ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ. 8,5-13]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου
Μυτιληναίου
με θέμα:
«Ο ΑΝΗΜΠΟΡΟΣ ΣΠΙΤΙΚΟΣ ΜΑΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 5-7-1987] (Β178)
Θαυμάζομε, αγαπητοί μου, τους γεμάτους πίστη λόγους του εκατοντάρχου προς τον Κύριον, όπως ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Ήσαν τόσο σπουδαίοι, ώστε αυτός ο Κύριος να θαυμάσει και να αναφωνήσει στους ακολούθους Του: «Ἀμὴν, λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον».
Εντούτοις, πίσω από τους λόγους τους εκατοντάρχου,
κρύπτεται και κάτι άλλον θαυμαστόν. Όχι μόνον η πίστις. Είναι η στάση του και η
συμπεριφορά του στον ανήμπορο δούλο του. Είναι γνωστό ότι μία παράλυσις δεν
είναι μία ασθένεια ακαριαία. Αλλά εκδηλούται
βραδέως και μακροχρονίως. Αυτό σημαίνει ότι ήτο πολύς ο χρόνος της ασθενείας
εκείνου του δούλου του εκατοντάρχου. Και συνεπώς και πολλή η ανοχή και η αγάπη του εκατοντάρχου.
Σημειώνεται από τον Ιερόν Ευαγγελιστήν ότι
ο δούλος εκείνος «δεινῶς ἐβασανίζετο». Δηλαδή φοβερά βασανιζόταν· που δείχνει ότι δεν
ήτο μία κοινή παράλυσις, αλλά προήρχετο πιθανώς από ρευματισμούς ή από
αρθρίτιδα. Και προκαλούσε αυτούς τους φοβερούς μαζί με την παράλυση πόνους.
Έτσι
όντως θαυμάζεται όχι μόνον η πίστις του εκατοντάρχου, αλλά και η αγάπη του. Και μάλιστα όχι σε ένα μέλος της οικογενείας του,
αλλά σε έναν δούλον· που μόνο αν έχομε μία αληθινή εικόνα της δουλείας της
εποχής και περί της αξίας ενός δούλου –θυμηθείτε πόσο επωλήθη ο Κύριος, επωλήθη
με την τιμήν ενός δούλου· τριάκοντα αργύρια· τριάκοντα αργύρια· χίλιες δραχμές που είχαν
την αξία τους πριν από είκοσι χρόνια· τριάκοντα αργύρια. Ήταν τιποτένια η αξία ενός δούλου. Και όμως εδώ βλέπει κανένας ότι αυτός ο εκατόνταρχος να δείχνει μία
συμπεριφορά εις αυτόν τον ανήμπορο δούλο του, καταπληκτικήν. Μας καταπλήσσει. Ίσως γιατί πάντα
μένομε στο τι είπε εις τον Κύριον και τι είπε ο Κύριος εις τον εκατόνταρχο και
δεν έχομε μείνει ίσως εις τον χώρον του σπιτιού του εκατοντάρχου, πολύ πριν ο
Κύριος εμφανιστεί, δια να θεραπεύσει εκείνον τον δούλον.
Έτσι
ο εκατόνταρχος, ο θαυμαστός αυτός
άνθρωπος, έρχεται να μας διδάξει, να μας δείξει πώς ακριβώς πρέπει να
συμπεριφερόμεθα προς έναν ανήμπορον ασθενή σπιτικόν μας. Και πρώτα πρώτα ο
δούλος δια τον Εκατόνταρχον, μην ξεχνούμε ότι ναι μεν δούλος, δια τα δεδομένα
της εποχής, αλλά δεν έπαυε από του να
είναι ένας άνθρωπος, να είναι μία εικόνα του Θεού. Όπως και ο άρρωστος, δεν
παύει από του να είναι ένας άνθρωπος. Και
φυσικά ως άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζεται. Δεν μπορούμε να πούμε ότι
επειδή αυτός είναι εγκαταλελειμμένος, είναι γέρων, είναι άρρωστος βαριά, ότι θα
πεθάνει, ό,τι άλλο…· δεν μπορούμε να
ειπούμε ότι… «άστον εις το έλεος του Θεού»,
και να τον εγκαταλείψομε. Θα
αντιμετωπιστεί ο κάθε άνθρωπος, σε οποιαδήποτε κατάσταση κι αν βρίσκεται, ως
άνθρωπος, ως εικόνα Θεού.
