ενθουσιασμένοι και ανυπόμονοι…
Γράψε μου Jeannette πώς τα περνάς. Σας θυμάμαι πάντα μ’ αγάπη και νοσταλγία. Αν θέλει ο Θεός μια μέρα θα γυρίσω νικητής στην Αίγυπτο θάχω πολλά να σου διηγούμαι. Κρατώ ημερολόγιο. Φίλησε μου τη Λούλα και χαιρέτησε πολύ τους αγαπητούς μου γονείς σου.
Περιμένω ανυπόμονα γράμμα σου. Θα μου είναι πολύτιμο σ’ αυτήν εδώ την ατμόσφαιρα.
Παύλος
Υ.Γ: Οι βοϊδάμαξες πάνε κι έρχονται, σειρές ατέλειωτες πάνω στους ελικοειδείς δρομίσκους ανάμεσα στα βουνά. Πήρα θέση σε μιαν από αυτές και πήγα στο γειτονικό χωριό.
Νάσουν και συ δίπλα μου να άκουγες τον απλοϊκό χωρικό που την οδηγούσε. Έχει λέει οικογένεια στις Σέρρες. Κι έχει ένα γιο στο Μέτωπο. Τα ζώα και το αμάξι είναι δικά του. Πρόσθεσε και τον αχώριστο μ’ αυτά, γέρικο εαυτό του και τα προσέφερε όλα στην Πατρίδα.
Ζώα, αμάξι και η αφεντιά του κουβαλούνε τώρα χαλίκι εδώ για διάφορές σπουδαίες δουλειές. Κάνω να του προσφέρω τσιγάρο. «Κάτσε μου λέει να σου στρίψω εγώ. Έχω καπνό από τις Σέρρες. Αυτός εδώ δεν είναι καλός»…
-Ένας συνάδελφός μου άφησε μουστάκι. Τον ρώτησα γιατί και μου λέει: «Το ήθελα από καιρό να έχω μουστάκι. Τρεις μήνες στην Αθήνα δεν μπορούσα.
Ήμουνα «κουραμπιές» και δεν πήγαινε. Τώρα εδώ έχω το δικαίωμα, (έτσι) δεν είναι;».
Τι λες εσύ γι’ αυτά αγαπημένη μου φίλη;».Ο χάρτης της γερμανικής επίθεσης

Κεντρική φωτό: Η πρώτη σελίδα από την επιστολή

===================================================

============================


ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Οι έρευνες για τον εντοπισμό πεσόντων του '40-'41

Η προσπάθεια μιας οικογένειας να εντοπίσει τα οστά πεσόντος Η τελευταία επιστολή ενός πατέρα από το μέτωπο

του ’41. ΜΟΝΤΑΖ: ΓΩΓΩ ΜΠΕΜΠΕΛΟΥ


Σε ένα κιτρινι
σμένο κομμάτι χαρτί, που κινδυνεύει να θρυμματιστεί με το παραμικρό άγγιγμα, η 84χρονη Σοφία Ζωγράφου φυλάει τις τελευταίες λέξεις του πατέρα της. Έντεκα αράδες όλες κι όλες, γραμμένες με μολύβι. «Εν Μετώπω τη 10/2/41, Αγαπητή σύζυγος...», ξεκινάει την ανάγνωση, με μικρές παύσεις σε κάθε μία από τις 60 λέξεις, σα να προσπαθεί να διαστείλει τον χρόνο. Η οικογένειά της λάμβανε τακτικά επιστολές σαν κι αυτή από το πεδίο της μάχης. Δεν θα  ακολουθούσαν, όμως, άλλες.


ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ • ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΤΑΦΗΣ • 

Η Σοφία Ζωγράφου με τη φωτογραφία του πατέρα της.

