Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου: ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ.14,14-22] «Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ» 9-8-1992] [Β266]

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ.14,14-22]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

με θέμα:

«Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ»

               [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-8-1992] [Β266]                                                                            

      Μετά τον αποκεφαλισμό του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, αγαπητοί μου, ο Κύριος ανεχώρησε με τους μαθητάς Του και έφθασε με πλοίο σε μια ερημιά της λίμνης. Οι όχλοι, όμως, αντελήφθησαν πού μπορεί να πήγε -εννοείται το είδαν, εξάλλου η λίμνη είναι μικρή- και πεζοί έφθασαν στον έρημο, εκείνο, τόπο που ήταν ο Κύριος.

     Όταν ο Κύριος τούς είδε, τους λυπήθηκε. Όλη την ημέρα τους εκήρυττε τον λόγον του Θεού. Και εθεράπευε κάθε άρρωστο που Του είχαν πάει. Άρχισε, όμως, να πέφτει ο ήλιος και σε λίγο θα νύχτωνε. Τότε οι μαθηταί λέγουν εις τον Κύριον: «Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα». Δηλαδή: «Ο τόπος είναι έρημος. Δεν υπάρχουν καταστήματα, δεν υπάρχουν χωριά και πόλεις. Και η ώρα πέρασε. Απόλυσε, λοιπόν, τους όχλους, δηλαδή πες τους να φύγουν, ώστε απελθόντες, πηγαίνοντες εις τας κώμας, στα χωριά, να αγοράσουν κάτι να φάνε». Όλη μέρα ήσαν εκεί νηστικοί. Ήδη οι μαθηταί άρχισαν να ανησυχούν, αφού μόνον οι άνδρες, όπως μας λέγει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ήσαν πέντε χιλιάδες άνθρωποι! Μόνον οι άνδρες.

    Και τότε ο Κύριος τους είπε: «Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν». «Δεν έχουν ανάγκη να φύγουν. Δώσατέ τους εσείς να φάνε». Δηλαδή ο Κύριος προτείνει να φιλοξενηθεί όλος αυτός ο κόσμος εις την έρημον! Αλλά οι μαθηταί έχουν, βέβαια, τις λογικές των αντιρρήσεις. Αχ, αυτές οι λογικές αντιρρήσεις…!  «Δεν έχομε», Του λέγουν, «παρά μόνον πέντε ψωμιά και δύο ψάρια. Αυτό είναι ό,τι ακριβώς πήραμε μαζί μας». Δεν υπελόγισαν, όμως, Ποιος ήταν Αυτός που τους έλεγε αυτόν τον παράξενο, περίεργο λόγο· και τότε βέβαια τα πράγματα θα ήσαν διαφορετικά. Αν εγνώριζαν ότι ο Ιησούς που τους είπε: «Δώσατέ τους σεις να φάνε» ήταν Αυτός ο Θεός Λόγος, που έθρεψε τον λαό Του 40 ολόκληρα χρόνια στην έρημο, ρίπτοντάς τους το μάννα, κάθε μέρα πλην Σαββάτου, το μάννα… Και όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος ευστοχότατα και ποιητικότατα, αν θέλετε, ακόμη: «Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος, ἀλλ’ ὁ τρέφων τὴν οἰκουμένην πάρεστιν». «Έρημος  ο τόπος, αλλά Εκείνος που τρέφει την Οικουμένη είναι παρών».

    Και πράγματι. Αφού ευλόγησε ο Κύριος τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, άρχισαν οι μαθηταί να τα μοιράζουν χωρίς τελειωμό! Αν ερωτήσετε, πού ξέρομε ότι ήσαν 5.000; Ο Κύριος είπε να τους βάλουν στο χορτάρι, στον χόρτον. Άνοιξη, λοιπόν, πρέπει να ήταν ή Φθινόπωρο. Είχε χόρτο. Τους είπε να καθίσουν κατά πρασιές, ανά πενήντα, παρέες δηλαδή, ακριβώς για να διατηρηθεί ο αριθμός εκείνων που έφαγαν. Είναι δε γνωστό ότι χωριστά έφαγαν οι άνδρες. Ακόμη και μέχρι σήμερα, πολλές φορές σε γιορτές στα χωριά, το έχω βρει εγώ πολλές φορές, σε ένα τραπέζι, τρώνε χωριστά οι άνδρες, τραπέζι εννοείται λίγο εορταστικό, επίσημο, και χωριστά οι γυναίκες. Οι γυναίκες τρώνε στην κουζίνα. Το ξέρετε αυτό. Για να δείτε, δηλαδή, μερικά πράγματα που πρέπει να ξέρομε την Ιστορία της κάθε εποχής, τα πράγματα της κάθε εποχής για να μπορούμε να κατανοούμε περισσότερο τα κείμενα.

