Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2023

Οι Ελληνες μαχητές και το ύψωμα 731

 

Οι Ελληνες μαχητές και το ύψωμα 731


Μια μεγάλη σελίδα δόξας για την πατρίδα μας γράφτηκε τον Μάρτιο του 1941 στο ύψωμα 731 που, όπως αποδείχθηκε, ήταν μεγάλης σημασίας, γιατί άλλαξε τον ρου του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Το ύψωμα 731 βρίσκεται μεταξύ δύο ορεινών συγκροτημάτων (Τρεμπεσίνας-Τομόρι) των Αλβανικών Άλπεων. Ήταν το μοναδικό κομβικό σημείο, διότι απ’ αυτό μπορούσαν οι ιταλικές δυνάμεις να διεισδύσουν στην Ελλάδα.

Ένας τιτάνιος αγώνας διεξήχθη στο ύψωμα αυτό. Οι Ιταλοί ήταν καλά προετοιμασμένοι για την επίθεση κατά της Ελλάδας. Από τις τριάντα (30) ιταλικές μεραρχίες, έντεκα(ΙΙ) συμμετείχαν προοδευτικά στην εαρινή επίθεση. Ο ίδιος ο Μουσολίνι έχοντας μαζί του αξιωματούχους πήγε στο σημείο και μάλιστα σε απόσταση βολής από τα ελληνικά πυροβόλα να παρακολουθήσει τη μάχη, για να χαίρεται τη σφαγή των Ελλήνων, όπως ο Νέρων που χαιρόταν όταν καιγόταν η Ρώμη από τη φωτιά που ο ίδιος έβαλε. Ήθελε ο Μουσολίνι να ενημερώσει τον Χίτλερ για την πρώτη του νίκη. Να του πει ότι σε λίγες μέρες θα κάνει παρέλαση -περίπατο στην Αθήνα. Την 06.30 ώρα της 9-3-1941 άρχισε ανελέητος βομβαρδισμός με τέσσερις εκατοντάδες κανόνια και άλλα τόσα αεροπλάνα. Άδειαζαν φωτιά και σίδερο στο ύψωμα 731 που κρατούσε μια χούφτα Ελλήνων στρατιωτών.

Σκόνη, φωτιά, καπνός, ατμόσφαιρα βαριά και αποπνικτική. Ήταν δύσκολο να αναπνεύσει κανείς. Τα χαρακώματα ισοπεδώθηκαν. Οι πέτρες έγιναν ασβέστης. Έτρεμε η γη και σειόταν όλο το ύψωμα. Δένδρα ξεριζώθηκαν, κορμιά ανακατεύθηκαν με το χώμα αλλά οι λίγες ελληνικές ψυχές που είχαν απομείνει ατσαλώθηκαν, έμειναν όρθιες και είπαν: «Οι Ιταλοί δεν θα περάσουν». Και κράτησαν το θρυλικό ύψωμα από τις 9 Μαρτίου μέχρι 14 Απριλίου 1941. Οι Έλληνες στρατιώτες, όσοι είχαν επιζήσει, καλύπτονταν μέσα στις λακκούβες που είχαν ανοίξει οι εχθρικές οβίδες. Ο Στρατηγός Βραχνός από το πρωί της 9-3-1941 ευρίσκετο στο παρατηρητήριό       του παρακολουθώντας τον καταιγισμό των εχθρικών πυρών λέγοντας: «Εφόσον υπάρχουν ζωντανοί Έλληνες που χειρίζονται πολυβόλα, η τοποθεσία δεν θα πέσει».

Ο συντ/ρχης Θεμιστοκλής Κετσέας, διοικητής του υποτομέα των υψωμάτων 731 και Μπρέγκου Ραπίτ διέταξε: «τηρήσατε θέσεις σας μέχρι εσχάτων». Ο ταγματάρχης Δημήτριος Κασλάς, ο οποίος αμύνετο στο ύψωμα, έδωσε την απάντηση: «Δεν θα περάσουν». Τις λέξεις αυτές είχαν κατά νου όλοι οι Έλληνες μαχητές όλες τις ημέρες του επικού αυτού αγώνα.

Κατά τη διάρκεια της μάχης ο Κασλάς επικοινώνησε με τους συντ/ρχες Κετσέα και Γεωργούλα. Η διαταγή που έλαβε ήταν «Επί των θέσεων σας αμυνθείτε μέχρι εσχάτων. Η πατρίς καθώς και η Ανωτάτη Διοίκηση απαιτεί να κρατήσετε ψηλά την τιμή των όπλων».

