Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ [:Ρωμ. 13,11-14 και 14,1-4]


ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

[Μέρος πρώτο: υπομνηματισμός των εδαφίων Ρωμ. 13,11-14]
   «Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι (:ας κάνουμε λοιπόν τα έργα αυτά της αγάπης, ακούραστοι και χωρίς αναβολή, γνωρίζοντας σε ποιον καιρό ζούμε. Ζούμε σε εποχή που απαιτεί επειγόντως την άσκηση της αρετής· διότι είναι πλέον ώρα να σηκωθούμε από τον ύπνο της αμέλειας, που μας κάνει δυσκολοκίνητους στο καλό)» [Ρωμ. 13,11].
Αφού υπέδειξε όλα όσα έπρεπε ο Παύλος, τους παρακινεί πάλι προς την εκτέλεση των αγαθών από το πιο επείγον. «Γιατί ο καιρός της Κρίσεως», λέγει, «είναι πολύ κοντά», όπως ακριβώς έγραφε και στους Κορινθίους, ότι «ὁ καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπόν ἐστιν (:ο καιρός της ζωής αυτής είναι πολύ μικρός και λιγοστός)» [Α΄Κορ. 7,29]· και στους Εβραίους πάλι, «ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ (:δείξτε υπομονή διότι πολύ λίγος χρόνος μένει ακόμη και ο Κύριος που περιμένουμε να έλθει και πάλι, θα έλθει και δεν θα αργήσει)» [Εβρ. 10,37]. 

 Αλλά εκεί τα έλεγε αυτά για να τονώσει εκείνους που κοπίαζαν και για να τους παρηγορήσει για τους ιδρώτες για τους διαδοχικούς πειρασμούς, ενώ εδώ για να ξυπνήσει εκείνους που κοιμούνταν· καθόσον αυτός ο λόγος μας είναι χρήσιμος και για τα δύο.
Τι όμως σημαίνει αυτό που λέγει: «ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι (:είναι ώρα να σηκωθούμε από τον ύπνο)»; Δηλαδή, κοντά είναι η ανάσταση, κοντά η φοβερή κρίση, κοντά η ημέρα που καίγεται σαν φούρνος, και πρέπει πλέον να απαλλαγούμε από την αδιαφορία. «Νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν (:διότι τώρα η ημέρα της δευτέρας παρουσίας που θα σημάνει την πλήρη απολύτρωση των πιστών, είναι πλησιέστερη σε μας παρά τότε που πιστέψαμε. Εάν λοιπόν τότε δείξαμε ζήλο και δραστηριότητα, πολύ περισσότερο πρέπει να το δείξουμε και τώρα)» [Ρωμ. 13,11]. Βλέπεις ότι παρουσιάζει σε αυτούς τώρα την ανάσταση; «Γιατί καθώς περνάει ο χρόνος», λέγει, «ξοδεύεται ο καιρός της παρούσας ζωής, ενώ έρχεται πιο κοντά ο καιρός της μέλλουσας ζωής. Εάν λοιπόν είσαι προετοιμασμένος και έχεις κάνει όλα όσα διέταξε, η ημέρα γίνεται για σένα σωτηρία, εάν όμως συμβαίνει το αντίθετο, δεν είναι ακόμη».
Στην αρχή όμως δεν προτρέπει από τα λυπηρά, αλλά από τα χρηστά, για να τους απαλλάξει και έτσι από τη συμπάθεια για τα παρόντα. Στη συνέχεια, επειδή ήταν φυσικό να δείχνουν περισσότερη προθυμία στην αρχή και στο ξεκίνημα, αφού ήταν σφοδρός ο πόθος τους, αλλά με το πέρασμα του χρόνου να σβήσει εντελώς κάθε ζήλος, λέγει ότι πρέπει να κάνουν το αντίθετο, να μη χαλαρώνουν όσο περνάει ο καιρός, αλλά να εντείνουν περισσότερο την προσπάθειά τους. Γιατί όσο πλησιάζει ο βασιλιάς, τόσο περισσότερο πρέπει να προετοιμαζόμαστε· όσο περισσότερο κοντά είναι το βραβείο, τόσο περισσότερο πρέπει να μεγαλώνει η προθυμία μας για τους αγώνες. Γιατί και οι δρομείς αυτό κάνουν· όταν φτάνουν κοντά στο τέλος του δρόμου και στην παραλαβή του βραβείου, τότε εντείνουν περισσότερο την προσπάθεια.  Γι' αυτό έλεγε «τώρα είναι πιο κοντά η σωτηρία μας, παρά τότε που πιστέψαμε».
 «Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν (:η ζωή αυτή, που μοιάζει με νύχτα σκοτεινή, προχώρησε ενώ η ημέρα της άλλης ζωής πλησίασε. Και αν ακόμη δεν έλθει ο Κύριος σύντομα με την ένδοξη Δευτέρα Του παρουσία, έρχεται όμως για τον καθένα μας με τον θάνατο. Πλησιάζει λοιπόν για τον καθένα μας η ημέρα της άλλης ζωής)» [Ρωμ. 13,12]. Εάν λοιπόν αυτή τελειώνει, εκείνη όμως πλησιάζει· ας κάνουμε πλέον τα έργα εκείνης και όχι τα έργα αυτής. Καθόσον και στα βιοτικά πράγματα αυτό συμβαίνει. Όταν δούμε ότι η νύχτα τρέχει προς το χάραμα και ακούσουμε να κελαηδεί το χελιδόνι, ο καθένας μας ξυπνάει τον πλησίον του, αν και βέβαια είναι ακόμη νύχτα. Αλλά επειδή ήδη φεύγει, βιαζόμαστε λέγοντας ο ένας στον άλλο ότι ξημέρωσε, και κάνουμε όλα όσα ανήκουν στην ημέρα, δηλαδή ντυνόμαστε και λυτρωνόμαστε από τα όνειρα και απομακρύνουμε από μας τον ύπνο, για να μας βρει προετοιμασμένους η ημέρα και για να μην αρχίσουμε τότε να σηκωνόμαστε από το κρεβάτι και τεντωνόμαστε, όταν ανατέλλει ο ήλιος. Αυτά λοιπόν που κάνουμε εκεί, ας τα κάνουμε και εδώ. Ας αποβάλουμε τις φαντασίες, ας απαλλαγούμε από τα όνειρα της παρούσας ζωής, ας αποθέσουμε τον βαθύ ύπνο και ας ντυθούμε αντί για ρούχα την αρετή.
