Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

ΝΑ ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ



«Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων,
ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου
τοῦ ἐν οὐρανοῖς…» (Ματθ. 10, 32)
                  Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
ΤΟΝ λόγο αὐτὸν τοῦ εὐαγγελίου θὰ προσπαθήσω μὲ ἁπλᾶ λόγια νὰ ἑρμηνεύσω, ἀ­γαπητοί μου, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὑπάρχουν αὐ­τιὰ ἕτοιμα νὰ δεχθοῦν τὸν οὐράνιο σπόρο.
* * *
Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Ἂν ἀγαπᾷς τὸ Χριστό, θὰ τὸν κηρύξῃς – θὰ τὸν ὁμολογή­σῃς. Καὶ ἂν τὸν ὁμολογῇς ἐσύ, θὰ σὲ ὁμολογήσῃ καὶ αὐτὸς μπροστὰ στὸν οὐράνιο Πατέρα του· δι­αφορετικά, θὰ σὲ ἀρνηθῇ καὶ αὐτός.
Πότε εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Χριστός; Τὰ εἶπε στοὺς ἀποστόλους προτοῦ νὰ τοὺς στείλῃ στὸ κήρυγμα. Ἀφῆστε τὰ δίκτυα, εἶπε, καὶ πηγαίνετε παντοῦ νὰ κηρύξετε τὸ εὐαγγέλιο. Θὰ σᾶς καταδιώξουν, θὰ ὑπο­στῆτε μαρτύρια, θὰ εἶστε σὰν πρόβατα ἀνάμε­σα σὲ λύκους… Γιά φανταστῆτε δώδεκα ἀρ­νάκια μέσα σ᾽ ἕνα κοπάδι λύκων! Ποιός θὰ νικήσῃ; Καὶ ὅμως τὰ ἀρνάκια αὐτὰ ὄχι μόνο νίκη­σαν τοὺς λύκους, ἀλλὰ καὶ ἔκαναν τοὺς λύκους ἀρνιά! Πῶς ἔγινε αὐτό; Οἱ ἀπόστολοι δὲν εἶχαν ὅπλα. Μονα­δικὸ ὅπλο τους ἦταν ὁ λόγος. Κήρυ­ξαν καὶ ὡ­μολόγησαν τὸ Χριστὸ μπροστὰ σὲ ὅλους.