Απάντηση: «Δεν θα εγκαταλείψομε το ύψωμα και έχω την πεποίθηση ότι δεν θα περάσουν». Η εαρινή επίθεση τελείωσε με την περιφανή νίκη των ελληνικών όπλων. Η μεγάλη και πολυδιαφημισμένη εαρινή επίθεση (πριμαβέρα) του ιταλικού στρατού απέτυχε.

Ο Μουσολίνι ντροπιασμένος και ταπεινωμένος έφυγε μετά από είκοσι (20) ημέρες παραμονής του στο μέτωπο για τη Ρώμη, αφού πρώτα καθαίρεσε όλους τους στρατηγούς. Πριν τους καθαιρέσει ρώτησε έναν: «Πώς πάμε;» «Μέτρια» λέει ο στρατηγός. «Μηδέν» απάντησε ο Μουσολίνι.

Πολλοί ονόμασαν το ύψωμα 731 “Νέες Θερμοπύλες”. Οι στρατιώτες Γολγοθά. Άλλοι “ύψωμα και χαράδρα του θανάτου”. Το τίμημα το οποίο κατέβαλαν οι ελληνικές δυνάμεις για την απόκρουση της εαρινής επίθεσης των Ιταλών ανήλθε: Αξ/κοί 191, νεκροί στρατιώτες 1.196, τραυματίες στρατιώτες 3.872.

Μεγαλύτερες ήταν οι απώλειες των ιταλικών δυνάμεων. Υπολογίζονται 11.800 νεκροί. Ο λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Άγγελος Τερζάκης, πολεμιστής του 1940, γράφει: «ισάξιο το ύψωμα 731 των Θερμοπυλών, των Πλαταιών, των Σαλαμινομάχων».

Ο ακαδημαϊκός Δ. Κόκκινος σκιαγραφώντας την πρώτη ημέρα της μάχης, στο ύψωμα 731, στο ιστορικό του σύγγραμμα «Οι δύο πόλεμοι 1940-1941 (σελ. 410) την αποτυπώνει με το ακόλουθο παραστατικό κείμενο:

«Το χαρακτηριστικό της μάχης της ημέρας αυτής ήτο η εναντίον του 731 επίμονος επίθεσις. Πέντε έως εξ επιθετικαί έφοδοι ενηργήθησαν εντός της ημέρας κατά του υψώματος τούτου, κατά του οποίου κυρίως έβαλε και η ιταλική αεροπορία. Η περί το 731 περιοχή είχε καταστή τοπίο θανάτου, καταστροφής και θανασίμων προσπαθειών. Ενόμιζε κανείς ότι την μάχην είχεν οργανώσει εκατέρωθεν δαιμονικός σκηνοθέτης δια να δώση την αίσθησιν της φρίκης, του δέους, της αιματοχυσίας και του ηρωισμού. Παρείχετο η εντύπωσις ότι επί του φλεγομένου τούτου χώρου, τα ελληνικά τμήματα ή είχον κονιοποιηθή ή είχον διαλυθή. Άλλ’ όταν εφώρμα προς κατάληψιν του το ιταλικόν πεζικόν, αι Ελληνικαί δυνάμεις ανεφαίνοντο με τας κραυγάς «αέρα» που ήταν σαν να έφθαναν από όλην την Ελλάδα, ενισχυόμεναι από τους ήχους εκρήξεων και βολών και με τας αντεπιθέσεις των ηνάγκαζον τους Ιταλούς να στρέφωνται προς τα οπίσω και να βάλλωνται φεύγοντες από των νώτων».

Δεν φοβόμαστε τους Ιταλούς, έλεγαν οι Έλληνες στρατιώτες. Το κρύο, την πείνα, και τις ψείρες φοβόμαστε. Μια κουραμάνα (ψωμί των στρατιωτών) για οκτώ άτομα και για τρεις ημέρες. Οι ψείρες ρούφαγαν, στράγγιζαν το λιγοστό αίμα που είχε απομείνει στους υπερασπιστές της πατρίδας.

Παρ’ όλες τις κακουχίες άντεξαν και πολέμησαν με αυτοθυσία με ηρωισμό. Και νίκησαν τον εχθρό της πατρίδας.

Μέγας πρωταγωνιστής των επικών μαχών του υψώματος 731 ήταν ο Έλληνας στρατιώτης. Ο στρατιώτης τυφεκιοφόρος ο οποίος εχρησιμοποίησε εύστοχα τα “πυρά του, το κοντάκι και τη λόγχη, τη σκαπάνη, την ψυχή και το σώμα, την οργή, το πάθος και την ένταση της φωνής του φωνάζοντας τη θρυλική ιαχή «ΑΕΡΑ».