Για να δηλώσει λοιπόν όλα αυτά έλεγε: «ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός (:ας αποθέσουμε λοιπόν σαν νυκτερινά ενδύματα τα έργα της αμαρτίας, που γίνονται στο σκοτάδι, και ας ντυθούμε σαν άλλα όπλα τα φωτεινά έργα της αρετής)» [Ρωμ. 13,12]. Καθόσον η ημέρα μάς καλεί για παράταξη και μάχη. Αλλά μη φοβηθείς, ακούοντας για παράταξη και μάχη. Γιατί στην υλική πανοπλία το να οπλίζεται κανείς είναι βαρύ και ανεπιθύμητο, ενώ εδώ ποθητό και άξιο ευχής, γιατί τα όπλα είναι του φωτός.  Γι' αυτό και σε φανερώνουν πιο λαμπρό από την ακτίνα του ήλιου, επειδή εκπέμπουν πολλή λάμψη, και σε ασφαλίζουν, γιατί είναι όπλα, και σε κάνουν να λάμπεις πάρα πολύ, γιατί είναι όπλα του φωτός. Τι λοιπόν; Δε χρειάζεται να πολεμούμε; Χρειάζεται να πολεμούμε, όχι βέβαια να ταλαιπωρούμαστε και να κοπιάζουμε, γιατί ούτε πόλεμος είναι αυτός, αλλά χορός και πανηγύρι. Τέτοια είναι η φύση των όπλων, τέτοια είναι η δύναμη του στρατηγού. Και όπως ακριβώς ο γαμπρός στολίζεται και βγαίνει από το νυφικό δωμάτιο, έτσι και εκείνος που είναι ενισχυμένος με τα όπλα αυτά. Καθόσον είναι μαζί και στρατιώτης και γαμπρός.
Αφού είπε όμως ότι η ημέρα πλησίασε, δεν την αφήνει να είναι κοντά, αλλά την παρουσιάζει αμέσως· γιατί λέγει «ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν (:όπως συμπεριφέρεται κανείς την ημέρα, που τα βλέμματα πολλών τον παρακολουθούν, έτσι και εμείς ας συμπεριφερθούμε με ευπρέπεια και σεμνότητα)» [Ρωμ. 13,13]. Τώρα λοιπόν φθάνει η ημέρα. Και από εκείνα που προτρέπονται προπάντων οι πολλοί, απ’ αυτά προσελκύει και αυτούς, δηλαδή τη σεμνότητα. Γιατί γίνονταν πολύς λόγος σε αυτούς για τη δόξα από τους πολλούς. Και δεν είπε «να συμπεριφέρεστε» αλλά «ας συμπεριφερθούμε», για να κάνει ανενόχλητη την παραίνεση και ελαφριά την επίπληξη.
«Μὴ κώμοις καὶ μέθαις (:όχι με άσεμνα φαγοπότια και μεθύσια)»· όχι για να εμποδίσει το να πίνει κανείς, αλλά το να πίνει υπερβολικά· όχι το να απολαμβάνει το κρασί, αλλά το να το απολαμβάνει με κραιπάλη, όπως ακριβώς και το επόμενο αναφέρει με το ίδιο μέτρο λέγοντας: «μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις (:ούτε με πράξεις αισχρότητας και ασέλγειας)». Και βέβαια δεν καταργεί εδώ τη σαρκική μείξη με τις γυναίκες, αλλά την πορνεία.
«Μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ (:ούτε με φιλονικίες και ζηλοτυπίες)»· δηλαδή σβήνει τα θανάσιμα από τα πάθη, την επιθυμία και τον θυμό.  Γι' αυτό ακριβώς δεν καταργεί μόνο αυτά, αλλά και τις πηγές τους. Γιατί τίποτε δεν ανάβει τόσο την επιθυμία και δεν εξάπτει την οργή, όσο το μεθύσι και η κραιπάλη.  Γι' αυτό, αφού είπε πρώτα «μὴ κώμοις καὶ μέθαις (:όχι με άσεμνα φαγοπότια και μεθύσια)», τότε πρόσθεσε «μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ (:ούτε με πράξεις αισχρότητας και ασέλγειας, ούτε με φιλονικίες και ζηλοτυπίες)».  Και ούτε εδώ σταμάτησε, αλλά αφού μας έβγαλε τα πονηρά ρούχα, άκουσε πώς μας στολίζει στη συνέχεια λέγοντας: «ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν (:αλλά φορέστε σαν ένδυμα της ψυχής σας τον Κύριο Ιησού Χριστό, ώστε στην όλη ζωή σας να μοιάσετε με Αυτόν [Ρωμ. 13,14]. Δεν ανέφερε πια έργα, αλλά τους παρότρυνε σε μεγαλύτερο βαθμό. Γιατί, όταν τους μιλούσε για την κακία, ανέφερε έργα, αλλά όταν μιλούσε για την αρετή, δεν ανέφερε πια έργα, αλλά όπλα, δείχνοντας ότι η αρετή οδηγεί σε κάθε ασφάλεια εκείνον που την έχει και σε κάθε λαμπρότητα. Και ούτε εδώ σταμάτησε, αλλά οδηγώντας τον λόγο στο μεγαλύτερο, που ήταν πολύ πιο τρομερό, μας δίνει τον ίδιο τον Κύριο ως ένδυμα, τον ίδιο τον βασιλιά. Γιατί εκείνος που είναι ντυμένος με Αυτόν, έχει ολόκληρη την αρετή.