Κάποια φορά, το κάθε σπίτι, θα έχει και
κάποιον άρρωστον. Κάποια φορά. Σήμερα
μπορεί να μην έχει. Να έχει αύριο. Κάποτε, ένα άρρωστο παιδί, που πιθανώς
δεν γίνεται καλά. Ένα παιδί που γεννήθηκε φυτό. Και θα επωμισθούν αυτόν τον
βαρύ σταυρό οι γονείς, να μεγαλώσουν αυτό το παιδί-φυτό. Ή ένα παιδί σπαστικό
και μάλιστα εις υπερθετικόν βαθμόν σπαστικό· που να μην μπορούν πώς να το
πιάσουν το παιδί αυτό. Ένα παιδί ακόμη διανοητικά καθυστερημένο. Δεν είναι λίγα
τα σπίτια, τα οποία έχουν κάποιο τέτοιο πρόβλημα.
Αλλά κι ένας ώριμος άνθρωπος μπορεί να
αρρωστήσει μέσα στο σπίτι. Μπορεί να είναι ο σύζυγος, να είναι η σύζυγος, από
ένα ατύχημα, από μια χρονία αρρώστια να καθηλωθεί στο κρεβάτι, για να μη
σηκωθεί ίσως ποτέ. Ή να σηκωθεί ύστερα από μία μακροχρονία νοσηλεία. Ακόμη,
ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, ένας παππούς, μία γιαγιά, που γίνεται και αυτός
φυτό, ύστερα από ένα ενδεχομένως εγκεφαλικό ή από γηρατεία. Ή να μένει
παράλυτος εις το κρεβάτι, να έχει ελαττωμένη όραση, να έχει ελαττωμένη ακοή, να
έχει ελαττωμένη αντίληψη, να έχει απώλεια ούρων, να έχει παράλογες απαιτήσεις. Όλα αυτά είναι μία πραγματικότητα. Είναι
μία πραγματικότητα που σήμερα μπορεί να είναι στον γείτονα και αύριο να είναι
σε μας. Και που θα πρέπει να αντιμετωπίσομε. Αλήθεια, πώς θα αντιμετωπίσομε
μία τέτοια κατάσταση, αν κάποτε μας τύχει, γρήγορα ή αργά; Οι γονείς μας μπορεί
αυτή την στιγμή να είναι ακμαίοι. Και να είμεθα μια χαρά μέσα στο σπίτι. Μα αν
γεράσουν; Τότε δεν αλλάζει το σκηνικό μέσα εις το σπίτι; Πώς, λοιπόν, θα σταθούμε;
Ο
κάθε άνθρωπος, αγαπητοί μου, σε οποιαδήποτε ηλικία, πρέπει να ξέρομε ότι
διαφοροποιείται από πλευράς, από απόψεως τύπου. Όλοι οι άνθρωποι δεν είναι
το ίδιο. Ο ένας διαφέρει από τον άλλον. Έχομε καταρχάς αυτόν τον λογικόν τύπον. Είναι ο άνθρωπος που
σκέπτεται περισσότερο. Έχομε τον
συναισθηματικόν τύπον. Ο άνθρωπος ο οποίος πιο πολύ κινείται από την καρδιά
του. Έχομε και τον νευρικόν τύπον.
Και πρώτα
πρώτα ο λογικός τύπος. Ο λογικός τύπος
εύκολα δεν μας κουράζει. Μπορεί να είναι χρόνια στο κρεβάτι, αλλά δεν μας
κουράζει. Διότι φιλοσοφεί την
πραγματικότητα. Βιώνει εκείνο το «ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην»,
που λέει ο Ψαλμωδός. Οπότε ό άνθρωπος αυτός μένει ειρηνικός εκεί καθηλωμένος
εις το κρεβάτι του. Ειρηνικός και
υπομονετικός. Ή αναμένει την θεραπεία του, όσο και αν αυτή αργήσει, ή έχει
πάρει την απόφαση να προσαρμοστεί πλέον εις αυτήν την ισοβίαν κατάστασιν.