Στις 13 Φεβρουαρίου 1941, τρεις ημέρες μετά την ημερομηνία που φέρει το γράμμα, ο πατέρας της σκοτώθηκε. Οι συνθήκες δεν είναι ξεκάθαρες. Μαρτυρίες συμπολεμιστών μιλούν για έναν όλμο που έσκασε πλάι του. Λένε, ότι ο θάνατός του δεν ήταν ακαριαίος. Τα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού τοποθετούν την απώλειά του στο Καλιβάτσι, βορειοδυτικά του Πόγραδετς. Μέχρι σήμερα όμως οι συγγενείς του αγνοούν εάν ή πού τάφηκε.

«Όσα χρόνια και να περάσουν δεν ξεχνιέται ο γονιός, και μάλιστα τέτοιος γονιός που ήτανε», λέει η κ. Ζωγράφου για τον πατέρα της.


«Μακάρι να μπορούσα να μάθω ότι υπάρχουν έστω και τα οστά του, να πάω να τον δω».


Οι έρευνες και το DNA

Για την Ελλάδα ο εντοπισμός και η ταυτοποίηση πεσόντων στρατιωτών του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940-1941 παραμένουν επί δεκαετίες μια ιστορική εκκρεμότητα. Για την κ. Ζωγράφου, όμως, είναι ένα ανεκπλήρωτο χρέος που συντροφεύει την ίδια αλλά και μέλη της οικογένειάς της που γνώρισαν τον πεσόντα μόνο από διηγήσεις και φωτογραφίες.

Στα τέλη Ιανουαρίου μεικτή ελληνοαλβανική επιτροπή ξεκίνησε εργασίες εκταφής στα στενά της Κλεισούρας, στην Αλβανία. Την πρώτη ημέρα κιόλας εντοπίστηκαν τα οστά δύο Ελλήνων πεσόντων. Οι έρευνες συνεχίζονται και σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ» τα ευρήματα έχουν αυξηθεί. Επίσημα δεν έχει γίνει ακόμη γνωστός ο συνολικός αριθμός τους. Οι αναζητήσεις, πάντως, δεν πρόκειται να ολοκληρωθούν σύντομα, καθώς αφορούν συνολικά 7.976 Ελληνες στρατιώτες.

Ο οικονομολόγος Αγαθοκλής Παναγούλιας, που έχει αφιερώσει δύο δεκαετίες ιδιωτικής έρευνας στην καταγραφή πεσόντων του αλβανικού μετώπου, επικαλούμενος ιταλικό έγγραφο λέει ότι στο συγκεκριμένο σημείο είχαν ταφεί εκατοντάδες Έλληνες. «Μετά τη λήξη του πολέμου οι Ιταλοί μάζεψαν και τους Έλληνες πεσόντες και τους έθαψαν σε αυτή την κοιλάδα στα στενά της Κλεισούρας», λέει.

Η πρώτη μέρα των ερευνών στην Αλβανία. (Φωτογραφία: ΑΠΕ)


Αυτές οι εξελίξεις έχουν κινητοποιήσει την κ. Ζωγράφου. Η 84χρονη ετοιμάζεται να δώσει δείγμα DNA στις ελληνικές αρχές, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή, όσο προχωρούν οι έρευνες, θα προκύψει ταύτιση. Τα πρώτα δείγματα γενετικού υλικού συγγενών πεσόντων του ’40-’41 συλλέχθηκαν το 2015 από το Κέντρο Μοριακής Βιολογίας του 401 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Αθηνών. Τον τελευταίο μήνα δεκάδες ενδιαφερόμενοι σπεύδουν να δώσουν αίμα.

«Από τη στιγμή που κυλάει το αίμα στις φλέβες μας από αυτούς τους ανθρώπους έχουμε υποχρέωση, έστω και τώρα», λέει η 59χρονη Ελένη Αθανασιάδου, κόρη της κ. Ζωγράφου και εγγονή του πεσόντος. Θυμάται ακόμη τις ιστορίες που άκουγε από μικρή και συγκινείται όποτε μιλάει για τον παππού της. Δεν τον γνώρισε, αλλά όπως έχει φανεί και από μεταγενέστερες περιπτώσεις οικογενειών αγνοουμένων ή πεσόντων του ’74 στην Κύπρο, η αίσθηση της απώλειας μπορεί να ταξιδέψει από γενιά σε γενιά.