Όταν όμως λέγει «ντυθείτε», προστάζει να ντυνόμαστε με Αυτόν από παντού, όπως ακριβώς λέγει αλλού, «εἰ δὲ Χριστὸς ἐν ὑμῖν, τὸ μὲν σῶμα νεκρὸν δι᾿ ἁμαρτίαν, τὸ δὲ πνεῦμα ζωὴ διὰ δικαιοσύνην (:εάν όμως ο Χριστός είναι μέσα σας με το Πνεύμα Του, τότε, ενώ το σώμα σας υπόκειται στον φυσικό θάνατο εξαιτίας της προπατορικής μας αμαρτίας, η ψυχή όμως που έγινε πνευματική θα έχει ζωή αιώνια λόγω της δικαιώσεως που μας έδωσε ο Χριστός και της αρετής που ήδη αποκτά με τη χάρη του Θεού [Ρωμ. 8,10]· και πάλι: «ἵνα δῴη ὑμῖν κατὰ τὸν πλοῦτον τῆς δόξης αὐτοῦ δυνάμει κραταιωθῆναι διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ εἰς τὸν ἔσω ἄνθρωπον, κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν (:και Τον παρακαλώ θερμά να σας δώσει σύμφωνα με τον πλούτο της δοξασμένης και άπειρης τελειότητάς Του, ώστε δια του αγίου Πνεύματός Του να γεμίσετε με δύναμη μέσα σας, στον εσωτερικό σας άνθρωπο, για να κατοικήσει ο Χριστός με την πίστη μέσα στις καρδιές σας)» [Εφ. 3,16-17].
Καθόσον θέλει να είναι η ψυχή μας κατοικία γι΄ Αυτόν και να Τον φορούμε γύρω μας σαν ρούχο, για να είναι Αυτός σε μας τα πάντα από μέσα και από έξω. Γιατί Αυτός είναι το συμπλήρωμά μας, αφού η Εκκλησία Του «ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου (:η Εκκλησία αυτή είναι το σώμα Του, το συμπλήρωμα του Χριστού ως ανθρώπου· συμπλήρωμα του Χριστού, ο οποίος ως Θεός γεμίζει τα πάντα ικανοποιώντας όλες τις ανάγκες τους, και παρέχει σε κάθε δημιούργημά Του ό,τι Του χρειάζεται)» [Εφ. 1,23]· και οδός και άνδρας και γαμπρός, γιατί λέγει: «ἡρμοσάμην γὰρ ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ (:σας αρραβώνιασα με έναν άνδρα, τον Χριστό, για να παρουσιάσω τον καθένα από εσάς ως παρθένο αγνή σε Αυτόν· δηλαδή να παρουσιάσω τις ψυχές σας αγνές και καθαρές από κάθε πλάνη και αμαρτία, ενωμένες με την πίστη και την αγάπη σε μία πνευματική νύμφη, της οποίας νυμφίος να είναι ο Χριστός)» [Β΄Κορ. 11,2]· και ρίζα και ποτά και τροφή και ζωή, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ (:γιατί δε ζω πια εγώ)», λέγει, «ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός (:αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός [Γαλ. 2,20].
Και να είναι επίσης απόστολος και αρχιερέας και διδάσκαλος και πατέρας και αδελφός και συγκληρονόμος και μέτοχος του τάφου και του σταυρού μας «συνετάφημεν οὖν αὐτῷ (:γιατί έχουμε ταφεί μαζί Του)», λέγει, και «διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον (:έχουμε ενωθεί μαζί Του με το βάπτισμά μας σε ένα θάνατο σαν τον δικό Του[Ρωμ. 6,4-5]· και ικέτης, «ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν (:γιατί είμαστε πρεσβευτές του Χριστού [Β΄Κορ. 5,20]· και συνήγορός μας στον Πατέρα «ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν (:γιατί πραγματικά μεσιτεύει για μας[Ρωμ. 8,34], λέγει· και σπίτι και κάτοικος, «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ (:Εκείνος που τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, ενώνεται μαζί μου σ’ ένα σώμα και συνεπώς μένει μέσα μου και γίνεται έτσι μέλος δικό μου˙ κι εγώ μένω μέσα στην ψυχή του, η οποία γίνεται ναός μου)»[Ιω. 6,56]· και φίλος, «ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν (:Εσείς είστε φίλοι μου. Κι εγώ σας δείχνω την τέλεια και ανυπέρβλητη αγάπη μου θυσιάζοντας τη ζωή μου. Και θα εξακολουθείτε να είστε φίλοι μου, εάν κάνετε όσα εγώ σας ζητώ)» [Ιω. 15,14]· και θεμέλιος και ακρογωνιαίος λίθος, και εμείς είμαστε μέλη του και χωράφι και οικοδομή και κλήματα και συνεργάτες Του.