Ακόμα,
είναι ο συναισθηματικός τύπος, ο
οποίος δημιουργεί πολλά προβλήματα
σχέσεων. Παραπονείται ότι δεν τον προσέχουν, ότι η νοσηλεία του υστερεί,
τόσο από τους οικείους του, όσο και από τους γιατρούς, τα βάζει με όλους,
παραπονείται ακόμη και για τους φίλους, ότι δεν τον επισκέπτονται τακτικά,
στενοχωρείται ότι αργεί να γίνει καλά, παραπονείται
και εις Αυτόν ακόμη τον Θεόν ότι τον έχει αδικήσει. Απελπίζεται ο τύπος
αυτός. Προσέξτε τι έχομε να αντιμετωπίσουμε.
Είναι
και ο νευρικός τύπος. Όταν ο
νευρικός τύπος ασθενεί, είναι απίθανα
προβληματικός άνθρωπος. Αισθάνεται πως θα τρελαθεί. Αισθάνεται άρρωστος
ακόμη, ενώ είναι καλά. Πολλές φορές αισθάνεται ότι δεν είναι καλά, ενώ είναι
καλά. Παραπονείται ότι δεν κοιμάται, ότι πονάει, ότι έχει εγκαταλειφθεί, ότι
πρέπει να φροντίσουν γι’ αυτόν περισσότερο. Όλα τον πειράζουν. Με τίποτα δεν μένει ευχαριστημένος. Όλα τον
ενοχλούν. Μπορεί κάποτε να συγκινηθεί από μία προσφορά κάποιου. Αλλά, εάν αυτός
ο κάποιος δείξει μία, λιγάκι διαφορετική συμπεριφορά, λίγο να μην τον προσέξει,
τότε τα ξεχνάει όλα γρήγορα και έρχεται να στραφεί και εναντίον του. Αυτός ο
τύπος εύκολα μπορεί να αποκτήσει και μία μισανθρωπία, να γίνει μισάνθρωπος.
Καταλαβαίνετε, αγαπητοί μου, τι έχει να αντιμετωπίσει ένα σπίτι από έναν
τέτοιον ασθενή; Τι να πω; Να πω δια τις
αδελφές νοσοκόμες και δια τους γιατρούς, τι έχουν να αντιμετωπίσουν μέσα σε ένα
νοσοκομείο, που εκεί τους ασθενείς… έχουν όλους τους τύπους των ασθενών;
Για όλους αυτούς, αγαπητοί μου, πώς θα
κινηθούμε; Δεν θα απομονώσουμε, καταρχάς,
καθ’ οποιονδήποτε τρόπον, τον άνθρωπό μας. Όταν λέω «δεν θα τον απομονώσουμε» εννοώ ψυχολογικά δεν θα τον
απομονώσουμε. Διότι αν υποτεθεί ότι έχει μία ασθένεια μεταδοτική, βεβαίως
πρέπει να απομονωθεί. Αναμφισβήτητα. Αλλά όταν, όμως, δεν έχει μεταδοτική
ασθένεια, δεν θα απομονωθεί και προπαντός ψυχολογικά. Αλλά και εκείνος που έχει μία μεταδοτική ασθένεια, ψυχολογικά δεν θα
απομονωθεί. Μπορεί να είναι ξεχωριστά τα σκεύη του, μπορεί να είναι σε
χωριστό δωμάτιο, αλλά ψυχολογικά, όμως, δεν πρέπει να απομονωθεί.
Πρέπει
να δείχνομε στον άρρωστό μας την προσοχή μας και το ενδιαφέρον μας. Ακόμη, δεν
θα κουράζουμε τον άνθρωπό μας με μία νοσηρή αγάπη. Εκείνη που καμιά φορά έχουν
οι μητέρες στον σύζυγο ή στα παιδιά, όταν αρρωστήσουν. Μία αγάπη υπερβολική, με
ένα αίσθημα υπερπροστασίας. Αν ξέρατε πόσο κουράζει αυτό το αίσθημα της
υπερπροστασίας! Όταν δεν αφήνομε τον άνθρωπό μας να αυτενεργήσει, να κάνει
κάτι. Να του επιβάλουμε οπωσδήποτε την δική μας τη γνώμη, γιατί νομίζομε ότι με
τον τρόπον αυτόν θα τον βοηθήσομε καλύτερα. Είναι, όμως, αφάνταστα κουραστικό
αυτό. Προσοχή, θα αγαπάμε, αλλά όχι
νοσηρά. Δεν θα ενοχλεί η αγάπη μας
και δεν θα δείχνομε, επαναλαμβάνω, αυτό το αίσθημα, να έχομε και να δείχνομε,
αυτό το αίσθημα της υπερπροστασίας.
