ΚΥΡΙΑΚΗ
Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ.14,14-22]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου
Μυτιληναίου
με θέμα:
«Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΤΟΥ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις
17-8-1986] [Β162]
Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, κάνει μνεία του θαύματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που αναφέρεται στον χορτασμό των πεντακισχιλίων. Κεντρικό σημείον του θαύματος είναι ο πολλαπλασιασμός των πέντε άρτων και ο χορτασμός πέντε χιλιάδων ανδρών, «χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων», όπως μας αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος.
Και όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης για το ίδιο θαύμα, «το πλήθος που είδε το θαύμα, ζήτησε να ανακηρύξει τον Ιησούν βασιλέα». Αλλά ο Κύριος, επειδή και οι μαθηταί ήδη αντελήφθησαν το θέμα και είχαν δοκιμάσει έναν πειρασμόν έβαλε τους μαθητάς- ηνάγκασε τους μαθητάς να μπουν εις το πλοιάριον και να Τον περιμένουν εις την απέναντι όχθη της λίμνης, αυτός δε, διέλυσε τους όχλους. Ενόψει ακριβώς της επιθυμίας του πλήθους να Τον διακηρύξουν βασιλέα.
Την επομένη ημέρα τα ίδια πλήθη αναζητούσαν πάλι τον
Κύριον. Και όταν ο Κύριος τούς είδε, τους είπε: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με,
οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ’ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε». «Σας βεβαιώνω ότι με ζητάτε όχι γιατί είδατε
θαύμα, αλλά διότι φάγατε ψωμί και εχορτάσατε. Βέβαια, το ελατήριό σας είναι υποτιμητικό. Ωστόσο «ὁ Πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν
(:ο Πατέρας μου δίνει σε σας το ψωμί το
αληθινό, αυτό που είναι από τον ουρανό). Ὁ
γὰρ ἄρτος τοῦ Θεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ
(:διότι ο Άρτος του Θεού είναι αυτός που
κατεβαίνει από τον ουρανό και δίνει ζωή στον κόσμο. «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος
πρὸς μὲ οὐ μὴ πεινάσῃ (:Εγώ, ο
Ιησούς, ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού, Εγώ είμαι ο Άρτος της ζωής. Και όποιος
έλθει σε μένα, δεν θα πεινάσει)».
Βλέπομε, λοιπόν, το θαύμα του πολλαπλασιασμού
των άρτων, ήτο μία εικόνα μιας
πραγματικότητος. Και η εικόνα βέβαια ήτο αληθινή, αφού το θαύμα ήτο πραγματικόν,
ωστόσο, όμως, μία εικόνα ότι ο άρτος
εκείνος που δόθηκε στον κόσμον και έφαγαν, ήταν ένα σύμβολο του Ιησού Χριστού,
της παρουσίας του Ιησού Χριστού.
Έτσι ο
άρτος, αγαπητοί μου, έχει μια βαθιά
θεολογία. Όπως ακριβώς, βαθιά θεολογία έχει και το νερό. Είναι γνωστό ότι ο
άρτος, το ψωμί, πάντοτε θεωρήθηκε μία βασική
τροφή όλων των λαών. Γι'αυτό ακριβώς κάτω έθεσε πάντοτε ο κόσμος, οι λαοί,
έθεσαν κάτω από την προστασία θεοτήτων το ψωμί. Εδώ στην αρχαία Ελλάδα είναι
γνωστό ότι ετέθη κάτω από την προστασία της θεάς «Δήμητρος». Και όλοι οι καρποί
της γης που προσφέρονται για τη διατροφή του ανθρώπου, με κορυφαίαν τροφήν το
σιτάρι, ονομάζονται «δημητριακοί». Ακριβώς γιατί είχαν τεθεί κάτω από την
προστασία της θεάς «Δήμητρος».