«Κάθε 28η Οκτωβρίου όλοι τη θεωρούν μια γιορτινή μέρα, αλλά εδώ είναι πιο ηλεκτρισμένη η ατμόσφαιρα. Όχι ότι πενθούμε, μη λέμε υπερβολές, αλλά κάτι μέσα μας καίει», λέει.


Το σημείο που αναφέρεται ως τόπος θανάτου του παππού της απέχει αρκετά από την κοιλάδα όπου εστιάζει για την ώρα τις έρευνές της η μεικτή επιτροπή. Ωστόσο δεν είναι σίγουρο πού μπορεί να τάφηκε ή να μεταφέρθηκε η σορός του. «Τους έθαβαν με διάταξη πόδια - κεφάλι - πόδια, σαν φερμουάρ, σε μια σειρά πρόχειρων τάφων», είχε μάθει από μαρτυρίες ντόπιων ο Μιχάλης Πολυμιάδης που αναζήτησε το 2011 τον τάφου του αδερφού του παππού του στο ίδιο σημείο.
Χάρτης του Μιχάλη Πολυμιάδη στον οποίο απεικονίζονται πιθανά σημεία ταφής Ελλήνων πεσόντων του '40-'41.


Και ο δικός του συγγενής είχε υπηρετήσει στο 22ο Σύνταγμα Πεζικού, όπως ο πεσών της οικογένειας Ζωγράφου. Όπως έμαθε αργότερα, όμως ο κ. Πολυμιάδης, η επιχείρηση εκταφής των λειψάνων είχε γίνει αρκετά χρόνια νωρίτερα και τα ευρήματα πιθανότατα βρίσκονται σε ανώνυμα οστεοφυλάκια εκκλησιών στην Αλβανία.

Ο αποχαιρετισμός





Ο Νικόλαος Ζωγράφος γεννήθηκε στην Αρίσβη Λέσβου το 1911 και έζησε στο χωριό Κλειώ (ή Κλειού όπως το λένε οι ντόπιοι) στο βορειοανατολικό τμήμα του νησιού. Παντρεύτηκε, απέκτησε δύο κόρες και ξεχώριζε για το καλλιτεχνικό του χέρι. Συχνά αναλάμβανε να διακοσμήσει εκκλησίες με αγιογραφίες.

Η μικρότερη κόρη του, Σοφία, κοντά έξι χρόνων τότε, θυμάται αμυδρά συγκεκριμένες σκηνές από την ημέρα που αναχώρησε ο πατέρας της για το μέτωπο. Της είχαν κάνει εντύπωση τα φορτηγά στο χωριό που μάζευαν τους νέους. Λέει ότι επικρατούσε μια «ανακατωσούρα». Θυμάται αποχαιρετισμούς, κλάματα, αλλά και μια δική της στιγμή στο λιμάνι της Μυτιλήνης.


«Έτρεξα κατά πάνω του, τον αγκάλιασα από την μπότα και του είπα: “Γιατί φεύγεις; Δεν θα σε ξαναδούμε;”», λέει.



Αργότερα από το ύψωμα της Κλειούς μαζί με τη μητέρα, την αδερφή της και άλλους συγχωριανούς παρακολουθούσαν τα καράβια που μετέφεραν στην ηπειρωτική Ελλάδα τον πατέρα της και τους άλλους άνδρες του 22ου Συντάγματος Πεζικού. «Τα βλέπαμε από εκεί. Γεμάτα με παιδιά. Όλα τα νιάτα πήγαν», λέει.

Ακολούθησαν τα γράμματα. Σήμερα διασώζονται δύο από αυτά. Το πρώτο είναι και πιο επίσημο, γραμμένο στο «επιστολικόν δελτάριον» που διένειμε η στρατιωτική ταχυδρομική υπηρεσία. Στην μπροστινή όψη του σημειώνεται ότι «απαγορεύεται απολύτως η αναγραφή του τόπου σταθμεύσεως της μονάδος», σε περίπτωση που θα έπεφτε σε εχθρικά χέρια.