Δεν θα στεκόμεθα μπροστά στον άρρωστον με
ένα μελαγχολικόν ύφος, με μία απαισιοδοξία. Θα πρέπει να είμεθα
χαμογελαστοί. Θα πρέπει να είμεθα αισιόδοξοι, ευχάριστοι. Μην του δείχνομε ότι μας έχει κουράσει. Ή ότι δεν υπάρχει γι’ αυτόν
ελπίδα σωτηρίας. Εάν είναι λογικός άνθρωπος, τότε θα κουραστεί ο ασθενής
μας, βλέποντάς μας να κουραζόμεθα. Διότι θα αισθάνεται ότι η περίπτωσίς του τον
κουράζει. Θα έφθανε στο σημείο να ηύχετο
να πεθάνει, μόνο και μόνο για να μην κουράζει το περιβάλλον του. Όταν,
μάλιστα, σας είπα, τονίζομε αυτήν
την κατάσταση με το να παίρνομε αυτό το ύφος το μελαγχολικό και το κουρασμένο.
Ακόμα θα πρέπει στον άρρωστό μας να δημιουργούμε και ένα κατάλληλο
περιβάλλον. Και πρώτα πρώτα ψυχολογικό, ψυχολογικώς. Σας είπα, μια
χαρούμενη ατμόσφαιρα. Ακόμη, ένα
περιβάλλον αισθητικώς ευχάριστο. Το δωμάτιο να μην έχει πολλά πράγματα, να
μην είναι φορτωμένο. Αν πρόκειται να μείνει πολύν καιρό στο κρεβάτι, να το
αδειάσουμε το δωμάτιο αυτό. Να μην το έχομε αποθήκη ή με πολλά αντικείμενα
μέσα. Λίγα πράγματα. Και ό,τι υπάρχει, μέσα στο ντουλάπι να είναι. Ώστε ο
άνθρωπος να μην αισθάνεται ότι είναι πολύ φορτωμένο το σπίτι, σαν να κάθονται
επάνω στο στήθος του όλα αυτά τα αντικείμενα. Να βάλομε ένα βαζάκι με λίγα
λουλούδια, κάποια καδράκια ευχάριστα εις τους τοίχους. Όλα αυτά δημιουργούν μία
ατμόσφαιρα αισθητικώς όμορφη, ευχάριστη.
Αλλά,
ακόμα, πρέπει το περιβάλλον και από
πρακτικής πλευράς να είναι κατάλληλον. Να μπορεί ο ασθενής να αναπαυθεί σε
ένα καλό στρώμα, καλό κρεβάτι, να μην αισθάνεται πως έχει γρόμπους το στρώμα ή
είναι μάλλινο και ζεσταίνεται ή θέλει να βρει ένα αντικείμενο από το κομοδίνο
και δεν υπάρχει κομοδίνο ή το αντικείμενο δεν ξέρω πού βρίσκεται. Δηλαδή να
έχει μία στοιχειώδη άνεση ο άνθρωπος
μέσα στο δωμάτιο που τον έχομε βάλει.
Αλλά θα τον βοηθήσουμε ακόμη, αγαπητοί μου, να προσαρμοστεί στην
πραγματικότητα. Αυτό είναι το
μεγαλύτερο και το δυσκολότερο που έχουμε να επιτελέσουμε. Να τον βοηθήσουμε να
προσαρμοστεί. Πρέπει να του πούμε πώς είναι και πως θα μείνει στο κρεβάτι.
Και ότι πρέπει να προσαρμοστεί εις την κατάσταση αυτή. Φυσικά, δεν θα το πούμε
αυτό μόλις αρρωστήσει ο άνθρωπος. Αλλά άμα περάσει κάποιος καιρός και αρχίζει
να αισθάνεται ότι βαριέται, ότι δεν μπορεί πια, θα του πούμε ότι «Κοίταξε να δεις, πρέπει να μάθεις ότι κάπως
έτσι πρέπει να αρχίσεις να βρίσκεις τη ζωή σου στην κατάσταση που βρίσκεσαι.