Αλλά και εις τον Ισραήλ ο άρτος έχει μία
κεντρική θέση στη λατρευτική ζωή. Υπήρχε ειδική χρυσή τράπεζα που ήταν τοποθετημένη μπροστά από την Κιβωτό της
Διαθήκης, η οποία εξελαμβάνετο ως ο θρόνος του Θεού. Εκεί, επάνω εις αυτήν
την χρυσήν τράπεζαν ήσαν πάντοτε κατατεθειμένοι δώδεκα μεγάλοι άρτοι, σε δύο
σειρές. Αυτοί οι άρτοι άλλαζαν από Σάββατο σε Σάββατο. Μάλιστα, λεπτομερέστερα,
υπήρχαν τρεις ιερείς, που έπαιρναν ανά τέσσερις άρτους ο καθένας και άλλοι
τρεις ιερείς ταυτοχρόνως έφερναν νέους άρτους, δια να τους τοποθετήσουν επάνω
εις αυτήν την χρυσήν τράπεζαν και εκεί
οι δώδεκα, αυτοί, άρτοι έμεναν ολόκληρη την εβδομάδα, προ προσώπου της Κιβωτού,
προ προσώπου του Θεού. Γι'αυτό ακριβώς και εκαλούντο οι άρτοι αυτοί «ἄρτοι
ἐνώπιοι». Επειδή ήσαν ενώπιον του Θεού. Ή «ἄρτοι προθέσεως». Από το
«πρό» και «τίθημι»· που σημαίνει το ίδιο πράγμα. Ή «ἄρτοι ἃγιοι». Εκεί, όπως
σας εξήγησα, ήταν ένα δείγμα, μια
έκφρασις του λαού του Ισραήλ, ήσαν δε δώδεκα οι άρτοι, γιατί ήσαν δώδεκα οι
φυλές, ήτο μία έκφρασις των 12 φυλών
του Ισραήλ, ευγνωμοσύνης προς τον Θεόν που προνοεί, ευλογεί, αγιάζει και τρέφει
τα σύμπαντα.
Έτσι, πάντοτε υπήρχαν εκεί αυτοί οι άρτοι. Στην Καινή Διαθήκη, ο Κύριος, βλέπομε να ευλογεί τον άρτον σε δύο θαύματά Του, όπως ο χορτασμός
των πεντακισχιλίων και ο χορτασμός των τετρακισχιλίων. Ακόμη μας εδίδαξε ο
Κύριος να ζητούμε από τον ουράνιο
Πατέρα μας «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον». Δηλαδή αυτόν τον άρτον που τρέφει την ουσία μας, την ύπαρξή μας. Όμως,
αγαπητοί μου, εδώ θέλω να προσέξετε, ότι πίσω
από το αισθητό ψωμί υπάρχει και βρίσκεται ο Άρτος της ζωής. Αυτό ακριβώς
αποτελεί την θεολογία του άρτου.
Διότι ο Κύριος, αν το θέλετε, δεν ήταν
μόνο γιατί ελυπήθη, «εὐσπλαγχνίσθη», λέει, «τοὺς ὄχλους», λυπήθηκε
τους όχλους, που ήρθαν να Τον αναζητούν στην ερημιά και είπε στους μαθητάς Του
να δώσουν εκείνοι να φάγουν. Δεν ήτο μόνο αυτό. Σε μία ενέργεια του Κυρίου πολλοί σκοποί επιτελούνται. Ήταν μία αφορμή. Ήταν ένα γρατσούνισμα,
θα λέγαμε, του ενδιαφέροντος του λαού εκείνου,
για τι πράγμα λέτε; Να αναζητήσουν ψωμί και να τους πει ο Κύριος
ότι «αυτή η βρῶσις είναι ἀπολλυμένη. Αν φας, θα ξαναπεινάσεις. Και μια μέρα θα
πεθάνεις. Δεν μπορείς να τρως πάντα· το ψωμί αυτό δεν είναι δυνατόν ποτέ να σε
διατηρήσει στην αιωνία ζωή. Αλλά υπάρχει
ο Άρτος της ζωής. Αυτόν όποιος φάει, δεν πεθαίνει εις τον αιώνα».
