ΚΥΡΙΑΚΗ
Δ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Ματθ. 8,5-13]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου
Μυτιληναίου
με θέμα:
«ΜΝΗΜΕΙΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 23-6-1991] (Β248)
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, Σεβασμιώτατε, αγαπητοί μου αδελφοί, με την ευκαιρία προβολής τόσο του θαύματος της θεραπείας του δούλου του εκατοντάρχου από τον Κύριον, όσο και της προβολής της πίστεως του Ρωμαίου αξιωματούχου, διακρίνουμε και κάτι ακόμη: την αυτογνωσία του. Ο εκατόνταρχος αυτός είχε βεβαίως κάποιο αξίωμα υπολογίσιμο. Σε μία μάλιστα επαρχιακή πόλη, όπως ήταν η Καπερναούμ. Ήταν καλός άνθρωπος, ο εκατόνταρχος αυτός, αν και ειδωλολάτρης, αν και αξιωματικός εκείνου του «σιδερένιου» ρωμαϊκού στρατού. Εντούτοις, η καλοσύνη του δεν τον εμπόδισε ακόμη να κτίσει συναγωγή των Εβραίων εις την Καπερναούμ. Και, αν θέλετε, τα ερείπιά της μέχρι σήμερα σώζονται. Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος, ο εκατόνταρχος, που ήρθε να ζητήσει την θεραπεία του δούλου του, απεκαλύφθη μνημείον αυτογνωσίας.
Όταν ο Κύριος τού είπε: «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν»,
«Εγώ, αφού έλθω, θα θεραπεύσω τον δούλο
σου», δηλαδή «θα έλθω εις το σπίτι
σου», εκείνος απήντησε: «Κύριε,
οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς». «Κύριε», λέγει, «δεν είμαι ικανός να έλθεις κάτω από τα κεραμίδια μου, μέσα στο σπίτι
μου». Και όπως σχολιάζει σχετικά ο Ιερός Χρυσόστομος: «σφόδρα ἑαυτὸν ἀνάξιον ἔφη, οὐ μόνον τῆς εὐεργεσίας, ἀλλὰ καὶ
τοῦ τῇ οἰκίᾳ δέξασθαι τὸν Κύριον». Ότι «πάρα πολύ τον εαυτόν του είπε ότι είναι ανάξιος, όχι μόνο να δεχθεί την
ευεργεσία της θεραπείας του δούλου του, αλλά ακόμη και να τον δεχθεί εις το
σπίτι του».
Έτσι, ο Κύριος, επήνεσε, βέβαια, τον εκατόνταρχον
για την πίστη του, λέγοντας ότι τέτοια πίστη δεν είδε ούτε εις τους Ισραηλίτας,
επειδή είπε εκείνον τον λόγον: «ἀλλὰ
μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου», «δεν είναι ανάγκη να έλθεις στο σπίτι μου,
πες λόγον, ένα λόγο και ο δούλος μου θα γίνει καλά». Μέσα εκεί, όμως, ήταν κρυμμένη η θαυμασία αυτογνωσία, και επαινώντας
την πίστιν, επαινούσε και την αυτογνωσίαν του εκατοντάρχου ο Κύριος.
Αυτό, λοιπόν, το πελώριο, το μεγάλο, το σπουδαίο, το θεμελιακό, όπως θα δείτε, θέμα της αυτογνωσίας, με τη βοήθεια του
Θεού, μπορούμε να δούμε και να πούμε λίγα λόγια. Τι είναι η αυτογνωσία; Είναι η γνώσις του εαυτού μας. Να
γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Γνώσις, όμως,
αληθινή, γνώσις βεβαία και αντικειμενική. Όχι όπως θα θέλαμε να βλέπαμε τον
εαυτό μας. Αλλά όπως είναι ο εαυτός μας να μπορούμε να τον βλέπομε. Βέβαια,
η δυσκολία να δούμε τον εαυτό μας,
βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Ότι
υπάρχει το υποκείμενο, δηλαδή ο υποκειμενικός ο τρόπος, το υποκείμενό μας
που θα δει αυτό που είμαστε. Δηλαδή αυτό που είμαι, αυτό θα δει αυτό που είμαι.