Και τι δεν θέλει να είναι από μας, για να μας συνδέει και να μας ενώνει μαζί Του με κάθε τρόπο; Πράγμα που είναι γνώρισμα εκείνου που αγαπάει πάρα πολύ. Να υπακούς λοιπόν, και αφού σηκωθείς από τον ύπνο να ντυθείς τον Χριστό, και αφού Τον ντυθείς να παρέχεις υπάκουη τη σάρκα σου σε Αυτόν. Γιατί αυτό υπαινίχθηκε λέγοντας: «καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας (:Και μη φροντίζετε για τη σάρκα πώς να ικανοποιείτε τις παράνομες επιθυμίες της. Τέτοια πρέπει να είναι η συμπεριφορά σας μέσα στην κοινωνία που ζείτε)» [Ρωμ.13,14]. Γιατί όπως ακριβώς δεν εμπόδισε το ποτό αλλά το μεθύσι, ούτε τον γάμο αλλά την ασέλγεια, έτσι δεν εμπόδισε τη φροντίδα για τη σάρκα, αλλά τη φροντίδα προς ικανοποίηση των επιθυμιών της, δηλαδή την υπέρβαση της ανάγκης. Γιατί, το ότι προστάζει να φροντίζουμε γι’ αυτή, άκουσε τι λέγει στον Τιμόθεο: «Μηκέτι ὑδροπότει, οἴνῳ ὀλίγῳ χρῶ διὰ τὸν στόμαχόν σου καὶ τὰς πυκνάς σου ἀσθενείας (:να μην πίνεις πλέον μόνο νερό όταν τρως το φαγητό σου, αλλά να χρησιμοποιείς και λίγο κρασί για το στομάχι σου και τις συχνές αρρώστιές σου)» [Α΄Τιμ. 5,23]. Έτσι λοιπόν και εδώ να τη φροντίζεις, αλλά για την υγεία της και όχι για ασέλγεια. Γιατί δεν μπορεί να είναι αυτό πλέον φροντίδα, όταν ανάβεις τη φλόγα, όταν κάνεις φοβερό το καμίνι.
Για να μάθετε όμως και πιο καλά, τι τέλος πάντων σημαίνει το να φροντίζει κανείς για τη σάρκα προς ικανοποίηση των επιθυμιών της, και να αποφύγετε μία τέτοια φροντίδα, σκεφτείτε τους μεθυσμένους, τους κοιλιόδουλους, εκείνους που καμαρώνουν για τα ρούχα τους, τους ακόλαστους, εκείνους που ζουν ζωή φιλήδονη και γεμάτη απολαύσεις και θα μάθετε αυτό που λέχθηκε. Γιατί εκείνοι τα κάνουν όλα, όχι για να υγιαίνουν, αλλά για να σκιρτούν, για να ανάβουν την επιθυμία.
      Εσύ όμως που είσαι ντυμένος τον Χριστό, αφού περικόψεις όλα εκείνα, ένα μόνο να ζητάς, πώς να έχεις υγιή τη σάρκα σου. Και μέχρι τόσο φρόντιζε γι’ αυτήν και όχι πιο πέρα, αλλά όλη την προθυμία σου να την αφιερώνεις στη φροντίδα των πνευματικών αγαθών. Έτσι λοιπόν θα μπορέσεις και από τον ύπνο αυτόν να σηκωθείς, χωρίς να αισθάνεσαι βάρος από τις ποικίλες αυτές επιθυμίες. Καθόσον ύπνος είναι η παρούσα ζωή, και δεν διαφέρουν καθόλου από τα όνειρα όσα συμβαίνουν σε αυτήν. Και όπως ακριβώς εκείνοι που κοιμούνται και παραμιλούν και δεν βλέπουν πολλές φορές τίποτε υγιές, έτσι και εμείς, ή μάλλον και πολύ χειρότερα. Γιατί εκείνος που έκαμε κάποιες αισχρές πράξεις ή διηγήθηκε ένα όνειρο, αφού απαλλάχτηκε από τον ύπνο, και από την ντροπή έχει απαλλαχθεί και δεν τιμωρείται· εδώ όμως δεν συμβαίνει το ίδιο, αλλά και η ντροπή και η τιμωρία είναι αθάνατη. Πάλι, όσοι γίνονται πλούσιοι στο όνειρο, όταν ξημερώσει ελέγχονται γιατί πλούτισαν τυχαία, ενώ εδώ και πριν έρθει η ημέρα ακολουθεί  πολλές φορές ο έλεγχος, και πριν μεταβούμε εκεί,

Μέρος Β΄ καὶ Γ΄ 
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

(Ρωμ. 13,11-14 και 14,1-4)
«Ο διάβολος τρυπάει τους τοίχους
και κατασφάζει όσους κοιμούνται»!
