Θοδωρής Γκούμας
Αφορμή για ακόμη έναν κύκλο έντονων αντιδράσεων αποτέλεσε πρόσφατο βίντεο του Έντι Ράμα, στο οποίο ο Αλβανός πρωθυπουργός προχώρησε σε σχόλιο που ο ίδιος παρουσίασε ως χιουμοριστικό, αλλά το οποίο για την ελληνική πλευρά εκλήφθηκε ως υποτιμητικό και προκλητικό. Λίγες ημέρες αργότερα, ο ίδιος ο Ράμα επανήλθε με ανάρτηση στο X όπου ανέφερε ότι επρόκειτο για αστείο και σχολιάζοντας τις αντιδράσεις στην Ελλάδα έγραψε πως ορισμένοι «δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το χιούμορ».
Η τοποθέτηση αυτή δεν αποτέλεσε ούτε αναδίπλωση ούτε συγγνώμη. Ήταν περισσότερο μια έμμεση δήλωση του τύπου «αυτό είναι το χιούμορ μου και σε όποιον αρέσει». Και αυτό ακριβώς επαναφέρει ένα γνώριμο μοτίβο: ο Ράμα επιλέγει συνειδητά τον υπερβολικό, σαρκαστικό τόνο, γνωρίζοντας ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις, χωρίς όμως να αλλάζει γραμμή. Το διπλωματικό του χιούμορ τον έχει φέρει πολλές φορές στο επίκεντρο κριτικής, αλλά ο ίδιος συνεχίζει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο – συνεπώς πρόκειται ξεκάθαρα περί συνειδητής επιλογής.
Όσοι παρακολουθούν συστηματικά τον Ράμα και το αλβανικό πολιτικό περιβάλλον δεν πέφτουν από τα σύννεφα. Το χιούμορ (ή αυτό που ο ίδιος θεωρεί χιούμορ) αποτελεί σταθερό εργαλείο της δημόσιας παρουσίας του. Από «διπλωματικά αστειάκια» με διεθνείς ηγέτες, όπως αυτό κατά του Τραμπ απέναντι στον Μακρόν, μέχρι ειρωνικά σχόλια για ευαίσθητα γεωπολιτικά ζητήματα, ο Αλβανός πρωθυπουργός χρησιμοποιεί συχνά τον σαρκασμό ως ασπίδα: όταν υπάρχει αντίδραση, μιλά για πλάκα· όταν δεν υπάρχει, η δήλωση μένει πολιτικά αναπάντητη και λειτουργεί ως τετελεσμένο.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι αν ο Ράμα κάνει κακό χιούμορ. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δεν έχει λάβει ουσιαστική, θεσμική απάντηση από την ελληνική πολιτεία σε όσα κατά καιρούς λέει και πράττει απολύτως σοβαρά. Εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει καθαρή πολιτική γραμμή και επώνυμη αντίδραση, επικρατεί διαχρονικά μια στάση χαμηλών τόνων.
Ενδεικτικά, τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί συγκεκριμένα περιστατικά που αφορούν ευθέως τα ελληνικά συμφέροντα και δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ με τη σοβαρότητα που απαιτούσαν:
- Η μακροχρόνια κοροϊδία γύρω από την οριοθέτηση της ΑΟΖ Ελλάδας – Αλβανίας, με συνεχείς υπαναχωρήσεις, καθυστερήσεις και αλλαγές γραμμής από τα Τίρανα, χωρίς ουσιαστικό κόστος ή πίεση από την Αθήνα.
- Η έκβαση της υπόθεσης Μπελέρη, όπου οι απειλές της Αθήνας για ευρωπαϊκό μπλόκο στην Αλβανία δεν οδήγησαν σε καμία ουσιαστική υποχώρηση. Παρά τις πιέσεις και τη διεθνή προβολή, ο Ράμα δεν έκανε ούτε βήμα πίσω και σήμερα οι διμερείς σχέσεις παρουσιάζονται εκ νέου ως «ομαλές», με τον ίδιο να έχει εξέλθει πολιτικά αλώβητος.
- Η δήλωση του Ράμα από τη Θεσσαλονίκη ότι «ο όρος Βόρειος Ήπειρος έχει πεθάνει», η οποία αντιμετωπίστηκε από το ελληνική κυβέρνηση με μια ανώνυμη “διαρροή κύκλων του ΥΠΕΞ” προς τα ελληνικά ΜΜΕ, αντί για επώνυμη και θεσμική απάντηση.
- Το ζητήμα των Τσάμηδων μέσα στην Αθήνα, μέσω της επίσκεψης της νέας Αλβανίδας ΥΠΕΞ, χωρίς να υπάρξει δημόσια και ξεκάθαρη αποδόμηση ενός ζητήματος που θεωρείται λήξαν εδώ και δεκαετίες.
Για όλα τα παραπάνω, οι αντιδράσεις υπήρξαν διαχρονικά χλιαρές, αποσπασματικές ή ανύπαρκτες. Αντίθετα, στην περίπτωση του πρόσφατου «χιουμοριστικού» σχολίου του Ράμα υπήρξε και επίσημη αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης, μέσω δηλώσεων του κυβερνητικού εκπροσώπου Π. Μαρινάκη, γεγονός που αποτυπώνει με σαφήνεια πού επιλέγεται να δοθεί πολιτικό βάρος.
Όταν ο Ράμα πετάξει ένα ειρωνικό σχόλιο, ενεργοποιείται άμεσα ο επίσημος μηχανισμός. Όταν, όμως, προχωρά σε πράξεις και τοποθετήσεις με πραγματικό πολιτικό βάρος, η αντίδραση εξαντλείται σε χαμηλούς τόνους. Και αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα: όχι τα κρύα αστειάκια του Ράμα αλλά η ανοχή απέναντι στην πολιτική του.
Σε τελική ανάλυση, η στάση του Ράμα δεν είναι παρά ο καθρέφτης της δικής μας διαχρονικής αναποφασιστικότητας. Είναι γνωστό πως η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με ανέκδοτα, ούτε με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα για εσωτερική κατανάλωση· εφόσον, όμως τα “αστειάκια” του Ράμα προκαλούν και προσβάλλουν, ο μόνος τρόπος να μην επαναληφθούν είναι να του δώσουμε με τη στάση μας να καταλάβει ότι απέναντί του δεν έχει έναν εύκολο στόχο για ειρωνεία, αλλά ένα κράτος με σοβαρότητα, ξεκάθαρες θέσεις και ισχυρά αντανακλαστικά εκεί που πραγματικά μετράει.