Ὁμολογία τῆς πίστεως! χρέος καὶ κα­θῆκον κάθε Χριστιανοῦ. Ὁ ἀ­πόστολος Πέτρος δείλιασε καὶ ἀρνήθηκε τὸ Χριστό. Δὲν ἔχω, λέει, καμμιά σχέσι μαζί του. Ἀπὸ φόβο τὸν ἀρνήθη­κε· ἀλλ᾽ ὅταν λάλησε ὁ πετεινὸς μετανόησε, ἔκλαψε, καὶ κατόπιν τὸν ὡμολογοῦσε δι­αρκῶς. Νὰ ὁμολογοῦμε λοιπὸν κ᾽ ἐμεῖς τὸ Χριστὸ ὅ­πως οἱ ἀπόστολοι. Μὴ κρατοῦμε τὴν πίστι μας κρυμμένη στὴν καρδιά μας. Εἶμαι Χριστιανός, λές. Πῶς ὅμως θὰ σὲ καταλάβω ὅ­­τι εἶ­σαι Χριστιανός; Ἐὰν ὁμολογῇς τὸ Χριστό.
Ποῦ νὰ τὸν ὁ­μολογοῦμε; «Ἔμπροσθεν τῶν ἀν­­­θρώπων», μπρο­στὰ στοὺς ἀνθρώπους (Ματθ. 10,32). Συγκεκριμένα σὲ τρεῖς περιπτώσεις·
Οἱ περισσότεροι σήμερα ὡς πρὸς τὴ θρησκεία εἶνε ἄπιστοι καὶ ἄθεοι, δὲν πιστεύουν τίποτα. Δὲν ὑπάρχει Θεός, σοῦ λένε, καὶ νομί­ζουν πὼς ἐπειδὴ ἔμαθαν μερικὰ γράμματα ἔγιναν καὶ ἐπιστήμονες. Τί κάνεις λοιπὸν ἐσὺ ὅ­ταν τοὺς ἀ­κοῦς; Ἂν σιωπᾷς, κάνεις ἁμαρτία! Ἂν εἶσαι Χριστιανός, θ᾽ ἀπαντήσῃς. Μὰ δὲν εἶμαι θεολόγος δὲν εἶμαι παπᾶς, θὰ πῇς. Λάθος κάνεις. Ὅσο ἀγράμματος καὶ νά ᾽σαι, μπορεῖς νὰ πῇς πέντε λόγια.
Σ᾽ ἕνα χωριὸ ἦταν ἕνας τσοπᾶ­νος. Πῆγε ἐ­κεῖ ἕνας μεγάλος τάχα ἐπιστήμονας κ᾽ ἔ­λεγε στοὺς χωριάτες, πὼς δὲν ὑπάρχει Θεός. Οἱ ἄλλοι σιωποῦσαν. Τὴν ὥρα ἐκείνη περνοῦ­σε ὁ γέρο – τσοπᾶνος καὶ τοὺς εἶδε μαζεμέ­νους. Τοῦ λένε· ―Αὐτὸς ἐδῶ, ποὺ ξέρει γράμ­ματα, μᾶς λέει πὼς δὲν ὑπάρχει Θεός. Πλησιάζει ὁ τσοπᾶνος καὶ τὸν ρωτάει· ―Τί τοὺς λὲς ἐ­δῶ πέρα; ―Λέω, ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Ποιός τὸν εἶ­δε τὸ Θεό; Ὁ τσοπᾶνος δὲν τά ᾽χασε. Ἦταν Αὔγουστος, ὁ ἥλιος ἔκαιγε τὶς πέτρες. ―Ἔλα ᾽δῶ, τοῦ λέει καὶ τὸν ἀνεβάζει σ᾽ ἕνα βράχο. Γιά κοίταξε λίγο τὸν ἥλιο. ―Μὰ δὲ μπορῶ, θὰ τυφλωθῶ. ―Ἔ, τοῦ λέει ὁ τσοπᾶνος, τὸν ἥ­λιο δὲ μπορεῖς νὰ δῇς καὶ τὸ Θεὸ θέ᾽ς νὰ δῇς; Τὸν ἔκανε κ᾽ ἔφυγε ἀπὸ ᾽κεῖ. Ἔτσι ἕνας ἀ­γράμματος ἀπεστόμωσε ἕναν ἄθεο. Κ᾽ ἐσὺ λοιπὸν μιμήσου τὸν τσοπᾶνο. Μὴν κλείνεις τὸ στόμα σου, μὴν ἀφήνεις τοὺς ἀ­θέ­ους νὰ σπέρνουν ἀμφιβολία. Ὁμολόγησε τὸ Χριστό.
Σ᾽ ἕνα ἄλλο πάλι χωριὸ κάποιος μιλοῦσε στὸ καφενεῖο κι ἄρχισε νὰ λέῃ, ὅτι ὁ κόσμος – τὸ σύμπαν, ὅλα ἔγιναν μόνα τους. Τότε ἕ­νας ἀπὸ τοὺς θαμῶνες τὸν διέκοψε· Ἂν ἐσύ, τοῦ λέει, μοῦ ἀποδείξῃς ὅτι τὸ σπίτι ποὺ κάθεσαι φύτρωσε ἔτσι μόνο του, χωρὶς μηχανικοὺς καὶ τεχνῖτες, τότε κ᾽ ἐγὼ θὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ κόσμος ἔγινε μόνος του. «Κάθε σπίτι κάποιος τὸ χτίζει, κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ ἔφτειαξε τὸ σύμπαν (τὸ μεγάλο σπίτι) εἶνε ὁ Θεός» (Ἑβρ. 3,4).
Ἔτσι νὰ ὁμολογοῦμε τὸ Χριστὸ ἐμπρὸς σὲ ἀπίστους καὶ ἀθέους. Ἐκτὸς ἀπ᾽ αὐτοὺς ὅμως ὑπάρχουν καὶ οἱ αἱρετικοί. Αἱρετικοὶ λ.χ., ποὺ συχνὰ μπορεῖ νὰ συναντήσουμε, εἶνε οἱ λεγό­μενοι μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ ἢ χιλιασταί. Κρατοῦν στὰ χέρια τὴ Γραφή, ἀλλὰ δὲν τὴν ἑρμηνεύουν ὅ­πως οἱ πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησί­ας. Τὴν ἑρμηνεύουν ὅπως θέλουν αὐ­τοὶ καὶ δι­­αστρεβλώνουν τὰ θεῖα νοήματα. Διδάσκουν πλανεμένα δόγματα· δὲν πιστεύουν στὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, δὲν τιμοῦν τὴν Παν­αγία, δὲν κάνουν σταυρό, δὲν πιστεύουν στὰ μυστήρια, ἀθετοῦν τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ πιστεύει ἡ Ἐκκλησία μας.