Πρέπει να το καταλάβεις αυτό». Ο λογικός το καταλαβαίνει. Ο συναισθηματικός
σχεδόν ποτέ. Ο νευρικός ποτέ! Γι'αυτό
και σηκώνουν μεγαλύτερο σταυρό εκείνοι που περιποιούνται ένα ασθενή, από
εκείνον ο οποίος ήδη είναι ασθενής. Να
τον βοηθήσουμε να μην απελπίζεται, να μην φθάσει να σκληρυνθεί. Να του υπενθυμίζομε ότι η αρρώστια είναι
κλήρος κάθε ανθρώπου. Εφόσον αμαρτήσαμε στο πρόσωπο του Αδάμ, κι έχουμε και
τις προσωπικές μας αμαρτίες, η αρρώστια πια είναι ένα γεγονός, είναι μία πραγματικότητα.
Αλλά η
αρρώστια, όμως, αν θα αρχίσει να παραπονείται κατά του Θεού, είναι εργαλείον,
με το οποίον θα επιτύχομε την αρετή της υπομονής. Και ότι είναι πολύ σπουδαίο στοιχείο η αρρώστια στα
χέρια του Θεού, για να σμιλέψει ένα ωραίο χαρακτήρα εις τον άνθρωπον. Ότι η
υπομονή είναι η τέχνη και η επιστήμη το
να υποφέρεις γόνιμα. Τόσο έχοντας
καρπό την δόξα του Θεού, όσο και την δική σου πνευματική ανασυγκρότηση. Η υπομονή είναι σπουδαία και για τον ασθενή
και για εκείνον που περιποιείται τον ασθενή. Και δεν είναι μία κενή, κούφια
λέξη, που μπορούμε να πούμε σε έναν άνθρωπο, να έχει υπομονή. Πρέπει να
καταλάβει ο άλλος, άμα του λέμε ότι πρέπει να έχει υπομονή, ή άμα το λέμε στον
εαυτόν μας, ότι πρέπει να έχω υπομονή, δεν πρέπει να είναι κάτι φιλολογικό. Πρέπει να καταλάβομε ότι η υπομονή είναι
μεγάλη αρετή. Και χωρίς αυτήν δεν πετυχαίνομε τίποτα στη ζωή μας. Όχι το θέμα
που αναφέρομαι τώρα, αλλά οποιανδήποτε αρετή. Η κάθε αρετή έχει αγώνα, κόπο, δυσκολία.
Εάν κανείς δεν έχει την ανδρεία, που είναι
παιδί της υπομονής, πέστε μου, σας παρακαλώ, πώς θα επιτύχει ποτέ την αρετή; Θυμηθείτε τον Ιωνά. Είχε ζέστη,
όταν κάθισε σε έναν λόφο απέναντι από την Νινευί, για να δει την καταστροφή
της. Εκεί, το άλλο πρωί φύτρωσε μία κολοκυθιά, μέσα σε λίγη ώρα. Άπλωσε πελώρια
φύλλα. Ένιωσε μία αναψυχή. Κάθισε από κάτω από την κολοκυθιά και είχε εκείνη
την σκιά της και αισθανόταν καλά. Κάπου εκεί προς το μεσημέρι, η κολοκυθιά
ξεράθηκε. Ήτο δε από τον Θεόν, να φυτρώσει, να μεγαλώσει γρήγορα και να ξεραθεί
γρήγορα. Και τότε τον έπιασε απελπισία τον Ιωνά. Πήγε να σκάσει. Ξέρετε σε
ποιον βαθμό απελπισίας; Ηύχετο να πεθάνει.
«Θεέ μου, να πεθάνω!». Και του λέει ο Θεός: «Επειδή ζεστάθηκες λίγο;». Να
η ανδρεία. Το να πει κανείς: «Ζεσταίνομαι,
πάω να πεθάνω. Δεν θα πεθάνω, δεν πέθανε κανείς από την πολλή την ζέστη. Υποφέρει, αλλά δεν πέθανε κανείς». Ή
ό,τι άλλο. Για να καταλάβομε, αγαπητοί μου, τι θα πει υπομονή. Και ότι η υπομονή προβάλλεται με την ανδρεία.
