Παρασκευή 26 Απριλίου 2024

Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ - Ὁμιλία Θ΄: ΣΤΟΝ ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΟ ΛΑΖΑΡΟ



Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ

                        Ὁμιλία Θ΄: ΣΤΟΝ ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΟ ΛΑΖΑΡΟ

Ὁ Λάζαρος σήμερα μὲ τὴν ἀνάστασή του ἀπὸ τοὺς νεκρούς, μᾶς χαρίζει τὴ λύση πολλῶν καὶ διαφόρων σκανδάλων. Πραγματικὰ δὲν ξέρω πῶς τὸ ἀνάγνωσμα αὐτὸ ἔδωσε καὶ στοὺς αἱρετικοὺς λαβὴ καὶ στοὺς Ἰουδαίους ἀφορμὴ γιὰ ἀντιλογία, ὄχι ἐπειδὴ πραγματικὰ ὑπάρχει τέτοια ἀφορμή, μακριὰ μιὰ τέτοια σκέψη, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐκεῖνοι εἶναι κακόψυχοι. Πολλοὶ δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς λένε ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν Πατέρα. Γιατί; «Διότι χρειάστηκε», λένε, «ὁ Χριστὸς νὰ προσευχηθεῖ γιὰ νὰ ἀναστήσει τὸν Λάζαρο· ἐὰν δὲν προσευχόταν δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀναστήσει τὸν Λάζαρο. Καὶ πῶς», λένε, «μπορεῖ νὰ εἶναι ὅμοιος ἐκεῖνος ποὺ προσευχήθηκε μὲ ἐκεῖνον ποὺ δέχθηκε τὴν παράκληση; Διότι ὁ μὲν Υἱὸς προσεύχεται, ἐνῶ ὁ Πατέρας δέχτηκε τὴν προσευχὴ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὸν παρακαλοῦσε». Βλασφημοῦν ὅμως αὐτοὶ μὴν μπορῶντας νὰ καταλάβουν ὅτι ἡ προσευχὴ ἔγινε ἀπὸ συγκατάβαση καὶ ἐξαιτίας τῆς πνευματικῆς ἀδυναμίας τῶν παρευρισκομένων ἐκεῖ.

Πές μου δηλαδή, ποιός εἶναι ἀνώτερος, ἐκεῖνος ποὺ νίβει τὰ πόδια, ἢ ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου νίβει τὰ πόδια; Ὁπωσδήποτε φυσικὰ ἀνώτερος εἶναι ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου ἔνιψε τὰ πόδια ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἔνιψε. Ἀλλὰ ὁ Σωτῆρας ἔνιψε τὰ πόδια τοῦ προδότη Ἰούδα, διότι αὐτὸς ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μαθητές [Ἰω.13,5: «Εἶτα βάλλει ὕδωρ εἰς τὸν νιπτῆρα, καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν καὶ ἐκμάσσειν τῷ λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος(: Ἔπειτα ρίχνει νερὸ στὴ λεκάνη ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ γιὰ τὸ πλύσιμο τῶν ποδιῶν καὶ ἄρχισε νὰ πλένει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν καὶ νὰ τὰ σκουπίζει μὲ τὴν πετσέτα μὲ τὴν ὁποία ἦταν ζωσμένος)»]. Ποιός, ἑπομένως, εἶναι ἀνώτερος· ὁ προδότης Ἰούδας εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Δεσπότη Χριστό, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἔνιψε τὰ πόδια αὐτοῦ; Μακριὰ μιὰ τέτοια σκέψη. Ἀλλὰ τί εἶναι ταπεινότερο, τὸ νὰ νίψει τὰ πόδια, ἢ τὸ  νὰ προσευχηθεῖ; Ὁπωσδήποτε βέβαια τὸ νὰ νίψει τὰ πόδια.

Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ δὲν ἀπέφυγε νὰ κάνει τὸ ταπεινότερο, πῶς θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ ἀποφύγει νὰ κάνει τὸ ὑψηλότερο; Ἀλλά το πᾶν ἔγινε ἐξαιτίας τῆς πνευματικῆς ἀδυναμίας τῶν παρευρισκομένων ἐκεῖ Ἰουδαίων, ὅπως θὰ ἀποδειχθεῖ μὲ τὸν λόγο στὴ συνέχεια. Καὶ οἱ Ἰουδαῖοι, ὅμως, παίρνοντας ἀπὸ ἐδῶ ἀφορμὴ γιὰ ἀντιλογία, λένε: «Πῶς οἱ Χριστιανοὶ πιστεύουν αὐτὸν γιὰ Θεό, αὐτὸν ποὺ δὲν ἤξερε τὸν τόπο, στὸν ὁποῖο ἦταν τοποθετημένος ὁ νεκρὸς Λάζαρος;». Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ Σωτῆρας ἔλεγε στὶς ἀδελφές τοῦ Λαζάρου, τὴ Μάρθα καὶ τὴ Μαρία: «Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; (: ''Ποῦ τὸν ἔχετε βάλει;'')»[Ἰω.11,34]. «Εἶδες», λένε οἱ αἱρετικοί, «ἄγνοια; Εἶδες ἀδυναμία; Αὐτὸς ποὺ δὲν γνώριζε τὸν τόπο, αὐτὸς εἶναι Θεός;». Ἀλλὰ θὰ τοὺς ρωτήσω, ὄχι φυσικὰ ἐπειδὴ τὸ πιστεύω αὐτό, ἀλλὰ ἐπειδὴ θέλω νὰ ἐκμηδενίσω τὴν ἀντίρρησή τους. Ἔδειξε, λές, Ἰουδαῖε, ἄγνοια ὁ Χριστὸς μὲ τὸ νὰ πεῖ «Ποῦ τὸν τοποθετήσατε;». Τότε λοιπὸν καὶ ὁ Πατέρας δὲν ἤξερε σὲ ποιό μέρος τοῦ παραδείσου ἦταν κρυμμένος ὁ Ἀδάμ. Διότι περιφερόταν μέσα στὸν παράδεισο ἀναζητῶντας αὐτὸν καὶ λέγοντας: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;(:Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι;)» [Γέν.3,9], λέγοντας αὐτὸ ἀντὶ τοῦ «Ποῦ κρύφτηκες;». Γιατί προηγουμένως δὲν εἶπε τὸν τόπο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὁ Ἀδὰμ μιλοῦσε μὲ θάρρος πρὸς τὸν Θεό; «Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι;». Καὶ ἐκεῖνος τί ἀπαντᾷ; «Τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἐφοβήθην, ὅτι γυμνὸς εἰμι, καὶ ἐκρύβην(:Ἄκουσα τὸν θόρυβο τῶν βημάτων Σου, καθὼς περπατοῦσες στὸν Παράδεισο καὶ μὲ κυρίευσε φόβος, διότι εἶμαι γυμνός· γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἔτρεξα καὶ κρύφτηκα, γιὰ νὰ μὴ μὲ συναντήσεις)»[Γέν.3,10].