Καὶ τώρα, ἐκμεταλλευόμενοι τὶς νέες συνθῆκες, ἀναπτύσσουν μεγάλη δρᾶσι. Κινοῦν­ται ἐλεύθερα στὴν πατρίδα μας, ἐν ἀντιθέσει μὲ ἄλλες χῶρες. Τὶς Κυριακὲς παίρνουν αὐ­το­κί­νη­τα καὶ κάνουν ἐξορμήσεις. Προχθὲς ἦταν στὴ Φλώρινα. Ἦρθε ἕνα πούλμαν μὲ 40 ἄτομα, σκορπίστηκαν στὶς γειτονιὲς καὶ μοίραζαν φυλλάδια. Εὕρισκαν γέρους γυναῖκες μικρὰ παιδιά, καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τοὺς ἑλκύσουν. Ἀλλὰ ἡ πόλις ξεσηκώθηκε καὶ τοὺς ἔδιωξε. Ἦταν μιὰ ὁμολογία Χριστοῦ. Αὐτὸ ὅμως εἶνε τὸ εὐκολώτερο, ὄχι καὶ τὸ καλύτερο. Τὸ καλύ­τερο εἶνε, νὰ μελετᾷς καὶ νὰ γνωρίζῃς τὴν ἁγία Γραφή, καὶ νὰ πολεμᾷς τοὺς αἱρετικοὺς μὲ τὸ ὅπλο ποὺ ἐκεῖνοι μᾶς πολεμοῦν.
Ὁμολόγησε λοιπὸν τὸ Χριστὸ μπροστὰ στοὺς ἀθέους, ὁμολόγησέ τον μπροστὰ στοὺς αἱρετικούς. Ἀλλ᾽ ὑπάρχει καὶ τρίτη περίπτωσι. Κάποτε καλεῖσαι νὰ τὸν ὁμολογῇς καὶ μπροστὰ σὲ χριστι­ανούς! Μπᾶ, θὰ πῇς, τί λόγος εἶν᾽ αὐ­τός; Πρόκειται γιὰ χριστιανοὺς ἀ­συνεπεῖς, ψεύτικους. Λένε τώρα ὅτι πιστεύουν στὸ Χριστό, καὶ τὴν ἄλλη στιγμὴ τί κάνουν· ἀνοίγουν τὰ βρωμε­ρά τους στόματα καὶ βλαστη­μοῦν ἀ­κόμα καὶ τὰ θεῖα. Αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀνεχθῇς. Δι­ότι ἁμαρτάνει αὐτὸς ποὺ βλαστημάει, ἀλλὰ ἁ­μαρτάνεις κ᾽ ἐσὺ ποὺ τὸν ἀκοῦς καὶ σιωπᾷς. Ἡ σιωπή σου εἶνε ἔγκλημα. Πιστεύεις στὸ Χρι­στό; μὴν ἀφήνεις κανένα νὰ τὸν βλαστημάῃ.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει· ἂν τὸν συμβουλεύσῃς βλάστημο δυὸ – τρεῖς φο­ρὲς καὶ δὲν ἀκούσῃ, χτύπα τον· χέρι ποὺ θὰ χτυπήσῃ βλάστημο θ᾽ ἁγιάσῃ. Ἂν ὅμως τὸν ἀ­κοῦς νὰ βλαστημάῃ καὶ δὲ σοῦ καίγεται καρφί, αὐτὸ εἶνε μία ἄρνησις τοῦ Χριστοῦ.
Ἀκοῦτε, σεῖς οἱ γυναῖκες, τὸν ἄντρα σας νὰ βλαστημάῃ καὶ γελᾶτε. Ἂχ ἐκεῖνο τὸ γέλιο! Ἂν εἶσαι Χριστιανή, ν᾽ ἀγαπᾷς τὸν ἄντρα σου. Ἀλ­λὰ ἂν ἀγαπᾷς μιὰ φορὰ τὸν ἄντρα σου, ἄ­πειρες φορὲς νὰ ἀγαπᾷς τὸ Χριστὸ καὶ νὰ πῇς· Ἄντρα, μὲ πίκρανες ἀπόψε, θὰ μείνω νηστικιά, δὲ θὰ φάω τίποτα. Ποιά γυ­ναίκα τὸ λέει αὐτό; Ἔρχονται στὴ μητρόπολι καὶ ζητοῦν διαζύγιο. ―Γιατί; ἐρωτῶ. ―Μοῦ ἔβρισε τὴ μάνα αὐ­τός. ―Τί τὴν εἶπε; ―Μιὰ αἰσχρὴ λέξι. Γι᾽ αὐτὸ δὲ θέλω νὰ τὸν βλέπω στὰ μάτια μου. ―Δὲ μοῦ λές, λέω, γιὰ τὴ μάνα σου εἶπε κακὸ λόγο· γιὰ τὸ Χριστὸ τί λέει; ―Καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημάει. ―Γιατί δὲ ζητᾷς διαζύγιο γι᾽ αὐτό; Τὸ ἕνα τὸ συγχωρεῖς, τὸ ἄλλο δὲν τὸ συγχωρεῖς…
Ἔπιασαν κάποιον στὴν Ἀθήνα ποὺ ἔγραψε τὴ νύχτα στὸν τοῖχο μιὰ κακὴ λέξι γιὰ τὸν πρω­θυπουργὸ κι ἀμέσως τὸν τιμώρησαν δυὸ χρόνια φυλακή. Ἄ, μεγάλος ὁ πρωθυπουργός, με­γάλοι ὅλοι οἱ ἄρχοντες, καὶ μικρὸς ὁ Χριστός, μικρὴ ἡ Παναγιά! Εἶνε κράτος αὐτό; Θὰ μᾶς τιμωρήσῃ ὁ Θεός.
Τὸ Εὐαγγέλιο λοιπὸν λέει νὰ ὁμολογῇς τὸν Κύριο μπροστὰ σὲ ἀπίστους, σὲ αἱ­ρετικούς, ἀλλὰ καὶ σὲ βλαστήμους. Ἂν καθένας μας τὸ ἔκανε αὐτό, ἀλλιῶς θὰ ἦταν τὰ πράγματα.