Δηλαδή αντιλαμβάνεσθε ότι υπάρχει ένας υποκειμενικός τρόπος· κι όταν τα πράγματα τα βλέπομε
υποκειμενικά, είναι πάρα πολύ δύσκολο να τα δούμε αντικειμενικά. Γι'αυτό η
αυτογνωσία είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Είναι από τα δυσκολότερα πράγματα που
μπορεί ο άνθρωπος να επιτελέσει. Εξάλλου η γνώσις του εαυτού μας, αν έχομε
αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια, εκδιπλώνεται καθημερινά συνεχώς σε όλη μας
την ζωή. Συνεπώς η αυτογνωσία είναι ένα έργον ολοκλήρου ζωής. Αλλιώτικα
έβλεπα τον εαυτόν μου χθες, αλλιώτικα σήμερα. Αλλιώτικα έβλεπα τον εαυτόν μου
όταν ήμουν έφηβος, αλλιώτικα βλέπω τον εαυτό μου σήμερα που είμαι ηλικιωμένος.
Είναι γνωστό ότι στο μαντείο των Δελφών,
υπήρχε μια επιγραφή: «Γνῶθι
σαυτόν». Δηλαδή: «Γνώριζε
τον εαυτόν σου»· που ήταν ένα λόγιον, κατ’ άλλους του Χείλωνος και κατ΄ άλλους
του Σόλωνος- αλλά το πιθανότερο ήταν του Χείλωνος· που ήσαν αυτοί, κάποιοι απ’
αυτούς από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδος. Αυτό το ρητό, που ήταν στη
μετώπη του μαντείου των Δελφών, όταν το είδε ο Σωκράτης, εντυπωσιάστηκε. Το πήρε και το έκανε βάση και θεμέλιο, για
πρώτη φορά, της φιλοσοφίας του ανθρώπου, δηλαδή με αντικείμενον την έρευνα του
ανθρώπου. Δηλαδή ετέθη μπροστά του το λεγόμενον «ανθρωπολογικόν πρόβλημα». Είναι ο πρώτος. Μέχρι τότε οι φιλόσοφοι
εφιλοσόφουν επί του κόσμου, επί της Δημιουργίας και επί του Θεού. Δηλαδή είχαν
το πρόβλημα το κοσμολογικόν. Για πρώτη φορά, λοιπόν, ο Σωκράτης θέτει το
πρόβλημα το ανθρωπολογικόν. Από πού ξεκίνησε; Από το «Γνῶθι σαυτόν» του μαντείου των Δελφών.
Εξάλλου
και η σύγχρονη Ψυχολογία προσπαθεί να
δει τα βάθη του ανθρώπου, που καθορίζουν την όλη του υγιά ή νοσηρή συμπεριφορά.
Δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να βλέπει τον άνθρωπον. Ακόμη, προσπαθεί να δείξει
τον ίδιο τον άνθρωπο μπροστά στα μάτια τα δικά του. Και να δει ο ίδιος ο
άνθρωπος τα βάθη του ασυνειδήτου του ή του υποσυνειδήτου του. Αν ο άνθρωπος
είναι ένας μικρόκοσμος, είναι μία επιτομή του σύμπαντος, τότε και τα βάθη του
είναι αχανή, απέραντα, απροσπέλαστα, απάτητα, όπως και τα βάθη του σύμπαντος.
Αυτός είναι ο άνθρωπος.
Η αυτογνωσία δεν είναι, βεβαίως, ένα
αίσθημα μειονεκτικότητος ή ακόμα και ένα αίσθημα υπεροχής. Μην ξεχνάτε,
όταν έχομε ένα αίσθημα υπεροχής, δεν είναι παρά το άλλο άκρον του αισθήματος
μειονεκτικότητος. Εάν είμεθα άνθρωποι
εξωστρεφείς, εκφράζομε τη μειονεκτικότητά μας, με το αίσθημα της υπεροχής. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Αν είμεθα ενδοστρεφείς, εκφράζομε το
εσωτερικό μας με μίαν ηττοπάθεια. Μ’ αυτό που λέμε έχομε, πάσχομε αισθήματα
μειονεκτικότητος. Συνεπώς δεν είναι η αυτογνωσία ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Αλλά είναι η γνώσις της αληθινής, της
οικείας καταστάσεώς μας. Για να μπορέσεις
να δεις τον εαυτόν σου, πρέπει να μην παρεμβάλλονται οι φακοί της υπερηφανείας.
Η ταπείνωσις πρέπει να παρεμβάλλεται.