Ο στρατιώτης πολυβολητής που μετέφερε το βαρύ φορτίο του πολυβόλου. Ο στρατιώτης σαλπιγκτής, ο -αγγελιαφόρος, ο σκαπανέας, ο ημιονηγός. Αυτός ο στρατιώτης που υπέμεινε δίψα, πείνα, κακουχίες πάσης φύσεως, αυτός που διατήρησε μέχρι τέλους την πίστη του στη νίκη ήταν ο ήρωας, ο πρωταγωνιστής.

Οι μαχητές του υψώματος 731 δεν εγκατέλειψαν το ύψωμα. Θυσίασαν τις ζωές τους για χάρη της ελευθερίας της πατρίδας.

Οι λίγοι που επέζησαν, αφού πρώτα έσκυψαν και φίλησαν το αιματοβαμμένο χώμα και τα οστά των Ελλήνων συναδέλφων τους, φορτωμένοι με τα ανεκτίμητα παράσημα αλλά και με το κεφάλι ψηλά, δαφνοστεφανωμένοι αισθάνθηκαν υπερήφανοι, γιατί έπραξαν το καθήκον τους προς την πατρίδα σύμφωνα με τις προγονικές παρακαταθήκες. Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι.

====================================

==============================


Ύψωμα 731: Οι σύγχρονες Θερμοπύλες


Δημοσιεύτηκε από Youth Voice | Οκτ 27, 2021 



Αφιέρωμα του Δημήτρη Κόρμη*,


Ανάμεσα στις τοποθεσίες της Ηπείρου και του μετώπου της Αλβανίας του ’40 δεσπόζουν οι τρεις αριθμοί: «731». Μάρτιος του 1941 και ο Μπενίτο Μουσολίνι βρίσκεται σε δυσμενή θέση. Εδώ και 5 μήνες δεν έχει καταφέρει ακόμη να υποτάξει την Ελλάδα και αναζητεί απεγνωσμένα τη νίκη.

Είναι εκτεθειμένος τόσο στο λαό του, όσο και στον σύμμαχό του, Αδόλφο Χίτλερ. Η ναζιστική Γερμανία, σε αντίθεση με την Ιταλία, προελαύνει ακάθεκτη στην Ευρώπη. Ο Ντούτσε ξεκινάει την εαρινή επίθεση ή αλλιώς Primavera, πιστεύοντας πως αυτή τη φορά θα τα καταφέρει και σε λίγες μέρες θα παρελαύνει στην Αθήνα με τα στρατεύματά του. Εμπόδιο αποτελεί ένα ασήμαντο μέχρι τότε βουνό, 20 χλμ βόρεια της Κλεισούρας στην Αλβανία που αποτελεί και το μοναδικό πέρασμα για τους Ιταλούς στο δρόμο προς τα Ιωάννινα και δεν είχε καν όνομα, ενώ το 731 καθόριζε το υψόμετρό του.


Η Μάχη

Οι δυνάμεις παρατάσσονται στο μέτωπο, με τον ιταλικό στρατό να αποτελείται από 25 μεραρχίες, 400 αεροσκάφη και 700 πυροβόλα, ενώ οι Έλληνες διαθέτουν μόλις 5 μεραρχίες, εξαντλημένες από τις συνεχείς μάχες και 100 αεροσκάφη, τα περισσότερα απαρχαιωμένα, και λίγα πυροβόλα. Η πρώτη επίθεση ξεκινά στις 9 Μαρτίου, όπου αρχικά ιταλική αεροπορία και πυροβολικό βομβαρδίζουν ανελέητα το ύψωμα με 100.000 βλήματα μέσα σε 2.5 ώρες, μετατρέποντάς το σε σεληνιακό τοπίο. Ο λογοτέχνης Νικηφόρος Βρεττάκος που υπηρετούσε τότε ως στρατιώτης στο μέτωπο αναφέρει:


«Το ύψωμα 731 ήταν τυλιγμένο στον καπνό και τη σκόνη. Δεν φαινόταν ούτε μια πέτρα. Το εχθρικό πυροβολικό το είχε σκεπάσει μία βροχή από οβίδες από πάνω έως κάτω. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν εκεί πάνω άνθρωποι;»

Αυτό πίστευαν και οι Ιταλοί, πως δεν θα είχε απομείνει κανείς και θα έκαναν περίπατο αντί για μάχη. Όμως οι Έλληνες που υπερασπίζονταν το σημείο ήταν κυρίως αγρότες και βοσκοί από τις περιοχές της Καρδίτσας και των Τρικάλων και ήταν γνώστες της ελληνικής υπαίθρου. Δημιουργούσαν τεχνάσματα και έσκαβαν τρύπες στο χώμα, ώστε να προστατευτούν από τα εχθρικά πυρά, ενώ διέθεταν περίσσεια τόλμη και στρατιωτικό νου, καθοδηγούμενοι από τον ικανότατο Διοικητή τους, Δημήτριο Κασλά. Οι Ιταλοί με μία κραυγή «αβάντι περ Ντούτσε» επιτέθηκαν, αλλά κάθε προσπάθειά τους αποδείχθηκε μάταιη, καθώς οι Έλληνες στρατιώτες απέκρουαν όλες τις επιθέσεις.