* * *
Λοιπόν, ἀγαπητοί μου, νὰ ὁμολογοῦμε τὸ Χριστό, καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ τὸν πιστεύουμε. Νὰ τὸν ἔχουμε ὄχι μόνο στὴν καρδιὰ ἀλλὰ καὶ στὸ στόμα. Χριστὸς στὴν καρδιά, Χριστὸς στὰ χείλη. Νὰ τὸν ὁμολογοῦμε καὶ μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ· τὸ πρωὶ μὲ τὸ ξύπνημα, στὴ δουλειά, στὸ τραπέζι, στὸ ταξίδι, στὸ δρόμο, παντοῦ.
Φθάσαμε δυστυχῶς στὸ κατάντημα, χριστι­ανοὶ νὰ ντρέπωνται νὰ κάνουν τὸ σταυρό τους. Ἦρθε κάποιος καὶ μοῦ εἶπε· Ἔ­κανα ἁ­μαρτία· ἐνῷ στὸ σπίτι κάνω τὸ σταυρό μου, ὅταν βρέθηκα σ᾽ ἕνα μεγάλο σαλόνι καὶ κάθισα στὸ τρα­πέζι ντράπηκα… Μὴ ντρέπεσαι· σή­κω ὄρθιος, κάνε τὸ σταυρό σου, καὶ ἂς σὲ κοροϊδεύῃ ὁ κόσμος ὅλος. Αὐτὸ θὰ πῇ Χριστιανός. Ἔτσι ὡμολογοῦσαν οἱ ἅγιοι τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
Στὸν Πόντο καὶ τὴ Μικρὰ Ἀσία ὑπάρχουν οἱ λεγόμενοι κρυπτοχριστιανοί. Ἀναγκά­ζον­ται ἐκεῖ νὰ φαίνωνται σὰν Τοῦρκοι. Μὰ ἐδῶ δὲν ἔ­χουμε Τουρκιά· ἔχουμε πατρίδα ἐλεύθερη καὶ δημοκρατία.
Ὁμολόγησε λοιπὸν τὴν πίστι σου, πὲς τὴ γνώμη σου, μὴν ἀφήνεις τὸν ἄπιστο, τὸν ἄθεο, τὸν αἱρετικὸ καὶ τὸ βλάστημο νὰ κυριαρ­χοῦν.
Γι᾽ αὐτὸ σοῦ ᾽δωσε ὁ Θεὸς τὴ γλῶσσα· γιὰ νὰ τὴν κάνῃς κιθάρα, κι ὅπου σταθῇς κι ὅ­που βρεθῇς νὰ ὁμολογῇς Ἰησοῦν «Χριστὸν Θε­οῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν» (Α΄ Κορ. 1,24)· ἀμήν.
Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι τὰ πτωχὰ αὐτὰ λόγια δὲν ἔπεσαν στὸ δρόμο, δὲν ἔπεσαν στὰ ἀγκάθια, δὲν ἔπεσαν στὰ βράχια, ἀλλὰ ἔπεσαν σὲ ἐκλεκτὲς ψυχὲς καὶ θὰ ἀποδώσουν καρπό, πρὸς δόξαν Χριστοῦ· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 
Οι άγιοι Πάντες