Ἐὰν αὐτό, Ἰουδαῖε, τὸ λὲς ἄγνοια, καὶ ἐκεῖνο ὀνόμασέ τὸ ἄγνοια. Διότι ἔλεγε ὁ Χριστὸς στὶς ἀδελφὲς Μάρθα καὶ Μαρία: «Ποῦ τεθείκατε αὐτόν;(:Ποῦ τὸν ἔχετε βάλει;)»[Ἰω.11,34]. Αὐτὸ δηλαδὴ τὸ ὀνομάζεις ἄγνοια; Τί λοιπὸν θὰ πεῖς, ὅταν ἀκούσεις τὸν Θεὸ νὰ λέγει στὸν Κάϊν: «Ποῦ ἐστιν Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου;(:Ποῦ βρίσκεται ὁ Ἄβελ, ὁ ἀδελφὸς σου;)» [Γέν.4,9]. Τί θὰ πεῖς; Ἐὰν λὲς αὐτὸ ἄγνοια, πὲς τότε καὶ ἐκεῖνο ἄγνοια.

Ὁρίστε καὶ ἄλλη ἀπόδειξη ἀπὸ τὴ θεία Γραφή. Εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Ἀβραάμ: «Κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόῤῥας πεπλήθυνται πρός με, καὶ αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα.   καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρὸς μὲ συντελοῦνται, εἰ δὲ μή, ἵνα γνῶ(:Φωνὲς πολλὲς καὶ μεγάλες κραυγὲς δυνατές, ἀγωνιώδεις ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανὸ πρὸς Ἐμένα ἀπὸ τὰ Σόδομα καὶ τὴ Γομόρρα· εἶναι οἱ κραυγὲς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τίς μεγάλες καὶ πολλὲς ἀδικίες τους. Οἱ ἁμαρτίες τῶν κατοίκων τῶν δύο αὐτῶν πόλεων εἶναι τόσο μεγάλες, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ τίς βαστάσει πλέον ἡ μακροθυμία μου. Πρέπει λοιπὸν νὰ κατεβῶ ἐκεῖ γιὰ νὰ δῶ, ἐὰν οἱ ἁμαρτίες τους γίνονται πράγματι, ὅπως ἀκριβῶς ἀνεβαίνουν πρὸς Ἐμένα οἱ θρηνητικὲς κραυγὲς τῶν ἀδικουμένων ἢ ὄχι. Θέλω νὰ πληροφορηθῶ, νὰ μάθω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἐὰν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πράττουν τόσες παρανομίες)» [Γέν.18,20-21].

«Ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος ὁ τῶν κρυπτῶν γνώστης, ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν(:Αἰώνιε Θεέ, Ἐσὺ ὁ Ὁποῖος γνωρίζεις τὰ μυστικά, τὰ κρυμμένα καὶ ἀπόρρητα τῶν ἀνθρώπων· Ἐσὺ ὁ Ὁποῖος γνωρίζεις τὰ πάντα πρὶν ἀκόμη γίνουν)»[:Δανιήλ, Σωσάννα Α42]. «Συντελεσθήτω δὴ πονηρία ἁμαρτωλῶν καὶ κατευθυνεῖς δίκαιον, ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς ὁ Θεός(:Ἄς λάβει πέρας καὶ ἂς ἐξαφανιστεῖ λοιπὸν ἡ πονηρία τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ τότε, Ἐσύ, Θεέ μου, ποὺ γνωρίζεις τὰ κρυμμένα ἐλατήρια τῶν ἀνθρώπων, διότι ἐξετάζεις τίς σκέψεις τους ποὺ βρίσκονται στὰ βάθη τῶν καρδιῶν τους καὶ τὰ ἀπόκρυφα συναισθήματά τους ποὺ βρίσκονται στοὺς νεφρούς τους, θὰ ὁδηγήσεις τὸν δίκαιο ἀνενόχλητο καὶ ἀνεμπόδιστο ἀπὸ ἀντιδράσεις στὸν εὐθὺ δρόμο τῆς ἀρετῆς)» [Ψαλμ.7,10]. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ γνωρίζει τίς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων[ Ψαλμ. 93,11: «Κύριος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων(:Ὁ Κύριος γνωρίζει καλὰ τίς σκέψεις καὶ τοὺς συλλογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων)»], Αὐτὸς ὁ Ἴδιος εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔλεγε: «Καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρὸς μὲ συντελοῦνται, εἰ δὲ μή, ἵνα γνῶ(:Πρέπει νὰ κατεβῶ ἐκεῖ γιὰ νὰ δῶ, ἐὰν οἱ ἁμαρτίες τους γίνονται πράγματι, ὅπως ἀκριβῶς ἀνεβαίνουν πρὸς Ἐμένα οἱ θρηνητικὲς κραυγὲς τῶν ἀδικουμένων ἢ ὄχι. Θέλω νὰ πληροφορηθῶ, νὰ μάθω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἐὰν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πράττουν τόσες παρανομίες)» [Γέν.18,21].