Άλλωστε και οι ίδιοι δεν είχαν άλλη επιλογή, καθώς όποιος οπισθοχωρούσε θα εκτελούταν με εντολή Διοικήσεως, που αποτελεί απόδειξη για το πόσο σημαντική ήταν για την Ελλάδα η υπεράσπιση του υψώματος, καθώς αν έπεφτε, θα έπεφτε και ολόκληρη η χώρα. Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν και τις επόμενες μέρες ακόμη και με αιφνιδιαστικές επιθέσεις με νύχτα και ομίχλη έως και σποραδικά τον Απρίλιο, όλες όμως είχαν το ίδιο αποτέλεσμα. Ήττα των Ιταλών, με τον Μουσολίνι να αναχωρεί για τη Ρώμη απογοητευμένος και εξοργισμένος μαζί με τους στρατηγούς του, με την περιοχή να μένει χαραγμένη στη μνήμη όσων πολέμησαν ως η «κοιλάδα του θανάτου».
                                

Ταγματάρχης Δημήτριος Κασλάς

Πέρα από το θάρρος των Ελλήνων αμυνόμενων, η νίκη δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν δεν ηγούνταν γενναίοι άνδρες, όπως ο Διοικητής Δημήτριος Κασλάς. Βετεράνος του Μικρασιατικού Πολέμου που αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και κινδύνεψε να πεθάνει. Απελευθερώνεται, και στα επόμενα χρόνια αναρριχάται στις τάξεις του ελληνικού στρατού, όπου το Δεκέμβριο του 1940 προάγεται σε ταγματάρχη.

Με την εισβολή των Γερμανών και τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας, ο Κασλάς οργανώνεται στην Εθνική Αντίσταση και εντάσσεται στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Παρά το έπος του υψώματος 731 και τη συμβολή του ως διοικητή, καθώς η στρατηγική του ευφυΐα και η δυναμική παρουσία του, που εμψύχωναν τους στρατιώτες του, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο αποτέλεσμα, η μεταπολεμική κυβέρνηση θα τον εξορίσει σε νησιά του Αιγαίου για τρία χρόνια και θα τον υποβαθμίσει σε απλό στρατιώτη. Ο ίδιος πέθανε το 1966 ξεχασμένος.
Ο επίλογος και το… τίμημα!


Με την Εαρινή Επίθεση να έχει αποτύχει παταγωδώς, επρόκειτο πρακτικά για το τέλος των ιταλικών προσπαθειών κατάκτησης της Ελλάδας. Είναι χαρακτηριστικό πως, λόγω των πυρών, το ύψος του 731 μειώθηκε κατά πέντε μέτρα – αργότερα στους χάρτες θα αναφερόταν ως 726.

Η μάχη αποτελεί σύγχρονες Θερμοπύλες, καθώς και οι δύο έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Ένας πολύ μικρότερος στρατός υπερνικά πολλαπλάσιες δυνάμεις σε ένα ανάγλυφο δύσβατο και με στενό πέρασμα.

Το τίμημα όμως βαρύ, 47 αξιωματικοί και 1196 οπλίτες νεκροί, 144 αξιωματικοί και 3872 οπλίτες τραυματίες, ενώ οι ιταλικές απώλειες ήταν βαρύτερες. Συνολικά 11.800 αξιωματικοί και οπλίτες νεκροί & τραυματίες.

Ωστόσο η θυσία των πεσόντων δεν διαγράφεται ούτε λησμονείται, παρά μένει ως φωτεινή ένδειξη, γιατί πρέπει να θυμόμαστε αυτή την επέτειο. Είναι μία νίκη του Δαυίδ ενάντια στον Γολιάθ, ένα έπος μίας μικρής χώρας ενάντια στον φασισμό και υπέρ της ελευθερίας.

Ζήτω η 28η Οκτωβρίου, ζήτω η Ελλάδα!

* Ο Δημήτρης Κόρμης είναι απόφοιτος Οικονομικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.