Σας ξαναλέγω, η ανδρεία είναι το πιο όμορφο παιδί της υπομονής.
Θα
βοηθήσουμε, ακόμη, αγαπητοί μου, τον
άνθρωπό μας τον άρρωστο να οδηγηθεί σε μία αυτογνωσία. Γιατί όσο καιρό ο άνθρωπος είναι υγιής, ξέρετε, δεν του μένουν χρονικά
περιθώρια για να κοιτάξει τον εαυτόν του. Όταν αρρωστήσει –πόσες φορές το
έχω ακούσει αυτό από αρρώστους- όταν αρρωστήσει, κάθεται και βλέπει τον εαυτόν
του. Τότε πράγματι του μένει ο χρόνος.
Ακόμη, θα πρέπει να φθάσει ο άρρωστός μας, αν έχουμε την τέχνη, σε μία όχι μόνο απλώς αυτογνωσία, που
είναι η βάσις για την μετάνοια και την σωτηρία, αλλά θα πρέπει να γίνει καινούριος άνθρωπος επάνω εις το κρεβάτι.
Αυτή η μεγάλη τέχνη. Να γίνει καινούριος άνθρωπος.
Κάποτε ένας… εδώ και πολλά πολλά χρόνια,
πόσα να σας πω, ογδόντα χρόνια πίσω, ίσως λιγότερα, ένα δεκαπεντάχρονο παιδί έμπαινε στο Άσυλο Ανιάτων στην Αθήνα. Ελέγετο Δημήτριος Στυλιανόπουλος· να σας
πω και το όνομά του. Με συγχωρείτε. Παναγιώτης
Στυλιανόπουλος. Όταν μπήκε μέσα και είδε εκείνη τη φοβερή επιγραφή… «Άσυλον
Ανιάτων»… «Ώστε εδώ θα μείνω σε όλη μου
την ζωή;». Τον έπιασε απελπισία. Αλλά σκέφτηκε και είπε ότι… «Γιατί να με πιάσει απελπισία; Υπάρχουν
άλλοι χειρότεροι». Και τότε ξέρετε τι έκανε; Σκέφτηκε πώς μπορεί να βοηθήσει κάποιους άλλους ανθρώπους, που ήταν σε
χειροτέρα κατάσταση. Είπε: «Έχω
παράλυτα πόδια, αλλά έχω γερά χέρια».
Και τότε, αγαπητοί μου, όταν συνήλθε,
άρχισε να μελετάει την Αγία Γραφή, τον λόγο του Θεού. Τότε, αγαπητοί μου, ήρθε σε αυτογνωσία και κατάλαβε το μεγάλο γεγονός.
Και επιπλέον εφεύρε μία μηχανή, ένα τυπογραφείο για τυφλούς, λέγοντας, οι
τυφλοί είναι χειρότεροι από εμένα. Και
εξυπηρετούσε στην Ελλάδα δέκα χιλιάδες τυφλούς, στέλνοντάς τους βιβλία με το
σύστημα «Braille(:Μπράιγ)». Με
μία μηχανή, με ένα τυπογραφείο δικής του επινοήσεως, που είχε θαυμαστεί
πραγματικά αυτή η συσκευή. Ο άνθρωπος αυτός είχε μάθει κάτι να φτιάχνει.
Στα
χέρια δε του κάθε ασθενούς, εάν μπορεί και όσο μπορεί, πρέπει να βάζομε μιαν
απασχόληση, ένα κέντημα, ένα πλέξιμο, ένα κάτι, ό,τι μπορεί. Ξέρετε ότι
υπάρχουν, αγαπητοί μου, ζωγράφοι που ζωγραφίζουν με το στόμα ή με τα δάχτυλα
των ποδιών, γιατί κάποια άλλα μέλη τους είναι παράλυτα; Το γνωρίζετε αυτό; Τι
σημαίνει; Σημαίνει ότι πρέπει να βάζουμε κάτι πάντοτε σαν απασχόληση. Αυτός ο
άνθρωπος, ο Παναγιώτης Στυλιανόπουλος, είναι μακαρίτης πια. Αλλά στάθηκε μια, θα λέγαμε, σπουδαία μορφή.