Ἐὰν ἐκεῖνο εἶναι δεῖγμα ἄγνοιας, καὶ αὐτὸ εἶναι ἄγνοια. Ἀλλὰ ὅμως οὔτε ὁ Πατέρας ἀγνόησε κατὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, οὔτε ὁ Υἱὸς κατὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Τί λοιπὸν σημαίνει: «Ἄς κατεβῶ γιὰ νὰ δῶ, ἐὰν οἱ ἁμαρτίες τους εἶναι ἀνάλογες μὲ τίς κραυγὲς ποὺ ἀνέρχονται πρὸς ἐμένα, ἢ ὄχι, γιὰ νὰ ξέρω»;. «Ἔφτασε στὰ αὐτιά μου», λέγει, «κάποια εἴδηση, θέλω ὅμως πάλι νὰ λάβω ἀκριβέστερη γνώση ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγματα, ὄχι διότι ἀγνοῶ Ἐγώ, ἀλλὰ ἐπειδὴ θέλω νὰ διδάξω τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴν προσέχουν στὰ λόγια χωρὶς ἐξέταση, οὔτε, ἐὰν πεῖ κάποιος κάτι ἐναντίον κάποιου ἄλλου, νὰ τὸ πιστεύουν εὔκολα, ἀλλὰ πρέπει, ἀφοῦ πρῶτα τὸ ψηλαφήσουν οἱ ἴδιοι μὲ προσοχὴ καὶ ἀκρίβεια, καὶ λάβουν γνώση γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγματα, τότε νὰ τὸ πιστεύουν».

Καὶ γι᾿ αὐτὸ σὲ ἄλλο μέρος τῆς Γραφῆς ἔλεγε: «Ἒλεγξον φίλον, πολλάκις γὰρ γίνεται διαβολή, καὶ μὴ παντὶ λόγῳ πίστευε(: Ἐξέτασε καὶ ρώτησε τὸν φίλο σου, διότι πολλὲς φορὲς γίνεται διαβολὴ καὶ συκοφαντία εἰς βάρος ἄλλων, καὶ γι᾿ αὐτὸ μὴν πιστεύεις τὸν καθένα)»[Σοφ. Σειρὰχ 19,15]· διότι τίποτε δὲν κάνει τόσο πολὺ ἄνω κάτω τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ὅσο τὸ νὰ πιστεύει κάποιος ἀμέσως στὰ λόγια ποὺ ἀκούει. Αὐτὸ προφητεύοντας καὶ ὁ προφήτης Δαβὶδ ἔλεγε: «Τὸν καταλαλοῦντα λάθρᾳ τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον· ὑπερηφάνῳ ὀφθαλμῷ καὶ ἀπλήστῳ καρδίᾳ, τούτῳ οὐ συνήσθιον(: ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κρυφὰ κατηγοροῦσε τὸν πλησίον του, αὐτὸν τὸν ἔδιωχνα μακριὰ ἀπὸ ἐμένα. Μὲ ἄνθρωπο ποὺ εἶχε μάτι ἐπηρμένο, περιφρονητικὰ ριπτόμενο πρὸς τοὺς ἄλλους, καὶ καρδιὰ ἄπληστη καὶ γεμάτη πλεονεξία, δὲν συνέτρωγα μὲ αὐτόν)» [Ψαλμ.100,5].

Εἶδες πὼς ὁ Σωτῆρας δὲν τὸ εἶπε ἀπὸ ἄγνοια τὸ «Ποῦ τὸν τοποθετήσατε;», ὅπως οὔτε ὁ Πατέρας εἶπε ἀπὸ ἄγνοια στὸν Ἀδάμ: «Ποῦ εἶσαι;» ἢ στὸν Κάϊν: «Ποῦ εἶναι ὁ ἀδελφός σου, Ἄβελ;» ἢ «Ἄς κατεβῶ γιὰ νὰ δῶ ἐὰν οἱ ἁμαρτίες τους εἶναι ἀνάλογες μὲ τίς κραυγὲς ποὺ ἀνεβαίνουν πρὸς ἐμένα, ἢ ὄχι, γιὰ νὰ τὸ γνωρίζω ὁπωσδήποτε»; Καιρὸς εἶναι λοιπὸν τώρα νὰ στρέψω τὸν λόγο μου πρὸς ἐκείνους ποὺ λέγουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπὸ ἀδυναμία προσευχήθηκε καὶ ἀνέστησε τὸν Λάζαρο. Συγκεντρῶστε, λοιπόν, παρακαλῶ, ἀγαπητοί, ὅλη σας τὴν προσοχή.

Πέθανε λοιπὸν ὁ Λάζαρος καὶ δὲν ἦταν στὰ μέρη ἐκεῖνα ὁ Ἰησοῦς, ἀλλὰ βρισκόταν στὴ Γαλιλαία, καὶ εἶπε στοὺς μαθητὲς Του: «Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνήσω αὐτόν(: Ὁ φίλος μου Λάζαρος ἔχει κοιμηθεῖ. Ἀλλὰ πηγαίνω νὰ τὸν ξυπνήσω)»[Ἰω.11,11]. Ἐκεῖνοι ὅμως, νομίζοντας ὅτι μὲ τὰ λόγια του αὐτὰ ἐννοοῦσε τὸν ὕπνο αὐτόν, τοῦ ἀπαντοῦν: «Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται(:Ὅταν λοιπὸν ἄκουσαν οἱ μαθητές Του ὅτι ὁ Λάζαρος κοιμήθηκε, νομίζοντας ὅτι πρόκειται γιὰ φυσικὸ ὕπνο, τοῦ εἶπαν: ''Κύριε, ἐὰν ἔχει κοιμηθεῖ, ὁ ὀργανισμός του μὲ τὴν ἀνάπαυση τοῦ ὕπνου θὰ ἀνακτήσει τίς σωματικές του δυνάμεις καὶ συνεπῶς θὰ γίνει καλά. Γιατί λοιπὸν νὰ τὸν ξυπνήσουμε;'')»[Ἰω.11,12]. Λέγει τότε ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτοὺς φανερά: «Λάζαρος ἀπέθανε»(: Ὁ Λάζαρος πέθανε)» [Ἰω.11,14].

Ἔρχεται λοιπὸν ὁ Σωτῆρας στὰ Ἱεροσόλυμα στὸν τόπο ὅπου τοποθετήθηκε ὁ Λάζαρος, τὸν συναντᾷ ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου καὶ τοῦ λέγει: «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει (:Κύριε, ἂν ἤσουν ἐδῶ, δὲν θὰ εἶχε πεθάνει ὁ ἀδελφός μου)»[Ἰω.11,21].  «Ἐὰν ἤσουν ἐδῶ». Δείχνει πνευματικὴ ἀδυναμία ἡ γυναῖκα. Δὲν γνωρίζει τὴν ὥρα ἐκείνη ἡ γυναῖκα, ὅτι καὶ χωρὶς νὰ ἦταν παρὼν ὁ Χριστὸς σωματικά, παραβρισκόταν ἐκεῖ μὲ τὴν ἐξουσία τῆς θεότητας· ὅμως αὐτὴ ὑπολογίζει τὴ δύναμη τοῦ δασκάλου μὲ τὴν παρουσία τοῦ σώματός Του.