Ο λόγος, λοιπόν, ήταν ο Κύριος να προπαρασκευάσει τον λαό του Θεού για τη
μεγάλη διδασκαλία περί της βρώσεως του Άρτου της ζωής· που είναι Αυτός ο
Ίδιος ο Κύριος και που στη συνέχεια, μετά από αυτήν την προπαρασκευή, η οποία
απέβλεπε όχι μόνο στην προπαρασκευή του πλήθους, αλλά και των μαθητών Του - διότι
μερικοί από αυτούς σκανδαλίστηκαν όταν είπαν: «Μπα, αυτός θα μας σώσει; Το σώμα Του να φάμε;». Σκανδαλίστηκαν.
Στρέφεται ο Κύριος τώρα προς τους μαθητάς και τους λέγει: «Μήπως κι εσείς σκανδαλιστήκατε; Θέλετε να φύγετε; Μπορείτε. Εγώ αυτά
που σας είπα, αυτά είναι αληθινά». Κι ο Απόστολος Πέτρος είπε: «Κύριε, πού να πάμε; Εσύ έχεις λόγια ζωής».
Και ήταν μία προπαρασκευή και στους
μαθητάς δια το τελικόν στάδιον, την τελική φάση του θέματος, που ήτο το
μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, κατά
την νύκτα εκείνη την μνημειώδη και ιστορική στο υπερώον της Ιερουσαλήμ, που ο
Κύριος παρέθεσε το Σώμα Του και το Αίμα Του στους μαθητάς Του δια την άφεσιν
των αμαρτιών του κόσμου και την ζωή του κόσμου.
Έτσι,
αγαπητοί μου, βλέπομε εδώ ότι ο Κύριος ομιλεί και λέγει εις τους Καπερναΐτας
και οι μαθηταί ακούνε: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
καταβάς (:Εγώ που έχω κατεβεί από
τον ουρανό. Το ζωντανό ψωμί). Ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς
τὸν αἰῶνα (:Αυτός που θα φάγει
αυτό το ψωμί, θα ζήσει αιωνίως) καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μου ἐστίν
(:και ο Άρτος τον οποίον Εγώ θα δώσω, όποιος
έρθει κοντά μου και πεινά, είναι η σάρκα
μου), ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς (:την οποία Εγώ θα δώσω για την ζωή του κόσμου). Ὁ
τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν
ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ». Αυτό το «ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» το
επαναλαμβάνει ο Κύριος τρεις φορές. Ότι αυτός
ο οποίος κοινωνεί, θα αναστηθεί. Βεβαίως, όλοι θα αναστηθούν. Αλλά θα αναστηθεί εις ζωήν αιώνιον.
Γι'αυτό βλέπετε, επάνω στα λόγια αυτά στηρίζεται η λαχτάρα μας να κοινωνήσει ένας
άνθρωπος, όταν ήδη φεύγει από την παρούσα ζωή. Να προλάβομε να τον κοινωνήσομε.
Δηλαδή είναι το αιώνιο εφόδιο. Δια να τον αναστήσει ο Κύριος εις ζωήν
αιώνιον την εσχάτην ημέραν. Προσέξτε, όμως, εφόσον βεβαίως ο άνθρωπος αυτός αποδέχεται και εφόσον βεβαίως έχει
εξομολογηθεί, γιατί… σε παρένθεση τα λέγω αυτά, σαν μια παρέκβαση, γιατί
δυστυχώς δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι δεν θέλουν να κοινωνήσουν ή δέχονται
να κοινωνήσουν, χωρίς να εξομολογηθούν και χωρίς να μετανοήσουν.