Ας αποτινάξουμε λοιπόν τον πονηρό αυτόν ύπνο. Γιατί, αν η ημέρα μας πιάσει να κοιμόμαστε, θα ακολουθήσει θάνατος αιώνιος. Αλλά και πριν από την ημέρα εκείνη θα είμαστε ευάλωτοι σε όλους τους εχθρούς που προέρχονται από εδώ, και στους ανθρώπους και στους δαίμονες· και αν θελήσουν να μας εξοντώσουν, δεν υπάρχει κανείς που θα τους εμποδίσει. Γιατί, αν ήταν πολλοί όσοι επαγρυπνούσαν, δεν θα ήταν τόσο μεγάλος ο κίνδυνος, επειδή όμως ένας και ίσως και δεύτερος, έχει ανάψει λυχνάρι και μένει επάγρυπνος, ενώ οι άλλοι κοιμούνται όπως ακριβώς στα βαθιά μεσάνυχτα,  γι' αυτό επιβάλλεται σε εμάς πολλή επαγρύπνηση και πολλή ασφάλεια, για να μην πάθουμε ανεπανόρθωτα κακά. Δεν φαίνεται τώρα πως είναι φωτεινή η ημέρα; Δεν νομίζουμε όλοι ότι έχουμε ξυπνήσει και είμαστε νηφάλιοι;

Αλλά όμως (ίσως και να περιγελάσετε τον λόγο, εγώ όμως θα τον πω), μοιάζουμε όλοι με εκείνους που κοιμούνται μέσα στη βαθειά νύχτα και ροχαλίζουν. Και αν υπήρχε δυνατότητα να δούμε ουσία ασώματη, θα σας έδειχνα πως οι περισσότεροι ροχαλίζουν, ενώ ο διάβολος τρυπάει τους τοίχους και κατασφάζει όσους κοιμούνται και αφαιρεί αυτά που υπάρχουν μέσα, κάνοντας όλα με ασφάλεια σαν μέσα σε βαθύ σκοτάδι. Ή καλύτερα, επειδή και στα μάτια αυτό είναι αδύνατο να το δουν, ας το περιγράψουμε με τον λόγο και ας σκεφτούμε πόσοι έχουν ενοχληθεί από κακές επιθυμίες, πόσοι κατέχονται από τη φοβερή νάρκη της ασέλγειας και πόσοι σβήνουν εντελώς το φως του Πνεύματος. Γι' αυτό λοιπόν βλέπουν άλλα αντί άλλων, ακούν άλλα αντί άλλων και δεν προσέχουν σε τίποτε από τα λεγόμενα εδώ.
Αλλά αν εγώ ψεύδομαι λέγοντας αυτά και στάθηκες ξυπνητός, πες μου, τι έγινε εδώ σήμερα, αν δεν άκουσες αυτά σαν σε όνειρο; Και ξέρω βέβαια, ότι θα το πουν μερικοί, γιατί δεν τα λέγω αυτά εναντίον όλων. Αλλά εσύ που είσαι ένοχος για τα προηγούμενα, που  μπήκες εδώ ανώφελα, πες, ποιος προφήτης, ποιος απόστολος μας μίλησε σήμερα και για ποια πράγματα. Αλλά δεν μπορείς να πεις, γιατί ασφαλώς πολλά μίλησες εδώ σαν σε όνειρο, χωρίς να ακούσεις τα αληθινά πράγματα. Αυτά όμως ας τα πω και στις γυναίκες, καθόσον και σε εκείνες είναι πολύς ο ύπνος· και είθε να είναι ύπνος. Γιατί όποιος κοιμάται ούτε κακό λέγει ούτε καλό, ενώ όποιος είναι ξυπνητός έτσι όπως εσείς, λέγει πολλά και για δικό του κακό, μετρώντας τόκους, κάνοντας υπολογισμούς δανείων, φέρνοντας στη μνήμη του αναίσχυντο εμπόριο, φυτεύοντας πυκνά τα αγκάθια στη δική του ψυχή, μην αφήνοντας ποτέ τον σπόρο ούτε για λίγο να βγει. Αλλά ξύπνησε τελείως, και κατάστρεψε από τη ρίζα τα αγκάθια αυτά και αποτίναξε τη μέθη· γιατί και από εδώ προέρχεται ο ύπνος. Μέθη όμως δεν εννοώ μόνο του κρασιού, αλλά και των βιοτικών φροντίδων, και μαζί με αυτές και τη μέθη που προέρχεται από το κρασί.
Και αυτά τα συμβουλεύω όχι μόνο στους πλουσίους, αλλά και στους φτωχούς και ιδιαίτερα σε εκείνους που κάνουν τα φιλικά συμπόσια. Γιατί δεν είναι αυτό απόλαυση ούτε ανάπαυση αλλά ποινή και τιμωρία. Γιατί απόλαυση δεν είναι να πούμε αισχρά λόγια, αλλά να μιλήσουμε σεμνά, να χορτάσουμε, όχι να σκάσουμε. Εάν όμως το νομίζεις αυτό ηδονή, δείξε μου το βράδυ την ηδονή. Αλλά δεν μπορείς να τη δείξεις. Και δε λέγω ακόμη τις βλάβες που προέρχονται από εδώ, αλλά πρώτα σου μιλάω για την ηδονή που μαραίνεται αμέσως. Γιατί συγχρόνως και το συμπόσιο διαλύεται και η χαρά εξαφανίζεται. Αλλά όταν αναφέρω και τον εμετό και τους πονοκεφάλους και τις άπειρες αρρώστιες και την αιχμαλωσία της ψυχής, τι θα πεις σε αυτά; Μήπως λοιπόν, επειδή είμαστε φτωχοί, πρέπει να  φερόμαστε και άσεμνα; Και τα λέγω αυτά όχι για να εμποδίσω να συγκεντρώνεστε, ούτε να κάνετε κοινά δείπνα, αλλά για να εμποδίσω να φέρεστε άσεμνα, και γιατί θέλω η απόλαυση να είναι πραγματική απόλαυση, και να μην είναι ποινή ούτε τιμωρία και μέθη και διασκέδαση. Ας πληροφορηθούν οι εθνικοί ότι οι Χριστιανοί προπάντων ξέρουν να διασκεδάζουν, και να διασκεδάζουν με σεμνότητα. «Δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ (:υπηρετείστε τον Κύριο με φόβο)», λέγει, «καὶ ἀγαλλιᾶσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ (:για να δοκιμάσετε στην καρδιά σας την αγαλλίαση, που φέρει η ευλάβεια προς τον Θεό και ο φόβος, μήπως τυχόν Τον παροργίσετε με κάποιαν αμαρτία σας)» [Ψαλμ. 2,11]. Και πώς είναι δυνατό να χαιρόμαστε; Λέγοντας ύμνους, κάνοντας προσευχές, εισάγοντας ψαλμούς στη θέση των αισχρών εκείνων ασμάτων.