     Έτσι λοιπόν, σημειώνει ο αυτόπτης Ματθαίος και Ευαγγελιστής ότι: «Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις». Έφαγαν, χόρτασαν. Γιατί βάζει το «χόρτασαν»; Διότι μπορούσε να πει κανείς ότι από τα πέντε, αυτά, ψωμιά, πώς μοιράζομε εμείς το αντίδωρον και μπορεί να πάρουν 5000 άνθρωποι από μερικά πρόσφορα, μικρά κομματάκια, ε, να πουν: μόλις γεύτηκαν. Χόρτασαν! Και ακόμη να φανεί η αντικειμενικότητα του θαύματος.

     Και ακόμη, πώς και έγινε να σηκώσουν περισσεύματα δώδεκα κοφίνια; Πού τα βρήκαν - άλλο σημείο αυτό- τα δώδεκα κοφίνια; Εκεί στην ερημιά; Είναι γνωστό πάλι ότι οι ταξιδιώτες έπαιρναν μαζί τους σάκους, τουρβάδες ή κοφινάκια. Έτσι οι μαθηταί, ο καθένας είχε το δικό του κοφινάκι. Μικρό κοφίνι. Μη λογαριάσετε μεγάλα κοφίνια. Μικρό κοφίνι, που μπορούσε να το κρατάει στην πλάτη του. Έτσι, αυτά τα κοφινάκια, τώρα, των μαθητών, αφού οι δώδεκα μαθηταί εμοίρασαν, οι δώδεκα μαθηταί μαζεύουν τα περισσεύματα, και γεμίζουν αυτά τα κοφινάκια τους. Μάλιστα λέει: «κοφίνους πλήρεις».

     Τι να πρωτοπεί, βέβαια, κανείς σ’ αυτό το καταπληκτικό και φιλάνθρωπο θαύμα του Κυρίου στον χορτασμό των πεντακισχιλίων; Θα μείνομε εμείς, στην αγάπη σας, μόνο σε ένα σημείο. Και το σημείον αυτό είναι το της φιλοξενίας. Θέλει ο Κύριος να φιλοξενήσει τον λαό Του και ήθελε με τον τρόπον αυτόν να τον διδάξει, αλλά και τους μαθητάς Του να διδάξει το μεγάλο θέμα, την πολύ μεγάλη αρετή της φιλοξενίας. Εκείνο το: «Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν», «Τι είναι αυτά που λέτε, να πάνε οι άνθρωποι κ.λπ.». Μάλιστα ο ίδιος ο Ευαγγελιστής, επειδή ο Χριστός έκανε δυο φορές το θαύμα αυτό, τη μία φορά πεντακισχίλιοι και την άλλη τετρακισχίλιοι, κι επειδή το αναφέρει το θαύμα, τα δύο θαύματα ο ίδιος ο Ευαγγελιστής, δεν μπορούμε να πούμε ότι ένας έτερος Ευαγγελιστής αναφέρεται στο ίδιο μεν, αλλά βάζει τον αριθμό 4000. Όχι· είναι ο ίδιος. Ξέρετε τι είπε στην περίπτωση εκείνη των τετρακισχιλίων; «Καὶ ἀπολῦσαι αὐτοὺς νήστεις οὐ θέλω (:Δεν θέλω να τους πω να φύγουν νηστικοί), μήποτε ἐκλυθῶσιν ἐν τῇ ὁδῷ». «Μήπως αποκάμουν στον δρόμο από την κούραση και την πείνα». Ώστε ο Κύριος κυριολεκτικά φιλοξενεί τον λαό Του εις τον έρημον, εκείνο, τόπο.