Η ταπείνωσις πρέπει να υπάρχει· η οποία είναι ο άριστος δρόμος της γνώσεως του εαυτού μας. Έτσι με την ταπείνωση,
αγαπητοί μου, πετυχαίνομε «ἐπάνοδον
ἐπὶ τὴν οἰκείαν ἀξίαν» που λέγει ο Μέγας Βασίλειος. «Ξαναγυρίζομε πίσω εις την πραγματική μας
αξία». Αυτό που είμαστε. Ούτε πιο πάνω, σαν αίσθημα υπεροχής, ούτε πιο
κάτω, σαν αίσθημα μειονεκτικότητος.
Και αυτή ακριβώς είναι η αρίστη αυτογνωσία. Λέγει ο όσιος
Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Οὐδὲ
κρεῖττον τοῦ γνῶναι τὴν οἰκείαν ἀσθένειαν καὶ ἀγνωσίαν, οὐδὲ χεῖρον τοῦ ταῦτα ἀγνοεῖν».
«Δεν υπάρχει», λέγει, «καλύτερο πράγμα, πιο άριστο πράγμα, από του
να γνωρίζεις την οικεία σου ασθένεια». Ας το πούμε, «την αχίλλειό σου πτέρνα». Ότι ξέρω ότι είμαι αυτό, εκείνο, εκείνο.
Είναι τα αδύναμά μου σημεία. Ξέρω. Κι ακόμα να μπορώ να αισθάνομαι την αγνωσία μου. Ότι δεν ξέρω τίποτα. Εκείνο
το σοφότατον που έλεγε πάλι ο Σωκράτης: «Ἐν
οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα». Αυτό δεν είναι λογοπαίγνιον. Είναι
σοφότατον. Διότι όταν φθάσει κανείς σε μία
βαθυτάτη γνώση, τότε καταλαβαίνει ότι δεν ξέρει τίποτα. Ενώ εκείνος που δεν έχει γνώση ούτε του
εαυτού του, ούτε τι ξέρει, καμώνεται πως όλα τα ξέρει. Έτσι βλέπετε τι
είναι το άριστον. Να γνωρίζεις τον εαυτό σου. «Οὐδὲν χεῖρον, δεν υπάρχει», λέει, «πιο χειρότερο πράγμα με το να αγνοείς αυτά
όλα». Δηλαδή τον εαυτόν σου.
Όταν, αγαπητοί μου, ο Υιός του Θεού ήλθε
ανάμεσά μας εις τον κόσμον αυτόν, μια
πτυχή του έργου που είχε να επιτελέσει επάνω εις την γην, ήταν να δείξει ποιος
είναι ο άνθρωπος και πού κατήντησε ο άνθρωπος. Μάλιστα, βέβαια, σαν
ερμηνεία, εκείνο που είπε ο Πιλάτος: «Ἴδε
ὁ ἄνθρωπος», όταν έδειξε τον Ιησούν, δηλαδή ήθελε να πει, επί
ιστορικής βάσεως, ήθελε να πει, «να πού
κατήντησε αυτός ο άνθρωπος, δεν τον λυπόσαστε; Θέλετε να τον φονεύσετε, να
τον σταυρώσετε, δεν τον λυπόσαστε; Εγώ δεν βρίσκω καμία αιτία». Αυτό είναι
το πρώτο επίπεδον, το ιστορικόν. Αλλά οι ερμηνευταί πάντα δείχνουν τούτο: Ποιος ήταν ο Ιησούς; Έγινε αυτό που είμαστε
εμείς, εις πάσαν την αθλιότητά μας. Με
όλη την δόξα της κακουχίας μας. Με όλην την μορφήν του τελματώματός μας. Είναι
φοβερό πράγμα τι έγινε ο άνθρωπος. Κι ήλθε να μας πει: «Άνθρωπε, δεν ήσουν αυτό. Όταν από τα χέρια μου βγήκες, ήσουν κάτι
άλλο. Κατήντησες, έγινες αιχμάλωτος του σατανά, ο οποίος και σε κακοποίησε και
σε έφερε σε αυτήν την αθλιότητα».
Γι'αυτό,
όταν ο άνθρωπος εγίνετο Χριστιανός, εφρόντιζε πάντοτε να βλέπει τα βάθη του.