Εκεί, από το κρεβάτι του ιδρύματος του Ασύλου των Ανιάτων, έδινε μηνύματα
ελπίδος και αισιοδοξίας στα πέρατα της Ελλάδος. Πόσοι σπουδασταί, πόσοι φοιτηταί, πόσοι μαθηταί τον ευγνωμονούν, γιατί
διάβαζαν τα πανεπιστημιακά τους βιβλία με το σύστημα «Braille(:Μπράιγ)» που τα ετύπωνε αυτός ο άνθρωπος!
Έτσι, ο
άρρωστός μας δεν θα έχει το αίσθημα ότι είναι άχρηστος άνθρωπος. Θα έχει το
αίσθημα ότι είναι χρήσιμος. Ακόμα θα του εξασφαλίσομε και λίγο ησυχία, κάποιες ώρες για ύπνο, αλλά και κάποιες
ώρες για αυτοσυγκέντρωση. Η αυτοσυγκέντρωση θα τον βοηθήσει πάρα πολύ για να κάνει αυτοκριτική. Θα τον
βοηθήσομε να προσεύχεται. Θα
προσευχηθούμε και εμείς δίπλα του.
Θα τον βοηθήσομε να εννοήσει ότι η
αρρώστια είναι μία ειδική κλήσις, ένα κάλεσμα του Θεού, για πολλά πράγματα, που όλα τείνουν στη
σωτηρία.
Ο Ιώβ, αγαπητοί, είχε αυτήν την ειδικήν
κλήσιν για την αρρώστια του. Και
απέδειξε με την τεραστία υπομονή του και την άκαμπτη πίστη του ότι είχε
αποδεχθεί αυτήν την κλήση του Θεού. Εκείνος ο παράλυτος, ο 38 χρόνια
παράλυτος, είχε και αυτός ειδική κλήση από τον Θεό, για να σωθεί η ψυχή του. Εκείνος ο άλλος ο τυφλός, ο εκ γενετής,
αυτός δα, είχε ειδικήν κλήσιν στην τύφλωσή του, για να δοξαστεί ο Υιός του Θεού. Και για να σωθεί η ψυχή του. Να
γίνει εκείνος ο πρώην τυφλός, να γίνει ομολογητής του Χριστού, να γίνει μάρτυς
του Χριστού και να σωθεί. Ακόμη, το παράδειγμα του Ιώβ. Προσέξτε αυτό, το πώς
αντιμετωπίστηκε από τη γυναίκα του. «Επιτέλους»,
του λέει, «βλασφήμα τον Θεόν και πέθανε,
να ησυχάσεις κι εσύ κι εγώ». Πώς, λοιπόν, αντιμετωπίστηκε από τη γυναίκα
του, από το υπηρετικό του προσωπικό, που δεν γύριζαν να τον κοιτάξουν πια. Και
από εκείνους τους τρεις φίλους, που του έλεγαν λόγια που του πλήγωναν την
καρδιά. Αλλά και εκείνος, ο Ιώβ, πώς αντιμετώπισε τη γυναίκα του, το υπηρετικό
του προσωπικό και τους τρεις του φίλους. Αυτό
έχει να μας διδάξει πάρα πολλά.
Θα
πούμε την αλήθεια εις τον άρρωστό μας; Θα του πούμε την αλήθεια. Αλλά αυτό
όμως ποικίλλει από άνθρωπο σε
άνθρωπο, από ηλικία σε ηλικία, από ιδιοσυγκρασία σε ιδιοσυγκρασία. Μην το
ξεχνούμε. Δεν μπορούμε να πούμε πάντα
αμέσως την αλήθεια. Αλλά κι αν δεν την πούμε, αν κριθεί να μην την πούμε, τι
έχει και πότε και αν θα γίνει ή δεν θα γίνει καλά ή θα πεθάνει, θα του πούμε
οπωσδήποτε ότι είναι σοβαρά. Προσέξτε, θα το επαναλάβω. Θα του πούμε οπωσδήποτε ότι είναι σοβαρά. Έτσι, μια αρρώστια ανίατη, άμα ξέρω –δεν
είναι βέβαια για όλους τους ανθρώπους- είναι
πολύ καλό να το ξέρω, γιατί ρυθμίζω τα του εαυτού μου. Ρυθμίζει κανείς την
ζωή του χωρίς απογοήτευση, όταν
κάποτε μάθει τι είναι. Ήρθε μία κυρία προχθές, νεαροτάτη, 30 χρονών, κάπου
εκεί. Μου λέει: «Πάτερ μου, έχω καρκίνο».