                                Επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης


                            «Ων ουκ ην άξιος ό κόσμος» (Έβρ. 11,38)

ΣΗΜΕΡΆ, αγαπητοί μου, είναι εορτή και πανήγυρης. Δεν εορτάζει ένας άγιος, ούτε δύο ούτε δώδεκα ούτε σαράντα ούτε τριακόσιοι δεκαοκτώ άγιοι σήμερα εορτάζουν πολλοί - αναρίθμητοι, όλοι οι άγιοι. είναι ή εορτή των αγίων Πάντων. Ποιοι είναι αυτοί; είναι εκείνοι πού γράφουν τα χαρτιά, τα συναξάρια, τα μηναία άλλα είναι και άλλοι, πού τα ονόματα τους τα γνωρίζει μόνο ό Θεός, άγιοι ανώνυμοι. είναι άγιοι απ' όλα τα έθνη, απ' όλες τις γλώσσες και τις φυλές, απ' όλες τις εποχές, απ' όλα τα επαγγέλματα, απ' όλες τις ηλικίες. Είναι νήπια όπως εκείνα πού έσφαξε ό Ηρώδης, μικρά παιδιά όπως ό άγιος Κήρυκος, γέροντες με άσπρα μαλλιά, γυναίκες, άντρες, ένας κόσμος ολόκληρος. Αν μπορείς να μέτρησης τα άστρα, τότε θα μπόρεσης να μέτρησης και τους αγίους Πάντας.