Ο Απόστολος Παύλος, τυφλός από τη λάμψη προς Δαμασκόν, και μένοντας σε ένα
εβραϊκό σπίτι, λέγει το κείμενο των «Πράξεων», «ἦν
ἡμέρας τρεῖς μὴ βλέπων καὶ οὐκ ἔφαγεν, οὐδὲ ἔπιεν». «Τρεις μέρες δεν έβλεπε, ούτε έφαγε, ούτε
ήπιε». Γιατί; Γιατί αυτές τις τρεις ημέρες μελετούσε τον εαυτό του, που φωτίστηκε από το φως του Χριστού. Λίγο
μετά, ο Παύλος θα φύγει από την Δαμασκό και θα πάει στην έρημον της Αραβίας και
θα μείνει εκεί τρία χρόνια, για να κάνει
δυο πράγματα: Να μελετήσει τον εαυτόν του και να μελετήσει το πρόσωπον του
Ιησού Χριστού. Δεν μπορεί κανείς να
μελετήσει το πρόσωπο του Χριστού, να το προσεγγίσει, να το δει, αν προηγουμένως
δεν έχει μελετήσει και δεν έχει δει τον εαυτόν του.
Οι ασκηταί, αγαπητοί μου, κατέφευγαν εις
την έρημον. Αν ερωτήσετε, γιατί, μήπως γιατί ήθελαν να αποφύγουν την τύρβη του κόσμου, τον θόρυβο του κόσμου, τα αξιώματα
και τις αλαζονείες των ανθρώπων; Και αυτό. Αλλά το κύριον έργον δεν είναι
αυτό. Μπορούσε κανείς να έχει ένα σπιτάκι μακριά από την πόλη και από τους
θορύβους και εκεί ήσυχα ήσυχα να μένει. Οι
ασκηταί επήγαιναν εις την αυχμηράν έρημον, για να δουν τα κατάβαθα του εαυτού των. Ήταν το μεγαλύτερο έργο που
είχαν να επιτελέσουν εις την έρημον. Εάν ενήστευαν, εάν προσηύχοντο, εάν
απομονώνονταν, όλα έτειναν σε αυτό: να δουν τον πραγματικό τους εαυτόν. Και
βλέποντας τον πραγματικό τους εαυτόν, να τον καθαρίσουν και τότε να δουν το πρόσωπον του Ιησού
Χριστού.
Στον
άνθρωπο υπάρχει πάντοτε το στοιχείον της πλάνης· που του δημιουργεί ένα είδωλο
του εαυτού του. Και όχι την αποκάλυψη του αληθινού εαυτού του. Προσέξτε
αυτό που σας είπα. Δεν βλέπομε τον εαυτόν μας, αλλά ένα είδωλο του εαυτού μας. Όπως όταν πάμε στον καθρέπτη· γιατί ποτέ δεν
είδαμε τα μάτια μας, ποιος είδε τα μάτια του; Γιατί μ’ αυτά βλέπομε. Αλλά με
αυτά που βλέπομε, ποτέ δεν τα είδαμε. Τα μάτια μας. Τα μάτια μας τα βλέπουμε
στον καθρέπτη. Αλλά εκεί δεν βλέπουμε τα μάτια μας. Βλέπουμε το είδωλο των
ματιών μας. Και συνεπώς κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό. Έτσι, ο πλανεμένος εαυτός μας δημιουργεί ένα είδωλον του εαυτού μας και
δεν βλέπουμε τον πραγματικό εαυτό μας, αλλά το είδωλό μας.
Κάποιος περαστικός κάποτε, συγνώμη, ένα
παιδί κάποτε, υπάλληλος σε ένα κατάστημα έπλενε το μεγάλο τζάμι της προθήκης
του καταστήματος. Και προσπαθούσε να βγάλει ένα λεκέ. Έτριβε, έτριβε, να βγάλει
έναν λεκέ. Ένας περαστικός τού λέει: «Δοκίμασε
από μέσα». Ο λεκές δεν ήταν απέξω. Αυτός απέξω καθάριζε. Ο λεκές ήταν από μέσα. «Δοκίμασε από μέσα». Έτσι, δεν πρέπει να μένομε βλέποντας
εξωτερικά τον εαυτό μας. Πρέπει να
τον δούμε εσωτερικά. Να σκύψομε στα βάθη μας, εκεί να τον κοιτάξομε.