Λέγει λοιπὸν πρὸς Αὐτὸν ἡ Μάρθα: «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει.  ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοὶ ὁ Θεός(:Κύριε, ἂν ἤσουν ἐδῶ, δὲν θὰ εἶχε πεθάνει ὁ ἀδελφός μου. Ξέρω ὅμως ὅτι καὶ τώρα ποὺ ὁ ἀδελφός μου εἶναι πεθαμένος, ὅ,τι κι ἂν ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ Σοῦ τὸ δώσει ὁ Θεός)» [Ἰω.11,21-22]. Ὁ Σωτῆρας λοιπὸν κάνει τὴν προσευχὴ θέλοντας νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν αἴτηση αὐτῆς· διότι ὁ Θεὸς δὲν χρειαζόταν προσευχὴ γιὰ νὰ ἀναστήσει τὸν νεκρό. Μήπως δηλαδὴ δὲν ἀνέστησε καὶ ἄλλους νεκρούς; Ὅταν συνάντησε στὴν πύλη κάποιον νεκρὸ ποὺ τὸν ὁδηγοῦσαν στὸν τάφο, μόνο ἄγγιξε τὴ σορὸ τοῦ νεκροῦ καὶ ἀνέστησε τὸν νεκρό. Μήπως τότε χρειάστηκε προσευχὴ γιὰ νὰ ἀναστήσει τὸν νεκρό; Καὶ ἄλλοτε πάλι μόνο ἕναν λόγο εἶπε στὴν κόρη: «Κοράσιον, σοὶ λέγω, ἔγειρε(:Κοριτσάκι, σὲ σένα μιλῶ, σήκω)»[Μᾶρκ.5,41] καὶ ἀμέσως παρέδωσε αὐτὴν ὑγιῆ στοὺς γονεῖς της. Μήπως χρειάστηκε τότε προσευχή;

Καὶ γιατί λέγω γιὰ τὸν δάσκαλο; Οἱ μαθητές Του μὲ λόγο μόνο ἀνέστησαν τοὺς νεκρούς. Ὁ Πέτρος δὲν ἀνέστησε τὴν Ταβιθὰ μὲ τὸν λόγο του; [Πράξ.9,40: «Ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε» (:Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Πέτρος τοὺς ἔβγαλε ὅλους  ἔξω ἀπὸ τὸ ἀνώγειο ποὺ ἦταν ἡ νεκρή, γονάτισε καὶ προσευχήθηκε. Κατόπιν στράφηκε στὸ νεκρὸ σῶμα καὶ εἶπε: ''Ταβιθά, σήκω ἐπάνω''. Καὶ αὐτὴ ἄνοιξε τὰ μάτια της, καὶ ὅταν εἶδε τὸν Πέτρο, ὅπως ἦταν ξαπλωμένη, ἀνασηκώθηκε καθιστὴ στὸ κρεβάτι της)». Ὁ Παῦλος δὲν ἔκανε πολλὰ θαύματα μόνο μὲ τὰ ροῦχα του;[Πράξ.19,12: «ὥστε καὶ ἐπὶ τοὺς ἀσθενοῦντας ἐπιφέρεσθαι ἀπὸ τοῦ χρωτὸς αὐτοῦ σουδάρια ἢ σιμικίνθια καὶ ἀπαλλάσσεσθαι ἀπ᾿ αὐτῶν τὰς νόσους, τὰ τε πνεύματα τὰ πονηρὰ ἐξέρχεσθαι ἀπ᾿ αὐτῶν(:Ἦταν τέτοια τὰ θαύματα, ὥστε ἔπαιρναν οἱ ἄνθρωποι ἀκόμη καὶ μαντίλια ἢ τίς ζῶνες καὶ τίς ποδιὲς ποὺ εἶχε χρησιμοποιήσει ὁ Παῦλος καὶ εἶχε σκουπίσει μὲ αὐτὰ τὸν ἱδρῶτα του ἢ εἶχε καλύψει τὸ σῶμα του, καὶ τὰ ἔφερναν πάνω στοὺς ἀρρώστους, καὶ τότε, μόλις τὰ ἀκουμποῦσαν πάνω τους, οἱ ἄρρωστοι ἀπαλλάσσονταν ἀμέσως ἀπὸ τίς ἀσθένειές τους καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα ἔβγαιναν ἀπ᾿ αὐτούς)»].

Μάθε ὅμως καὶ τὸ πιὸ παράδοξο ἀπὸ αὐτά. Ἡ σκιὰ τῶν ἀποστόλων ἀνέστησε νεκρούς· διότι λέγει: «Μᾶλλον δὲ προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ Κυρίῳ πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κραβάττων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν(:Ἔτσι ὁλοένα καὶ περισσότερο προσελκύονταν πλήθη ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, οἱ ὁποῖοι πίστευαν στὸν Κύριο καὶ γίνονταν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, αὐξάνοντας κατὰ πολὺ τὸν ἀριθμὸ τῶν πιστῶν. Τόσο πολὺ μάλιστα τοὺς σεβόταν ὁ λαός, ὥστε ἔβγαζαν τοὺς ἀρρώστους ἀπὸ τὰ σπίτια τους στὶς πλατεῖες καὶ τοὺς ἔβαζαν πάνω σὲ πολυτελῆ κρεβάτια οἱ πλουσιότεροι, καὶ σὲ φτωχικὰ καὶ πρόχειρα φορεῖα οἱ φτωχότεροι, ἔτσι ὥστε, ὅταν θὰ περνοῦσε ἀπὸ τὸ πλῆθος ἐκεῖνο ὁ Πέτρος, νὰ πέσει ἔστω καὶ ἡ σκιά του σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους αὐτοὺς γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσει)»[Πράξ.5,15] καὶ ἀμέσως σηκώνονταν. Τί λοιπόν; Ἡ σκιὰ τῶν μαθητῶν ἀνάσταινε τοὺς νεκρούς, καὶ ὁ Δάσκαλος χρειαζόταν προσευχή, γιὰ νὰ ἀναστήσει τὸν νεκρό;