Και… περίεργο πράγμα -μετερχόμεθα
τεχνάσματα! Μετερχόμεθα τεχνάσματα. Όπως ακριβώς θέλομε να ταΐσουμε τα μικρά
παιδιά για να μην πεθάνουν από την πείνα, όταν δεν θέλουν να φάνε, μετερχόμεθα
τεχνάσματα, για να κοινωνήσουμε αυτούς τους ανθρώπους τους ετοιμοθανάτους. Και
το ακόμα χειρότερο, μετερχόμεθα τεχνάσματα για να πείσομε και τους συγγενείς
που περιβάλλουν τέτοιους ετοιμοθανάτους ανθρώπους, δια να αφήσουν τον ιερέα να
κοινωνήσει τον άνθρωπό τους. Βέβαια, αυτό είναι ένα κατάντημα. Αν κανείς έπρεπε
να μελετήσει τα πράγματα βαθιά βαθιά και να δει την ζωή της αρχαίας Εκκλησίας,
την ζωή των Χριστιανών, πώς λαχταρούσαν αυτόν τον άγιον Άρτον, το Σώμα του
Χριστού, και υπεβάλλοντο όχι μόνο σε θυσίες, αλλά και την ζωή τους ακόμη, για
να βρεθούν στην κατακόμβη, δια να μετέχουν στη Θεία Λειτουργία του Σώματος και
του Αίματος του Χριστού, αν κανείς
συγκρίνει εκείνη την χρυσή εποχή της Εκκλησίας με την παρηκμασμένη της εποχής
μας, αναμφισβητήτως είμαστε για κλάματα. Αναμφισβητήτως…
Αλλά
ωστόσο συνεχίζει ο Κύριος και λέγει: «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα ἐν ἐμοὶ μένει κἀγὼ ἐν
αὐτῷ». Άνθρωπε, δεν θες να κοινωνήσεις, επειδή νομίζεις ότι θα πεθάνεις;
Θα έχεις ζωήν αιώνιον! «Εκείνος που τρώγει την σάρκα μου»,
λέγει, «μένει μέσα σε μένα και Εγώ μέσα
σε αυτόν». Μία αλληλοπεριχώρησις.
Κι ακόμα: «Ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα». Θα ζήσει αιωνίως. «Ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστὶ βρῶσις».
«Διότι η σάρκα μου πράγματι είναι βρώσις,
τρώγεται». Δηλαδή εκείνο που παρενόησαν και παρεξήγησαν οι Καπερναΐται,
είναι ο Άρτος ο οποίος είναι Σώμα Χριστού.
Έτσι, αγαπητοί μου, αυτός ο κοινός άρτος, αυτόν που θερίζομε, αλέθομε, ζυμώνομε, ψήνομε και
προσφέρομε στην Εκκλησίαν, αυτός βέβαια τρέφει την φυσική μας ύπαρξη αλλά αυτός
ο άρτος μεταβάλλεται σε σώμα Χριστού κατά κυριολεξίαν ἐν μυστηρίῳ. Και «ἐν
μυστηρίῳ» θα πει ότι δεν το βλέπεις, αλλά είναι κατά κυριολεξίαν. Αυτό
που είπε ο Κύριος: «Είναι το σώμα μου».
Τίποτε ολιγότερο από αυτό που είπε ο
Κύριος: «Είναι το σώμα μου». «Τοῦτό
ἐστι τὸ σῶμά μου». Γι'αυτό όταν κοινωνούμε, ανανεώνομε αυτή μας την πίστη, τελευταία στιγμή: «Ἔτι
πιστεύω –λέμε- ὅτι αὐτὸ τοῦτό ἐστι τὸ Σῶμά Σου καὶ αὐτὸ τοῦτό
ἐστι τὸ Τίμιον Αἷμά Σου». «Πιστεύω, ακόμη, ότι αυτός ο Άρτος είναι το Σώμα Σου».