Το «Επιστολικόν Δελτάριον» του Νικόλαου Ζωγράφου.


Ο Νικόλαος Ζωγράφος, τόσο σε αυτή την επιστολή όσο και στην τελευταία που έγραψε πιο πρόχειρα σε ένα απλό κομμάτι χαρτί τρεις ημέρες πριν από τον θάνατό του, προσπαθεί να καθησυχάσει τη σύζυγό του. Δεν αναφέρεται σε μάχες. Την ενημερώνει μόνο ότι είναι καλά. Ρωτάει για τη δική της υγεία και τη διαβεβαιώνει ότι έλαβε όλα τα δέματά της. «Να μη νοιάζεσαι», της γράφει.


Το τελευταίο γράμμα του Νικόλαου Ζωγράφου.


Αυτή η τελευταία επιστολή όμως θα μπέρδευε τους οικείους του. Κάποιες ημέρες αργότερα, με μια άλλη επιστολή, ένας συμπολεμιστής και συγχωριανός του ενημέρωσε τους δικούς του συγγενείς για τον θάνατο του Ζωγράφου. Τα νέα έφτασαν γρήγορα στην πόρτα της συζύγου του. Αρχικά δεν ήθελε να τα δεχτεί. «Πώς γίνεται να πέθανε; Αφού λίγες ημέρες πριν μου έγραψε γράμμα», έλεγε.

Το Πολεμικό Ανακοινωθέν 110 που είχε δημοσιεύσει η «Καθημερινή» την επομένη της 13ης Φεβρουαρίου 1941 αναφερόταν μόνο στις ελληνικές επιτυχίες και όχι στα θύματα στο πεδίο της μάχης: «Κατόπιν τοπικών επιθετικών ενεργειών εξετοπίσθη ο εχθρός εξ' οχυρών θέσεων. Συνελήφθησαν περί τους 400 αιχμάλωτοι και περιήλθον εις χείρας μας πολλά αυτόματα όπλα, όλμοι, πυρομαχικά. Η αεροπορία μας έδρασεν επιτυχώς βομβαρδίσασα στόχους πεδίου μάχης. Έν εχθρικόν αεροπλάνον κατερρίφθη. Άπαντα τα ημέτερα επέστρεψαν εις τας βάσεις των».

Το δημοσίευμα της «Καθημερινής» στις 14 Φεβρουαρίου 1941.


Η μικρότερη κόρη του πεσόντος, Σοφία, δεν είχε συλλάβει αμέσως τη δυσάρεστη είδηση. «Εκείνη την εποχή ράβανε στις μοδίστρες κόκκινα παλτά. Ένα για μένα και ένα για την αδελφή μου. Όταν έμαθαν ότι πέθανε ο πατέρας μας τα έβαψαν μαύρα, με μπογιά. Τότε κλάψαμε πάρα πολύ. Καταλάβαμε ότι για να βάφουν τα παλτουδάκια μας ο μπαμπάς μας είχε σκοτωθεί», λέει.

Τα επόμενα χρόνια δεν κύλησαν εύκολα. Η κ. Ζωγράφου θυμάται ότι δεχόταν τα πειράγματα άλλων παιδιών επειδή μεγάλωνε χωρίς πατέρα. Σαν να μην έφτανε αυτό, λέει ότι στις παρελάσεις την τοποθετούσαν σε ειδικό τμήμα με τα παιδιά των πεσόντων. Αργότερα το πτυχίο της από την παιδαγωγική ακαδημία θα έγραφε «πατρός ορφανή», χωρίς κάποια διευκρίνιση.

Θυμάται ακόμη τη φιγούρα ενός βετεράνου του αλβανικού μετώπου στο χωριό της. Είχε ακρωτηριασμένο το αριστερό του πόδι κάτω από το γόνατο. «Τον βλέπαμε με τις πατερίτσες και έλεγε η μάνα μου: “Ας ερχόταν και ο δικός μου πίσω και ας ήταν ανάπηρος”», λέει.