Σχηματίζουν σήμερα τρόπον τινά μία παρέλαση, εμπρός στην οποία οι παρελάσεις των εθνικών μας εορτών σβήνουν. Παρελαύνουν όλοι οι άγιοι μπροστά στον βασιλέα Χριστό. Πρώτη περνά ή ύπεραγία Θεοτόκος, μετά έρχονται οι άγγελοι και αρχάγγελοι, μετά οι πατριάρχαι, μετά οι προφήται, μετά οι απόστολοι, μετά οι μάρτυρες, μετά οι όσιοι, μετά οι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, μετά οι όμολογηταί, όλος ό στρατός του Κυρίου. Και μπροστά απ' όλη την παράταξη σελαγίζει ή σημαία, ό τίμιος σταυρός. Όλοι αυτοί γονατίζουν μπροστά στο Χριστό και λένε με σεβασμό και ευλάβεια Χαίρε, ό Βασιλεύς ημών!

Στην εποχή μας ή άγιότης περιφρονείται. Άλλα μήπως κι όταν ζούσαν στη γη οί άγιοι γνώρισαν τιμή; Κάθε άλλο. Και τότε ό κόσμος άλλους θαύμαζε ζήλευε αυτούς πού διασκέδαζαν, οργίαζαν, κολυμπούσαν στο χρήμα, κατοικούσαν στα μέγαρα ενώ οι άγιοι έμεναν μακριά απ' όλα αυτά. Δέ' μπορούσαν να ζήσουν μέσα σε πολιτείες. Αναγκάζονταν να φεύγουν, να βγαίνουν έξω, να ζουν στα βουνά, να φορούν γιδοτόμαρα, να κρύβονται σε σπηλιές, για ν' αποφύγουν συμβιβασμούς και να κρατήσουν την πίστη και την καθαρότητα τους. Γι' αυτούς τους αγίους λέει σήμερα ό απόστολος• «Ων ουκ ην άξιος ό κόσμος» (Έ6ρ. 11,38). Τι θα πει αυτό; "Ας το κάνουμε λιανά.

Φαντασθείτε με το νου σας μια θεόρατη ζυγαριά. Στο ένα μέρος της βάλτε όλα τα πλούτη, όλο το χρυσάφι, όλο το ασήμι, όλα τα διαμάντια, όλα τα τιμαλφή της γης. Βάλτε ακόμη όλο τον ορυκτό πλούτο πού υπάρχει στο υπέδαφος. Ανοίξτε και τις τράπεζες και φέρτε όλο το χρήμα. Τέλος βάλτε πάνω και τα διάσημα των αξιωμάτων, κορώνες, σπαθιά, παράσημα, διπλώματα, βραβεία και επαίνους, ό,τι εκλεκτό και πολύτιμο έχε ιό κόσμος. Και στο άλλο μέρος της ζυγαριάς βάλτε - Τι; Ένα μάρτυρα, έναν ασκητή. Ή ζυγαριά δεν θα γείρει προς τα πλούτη θα γείρει προς το μέρος του αγίου! Τόση αξία έχει ή άγιότης.

Υπερβολικά θεωρούνται αυτά; 'Αλλ' αυτό ακριβώς λέει σήμερα ό απόστολος• ότι ό κόσμος δεν ήταν άξιος να έχη στις τάξεις του τέτοια διαμάντια, τέτοια αναστήματα• «ων ουκ ην άξιος ό κόσμος». Δεν είναι αυτό υπερβολή. Θα μπορούσα ν' αναφέρω πολλά παραδείγματα για να σας δείξω, ότι ένας άγιος αξίζει παραπάνω απ' όλο το ντουνιά. Αναφέρω ένα μόνο, για να δείτε πόσο αξίζει ένας άγιος.