       Έτσι μας διδάσκει ο Κύριος την αρετή της φιλοξενίας, όπως σας εξήγησα, σε ό,τι οικονομική κατάσταση κι αν ευρισκόμεθα. Οφείλομε να φιλοξενούμε, ακόμη κι αν είμεθα πτωχοί. Πτωχοί είπα, ε; Θα μου πείτε: «Σήμερα τα ψάρια είναι πολύ ακριβά». Οι καιροί αλλάζουν. Και οι τόποι αλλάζουν. Το πιο φτωχό φαΐ της περιοχής ήταν τα ψάρια. Επειδή η λίμνη είχε άφθονα ψάρια. Οι πτωχοί έτρωγαν ψάρια. Και βέβαια τρώγαν και ψωμί. Έτσι, ψάρια και ψωμί ήταν η πιο φτωχή τροφή εκείνης της περιοχής. Μπορεί τα ψάρια να ήσαν ακριβά στην Ιερουσαλήμ, γιατί δεν είχαν κοντά την θάλασσα ή την λίμνην. Αλλά όχι, όμως, και εις την λίμνην. Έτσι μας διδάσκει σ’ αυτό το σημείο, όσο φτωχός και να’ σαι, ό,τι και να έχεις, οφείλεις να φιλοξενείς.

    Τι είναι η φιλοξενία; Είναι εκείνη η φιλόφρων υποδοχή και περιποίησις των ξένων. Με τρόπον φιλόφρονα. Μας παραγγέλλει ο λόγος του Θεού, πάνω στο θέμα αυτό της φιλοξενίας - ο Απόστολος Παύλος στους Ρωμαίους γράφει: «Τήν φιλοξενίαν διώκοντες». Τι θα πει «διώκοντες»; Επιδιώκοντες. Δηλαδή πώς να σας το πω; «Να φροντίζετε να φιλοξενείτε. Να κυνηγάτε την φιλοξενίαν». Ο Λωτ -θα αναφερθώ και λίγο πιο κάτω στον Λωτ- ο Λωτ, παρακαλώ, ξέρετε, ήταν βέβαια φιλόξενος, όπως και ο Αβραάμ ο θείος του. Ξέρετε ότι κάθε απόγευμα επήγαινε κοντά στην πύλη της πόλεως, διότι είναι γνωστό ότι από μια πύλη -συνήθως τειχισμένες οι πόλεις- έμπαιναν. Μπορεί η πόλις να είχε και άλλες πύλες, αλλά η πιο πολυσύχναστη πύλη, και οι πύλες έκλειναν την νύχτα,  κι αυτό είναι γνωστό και ότι κοντά στις πύλες, στην πύλη, κυρίως στην κεντρική, ήταν και η αγορά. Θα το ξέρετε κι αυτό. Πήγαινε, λοιπόν, ο Λωτ κάθε απόγευμα εκεί στην κεντρική αγορά, στην πύλη. Τι να κάνει; Να δει ποιος ξένος θα μπει στην πόλη για να  τον φιλοξενήσει! Αυτό θα πει: «διώκω τήν φιλοξενίαν». Όχι απλώς του χτυπούσαν την πόρτα του Λωτ. Αλλά πήγαινε γυρεύοντας. Ξαναλέγω, αυτό θα πει το ρήμα «διώκω». Δηλαδή επιδιώκω. Κυνηγάω από πίσω την φιλοξενίαν.

       Μάλιστα ακόμη θα μας πει το Πνεύμα του Θεού στην προς Εβραίους: «Τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε (: Μην ξεχνάτε την φιλοξενίαν) · διὰ ταύτης γὰρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους». «Χωρίς να το καταλάβουν -«ἔλαθον»- τους ξέφυγε από την γνώση τους, επειδή ακριβώς ήσαν φιλόξενοι, να δεχθούν ακόμη να φιλοξενήσουν και αγγέλους». Και εδώ βέβαια φανερά υπαινίσσεται τον Αβραάμ, που φιλοξένησε τους τρεις αγγέλους, εις τύπον του Αγίου Τριαδικού Θεού και τον Λωτ. Αλλά πιθανώς και τον Μανωέ, τον πατέρα του Γεδεών. Ακόμη πιθανώς και τον Τωβίτ. Ή όποια άλλα πρόσωπα μπορούσαν να υπάρχουν στην Παλαιά Διαθήκη.