Ξαναλέγω άλλη μία φορά ότι πρέπει να
το μάθομε: Κατά κυριολεξίαν αυτός ο
άρτος, ο κοινός, μεταβάλλεται σε Σώμα Χριστού. Και κοινωνούμε όχι άρτον «ψιλόν», γυμνόν, αλλά κοινωνούμε μετά από τον
καθαγιασμόν, αυτό το Σώμα του Χριστού. Έτσι γίνεται το Σώμα του Χριστού τροφή
και του σώματος και της ψυχής. Γίνεται
ολοκλήρου της ανθρωπίνης υπάρξεως τροφή και συντηρεί τον άνθρωπον εις ζωήν
αιώνιον. Διότι θα αναστηθεί εις ζωήν αιώνιον.
Εφόσον, όμως, ο Άρτος αυτός είναι το Σώμα
του Χριστού, τότε, τότε… καταρχάς αυτός
ο ίδιος ο Άρτος αποτελεί την Εκκλησίαν. Γιατί τι είναι η Εκκλησία; Παρά το σώμα
του Χριστού. Και οι πιστοί που κοινωνούν του Σώματος του Χριστού, τι είναι;
Παρά η Εκκλησία. Όμως θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι ο κοινός άρτος –όχι τώρα το Σώμα του Χριστού- ο κοινός άρτος είναι σύμβολον της Εκκλησίας. Ξαναλέγω, όχι ο αγιασμένος άρτος· ο κοινός άρτος,
είναι σύμβολον της Εκκλησίας. Εις την «Διδαχή», αυτό το πανάρχαιο βιβλίο,
βρίσκομε μία ευχή που αναφέρεται εις το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, κι
εκεί λέγει ο λειτουργός: «Ὥσπερ ἦν τοῦτο τὸ κλάσμα -έχει
μπροστά του ένα κομμάτι άρτου επί της αγίας Τραπέζης, προ του καθαγιασμού. Όπως –λέγει- αυτό το κομμάτι το ψωμί ήταν διεσκορπισμένον
ἐπάνω τῶν ὀρέων καὶ συναχθὲν ἐγένετο ἕν, οὕτω συναχθήστω Σου ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τῶν
περάτων τῆς γῆς εἰς τὴν σὴν Βασιλείαν». «Όπως ήταν αυτό το ψωμί σε στάρι, σκορπισμένο πάνω στα βουνά, στα
χωράφια, θερίστηκε κι έγινε ένας άρτος, έτσι, Κύριε, να συναχθεί η Εκκλησία Σου
εις την Βασιλείαν Σου».
Βλέπετε, λοιπόν, ότι αποτελεί ο κοινός, τώρα,
άρτος, σύμβολον της Εκκλησίας. Αλλά ο
αγιασμένος Άρτος αποτελεί την ουσίαν της Εκκλησίας. Εδώ είναι όλη η
θεολογία της Εκκλησίας. Διότι το κέντρον
της λατρείας είναι ακριβώς αυτό. Γιατί κάναμε την Θεία Λειτουργία; Γιατί
φώτα; Γιατί ναός; Γιατί θυμιάματα; Γιατί προσκυνήματα; Γιατί όλα αυτά; Στο κέντρον τι έχομε; Έχομε αυτόν τον Άρτον,
το Σώμα του Χριστού, τον άγιον Άρτον, τον ηγιασμένον Άρτον. Το αντιλαμβάνεστε
αυτό; Ότι Αυτόν έχομε στο κέντρον. Και
είναι προσκυνητός! Και είναι λατρευτός! Λατρεύεται δε μόνος ο Θεός. Κι όμως
λατρεύεται ο άγιος Άρτος. Γιατί είναι πραγματικά το Σώμα του Χριστού.
Είδατε ότι έχω μία επίμονη παλιλλογία, ακριβώς για να το μάθομε αυτό. Και να
είμεθα γνώσται τι κοινωνούμε.