Οι Πατέρες λέγουν ότι «ἀρχὴ σωτηρίας τὸ ἐπιγνῶναί τινα
ἑαυτόν». Δηλαδή «η αρχή
της σωτηρίας είναι να αρχίσεις να γνωρίζεις τον εαυτόν σου». Ναι. Είναι ο θεμέλιος της σωτηρίας και της
πνευματικής μας προκοπής. Τι; Η αυτογνωσία. Ο θεμέλιος. Αντίθετα, εκείνη η
πνευματική αυτάρκεια, η ηθική αυτάρκεια, που μπορεί να έχομε, δεν είναι τίποτε
άλλο παρά ένα προϊόν απουσίας της αυτογνωσίας, η οποία δημιουργεί μια
στασιμότητα και μια τελμάτωση πνευματική.
Πώς,
όμως, θα μπορέσουμε να αποκτήσομε αυτήν την αυτογνωσία; Το είπαμε. Ξεκινώντας με την ταπείνωση. Στον ταπεινό αποκαλύπτεται ο εαυτός του.
Στον ταπεινό αποκαλύπτεται ο εαυτός του. Προσέξατέ το. Ο εγωιστής ποτέ δεν βλέπει τον εαυτόν του. Παρεμβάλλεται ο εγωισμός
του. Όταν ο Θεός απεκαλύφθη εις τον Αβραάμ, επειδή ακριβώς ήταν ο Αβραάμ
ταπεινός, γι΄αυτό απεκαλύφθη, τότε είπε ο Αβραάμ: «Σε μένα, Κύριε, αποκαλύπτεσαι; Σε μένα; Ἐγὼ εἰμὶ γῆ καὶ σποδός.
Είμαι χώμα και στάχτη». Ερμηνεύουν οι ερμηνευταί της Εκκλησίας μας: Είπε «καί
σποδός» -δηλαδή «και στάχτη»-, επειδή η γη ήταν ένα μεγάλο σώμα και ήδη ελατρεύετο η γη. Η «θεά
Δήμητρα» δεν ήταν παρά η «θεά Γη». Η «θεά Κυβέλη» ήταν η «θεά Γη». Για να μη νομιστεί, λοιπόν, ότι «είμαι εγώ, ο Αβραάμ, κάτι πολύ μεγάλο»,
βάζει και το «σποδός». Για να
τονιστεί ότι δεν είμαι κάτι πολύ μεγάλο. Είμαι χώμα. Χώμα και στάχτη. Είδατε,
αγαπητοί μου, τι αυτογνωσία είχε ο Αβραάμ. Έτσι
μπορεί να αρχίζει ο άνθρωπος να βλέπει τον εαυτόν του. Ότι όντως είναι γη και
σποδός.
Ποιος
είμαι εγώ; Ποιος είμαι εγώ; Εγώ, ο άνθρωπος. Από πού βγήκα; Βγήκα από τον
πατέρα μου. Θα πω κάτι που δεν το ‘χω πει εγώ, θα σας ξενίσει, το είχε πει ο
μακαριστός Τρεμπέλας: «Και βγήκα δια της
οδού της ουρήσεως». Από κει βγήκα. Και
ήμουνα τόσο μικρός, δηλαδή από εκεί που βγαίνει κάτι το άχρηστο, το
αποβαλλόμενον. Και ήμουν τόσο μικρός, που μόνο με μικροσκόπιο θα μπορούσε
κανείς να με δει. Αυτός είμαι. Βεβαίως κι εσείς. Όλοι μας είμαστε το ίδιο. Εγώ ο μικρός και
ακάθαρτος, τώρα στέκομαι μπροστά στη θεία μεγαλειότητα του Δημιουργού.
Όταν αρχίσω να βλέπω έτσι τον εαυτόν μου, ποιος είμαι εγώ και Ποιος είναι ο Θεός,
τότε δεν θα έχω εκείνη την μικρόνοα
γνώση περί του Θεού, που μπορώ να Τον υβρίζω, να Τον μουντζώνω και να Τον
βλασφημώ τον Κύριον. Θα με πιάνει φρίκη.
Φρίκη δεν πιάνει τον βλάσφημον; Όχι. Γιατί; Γιατί δεν έχει γνώση ούτε του
εαυτού του, ούτε του Θεού. Δεν ξέρει Ποιος
είναι ο Θεός. Σ’ αυτό, βέβαια, θα μπορέσω
να βοηθηθώ, αν αποκτήσω μια γνώση της απεραντοσύνης και της τρομεράς δυνάμεως
του σύμπαντος. Το ότι αυτό το σύμπαν το εδημιούργησε ο Θεός. Ποιος είναι ο
Θεός; Μόνον εάν αντιληφθείς αυτήν την
απεραντοσύνη και δύναμη του σύμπαντος, τότε αρχίζεις να τρέμεις. Γι' αυτό είναι καλό να μελετούμε, έστω στα
βιβλία, τον χώρον του ουρανού. Είναι χρήσιμο, είναι πολύ χρήσιμο.