     Έτσι βλέπομε ότι υπήρξαν άνθρωποι που φιλοξένησαν, όχι φιλοξένησαν, φιλοξενούσαν. Και ο Θεός τούς ανταμείβει. Ξέρετε τι θα πει να σε επισκεφθεί ο Θεός, γιατί είσαι φιλόξενος άνθρωπος; Το βλέπομε αυτό κατ’ εξοχήν εις τον Αβραάμ και εις τον Λωτ. Κατεξοχήν. Μάλιστα, αν θέλετε, αν διαβάσετε το σχετικό κεφάλαιο, είναι στη «Γένεση», θα δείτε, θα εκπλαγείτε μάλλον από την προθυμία και την ταχύτητα και την ποσότητα και την ποιότητα των προσφερθέντων. «Τρέχει», λέει, «στο κοπάδι ο Αβραάμ, να βρει το καλύτερο μοσχάρι. Δίνει εντολή στη Σάρα να ζυμώσει πολύ ψωμί» κ.τ.λ. Δηλαδή εκινητοποιήθη, δεν ανέθεσε. Παρότι είχε 318 «οἰκογενεῖς», δεν ανέθεσε· ο ίδιος ανέλαβε. Αυτό είναι χαρακτηριστικό. Ώστε να προσφέρει ολόκληρο μοσχάρι για τρεις ανθρώπους; Ψωμιά ολόκληρα· λέει τα μέτρα εκεί, δεν θυμάμαι πόσο είναι η ποσότης, για τρεις ανθρώπους! Τι θα έτρωγαν οι άνθρωποι αυτοί; Δείχνει την πλουσία προσφορά· που γίνεται πραγματικά με την καρδιά του. Έτσι ο Αβραάμ βρήκε χάρη από τον Θεό, του είπε ότι θα αποκτήσει παιδί, ότι «του χρόνου», λέει, «άμα περάσομε από δω, θα έχεις παιδί». Το ίδιο και ο Λωτ. Σώθηκε από την καταστροφή των Σοδόμων. Αυτά όλα ένεκα της αρετής της φιλοξενίας.

    Η φιλοξενία, λοιπόν, είναι μία αρετή. Και μάλιστα είναι εκδήλωσις της φιλαδελφίας. Την εποχή που εγράφοντο αυτά τα πράγματα στην Καινή Διαθήκη, που λέει, φερειπείν, το Πνεύμα του Θεού «τήν φιλοξενίαν διώκοντες» και «τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε» κ.τ.λ. πάλι πρέπει να δούμε ότι την εποχή εκείνη οι δυσκολίες στα ταξίδια ήταν πολύ μεγάλες. Δεν υπήρχαν ξενοδοχεία με τον συνήθη τύπο που έχομε σήμερα. Ούτε νοσοκομεία υπήρχαν την εποχή εκείνη. Έτσι, όταν ξεκινούσε κάποιος για κάποιο μακρινό ταξίδι ημερών, μηνών, κάθε βράδυ πού θα κοιμόταν; Πού θα έτρωγε; Υπήρχαν τα λεγόμενα «χάνια», το χάνι, το λεγόμενον «πανδοχείον». Πανδοχείον· που έβαζες και τα ζώα σου και εσύ κοιμόσουν εκεί και ό,τι πρόχειρο υπήρχε μπορούσες να φας. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν, κάτω από τέτοιες συνθήκες δύσκολες, τι αξία είχα η φιλοξενία; Και πολύ δε παραπάνω όταν αυτή η φιλοξενία κυριότατα αποτείνεται προς αδελφούς· δηλαδή προς Χριστιανούς. Φυσικά ταξίδευαν και οι Χριστιανοί. Και πολλές φορές έπαιρναν και συστατικά γράμματα. Το να πας σε μια άλλη πόλη και να χτυπήσεις την πόρτα του τάδε, που είναι αδελφός, δηλαδή Χριστιανός, κι εκείνος να σε φιλοξενήσει; Μεγάλη αρετή! Πραγματικά ήταν μεγάλη αρετή.