Αλλά
ακόμη, ο άρτος, ο κοινός άρτος τώρα, επανέρχομαι, είναι σύμβολον εσχατολογικόν της αδιαλείπτου ενώσεως των πιστών μετά
του Χριστού μέσα εις την Βασιλείαν Του. Κατά το χωρίον εκείνο που λέγει
κάποτε κάποιος συνδαιτημών, που ήταν ο Κύριος σε ένα τραπέζι, που άκουγε την
διδασκαλία του Κυρίου και έτσι… «ευφραίνετο η καρδιά του, με ενθουσιασμό λέγει:
«Μακάριος
ὃς φάγεται ἄριστον ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ». «Ευτυχισμένος εκείνος που θα φάει ψωμί – «ἄριστον», γεύμα, ψωμί· ξέρετε,
«ψωμί» είναι αντίστοιχον με το γεύμα-
εις την Βασιλείαν του Θεού». Βέβαια
στην Βασιλεία του Θεού δεν θα υπάρχει ψωμί, δεν θα υπάρχουν τρόφιμα, δεν θα
τρώμε. Αλλά είναι ένα σύμβολον. Τι σύμβολον; Μετοχής των αγαθών της Βασιλείας του Θεού. Γι΄αυτό σας είπα, είναι ένα εσχατολογικόν σύμβολον.
Και
ακόμα, αυτή η τελετή της αρτοκλασίας που επιτελούμε τόσο συχνά, μάλιστα σε
πανηγύρεις, κι αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα υπόλειμμα των «ἀγαπῶν»,
εκείνων των τραπεζών των παλαιών, των αρχαίων Χριστιανών, που διασώζει μάλιστα η αρτοκλασία και το αρχαίο όνομα της Θείας
Ευχαριστίας. Ξέρετε πώς ελέγετο η Θεία Ευχαριστία; -Μην την λέτε, αγαπητοί
μου, «μεταλαβιά». Άμα ακούω την λέξη «μεταλαβιά»… δεν ξέρω, δεν μ’ αρέσει.
Δεν είναι έκφρασις ευλαβής-. Ελέγετο «κλάσις
τοῦ ἄρτου». Ήτο το αρχαίον όνομα
του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. «Κλάσις»
θα πει κόψιμο. Κόψιμο του άρτου. «Κλάω-
κλῶ». Κόπτω τον άρτον. Και μάλιστα, για την ακρίβεια αν θέλετε, δεν κόβω με
μαχαίρι· που εξυπηρετείται από το ρήμα «κόπτω». Αλλά «σπάζω με το χέρι μου». Όπως ακριβώς έχω ένα καρβέλι και κόβω με το
χέρι μου. Γι'αυτό επί της Αγίας Τραπέζης
δεν χρησιμοποιούμε αιχμηρόν αντικείμενον, μαχαίρι, λόγχη, για να κόψουμε τον
αμνόν. Αλλά με το χέρι μας τεμαχίζομε. Παίρνομε
με το χέρι, κυριολεκτούντες επάνω στο «κλάω-
κλῶ». Σ’ αυτό το «σπάζω το ψωμί»,
το σπάζω. Τέλος πάντων, θα το λέγαμε «κόπτω» εν τοιαύτη περιπτώσει, για να
συνεννοούμεθα, και λέγεται «κλάσις τοῦ ἄρτου». «Αρτο-κλασία». Βλέπετε, διατηρεί την
αρχαία ονομασία.
Και
ακόμη διατηρεί και τον τρόπον κλάσεως ή
καλύτερα, τον τρόπον διανομής. Διότι πρώτα, στην αρχαία Εκκλησία η Θεία Ευχαριστία μετεφέρετο κόπτοντας ο ιερεύς
τον άρτον σε τεμάχια και περνούσαν οι πιστοί και τους έδινε. Πλάι ήταν το άγιο ποτήρι και έπιναν, από
τον διάκονον, ή από δεύτερο ιερέα. Τώρα αυτό δεν γίνεται επειδή γίνονται
ζημιές. Βλέπετε, τεχνικοί λόγοι
μπήκανε στη μέση. Όμως στην αρτοκλασία
τι κάνομε; Τώρα κόβομε και τα μοιράζομε τα κομμάτια. Διετήρησε και τον τρόπον
αυτόν του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Διότι, θα λέγαμε, η αρτοκλασία διασώζει την ιερότητα του
άρτου. Αλλά με την ευκαιρία, μια που αναφερθήκαμε στο θέμα της αρτοκλασίας,
ας μου επιτραπεί να πω δυο λόγια.