Έτσι και ο Χριστός θα παραβρεθεί στο τραπέζι και θα γεμίσει με ευλογία όλη την ευωχία, όταν προσεύχεσαι, όταν τραγουδάς πνευματικά, όταν προσκαλείς φτωχούς στη συμμετοχή των προσφερομένων φαγητών, όταν επιβάλλεις μεγάλη πειθαρχία και σεμνότητα στο συμπόσιο. Έτσι και εκκλησία θα κάνεις το φαγοπότι υμνώντας τον Κύριο όλων στη θέση των άκαιρων κραυγών και επαίνων. Και μη μου λέγεις ότι επικράτησε άλλος νόμος, αλλά διόρθωνε τα βρισκόμενα σε κακή κατάσταση. «Εἴτε οὖν ἐσθίετε (:είτε λοιπόν τρώτε)», λέγει, «εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε (:είτε πίνετε είτε κάνετε οτιδήποτε άλλο, όλα για τη δόξα του Θεού να τα κάνετε)»[Α΄ Κορ. 10,31]. Καθόσον από τέτοια τραπέζια προέρχονται σε σας οι κακές επιθυμίες, από εδώ οι ασέλγειες, από εδώ οι γυναίκες σας είναι σε περιφρόνηση, ενώ οι πόρνες σε τιμή από μέρους σας· από εδώ η διάλυση στις οικογένειες, και τα άπειρα κακά, και όλα έγιναν άνω-κάτω, και αφού αφήσατε την καθαρή πηγή, τρέχετε στο αυλάκι του βούρκου. Το ότι βέβαια το σώμα της πόρνης είναι βούρκος, δεν ερωτώ κανέναν άλλο, αλλά εσένα τον ίδιο που κυλιέσαι στο βούρκο, αν δεν ντρέπεσαι τον εαυτό σου, αν δε νομίζεις πως είσαι ακάθαρτος μετά την αμαρτία.
Γι' αυτό, σας παρακαλώ, αποφεύγετε την πορνεία και τη μητέρα της τη μέθη. Γιατί σπέρνεις όπου δεν είναι δυνατό να θερίσεις ή μάλλον και αν ακόμη θερίσεις, σου φέρνει πολλή ντροπή ο καρπός; Γιατί και αν ακόμη γεννηθεί παιδί, και σένα ντρόπιασε και αυτό έχει αδικηθεί εξαιτίας σου, αφού γεννιέται νόθο και με κακή καταγωγή. Και αν ακόμη του αφήσεις άπειρα χρήματα, περιφρονημένος στο σπίτι, περιφρονημένος στην πόλη, περιφρονημένος στο δικαστήριο είναι και εκείνος που γεννιέται από πόρνη και εκείνος που γεννιέται από δούλη. Αλλά και εσύ πάλι περιφρονημένος είσαι, και όταν ζεις και όταν έχεις πεθάνει· γιατί, και αν ακόμη πεθάνεις, μένουν οι αναμνήσεις της αισχρής πράξεώς σου. Γιατί λοιπόν τα καταντροπιάζεις όλα; Γιατί σπέρνεις όπου η γη προσπαθεί να καταστρέψει τον καρπό; Όπου είναι πολλά τα άγονα μέρη; Όπου πριν από τη γέννηση υπάρχει φόνος; Καθόσον και την πόρνη δεν την αφήνεις να παραμείνει πόρνη μόνο, αλλά την κάνεις και δολοφόνο. Είδες πορνεία από τη μέθη, μοιχεία από την πορνεία, φόνο από τη μοιχεία; Ή μάλλον και κάτι χειρότερο από τον φόνο, γιατί δεν μπορώ πώς να το ονομάσω αυτό. Γιατί δεν το σκοτώνει αφού γεννηθεί, αλλά και να γεννηθεί το εμποδίζει. Γιατί λοιπόν περιφρονείς και τη δωρεά του Θεού, και πολεμάς τους νόμους Του, και αυτό που είναι κατάρα, το επιδιώκεις εσύ σαν ευλογία, και το ταμείο της γεννήσεως το κάνεις ταμείο σφαγής, και τη γυναίκα που δόθηκε σε σένα για τη γέννηση των παιδιών την προετοιμάζεις για φόνο; Γιατί για να είναι πάντοτε στους εραστές ευχάριστη και ποθητή και για να συγκεντρώσει περισσότερα χρήματα ούτε αυτό δεν αποφεύγει να κάνει, μαζεύοντας από εδώ πολλή φωτιά πάνω στο κεφάλι σου. Γιατί, αν και το τόλμημα είναι δικό της, όμως η αιτία γίνεται δική σου.