Ἑπομένως ὁ Σωτῆρας κάνει τὴν προσευχὴ ἐξαιτίας τῆς πνευματικῆς ἀδυναμίας τῆς γυναίκας· διότι λέγει πρὸς αὐτόν: «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει,  ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοὶ ὁ Θεός(:'Κύριε, ἂν ἤσουν ἐδῶ, δὲν θὰ εἶχε πεθάνει ὁ ἀδελφός μου)»[Ἰω.11,21-22]. «Προσευχὴ ζήτησες, προσευχή σου δίνω. Ἡ πηγὴ βρίσκεται ἐδῶ· ὅποιο ἀγγεῖο καὶ ἂν φέρει κανείς, τὸ γεμίζει· ἐὰν εἶναι μεγάλο, παίρνει πολύ, ἐὰν εἶναι μικρό, παίρνει λίγο». Αὐτὴ λοιπὸν ζήτησε προσευχή, καὶ ὁ Σωτῆρας τῆς δίνει προσευχή. Ἄλλος εἶπε: «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου(:Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ εἰσέλθεις κάτω ἀπὸ τὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ μου. Ἀλλὰ πὲς αὐτὸ ποὺ θέλεις μόνο μ᾿ ἕναν ἁπλὸ λόγο, καὶ θὰ γιατρευτεῖ ὁ δοῦλος μου)»[Ματθ.8,8]. Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Σωτῆρας: «Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ(:''Πήγαινε στὸ σπίτι σου καὶ ἂς γίνει σὲ σένα ὅπως τὸ πίστεψες (ὅτι δηλαδὴ μόνο μὲ τὸν λόγο μου καὶ ἀπὸ μακριὰ μπορῶ νὰ θεραπεύσω τὸν δοῦλο σου)''. Καὶ πράγματι ἐκείνη τὴ στιγμὴ θεραπεύθηκε ὁ δοῦλος του)»[Ματθ.8,13].

Ἄλλος εἶπε: «Ἔλα καὶ θεράπευσε τὴ θυγατέρα μου» καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: «Θὰ σὲ ἀκολουθήσω» [Ματθ. 9,18-19: «Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος αὐτοῖς ἰδοὺ ἄρχων εἷς προσελθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι ἡ θυγάτηρ μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλὰ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν χεῖρά σου ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ ζήσεται. Καὶ ἐγερθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς ἠκολούθησεν αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ(:Καὶ ἐνῶ τοὺς ἔλεγε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, τὴν ὥρα ἐκείνη κάποιος ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς Τὸν πλησίασε καὶ Τὸν προσκύνησε λέγοντας ὅτι "Ἡ κόρη μου πρὶν ἀπὸ λίγο πέθανε. Ἔλα ὅμως καὶ βάλε τὸ χέρι Σου πάνω της καὶ θὰ ζήσει''. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ σηκώθηκε ἀπὸ τὴν τράπεζα, τὸν ἀκολούθησε· τὸ ἴδιο καὶ οἱ μαθητὲς Του)»[Ματθ.9,18-19]. Ἀνάλογα δηλαδὴ μὲ τὴ διάθεση τῶν ἀνθρώπων προσφέρεται καὶ ἡ θεραπεία τοῦ Γιατροῦ.

Ἄλλη πάλι: «ἄγγιξε τὸ κάτω μέρος τοῦ ἐνδύματος Αὐτοῦ» κρυφά, καὶ καρπώθηκε στὰ κρυφὰ καὶ τὴ θεραπεία[Ματθ.9,20-21Καὶ ἰδοὺ γυνή, αἱμορροοῦσα δώδεκα ἔτη, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ. ἔλεγε γὰρ ἐν ἑαυτῇ, ἐὰν μόνον ἅψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, σωθήσομαι (:Καὶ νὰ λοιπὸν μιὰ γυναῖκα ποὺ ἔπασχε δώδεκα χρόνια ἀπὸ αἱμορραγία, πλησίασε ἀπὸ πίσω Του κρυφά, ἐπειδὴ ντρεπόταν καὶ δὲν ἤθελε νὰ γίνει φανερὴ ἡ ἀρρώστιά της, καὶ ἄγγιξε τὴν ἄκρη τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐνδύματός Του. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ διότι ἔλεγε μέσα της: "Καὶ μόνο ν᾿ ἀγγίξω τὸ ἔνδυμὰ Tου θὰ γίνω ὑγιής")»[Ματθ.9,20-21]· ὁ καθένας ἀποκτοῦσε τὴ θεραπεία ἀνάλογα μὲ τὴν πίστη του.

Ἡ Μάρθα λοιπόν Τοῦ λέγει: «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει. ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα, ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός (:Κύριε, ἂν ἤσουν ἐδῶ, δὲν θὰ εἶχε πεθάνει ὁ ἀδελφός μου. Ξέρω ὅμως ὅτι καὶ τώρα ποὺ ὁ ἀδελφός μου εἶναι πεθαμένος, ὅ,τι κι ἂν ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ Σοῦ τὸ δώσει ὁ Θεός)» [Ἰω.11,22]· καὶ ἐπειδὴ ἡ Μάρθα ζήτησε προσευχή, προσευχή τῆς δίνει καὶ ὁ Σωτῆρας, ὄχι ἐπειδὴ χρειαζόταν ὁ ἴδιος προσευχή, ἀλλὰ ἐνεργῶντας ἀνάλογα τὴν πνευματικὴ ἀδυναμία τῆς γυναίκας, καὶ γιὰ νὰ δείξει ὅτι δὲν εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν Θεό, ἀλλὰ ὅτι ἐκεῖνο ἀκριβῶς ποὺ κάνει Αὐτός, αὐτὸ κάνει καὶ ὁ Πατέρας.