Είναι
γνωστό ότι η τελετή, αυτή, της
αρτοκλασίας, κατά τον άγιον Συμεών
τον Θεσσαλονίκης, είναι, λέει, άνωθεν παραδεδομένη εκ του Σωτήρος αυτού.
Οι ρίζες βρίσκονται εις Αυτόν τον Χριστόν. Όπως προς Εμμαούς ευλογεί τον άρτον.
Στην έρημο δύο φορές ευλογεί τον άρτον. Και έτσι εκεί βρίσκεται η ρίζα της τελετής της αρτοκλασίας. Είναι γνωστό ότι
επάνω σε ένα τετραπόδιον, σε ένα τραπέζι δηλαδή, βάζομε πέντε άρτους. Κατ’
αρχάς, οι πέντε και όχι έξι ή τέσσερις, είναι
εις ανάμνησιν του θαύματος του χορτασμού των πεντακισχιλίων. Ακόμη,
αγαπητοί μου, τίθενται οίνος και έλαιον.
Ακόμα λέγεται μια δέησις προ της αρτοκλασίας, στην οποία μνημονεύονται ζώντες κυρίως, όχι κεκοιμημένοι, υπέρ
ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, επισκέψεως -του Θεού επισκέψεως-
συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών.
Στη συνέχεια καταλήγει η εκτενής εις την
ευχήν: «Ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Θεός, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν κ.τ.λ ἵλεως, ἵλεως γενοῦ ἡμῖν,
Δέσποτα, ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν καὶ ἐλέησον ἡμᾶς». Τι ζητούμε κατά την
αρτοκλασίαν; Την συγχώρεση των
αμαρτιών μας. Εδώ κατόπιν ζητείται η
πρεσβεία της Θεοτόκου και η πρεσβεία των αγίων. Που λέμε: «Δέσποτα
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» κ.τ.λ. Εις
αυτήν ζητούμε να γίνει ευπρόσδεκτος η δέησή μας δια των πρεσβειών των αγίων και
της Θεοτόκου. Η άφεσις των αμαρτημάτων μας, να μας δοθεί προστασία εκ μέρους
του Θεού, να αποδιωχθεί κάθε εχθρός, ορατός και αόρατος, να δοθεί ειρήνη στη
ζωή μας, να δοθεί έλεος στον κόσμον και να δοθεί η σωτηρία. Αυτά ζητούμε
εις αυτήν την μεγάλη ευχή, που έχομε
κλίνει την κεφαλήν και ζητούμε ταπεινά από τον Θεό με τις πρεσβείες της
Θεοτόκου και των αγίων, να μας δοθούν.
Κατόπιν ψάλλεται το «Θεοτόκε Παρθένε». Αυτό το τροπάριο, όταν ψάλλεται,
θυμιάζονται οι άρτοι σταυροειδώς. Χωρίς υπόκλιση εκ μέρους του ιερέως. Όταν
θυμιάζομε την Αγία Τράπεζα στις τρεις φορές της κάθε πλευράς, κάνομε μίαν
υπόκλιση. Εδώ δεν κάνομε υπόκλιση, γιατί απλούστατα δεν είναι ηγιασμένοι άρτοι,
αλλά μέλλουν να αγιασθούν. Ή αν θέλετε, να προαγιασθούν με τον σταυρόν, το
σημείον του σταυρού και με το θυμίαμα. Ακόμη ο ιερεύς ευλογεί τους άρτους εις
τύπον του Σωτήρος Χριστού, που ηυλόγησε τους πέντε άρτους. Ακόμη, λέγεται το «Θεοτόκε
Παρθένε», διότι η Θεοτόκος είναι
η μητέρα του Άρτου της ζωής. Γι'αυτό και μετά θυμιάζομε την εικόνα της
Παναγίας.