     Στους μαθητάς Του ο Κύριος, όταν τους έστελνε σε ιεραποστολικές περιοδείες, στη φιλοξενία εστηρίζετο. Και μάλιστα έδωσε και κάποιους κανόνες συμπεριφοράς στους μαθητάς Του, έναντι εκείνων που θα τους φιλοξενούσαν. Γιατί πρέπει να πούμε ότι η φιλοξενία δεν αποτείνεται σε εκείνους που θα φιλοξενήσουν, με την έννοια τι πρέπει να ξέρεις. Να είσαι πρόθυμος, να είσαι πλουσιοπάροχος, εγκάρδιος, να είσαι αγαπητός. Όχι μόνον αυτό. Αλλά υπάρχουν και νόμοι και κανόνες και σε εκείνους που θα φιλοξενηθούν. Γι'αυτό, ανάμεσα στα πολλά που είπε ο Κύριος στους μαθητάς Του, τους είπε και το εξής· ως φιλοξενούμενοι τώρα: «Μένετε ἐσθίοντες καὶ πίνοντες τὰ παρ’ αὐτῶν (:Να μένετε, στο ίδιο σπίτι. Μην αλλάζετε σπίτια. Γιατί θα σας χαρακτηρίσουν λιχούρηδες, αν αλλάζετε σπίτια. Και να τρώτε εκείνα τα οποία σας παραθέτουν)». «Τὰ παρ’ αὐτῶν». Δηλαδή «ό,τι υπάρχει». «Ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν», λέει παρακάτω. «Να τρώτε εκείνα που σας παρατίθενται». Με άλλα λόγια τους αποκλείει τις προτιμήσεις που μπορούσαν να έχουν, όταν φιλοξενούνται. «Α, ξέρετε, δεν μ’ αρέσει αυτό το φαΐ, μ’ αρέσει εκείνο το άλλο φαΐ». Όχι. Ό,τι σου βάλουν, θα το φας. Και προσέξτε: το είπε ο Χριστός.

      Και πράγματι, χρειάζεται αγωγή. Όχι μόνον, θα επαναλάβω, εις τους φιλοξενούντας, αλλά και εις τους φιλοξενουμένους. Έτσι, βασικό στοιχείο της φιλοξενίας είναι η αγάπη. Είναι και η διάκρισις, θα το δούμε λίγο πιο κάτω. Λέγει, όμως, ο Ιερός Χρυσόστομος: «Μὴ ἁπλῶς ξενοδοχεῖτε, ἀλλὰ μετὰ τοῦ φιλεῖν τοὺς ξένους». «Όχι απλώς να υποδέχεστε, αλλά και να τους αγαπάτε εκείνους τους οποίους φιλοξενείτε». Στέλνοντας γράμμα ο Απόστολος Παύλος στον μαθητή του, τον Τίτο, στην Κρήτη του γράφει – ο Παύλος είναι κάπου στην Πρέβεζα, κάπου εκεί, και του γράφει: «Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλῶ (:Τον Ζηνά τον νομικό και τον Απολλώ -Δύο ιεραπόστολοι) σπουδαίως πρόπεμψον (:να τους προπέμψεις με κάθε φροντίδα), ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ (:ώστε στο ταξίδι τους να μην τους λείψει απολύτως τίποτε. Και συμπεραίνει:), μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι». «Επιτέλους να μάθουν και οι δικοί μας, δηλαδή το ποίμνιό σου, αγαπητέ μου Τίτε, να μάθει να μην μένει άκαρπο, αλλά να προΐσταται σε τέτοια καλά έργα». Και εν προκειμένω «καλόν ἔργον» ποιο ήτο εδώ; Η φιλοξενία. Είδατε; «Φρόντισε ‘’σπουδαίως’’»,  λέει, «με κάθε φροντίδα, πρόσεξε να τους εφοδιάσεις ό,τι χρειαστούν. Ιματισμός; Χρήματα; Τρόφιμα; Για να μην τους λείπει τίποτε». Ωραίο πράγμα αυτό.