Ακόμη, πρέπει να καταλάβω ότι εγώ είμαι αμαρτωλός. Ενώ ο Θεός είναι Άγιος.
Ο Θεός είναι άπειρος. Εγώ, όμως, είμαι
πεπερασμένος. Έχω όρια. Είμαι τόσο μικρός. Είμαι αυτός που με βλέπετε. Εγώ
είμαι πλάσμα κτιστόν. Ενώ ο Θεός
είναι άκτιστος. Ο Θεός είναι αθάνατος. Εγώ είμαι θνητός. Ο Θεός είναι άφθαρτος. Εγώ είμαι φθαρτός και αλλοιούμενος. Είμαι μικρός, μεγαλώνω, γηράσκω,
αλλοιώνομαι, αρρωσταίνω, κουράζομαι, κοιμάμαι, τρώγω, πίνω, γιατί πεινάω. Είμαι,
λοιπόν, φθαρτός. Ο Θεός είναι άφθαρτος.
Ακόμη,
εγώ ο άνθρωπος, να πάρομε και τα θετικά στοιχεία, είμαι εικόνα του Θεού. Αυτό
που με κάνει να είμαι κι εγώ μια απεραντοσύνη. Και μία επιτομή του σύμπαντος. Ναι. Κι έχω την δυνατότητα, δυνάμει
αυτού του «κατ’ εἰκόνα»,
έχω την δυνατότητα του «καθ’ ὁμοίωσιν». Να
ομοιάσω του Θεού. Και τούτο γιατί ο Θεός από αγάπη μου το έδωσε αυτό.
Ακόμη, αναγνωρίζω ότι είμαι πεπτωκώς, είμαι πεσμένος άνθρωπος, ότι διαθέτω
υποσυνείδητο με κρύφιους και ακατανόμαστους πόθους και επιθυμίες και ροπές και
τάσεις και καταβολές. Αν πω σε έναν κύριο, σε μία κυρία: «Στάσου, παρακαλώ, εδώ κι άρχισε να λες
εκείνα τα οποία είναι ακατανόμαστα μέσα σου…», θα λιποθυμήσει ο άνθρωπος αν
πρέπει να πει το ακατανόμαστο βάθος του.
Παραδέχομαι ακόμη ότι μια ώρα και αν
είναι η ζωή μου, θα κάνω αμαρτίες, είμαι αμαρτωλός. Μπροστά σε όλα αυτά ζητώ λύτρωση. Αλλά την λύτρωση δεν την ζητώ από τον
εαυτόν μου, όπως μερικοί ανόητοι θέλουν να το πετύχουν. Την ζητώ έξωθεν, απέξω.
Την ζητώ από τον Ιησούν Χριστόν. Δεν
μπορώ εγώ να σωθώ, αν ο Θεός δεν με σώσει. Αυτά αποτελούν αυτογνωσία.
Πάντοτε ο Χριστιανός ζητά να βλέπει τον πραγματικό του εαυτόν. «Δώρησαί μοι –λέμε σε
μια ευχή του αγίου Εφραίμ- τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα». «Να
βλέπω. Δώρισέ μου. Δώσ’ μου το δώρο αυτό. Να βλέπω τα δικά μου
πταίσματα». Μόνον έτσι ανοίγω τον
δρόμο στον Θεό, για να μπορέσει ο Θεός, ναι, να μπορέσει να με επισκεφθεί.