Ἔπλασε ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν ἄνθρωπο· ὑπῆρχε τὸ πλάσμα καὶ τῶν δύο ἔργο, διότι λέγει:«Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν(:Ἄς δημιουργήσουμε τὸν ἄνθρωπο καὶ ἂς τὸν τιμήσουμε μὲ ἔξοχα χαρίσματα καὶ θεῖες ἱκανότητες· δηλαδὴ μὲ ψυχὴ λογικὴ καὶ ἀθάνατη, μὲ ἐλεύθερη βούληση, μὲ ἱκανότητα γνωστικὴ καὶ δημιουργικὴ καὶ ἐξουσία ἐπὶ ὅλου τοῦ ὁρατοῦ κόσμου καὶ ἂς τὸν κάνουμε ἔτσι, ὥστε νὰ μπορεῖ, ἐὰν θέλει, νὰ γίνει ὅμοιος μὲ μᾶς κατὰ τὴν ἀρετή, τὴν ὁσιότητα καὶ ἁγιότητα, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸν στὸ κτίσμα νὰ ὁμοιάσει στὸν Κτίστη του)»[Γέν.1,26].

Πάλι θέλησε νὰ βάλει τὸν λῃστὴ στὸν παράδεισο, καὶ ἀμέσως ἕνα λόγο εἶπε καὶ ὁδήγησε τὸν λῃστὴ μέσα στὸν παράδεισο: «Ἀμὴν λέγω σοί, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ(:Ἀληθινὰ σὲ βεβαιώνω ὅτι σήμερα, ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πεθάνουμε, θὰ εἶσαι μαζί μου στὸν Παράδεισο)»[Λουκᾶ 23,43], χωρὶς νὰ χρειαστεῖ προσευχή, ἂν καὶ βέβαια ὁ Χριστὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ ἐμπόδισε τὴν εἴσοδο στὸν παράδεισο ὅλων μετὰ τὸν Ἀδάμ· διότι τοποθέτησε «τὴν πύρινη ρομφαία» νὰ φυλάσσει τὸν παράδεισο: «Καὶ ἐξέβαλε τὸν Ἀδὰμ καὶ κατῴκισεν αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς καὶ ἔταξε τὰ Χερουβὶμ καὶ τὴν φλογίνην ῥομφαίαν τὴν στρεφομένην φυλάσσειν τὴν ὁδὸν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς(:καὶ ἔβγαλε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὸν ἔβαλε νὰ κατοικήσει ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Παράδεισο τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς μακαριότητας, γιὰ νὰ τὸν βλέπει καὶ νὰ ἀναλογίζεται κάθε μέρα ἀπὸ ποιά ἀγαθὰ ἔχει ἐκπέσει καὶ σὲ ποιά κατάσταση ὁδήγησε τὸν ἑαυτό του. Καὶ διέταξε τὰ Χερουβίμ, μία ἀπὸ τίς ἀγγελικὲς τάξεις, καὶ τὴν περιστρεφόμενη φλόγινη ρομφαία, ποὺ συμβολίζει τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι δραστικὴ ὡς φλόγα φωτιᾶς, νὰ φυλάττουν τὸν δρόμο, ποὺ ὁδηγοῦσε πρὸς τὸ δέντρο τῆς ζωῆς, τὸ ὁποῖο ἦταν μέσα στὸν Παράδεισο) »[Γέν.3,24].

Ἀλλὰ ὅμως ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐξουσία ποὺ εἶχε, ἄνοιξε τὸν παράδεισο καὶ ὁδήγησε μέσα τὸν λῃστή.  «Λῃστή, Κύριε, ὁδηγεῖς μέσα στὸν παράδεισο; Ὁ Πατέρας Σου γιὰ μιὰ μόνο ἁμαρτία ἔδιωξε τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν Παράδεισο, καὶ Ἐσὺ ὁδηγεῖς μέσα σὲ αὐτόν, τὸν λῃστή, ποὺ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ ἀμέτρητα κακὰ καὶ ἀμέτρητες παρανομίες; Καὶ ἔτσι ἁπλᾶ μάλιστα μὲ ἕναν λόγο σου, τὸν ὁδηγεῖς μέσα στὸν παράδεισο; Ναί· διότι οὔτε ἐκεῖνο ἔγινε χωρὶς ἐμένα, οὔτε αὐτὸ γίνεται χωρὶς τὸν Πατέρα, καὶ ὁ Πατέρας μέσα σὲ ἐμένα» [Ἰω.14,10 : «Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοὶ ἐστι; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα(:Δὲν πιστεύεις ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀχώριστα ἑνωμένος μὲ τὸν Πατέρα μου, καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶμαι καὶ μένω μέσα στὸν Πατέρα, καὶ ὁ Πατέρας εἶναι καὶ μένει μέσα μου; Εἶμαι ἀδιάσπαστα καὶ ἀπόλυτα ἑνωμένος μὲ τὸν Πατέρα μου, καὶ γι᾿ αὐτὸ τὰ λόγια ποὺ ἐγώ σᾶς λέω καὶ σᾶς διδάσκω, δὲν τὰ λέω ἀπὸ μόνος μου. Ἀλλὰ ὁ Πατέρας μου, ποὺ μένει μέσα μου, αὐτὸς ἐνεργεῖ τὰ ὑπερφυσικὰ ἔργα˙ καὶ ἐπιβεβαιώνει μὲ αὐτὰ ὅτι εἴμαστε ἀχώριστοι καὶ ὅτι ἡ διδασκαλία ποὺ διδάσκω δὲν εἶναι δική μου, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὴ σοφία τοῦ Πατέρα μου)»].