      Αλλά ποιους μπορούμε να φιλοξενούμε; Αγαπητοί μου, κυριότατα τους αδελφούς ἐν Χριστῷ. Κυριότατα και πρώτιστα τους αδελφούς ἐν Χριστῷ. Αυτό έχει πολλή σημασία. Μην κοιτάτε που σήμερα όλοι είμεθα βαπτισμένοι Χριστιανοί και θα λέγαμε… «Ε, όποια πόρτα να χτυπήσομε, Χριστιανός θα είναι, θα μας ανοίξει, θα μας φιλοξενήσει». Δεν ζούμε πια όλοι το Ευαγγέλιο, κατά δυστυχίαν. Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν έρχονται άνθρωποι από την επαρχία στην πρωτεύουσα, στην πόλη και οι οποίοι αγνοούν πώς να κινηθούν μέσα στην πόλη; Κατεβαίνουν από την Πίνδο, απ’ όπου αλλού και δεν ξέρουν πώς να κινηθούν μέσα σε μία πόλη. Όταν έχουν έναν γνωστό, έναν άνθρωπο που θα τους φιλοξενήσει, θα τους πάει στον γιατρό, θα τους πάει σε διάφορες υποθέσεις που μπορεί να έχουν και να τους βοηθήσει με κάθε τρόπο. Αυτό το πράγμα είναι πολύ σπουδαίο. Ξέρετε τι ανακούφιση νιώθει κανείς όταν έχει έναν άνθρωπο που μπορεί να βρει.

     Ξέρετε στο Λονδίνο υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, πάνε πολλοί ασθενείς μας στο Λονδίνο, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, και μάλιστα βοηθούν σε τούτο και μία μονή, ελληνική, Ορθόδοξος, ας μην την πούμε ελληνική, Ορθόδοξος μονή, του Έσσεξ, του Τιμίου Προδρόμου. Στο Πατριαρχείο ανήκει. Ξέρετε πώς κάνουν για τους ανθρώπους που πάνε εκεί; Πόσοι καρκινοπαθείς, πόσοι καρδιοπαθείς! Βρίσκουν έναν άνθρωπο, προσέξτε με, να τους περιμένει στο αεροδρόμιο! Εγώ αν πάω στο Λονδίνο , τίποτα δεν ξέρω, τίποτα δεν καταλαβαίνω. Πού να βρεις ταξί και να του πεις πού να σε πάει, πού; Πού; Πού; Καταλαβαίνετε, λοιπόν, τι σημαίνει αυτό; Το να βρεθεί ένας άνθρωπος να σε βοηθήσει σε έναν ξένο τόπο; Μεγάλο πράγμα, αληθινά μεγάλο πράγμα είναι αυτό.

     Αλλά, ας προσέξομε και κάτι. Όλοι έχουν ανάγκη από την φιλοξενία μας; Ίσως όχι. Πρέπει να σας πω ότι μερικοί θέλουν να φιλοξενηθούν για λόγους ψυχαγωγικούς. Δηλαδή να περάσουν τον καιρό τους. Τώρα μάλιστα το καλοκαίρι, πάτε και νοικιάζετε ένα δωμάτιο εδώ στην παραλία και μόλις μάθουν κάποιοι συγγενείς σας ότι νοικιάσατε ένα δωμάτιο σας… με συγχωρείτε για την λέξη- σας κουβαλιώνται, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, δέκα, δεν ξέρω. «Ήρθαμε», λέει, «κι εμείς να παραθερίσομε μαζί σας». Ε, αυτό δεν είναι φιλοξενία. Αυτό είναι αδιαντροπιά. Μα οι άνθρωποι πήγαν λιγάκι να ξεκουραστούν από την πόλη. Θα πάμε κι εμείς να χωθούμε μέσα στο σπίτι τους; Πιστεύω με δικαιώνετε μ’ αυτό που λέω.