Γιατί ο Θεός
θέλει ταπεινούς ανθρώπους. Αν πεις… : «Κάποιο
χάρισμα μου δώσει ο Θεός, δεν μπορώ να καυχηθώ, γιατί γνωρίζω ποιος είμαι… δεν ξέρω
εγώ ποιος είμαι;». Με επαινείτε και μου λέτε: «Α, είστε αυτό, πάτερ Αθανάσιε». Δεν ξέρω εγώ ποιος είμαι; Μπορώ να καυχηθώ για εκείνο, το οποίο μου
λέτε; Δεν ξέρω εγώ ποιος είμαι; Ποτέ δεν θα γίνω έτσι αν ξέρω ποιος είμαι, κυνηγός
αξιωμάτων και μεγάλων κλήσεων. Ακόμη, φθάνει ο άνθρωπος μπροστά στον Θεό,
να αρνηθεί εκείνο που του δίνει ο Θεός. «Κύριε,
εγώ ποιος είμαι;». Όταν, επί παραδείγματι, κάλεσε τον Ιερεμία ο Θεός εις το
προφητικόν χάρισμα, εκείνος είπε: «Ὦ Δέσποτα Κύριε, ἰδοὺ, οὐκ ἐπίσταμαι λαλεῖν, ὅτι νεώτερος ἐγώ εἰμι».
«Ω Κύριε, Δέσποτα, να δεν γνωρίζω να
μιλήσω. Είπες ότι θα είμαι προφήτης. Δεν γνωρίζω να μιλήσω, γιατί είμαι νέο
παιδί».
Το
ίδιο θα κάνει και ο μεγάλος Μωυσής. Θα πει στον Θεό που τον καλεί: «Τίς
εἰμι ἐγώ; Ὅτι πορεύσομαι πρὸς Φαραὼ βασιλέα Αἰγύπτου καὶ ὅτι ἐξάξω τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ
ἐκ γῆς Αἰγύπτου;». Και όταν ο Θεός απαντά ότι «Ἔσομαι μετὰ σοῦ», «Μη φοβάσαι, Εγώ θα είμαι μαζί σου», ο
Μωυσής πάλι διστάζει και λέγει: «Δέομαι, Κύριε, οὐχ ἱκανός εἰμι πρὸ τῆς
χθές (:από πρώτα, δεν ήμουν
ικανός). Ἰσχνόφωνος καὶ βραδύγλωσσος ἐγώ εἰμι (:Έχω αδύναμη φωνούλα και είμαι βραδύγλωσσος, ψευδός). Δέομαι,
Κύριε (:Σε παρακαλώ), προχείρισαι δυνάμενον ἄλλον ὃν ἀποστελεῖς».
«Άλλον», λέει, «να καλέσεις, γι'αυτό το τεράστιο έργο που με καλείς». Το ίδιο θα
πει και ο Δαβίδ, αγαπητοί μου, που του λέει ο προφήτης Νάθαν ότι «ὁ
θρόνος αὐτοῦ ἔσται ἀνωρθωμένος εἰς τὸν αἰῶνα». Και λέγει ο Δαβίδ: «Τίς
εἰμι ἐγώ, Κύριέ μου, Κύριε; Καὶ τίς ὁ οἶκός μου, ὅτι ἠγάπησάς με ἕως τούτου;».
«Ποιος είμαι εγώ; Και ποια είναι η
σκούφια μου;». Αυτό θα πει «ὁ οἶκός μου». «Ποιος είναι ο πατέρας μου και η μάνα μου; Ποιος είμαι εγώ; Ώστε θα
κρατήσεις ανορθωμένο τον θρόνο μου αιωνίως; Ποιος είμαι εγώ;». Κι ακολουθεί μία θαυμασία προσευχή.
Αγαπητοί μου, η ευσέβεια και η ευλάβεια και ο φόβος του Θεού είναι τα γεννήματα της
αυτογνωσίας. Η αυτογνωσία γεννά την ευσέβεια, την ευλάβεια και τον φόβο του
Θεού. Αυτήν την αυτογνωσία διέθετε και αυτός ο εκατόνταρχος, που σήμερα η
Εκκλησία μας ευαγγελικά τον προβάλλει. Και εστάθη κι αυτός, με όλους τους
άλλους, που αναφέραμε, ένα αληθινόν
μνημείον αυτογνωσίας. Και επηνέθη
από τον Κύριον. Ας το κατανοήσομε, λοιπόν, αυτό, ότι η πνευματική ζωή αρχίζει με την αυτογνωσία. Όσο αυτή δεν έρχεται,
ματαιοπονούμε για πνευματική ζωή. Γι'αυτό,
ας παρακαλέσομε θερμά τον Κύριον, να μας ανοίξει τα μάτια με την ταπείνωση, για
να αρχίσομε να βλέπομε τον πραγματικό μας εαυτόν. Να αποκτήσομε την γόνιμη και
αληθινή αυτογνωσία.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον
πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο
Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της
απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη,
φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
·
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
·
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_502.mp3