Κατόπιν λέγεται η ευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν,
ὁ εὐλογήσας τοὺς πέντε ἄρτους ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἐξ αὐτῶν πεντακισχιλίους ἄνδρας
χορτάσας, Αὐτὸς εὐλόγησον καὶ τοὺς ἄρτους τούτους, τὸν σῖτον, τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον
καὶ πλήθυνον αὐτὰ ἐν τῇ ἱερᾷ μονῇ ταύτῃ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ταύτῃ καὶ εἰς τὸν
κόσμον Σου ἅπαντα καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν μεταλαμβάνοντας πιστοὺς δούλους Σου ἁγίασον».
Τι παρατηρούμε; Μνεία του θαύματος. «Συ που έκανες τον χορτασμό των
πεντακισχιλίων και πολλαπλασίασε τα ψωμιά». Αίτησις ευλογήσεως των άρτων, αλλά και των άλλων ουσιωδών διατροφής της
ζωής.
Και
το σπουδαιότερο απ’ όλη την ευχή: ο
αγιασμός των μεταλαμβανόντων. Λέγει
πάλι ο άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης το εξής: Ότι αυτός ο άρτος, όταν τον
παίρνομε, είναι, λέει, τα κομμάτια
αυτά που μοιράζονται, είναι μεταδοτικά, εις όσους τα λαμβάνουσιν με πίστιν,
χαρισμάτων, ιάσεων και άλλων πολλών δωρεών. Αν έχεις πίστη, μπορείς να
πάρεις χαρίσματα, μπορείς να γίνεις καλά και να πάρεις ό,τι άλλη δωρεά από τον
Θεό! Εάν παίρνεις με πίστη αυτόν τον
άρτον. Έτσι εξηγείται γιατί ο κόσμος τρέχει να πάρει αρτοκλασία και
ποδοπατείται. Χάσαμε, όμως, το γιατί.
Λέμε: «Μα, γλυκό είναι αυτό το ψωμί;».
Ή γιατί θα πω ότι πήρα άρτον; Κρύβεται αυτό. Ότι παίρνω από εκεί δωρεές από τον Θεό. Και η ευχή τελειώνει: «Ὅτι
Σὺ εἶ ὁ εὐλογῶν καὶ ἁγιάζων τὰ σύμπαντα, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν», για να
δείξει ότι ο Χορηγός πάντων των αγαθών,
είναι ο Άγιος Τριαδικός Θεός. Ψάλλεται το «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν·
οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ». Είναι μία θαυμασία επισφράγισις, που
δείχνει ότι ο μόνος χορηγός των αγαθών είναι ο Θεός. Κι εκείνοι που Τον
εκζητούν, δεν θα πεινάσουν ποτέ. Εκείνοι
που έχουν την ελπίδα τους στον πλούτο θα πεινάσουν.
Αγαπητοί μου, λέγει ο Ψαλμωδός: «Καὶ ἄρτος
καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει». «Στηρίζει»,
λέει, «ο άρτος, την καρδίαν του ανθρώπου»,
δηλαδή την ύπαρξή του. Εμείς, όταν
τρώμε το ψωμί που μας τρέφει, θα κάνομε
πάντοτε μία αναγωγή στον άρτο της ζωής, τον Χριστόν. Γιατί Εκείνος πραγματικά
είναι που προσφέρεται στον κόσμο και ο κόσμος έχει την ζωήν την αιώνιον.
Αγαπητοί μου, η θεολογία του άρτου μάς
ανοίγει τα μάτια να κατανοήσομε την σοφία και την αγάπη του Θεού σε μας.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον
πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο
Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της
απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη,
φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
·
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
·
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_329.mp3