Οχτακόσα χρόνια προτού να 'ρθη ό Χριστός στον κόσμο ζούσε ένας βασιλιάς άδικος. Είχε δε δίπλα του και μια βασίλισσα πού ήταν εκατό φορές πιο άδικη απ' αυτόν. Ζούσαν στα παλάτια ζωή τρυφηλή. Το δε χειρότερο ήταν, ότι παρέσυραν τον περιούσιο λαό του Θεού στην ειδωλολατρία και τη διαφθορά. Ό Θεός οργίστηκε και έξαφνα διατάζει, να σταματήσει ό ουρανός να βρέχει. Και σταμάτησε πράγματι επί τρεισήμισι χρόνια! Ξεράθηκαν τα πάντα. Τα πηγάδια και οί βρύσες στέρεψαν. Τα ζώα δέ' μπορούσαν πια να ζήσουν. Οί άνθρωποι πήγαιναν μέσα στις σπηλιές και κολλούσαν τη γλώσσα τους στα βράχια σαν το σκύλο, για να βρουν λίγη υγρασία. Είχε ανοίξει πια ή γη, είχε γίνει σκληρή σαν το κεραμίδι. Κινδύνευαν να πεθάνουν όλοι, να μη μείνει ούτε ένας. Τότε ποιος τούς έσωσε; Για διαβάστε. Τους έσωσε ό βασιλιάς; οί πλούσιοι; οί μεγάλοι; οί γραμματισμένοι; Κανείς απ' αυτούς. Τους έσωσε ένας πού δεν είχε σπίτι, δεν είχε χρήματα, δεν είχε ρούχα πολυτελείας. Φορούσε μια κάπα και μ' ένα ραβδί γύριζε ξυπόλητος βουνά - λαγκάδια, από ριζοβούνι σε ριζοβούνι κι από σπηλιά σε σπηλιά, και τον έτρεφαν τα κοράκια του ουρανού. Ποιος ειν' αυτός; Θα τον γιορτάσουμε στις 20 Ιουλίου• Είναι ό προφήτης Ηλίας - να 'χουμε την ευχή του. Αυτός γονάτισε και προσευχήθηκε...

Αν πούμε κ' εμείς πώς προσευχόμεθα, θα πούμε ψέματα. Συγχωρήστε με, μα ούτε σεις ό λαός ούτε εμείς οί παπάδες (βάζω και τον εαυτό μου) πού λειτουργούμε προσευχόμεθα. Πριν 100 - 200χρόνια στο Μοριά, στη Θεσσαλία, στην Κρήτη, στην Ήπειρο, στη Μακεδονία, στη Μικρά Ασία, από την ώρα πού έμπαιναν στην εκκλησία τα μάτια τους ήταν βουρκωμένα και τα δάκρυα πέφτανε κάτω στα πλακάκια κορόμηλο. Πού τώρα αυτά! Είμεθα θεομπαίκται. Θα μας τις κλείσει ό Θεός τις εκκλησίες• θα γίνουν αχούρια, κινηματογράφοι, θέατρα. Ποιος μπαίνει μέσα με φόβο Θεού;...

Έκανε, λοιπόν, ό Ηλίας την προσευχή του. Όχι πολλή ώρα. Άλλα μόλις ύψωσε τα χέρια, λες κ' ήτανε μαγνήτης, τράβηξε τα σύννεφα• γέμισε ό ουρανός, έβρεξε, και δροσίστηκε ή γη. Να λοιπόν ένας απόκοσμος ερημίτης έσωσε τον κόσμο, ολόκληρο βασίλειο. Αυτός είχε την αξία, όχι ό κόσμος. «Ων ουκ ην άξιος ό κόσμος»! Τέτοιο διαμάντι ήταν στην εποχή του, αλλά ποιος τον υπολόγιζε; Τον κυνηγούσαν, και αυτός ό κυνηγημένος ήρθε ώρα πού τους έσωσε. Να Τι αξίζει ένας άγιος.