Εγώ, έτσι κάπως εταράχτηκα. Το έλεγε τόσο απλά: «Έχω καρκίνο». Δηλαδή σαν να έλεγε: «Θα πεθάνω σε λίγο καιρό». Είναι
πολύ σπουδαίο να ξέρει κανείς όλα αυτά.
Αλλά το ύψιστο που έχομε να προσφέρομε, αγαπητοί, είναι το μυστήριον της
ζωής, το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Είναι το μυστήριον της Ιεράς
Εξομολογήσεως. Θα βοηθήσομε τον άρρωστό μας να εξομολογηθεί. Δυστυχώς
πολλοί βλέπουν τον ιερέα να μπαίνει σε ένα σπίτι, ως ο άγγελος του θανάτου. «Για να κοινωνήσει», λένε, «αυτός, θα πρέπει να πει ότι πεθαίνει». Γιατί; Είναι το μυστήριον της ζωής. Ο άρρωστός μας πρέπει να κοινωνεί πολύ
συχνά. Όσα χρόνια μείνει στο κρεβάτι.
Όλα αυτά που είπαμε, είναι σαν να πήγαμε
να μοιάσομε του εκατοντάρχου και να πήγαμε στον Ιησούν Χριστόν να ζητήσομε την θεραπεία ή την υπομονή του αρρώστου
μας. Να προσέξομε το θέμα της Ιεράς
Εξομολογήσεως και της Θείας Ευχαριστίας. Διότι, εν εναντία περιπτώσει, ο
άνθρωπός μας πεθάνει χωρίς να κοινωνήσει και εξομολογηθεί, να το ξέρετε,
ισοβίως θα έχομε τύψεις.
Αγαπητοί μου, ο πόνος είναι το σχολείο της ζωής και της αιωνιότητος. Και εις το σχολείο αυτό φοιτά τόσο ο ανήμπορος
άνθρωπός μας, όσο και εμείς που τον υπηρετούμε. Ο εκατόνταρχος και ο δούλος
του φαίνεται ότι εφοίτησαν στο σχολείο αυτό και πήραν «Άριστα». Έφθασαν στην ακροτάτη Θεολογία, με εκείνο που ειπώθηκε: «Εἰπὲ
λόγῳ», είπε εις τον Κύριον
ο εκατόνταρχος, που ανεγνώριζε εις το πρόσωπον του ιστορικού Ιησού τον Θεόν
Λόγον. Δεν υποφέρει κανείς για να υποφέρει. Αλλά διαμέσου του πόνου βρίσκομε τον αληθινό προορισμό μας. Μια υγεία
ακατάβλητη, μας παραπλανά ότι εδώ στη γη έχομε πατρίδα. Όχι! Ο Ίδιος ο Θεός
λέγει: «Πατάξω, κἀγὼ ἰάσομαι».
«Εγώ θα χτυπήσω, Εγώ θα θεραπεύσω».
Και η πάταξις και η θεραπεία είναι η ράβδος του Θεού, που, κατά τον Ψαλμωδόν, «ἡ ῥάβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου αὗται με
παρεκάλεσαν».
Και ο Θεός άλλοτε θεραπεύει το σώμα,
άλλοτε την ψυχή, αλλά πάντοτε, όμως, αν δει άνθρωπο κατάλληλο, θεραπεύει την
ψυχήν.
Πάντως, ας μιμηθούμε εκείνον τον θαυμάσιον εκατόνταρχον και στην πίστη και στην
αγάπη, που τόσο επηνέθη από τον Κύριον. Και ήτο ειδωλολάτρης, παρακαλώ. Πόσο μάλλον εμείς θα πρέπει να είμεθα
καλύτεροι από εκείνον, αφού γνωρίσαμε τον Χριστόν και το Ευαγγέλιόν Του.
ΠΡΟΣ
ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον
πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο
Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της
απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη,
φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
·
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
·
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_361.mp3