      Ακόμη, αν κάποιοι άνθρωποι έρθουν να τους φιλοξενήσουμε στο σπίτι, στην πόλη, πρέπει εδώ να διαθέτομε διάκρισιν. Γιατί πολλές φορές, και προσοχή, μπορεί να μεταβληθεί η αρετή της φιλοξενίας σε  κακία. Και η αγάπη που θα θέλαμε να δείξομε, σε ζημία. Και δεν συμφέρει. Μας χτυπούν την πόρτα. Θα τους βάλομε μέσα στο σπίτι μας, αν μάλιστα το σπίτι μας είναι και στενό; Είναι λίγο δύσκολο. Έχομε ξεχωριστό διαμέρισμα; Μπορούμε να τους βάλομε. Δεν έχομε; Τότε μπορούμε, εν ανάγκη θα δώσομε χρήματα, εμείς να πληρώσομε, να τους στείλομε να μείνουν σε ένα ξενοδοχείο εκείνη την βραδιά. Σου λέει: «Φθάσαμε εδώ στην πόλη, είμεθα… από πού είμεθα, δεν έχομε πού να μείνομε». Ωραία. Θα τους πάμε σε ένα ξενοδοχείο, θα πληρώσομε εμείς τη διαμονή τους. Είναι το ίδιο. Δεν έχομε τόπο στο σπίτι μας.

    Ή ακόμη, μπορεί να έχομε τόπο, εδώ θέλω να προσέξετε, αλλά δεν μπορούμε να βάζομε τον όποιον όποιον σήμερα, παλιότερα δεν ξέρω, σήμερα στο σπίτι μας, γιατί οι άνθρωποι έγιναν πονηροί. Δυστυχώς έγιναν πονηροί. Μπορεί την νύχτα αυτός να σηκωθεί να σε κλέψει. Μπορεί να σε δολοφονήσει. Μπορεί να προσβάλει την γυναίκα σου, την κόρη σου, ακόμα και τον γιο σου. Λίγα εγκλήματα γίνονται, που διαβάζομε και ακούμε; Έτσι, ναι μεν, αλλά. Δηλαδή θα πρέπει να φιλοξενούμε με διάκριση. Δεν τον ξέρεις τον άνθρωπο. Πήγαινέ τον στο ξενοδοχείο. Είναι απατεών. Δεν βαριέσαι; Πόσα χρήματα θα πληρώσεις για μία βραδιά, ξέρω ‘γω, στο ξενοδοχείο; Χάλασε ο κόσμος; Δεν βαριέσαι; Αν είναι συγγενείς… οι συγγενείς θα μείνουν στο σπίτι μας –ακούστε, ακούστε, ελάχιστα. Ελάχιστα θα μείνουν. Και όχι βεβαίως για αναψυχή. Ήρθαν από το χωριό, να πάνε πάλι στην πόλη στους γιατρούς κ.λπ. κ.λπ. Όχι για αναψυχή. Άλλο πράγμα αν εμείς πηγαίνομε στο χωριό για αναψυχή πολλές φορές· τέλος πάντων.

     Μετά, ο φίλος, η φίλη της οικογενείας, μπορούν να κοιμηθούν στο σπίτι μας; Ακούστε με, όχι. Να είναι η φίλη της γυναίκας σου… λίγα γίνονται όταν ξελογιάζεται ο άνδρας, με τον προκλητικό τρόπο της κοπέλας; «Θα πάω στην Αμερική», μου έλεγε μία, «θα φιλοξενηθώ σε μία αμερικανική οικογένεια που τους γνώρισα τελευταία» κ.τ.λ. κ.τ.λ. Εδώ στην Ελλάδα τους γνώρισε. «Τι;», λέγω. Άγαμος, όμορφη, ξανθή… Λέω: «Θα χωθείς εσύ μέσα στο ξένο σπίτι; (Κι όχι καλής ποιότητος κοπέλα) Θα χωθείς εκεί μέσα, να ξελογιάσεις τον άνδρα της γυναίκας;». Ούτε, λοιπόν, η φιλενάδα θα ‘ρθει στης γυναίκας το σπίτι, ούτε ο φίλος του συζύγου. Δεν ξέρομε σήμερα τι γίνεται. Θα ‘ρθει επίσκεψη, αλλά περισσότερο δεν θα μείνει στο σπίτι. Γι'αυτό λέγει η «Σοφία Σειράχ»: «Ἀντιλαβοῦ τοῦ πλησίον κατὰ δύναμίν σου καὶ πρόσεχε σεαυτῷ μὴ ἐμπέσῃς». Να σοφία: «Θα τον προσέξεις, θα τον βοηθήσεις. Πρόσεξε, όμως, να μην πέσεις. Γιατί έτσι μεταβάλλεται η αγάπη σε ζημία. Μεταβάλλεται η αρετή της φιλοξενίας σε κάτι κακό, σε μία κακία».