Θα πείτε Αυτά «τω καιρώ εκείνο», σήμερα; Δεν έπαυσε, αδέρφια μου, ή Εκκλησία να γεννά αγίους εδώ στη γη. Όπως το χώμα βγάζει τριαντάφυλλα, έτσι και αύτη ή γη, και ή δική μας χώρα, δέ' θα παύση μέσ' στα αγκάθια τα πολλά να γεννά και κρίνα και τριαντάφυλλα Υπάρχουν και σήμερα άγιοι. Τα ονόματα τους δεν τα γράφουν οί εφημερίδες ούτε ακούγονται από τα ραδιόφωνα. Αυτοί Είναι άγνωστοι. Να σας δείξω μερικούς; Ένα κορίτσι πού ό πατέρας του πέθανε και το σπίτι έμεινε ορφανό και, ενώ άλλες πουλάνε την τιμή της και ζουν μπέικα μέσ' στον παλιόκοσμο, αυτή εργάζεται τίμια και βγάζει το ψωμί του σπιτιού, μια τέτοια κοπέλα, άγνωστη στον κόσμο, αξίζει χίλιες φορές περισσότερο από τις άλλες. Και μια νοσοκόμος πόσο αξίζει! Σε λίγο, σας το λέω, τα νοσοκομεία δεν θα 'χουν νοσοκόμες. Γιατί μια κοπέλα να πάει να γίνη νοσοκόμος; Κορόιδο Είναι, να υπηρέτη όλη νύχτα και ν' αμείβεται ελάχιστα, την ώρα πού ή άλλη πουλάει το κορμί της και μαζεύει τόσα όσα δέ' μαζεύει αυτή όλο το χρόνο: Και μια πολύτεκνη μάνα, πού βαδίζει με το νόμο του Θεού και φροντίζει τον άντρα και τα παιδιά της, αξίζει παραπάνω από όλες τις άλλες πού κρατούν στην αγκαλιά τους όχι παιδιά αλλά σκυλιά. Κ' ένας εργάτης, πού δουλεύει τίμια κι ό ίδρωτας τρέχει από το μέτωπο του, αξίζει παραπάνω από εφοπλιστές και βιομηχάνους. Κ' ένας αγρότης πού δουλεύει τη γη κι όταν κτυπάει ή καμπάνα κάνει το σταυρό του, Είναι ανώτερος απ' όλους τους ασεβείς κυβερνήτες των λαών.

Αυτά διδάσκει το Ευαγγέλιο και αυτά τα κριτήρια πρέπει να 'χουμε, αδέρφια μου. Δέ' σας λέω περισσότερα, τούτο μόνο μην εκτιμάτε χρήμα, πλούτη, ηδονές. Να εκτιμάτε πίστη και αγιότητα. Ξεχάσαμε τα λόγια των προγόνων μας. Έλεγε ό Πλάτων «Πάς ό τ' επί γης και υπό γης χρυσός αρετής ουκ αντάξιος» (Νομ. 5.728Α), ότι όλο το χρυσάφι της γης δεν μπορεί ν' αντιστάθμιση την αξία της αρετής. Βγάζω δίσκο σήμερα, δίσκο αγγέλων, τον περιφέρω και ζητώ• δώστε μου, Χριστιανοί, ένα δάκρυ μετανοίας, δώστε μου ένα δράμι πίστεως, δώστε μου ένα γραμμάριο αγιότητας, και σας χαρίζω όλο τον κόσμο. Όσο αξίζουν αυτά, δεν αξίζει όλος ό πλούτος της γης.

Αδέρφια μου, μη μας θαμπώσουν τα εγκόσμια. Να ζήσουμε με το Χριστό. Μακάριοι - ευτυχείς αυτοί πού πιστεύουν στο Χριστό, αυτοί πού ζουν κατά Χριστόν, αυτοί πού ενώνονται με το Χριστό. Αυτοί μια μέρα, μαζί με τους μάρτυρας, τους οσίους, τους αγγέλους, μαζί με τους αγίους Πάντας, θα ψάλλουν και θα λένε• «Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ό ουρανός και ή γη της δόξης σου» (Ήσ. 6,3 και θ. Λευίτ.).

                               Επίσκοπος Αυγουστίνος