Καὶ γιὰ νὰ διαπιστώσεις ὅτι ἡ ἀνάσταση τοῦ νεκροῦ δὲν ἦταν ἔργο τῆς προσευχῆς Του, ἄκουσε τὴν προσευχή. Τί δηλαδὴ λέγει; «Πάτερ, εὐχαριστῶ σοί, ὅτι ἤκουσάς μου(:Πάτερ, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ συντελεστεῖ ἀμέσως τὸ θαῦμα καὶ Σὲ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἄκουσες)»[ Ἰω. 11,41]. Τί λοιπόν; Αὐτὸ εἶναι εἶδος προσευχῆς, αὐτὸς εἶναι τύπος ἱκεσίας; Λέγει: «Πάτερ, εὐχαριστῶ σοὶ ὅτι ἤκουσάς μου. Ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας(: Πάτερ, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ συντελεστεῖ ἀμέσως τὸ θαῦμα καὶ Σὲ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἄκουσες. Ἐγὼ τὸ ἤξερα ὅτι πάντοτε μὲ ἀκοῦς. Ἀλλὰ εἶπα μεγαλόφωνα τὸ «εὐχαριστῶ», γιὰ νὰ τὸ ἀκούσει ὁ λαὸς ποὺ στέκεται γύρω μου. Κι ἔτσι ἀφοῦ ὅλοι αὐτοὶ δοῦν πόση βεβαιότητα ἔχω ὅτι θὰ εἰσακουστῶ, νὰ πιστέψουν ὅτι Ἐσὺ μὲ ἀπέστειλες, ὅταν ἀκολουθήσει τὸ θαῦμα)»[Ἰω.11,41-42]. Ἐὰν λοιπόν, γνώριζες, Κύριε, ὅτι πάντοτε σὲ ἀκούει ὁ Πατέρας, γιατί λοιπὸν Τὸν ἐνοχλεῖς γιὰ πράγματα ποὺ τὰ γνωρίζεις; «Ἐγώ», λέγει, «γνωρίζω βέβαια ὅτι πάντοτε μὲ ἀκούει ὁ Πατέρας: «ἀλλὰ τὸ εἶπα γιὰ τὸ παρευρισκόμενο ἐδῶ πλῆθος, γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅτι Ἐσὺ μὲ ἔστειλες» [Ἰω,11,42: «Ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας(:Ἐγὼ τὸ ἤξερα ὅτι πάντοτε μὲ ἀκοῦς. Ἀλλὰ εἶπα μεγαλόφωνα τὸ «εὐχαριστῶ», γιὰ νὰ τὸ ἀκούσει ὁ λαὸς ποὺ στέκεται γύρω μου. Κι ἔτσι ἀφοῦ ὅλοι αὐτοὶ δοῦν πόση βεβαιότητα ἔχω ὅτι θὰ εἰσακουστῶ, νὰ πιστέψουν ὅτι Ἐσὺ μὲ ἀπέστειλες, ὅταν ἀκολουθήσει τὸ θαῦμα)» [Ἰω,11,42].

Μήπως προσευχήθηκε γιὰ τὸν νεκρό; Μήπως παρακάλεσε γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ ὁ Λάζαρος; Μήπως εἶπε: «Πατέρα, πρόσταξε τὸν θάνατο νὰ ὑπακούσει;». Μήπως εἶπε: «Πατέρα, πρόσταξε τὸν ἅδη νὰ μὴν κλείσει τίς πύλες, ἀλλὰ νὰ δώσει πίσω μὲ προθυμία τὸν νεκρό»; «Ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον(:Ἀλλὰ εἶπα μεγαλόφωνα τὸ «εὐχαριστῶ», γιὰ νὰ τὸ ἀκούσει ὁ λαὸς ποὺ στέκεται γύρω μου)», λέγει, «ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας(:Κι ἔτσι ἀφοῦ ὅλοι αὐτοὶ δοῦν πόση βεβαιότητα ἔχω ὅτι θὰ εἰσακουσθῶ, νὰ πιστέψουν ὅτι Ἐσὺ μὲ ἀπέστειλες, ὅταν ἀκολουθήσει τὸ θαῦμα)» [Ἰω.11,42]. Ἑπομένως, ἐκεῖνο ποὺ ἔγινε δὲν εἶναι θαῦμα, ἀλλὰ κατήχηση τῶν παραβρισκομένων ἐκεῖ.

Εἶδες πὼς ἡ προσευχὴ δὲν ἔγινε γιὰ τὸν νεκρό, ἀλλὰ γιὰ τοὺς παρόντες ἄπιστους, «γιὰ νὰ γνωρίσουν», λέγει, «ὅτι Ἐσὺ μὲ ἔστειλες»; «Καὶ πῶς μποροῦμε», λέγει ἴσως κάποιος ἀπορῶντας, «νὰ γνωρίσουμε ὅτι Αὐτὸς σὲ ἔστειλε;». Πρόσεχε, σὲ παρακαλῶ, μὲ μεγάλη προσοχή. «Νά», λέγει, «μὲ τὴ δική μου ἐξουσία καλῶ τὸν νεκρό»· «Νά», λέγει, «μὲ τὴ δική μου ἐξουσία διατάσσω τὸν θάνατο· ὀνομάζω τὸν Πατέρα, Πατέρα, καλῷ καὶ τὸν Λάζαρο ἀπὸ τὸν τάφο. Ἐὰν δὲν εἶναι ἀληθινὸ τὸ πρῶτο, οὔτε αὐτὸ νὰ μὴ γίνει. Ἐὰν πραγματικὰ ὁ Πατέρας εἶναι Πατέρας μου, ἂς ὑπακούσει καὶ ὁ νεκρός, γιὰ νὰ διδαχθοῦν μὲ αὐτὸ οἱ παρευρισκόμενοι». Διότι τί ἔλεγε ὁ Χριστός; «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω(:Λάζαρε, βγὲς ἔξω)»[Ἰω.11,43]. Ὅταν ἔγινε ἡ προσευχὴ δὲν ἀναστήθηκε ὁ νεκρός, ἀλλὰ ὅταν εἶπε: «Λάζαρε, ἔλα ἔξω», τότε ἀναστήθηκε ὁ νεκρός. Πωπω, τυραννικὴ ἐξουσία τοῦ θανάτου· πωπω, τυραννικὴ ἐξουσία τῆς δυνάμεως ἐκείνης ποὺ κατέχει τὴν ψυχή· ὦ ἄδῃ, προσευχὴ ἔγινε καὶ δὲν ἀπολύεις τὸν νεκρό; «Ὄχι», λέγει. Γιατί; «Διότι δὲν ἔλαβα προσταγή. Εἶμαι δεσμοφύλακας ἐδῶ καὶ κρατῶ τὸν ὑπεύθυνο· ἐὰν δὲν λάβω προσταγή», λέγει, «δὲν τὸν ἀπολύω· διότι, λέγει, ἡ προσευχὴ δὲν ἔγινε γιὰ μένα, ἀλλὰ γιὰ τοὺς παρευρισκομένους ἄπιστους· διότι ἐγώ, ἐὰν δὲν προσταχθῶ, δὲν ἀπολύω τὸν ὑπεύθυνο· περιμένω τὴ διαταγὴ γιὰ νὰ ἀπολύσω τὴν ψυχή».