     Ακόμη, πώς πρέπει να φιλοξενούμε; Με πρόσχαρη διάθεση, με αγάπη, όπως είπαμε. Λέει ο Απόστολος Πέτρος: «Φιλόξενοι εἰς ἀλλήλους ἄνευ γογγυσμῶν». «Θα φιλοξενείτε ο ένας τον άλλον χωρίς να γογγύζετε». Εκείνο το χαμόγελο μπροστά, κι από πίσω… «Ουφ, κι αυτός τώρα που ήρθε, ουφ κι αυτή που ήρθε…». Όχι. Αυτό θα πει εγκαρδίως, χωρίς να γογγύζομε, πραγματικά.

    Ακόμη, αγαπητοί μου, θα προσφέρομε ό,τι και αν έχομε. Αυγά τηγανητά. Θα προσφέρομε ό,τι μπορούμε. Λέγει το βιβλίο των «Παροιμιῶν»: «Κρεῖσσον ξενισμὸς μετὰ λαχάνων, πρὸς φιλίαν καὶ χάριν, ἢ παράθεσις μόσχου μετὰ ἔχθρας». «Καλύτερα», λέει, «να προσφέρεις λάχανα, χορταρικά, λαδερά, αλλά με φιλία και χάρη, παρά κρέας μοσχαρίσιο και μέσα σου να μην υπάρχει καλή κατάσταση». Γιατί μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και αλαζονεία του βίου. Είναι η φιλοξενία που είχαν οι Φαρισαίοι και την οποία κατακρίνει ο Κύριος και είπε: «Να φιλοξενείτε ανθρώπους που έχουν πραγματική ανάγκη». Μπορεί να υπάρχει, βέβαια, η φιλοφρόνησις, αλλά είναι, όμως, και το άλλο μέρος της φιλοξενίας, που είναι, όπως σας είπα, αρετή.

     Αγαπητοί μου, η φιλοξενία είναι αρετή πράγματι, που την παράγει η αγάπη. Θα σημειώσει ο ευαγγελιστής Λουκάς, όταν πήγαν στη Μελίτη, στην Μάλτα: «Ἀναδεξάμενος–λέει, ο Πόπλιος ο διοικητής-  ἡμᾶς τρεῖς ἡμέρας φιλοφρόνως ἐξένισεν». «Φιλόφρονα», λέει, «μας φιλοξένησε». «Οἱ δὲ βάρβαροι –λέει εκεί- παρεῖχον οὐ τὴν τυχοῦσαν φιλανθρωπίαν ἡμῖν». «Μας έδωσαν όχι την τυχούσαν φιλανθρωπίαν».

    Έτσι, θα επανέλθω, και άλλα πολλά θα είχα να σας πω, αλλά κλείνει η ώρα, εκείνο που λέει ο Κύριος: «Ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με». «Ήμουν ξένος και με μαζέψατε»· που δείχνει ότι ο Κύριος ταυτίζει με τους ανθρώπους τον εαυτό Του, όταν τους φιλοξενούμε. Στο βάθος φιλοξενούμε Εκείνον. Έτσι, «τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε».

         ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

    και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

              μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

           ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:

                             Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

 

ΠΗΓΕΣ:

·        Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·        https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_537.mp3