Από εδώ προέρχονται οι ειδωλολατρίες. Γιατί πολλές, για να γίνουν θελκτικές, επινοούν και ξόρκια και σπουδές και μαγικά ερωτικά μέσα και άπειρα άλλα. Αλλά όμως ύστερα από τόσο μεγάλη ασχημοσύνη, ύστερα από φόνους, ύστερα από ειδωλολατρίες, στους πολλούς το πράγμα φαίνεται πως είναι αδιάφορο, μολονότι πολλοί έχουν και γυναίκες. Εδώ είναι και  περισσότερο το μέγεθος των κακών. Γιατί και μαγείες προκαλούνται στη συνέχεια, όχι στην κοιλιά της πόρνης, αλλά στην αδικημένη γυναίκα, και χίλιες επιβουλές, και επικλήσεις δαιμόνων, και νεκρομαντείες, και καθημερινοί πόλεμοι και άγριες μάχες και καθημερινές φιλονικίες. Γι' αυτό και ο Παύλος αφού είπε «όχι με ακολασίες και ασέλγειες», πρόσθεσε, «όχι με έριδες και ζηλοτυπίες», επειδή γνώριζε τους πολέμους που προέρχονται από εδώ, τη διάλυση των οικογενειών, τις αδικίες των ευγενών παιδιών, τα άπειρα κακά.
Για να αποφύγουμε λοιπόν όλα αυτά, ας ντυθούμε τον Χριστό και ας είμαστε παντοτινά μαζί Του. Επειδή και αυτό σημαίνει ντύσιμο, το να μην Τον εγκαταλείψουμε ποτέ, το να φαίνεται από παντού Αυτός μέσα μας με την αγιοσύνη μας, με την αγαθότητά μας. Έτσι και στους φίλους λέμε «ο τάδε ντύθηκε τον τάδε» εννοώντας τη μεγάλη αγάπη και την αδιάκοπη συναναστροφή. Γιατί εκείνος που ντύθηκε, φαίνεται εκείνο, εκείνο που έχει ντυθεί.
Ας φαίνεται λοιπόν από παντού μέσα μας ο Χριστός. Και πώς θα φαίνεται; Εάν κάνεις τα δικά Του. Και τι έκαμε Εκείνος; «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ (:ο υιός του ανθρώπου [δηλαδή εγώ που γεννήθηκα χωρίς πατέρα αλλά μόνον από την Παρθένο και είμαι  ο κατεξοχήν άνθρωπος, γνωστός από την υπόσχεση του Θεού προς τον Αδάμ] δεν έχει πού να ακουμπήσει το κεφάλι του. Μην περιμένεις λοιπόν κι εσύ σωματικές ανέσεις και αναπαύσεις, αλλά πάρε τις αποφάσεις σου γνωρίζοντας από πριν ότι η ζωή των πιστών μου είναι γεμάτη από στερήσεις και θυσίες όπως η δική μου)», λέγει [Λουκ. 9,58]. Αυτόν και συ να μιμηθείς. Έπρεπε να ζει απολαμβάνοντας φαγητό, και έτρωγε κριθαρένια ψωμιά. Χρειαζόταν να ταξιδέψει, και πουθενά δεν υπήρχαν άλογα και υποζύγια, αλλά τόσο πολύ βάδιζε, ώστε και να κουραστεί. Χρειαζόταν να κοιμηθεί και σε προσκέφαλο ξάπλωνε πάνω στην πλώρη του πλοίου. Χρειαζόταν να καθίσουν για φαγητό, και διέτασσε να ξαπλώσουν επάνω στο χορτάρι. Αλλά και τα ρούχα του ήταν ευτελή· και σε πολλές περιπτώσεις έμενε μόνος Του, χωρίς να φέρνει κανένα μαζί του. Και αφού μάθεις όλα όσα έγιναν στο σταυρό και τις ύβρεις και γενικά όλα να τα μιμηθείς. Και έτσι ντύθηκες τον Χριστό, αν δε φροντίζεις για τη σάρκα προς ικανοποίηση των επιθυμιών της. Γιατί ούτε ευχαρίστηση έχει το πράγμα. Καθόσον οι επιθυμίες αυτές γεννούν πάλι άλλες δριμύτερες, και ποτέ δε θα χορτάσεις, αλλά θα προκαλέσεις μεγάλη δοκιμασία στον εαυτό σου. Γιατί, όπως ακριβώς εκείνος που διψάει διαρκώς και αν ακόμη έχει κοντά του άπειρες πηγές, τίποτε δεν κερδίζει από εδώ, αφού δεν μπορεί να σβήσει το πάθος του, έτσι και εκείνος που ζει διαρκώς με επιθυμίες.
Εάν όμως βρίσκεσαι μέσα στη στέρηση, ποτέ δε θα δεχθείς αυτόν τον πυρετό, αλλά όλα εκείνα θα φύγουν, και η μέθη και οι ασέλγειες. Τόσο λοιπόν να τρως όσο να σταματήσεις την πείνα, τόσο να ντύνεσαι όσο να σκεπάζεσαι μόνο, και να μη στολίζεις με ρούχα τη σάρκα, για να μην την καταστρέψεις. Καθόσον και πιο αδύνατη την κάνεις και την υγεία της βλάπτεις, αφού την αδυνατίζεις με πολλή ανοησία. Για να την έχεις λοιπόν καλό όχημα της ψυχής, για να κάθεται με ασφάλεια ο κυβερνήτης στο τιμόνι και για να μεταχειρίζεται με ευκολία ο στρατιώτης τα όπλα, κάνε τα όλα όπως πρέπει. Γιατί δε μας κάνει ακατανίκητους το να έχουμε πολλά, αλλά το να χρειαζόμαστε λίγα. Γιατί εκείνος, και αν ακόμη δεν αδικηθεί, φοβάται, ενώ αυτός, και αν ακόμη αδικηθεί, θα είναι σε καλύτερη κατάσταση από εκείνους που δεν έχουν αδικηθεί, και γι' αυτό θα βρίσκεται και σε περισσότερη ευθυμία.