«Λάζαρε, ἔλα ἔξω». Ἄκουσε τὴ δεσποτικὴ προσταγὴ ὁ νεκρὸς καὶ ἀμέσως κατέλυσε τοὺς νόμους τοῦ θανάτου. Ντραπεῖτε, αἱρετικοί, καὶ χαθεῖτε ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς. Καθόσον ὁ λόγος ἀπέδειξε ὅτι ἡ προσευχὴ ἔγινε ὄχι γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ νεκροῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀδυναμία τῶν τότε παραβρεθέντων ἐκεῖ ἀπίστων. «Λάζαρε, ἔλα ἔξω». Καὶ γιατί κάλεσε τὸν νεκρὸ μὲ τὸ ὄνομά του; Γιατί; Γιὰ νὰ μὴν ἀπευθυνθεῖ ἡ φωνή του ἐλεύθερα πρὸς ὅλους τοὺς νεκροὺς καὶ νὰ τοὺς ἀναστήσει ἀπὸ τοὺς τάφους, γι᾿ αὐτὸ λέει: «Λάζαρε, ἔλα ἔξω». Ἐσένα μόνο πρὸς τὸ παρὸν ἀνακαλῶ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν νεκρῶν, ὥστε μὲ τὸ ἐπιμέρους νὰ δείξω τὴ δύναμή μου καὶ γιὰ τὰ μελλοντικά· διότι ἐγὼ ποὺ ἀνέστησα ἕνα νεκρό, ἐγὼ θὰ ἀναστήσω καὶ τὴν οἰκουμένη· διότι «Ἐγὼ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή (:Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωή. Ἐγὼ ἔχω τὴ δύναμη νὰ ἀνασταίνω, διότι εἶμαι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς)»[Ἰω.11,25]. «Καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω(:Καὶ ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, δείχνοντας τὴν κυριαρχικὴ ἐξουσία Του καὶ πάνω στὸν ἴδιο τὸν θάνατο, κραύγασε: ''Λάζαρε, βγὲς ἔξω'')»[Ἰω.11,43].

«Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν(:Καὶ ὁ νεκρὸς βγῆκε ἀπὸ τὸ μνημεῖο μὲ τὰ πόδια  καὶ τὰ χέρια του δεμένα μὲ ἐπιδέσμους, καὶ τὸ πρόσωπό του περιτυλιγμένο καὶ σκεπασμένο μὲ ἕνα πλατὺ ὕφασμα. Τότε εἶπε ὁ Ἰησοῦς σὲ ἐκείνους ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ: ''Λῦστε τον καὶ ἀφῆστε τὸν μόνο καὶ χωρὶς βοηθὸ νὰ πάει στὸ σπίτι του'')»[Ἰω.11,44]. Πωπω, παράδοξα πράγματα. Ἐκεῖνος ποὺ ἔλυσε τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, Ἐκεῖνος ποὺ γκρέμισε τίς πύλες τοῦ ἅδη, Ἐκεῖνος ποὺ συνέτριψε τίς χάλκινες πύλες καὶ τοὺς σιδερένιους μοχλοὺς καὶ ἐλευθέρωσε τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου, Αὐτὸς δὲν μποροῦσε νὰ λύσει τίς λευκὲς ταινίες τοῦ νεκροῦ; Ναί, μποροῦσε, ἀλλὰ προστάζει τοὺς Ἰουδαίους νὰ λύσουν τίς λευκὲς ταινίες, τίς ὁποῖες οἱ ἴδιοι ἔσφιξαν πιὸ μπροστὰ ὅταν τὸν ἐνταφίαζαν, ὥστε νὰ ἀναγνωρίσουν τὰ σημάδια τῶν δεσμῶν ποὺ ἔθεσαν οἱ ἴδιοι καὶ νὰ γνωρίσουν ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγματα ποὺ ἔκαναν οἱ ἴδιοι, ὅτι ὁ Λάζαρος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐνταφιάστηκε ἀπὸ αὐτούς, καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι Αὐτὸς ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο μὲ τὴ συγκατάθεση καὶ εὐαρέσκεια τοῦ Πατέρα Του καὶ ποὺ ἔχει ἐξουσία ἐπὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.

Σὲ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη καὶ συγχρόνως καὶ στὸν ἄναρχο Πατέρα Σου καὶ στὸ Πανάγιο καὶ Ζωοποιό Σου Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

ἐπιμέλεια κειμένου: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

 

ΠΗΓΕΣ:

•   patrologia Graeca, τόμος 48, σέλ.780-784: 
https://books.google.gr/books?id=Iy7pSZ3hIMIC&pg=PA530&hl=el&source=gbs selected pages&cad=2#v=onepage&q&f=false

•   Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου Ἅπαντα τὰ  ἔργα, Ὁμιλίες δογματικές. Ἑορταστικὲς Α΄, Περὶ τοῦ Ὁμοουσίου, ὁμιλία Θ΄, Στὸν τετραήμερον Λάζαρον, πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»(ΕΠΕ), ἐκδ. οἶκος «Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1984, τόμος 35, σελίδες 300-315.

•   Π. Τρεμπέλα, Ἡ Καινὴ Διαθήκη μὲ σύντομη ἑρμηνεία (ἀπόδοση στὴν κοινὴ νεοελληνική), ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», ἔκδοση τέταρτη, Ἀθήνα 2014.

•   Ἡ Καινὴ Διαθήκη, Κείμενον καὶ ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοσις ὑπὸ Ἰωάννου Κολιτσάρα, ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ἡ Ζωή», ἔκδοση τριακοστὴ τρίτη, Ἀθήνα 2009.

•   Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τοὺς ἑβδομήκοντα, Κείμενον καὶ σύντομος ἀπόδοσις τοῦ νοήματος ὑπὸ Ἰωάννου Κολιτσάρα, ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ἡ Ζωή», ἔκδοση τέταρτη, Ἀθήνα 2005.

•   Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μετὰ Συντόμου Ἑρμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθήνα, 1985.

•   https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/

•   https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/

•   Π. Τρεμπέλα, Τὸ Ψαλτήριον μὲ σύντομη ἑρμηνεία(ἀπόδοση στὴν κοινὴ νεοελληνική), ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», ἔκδοση τρίτη, Ἀθήνα 2016.

•   http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient greek/tools/liddell-scott/index.html

•   http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia Diathikh/Biblia/Palaia Diathikh.htm

•   http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh Diathikh/Biblia/Kainh Diathikh.htm
_________________________________
  
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»