Ας μην επιζητούμε λοιπόν αυτό, πώς δηλαδή να μη μας βλάψει κανείς, αλλά πώς, και αν ακόμη θέλει να μας βλάπτει, να μην μπορεί. Και αυτό από πουθενά αλλού δε θα συμβεί, παρά μόνο από το να ανεχόμαστε τη στέρηση και να μην επιθυμούμε περισσότερα. Γιατί έτσι και εδώ θα μπορέσουμε να ζήσουμε μία ζωή γεμάτη απολαύσεις, και τα μελλοντικά αγαθά θα επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου και μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 


 [Μέρος τρίτο: υπομνηματισμός των εδαφίων Ρωμ. 14,1-4]
«Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει (:υπάρχουν όμως και μερικοί Χριστιανοί αδύνατοι στην πίστη. Να λοιπόν ποια πρέπει να είναι και προς αυτούς η συμπεριφορά σας: Να δέχεστε με καλοσύνη εκείνον που είναι αδύνατος στην πίστη και εξαρτά τη σωτηρία του και από τη διάκριση των φαγητών και των ημερών, χωρίς να συζητάτε και να επικρίνετε τις ιδέες του. Άλλος βέβαια πιστεύει ότι δεν απαγορεύεται να φάει όλα τα φαγητά, ενώ ο αδύνατος στην πίστη τρώει λαχανικά και αποφεύγει τα άλλα φαγητά από φόβο μήπως μολυνθεί από αυτά)» [Ρωμ. 14,1-2].
Γνωρίζω ότι αυτό που ειπώθηκε είναι ακατανόητο στους πολλούς. Γι’ αυτό πρέπει πρώτα να πω την υπόθεση όλου του χωρίου αυτού και τι θέλοντας να κατορθώσει, τα γράφει αυτά. Τι λοιπόν θέλει να διορθώσει; Υπήρχαν πολλοί από τους πιστούς που προέρχονταν από τους Ιουδαίους, οι οποίοι προσκολλημένοι στη συνείδηση του μωσαϊκού νόμου και ύστερα στην πίστη, φύλαγαν ακόμη τη διάκριση των φαγητών, χωρίς να τολμούν ακόμη να απομακρυνθούν οριστικά από τον νόμο. Έπειτα, για να μη γίνουν αντιληπτοί, αποφεύγοντας μόνο το χοιρινό κρέας, απέφευγαν στο εξής όλα τα κρέατα και έτρωγαν μόνο λάχανα, ώστε να φανεί αυτό που γινόταν ότι είναι μάλλον νηστεία και όχι τήρηση του νόμου. Άλλοι πάλι ήταν τελειότεροι, χωρίς να κάνουν κάποια παρόμοια διάκριση, οι οποίοι γίνονταν ενοχλητικοί και δυσάρεστοι σε εκείνους που τηρούσαν αυτά, επιτιμώντας, κατηγορώντας, προκαλώντας στενοχώρια.
Φοβούμενος λοιπόν ο μακάριος Παύλος, μήπως, θέλοντας να κατορθώσουν κάτι μικρό, ανατρέψουν το παν, και προσπαθώντας να τους οδηγήσουν στην αδιαφορία των φαγητών, τους κάνουν να χάσουν και την πίστη τους, και, σπεύδοντας να διορθώσουν το παν πριν από τον κατάλληλο καιρό, προκαλέσουν ζημία στα καίρια, κλονίζοντας αυτούς από την ομολογία στον Χριστό με το να τους επιτιμούν συνέχεια, και μείνουν έτσι αδιόρθωτοι και στα δύο, βλέπε πόση σύνεση χρησιμοποιεί και πώς φροντίζει και για τα δύο μέρη με τη συνηθισμένη σε αυτόν σοφία. Γιατί ούτε τολμάει να πει σε εκείνους που επιτιμούσαν ότι «ενεργείτε κακώς», για να μη φανεί ότι υποστηρίζει εκείνους στην τήρηση του νόμου, ούτε πάλι ότι «κάνετε καλά» για να μην κάνει πιο σφοδρούς τους κατήγορους, αλλά επιτιμάει με σύνεση. Και φαίνεται βέβαια ότι επιτιμάει τους πιο δυνατούς πνευματικά, αλλά όμως το παν του λόγου του προς αυτούς, το στρέφει προς εκείνους. Γιατί αυτή η διόρθωση προπάντων ενοχλεί λιγότερο, όταν κανείς, στρέφοντας σε άλλον τον λόγο, χτυπάει άλλον. Γιατί ούτε εκείνον που επιτιμάται τον αφήνει να φτάσει σε θυμό και παράλληλα, χωρίς να γίνεται αντιληπτό, ρίχνει το φάρμακο της διορθώσεως.
Πρόσεχε λοιπόν πώς το κάνει αυτό με σύνεση και στην κατάλληλη στιγμή. Γιατί, αφού είπε: «τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας (:να μη φροντίζετε για τη σάρκα, πώς να ικανοποιείτε τις παράνομες επιθυμίες της)» [Ρωμ. 13,14], τότε φέρει τον λόγο σε αυτούς, για να μη φανεί ότι μιλάει υπερασπίζοντας εκείνους που επιτιμούν και προτρέπουν να τρώνε από όλα τα φαγητά· καθόσον το αδύνατο μέρος πάντοτε χρειάζεται περισσότερη φροντίδα. Γι’ αυτό και προς το ισχυρό μέρος αμέσως απευθύνεται, λέγοντας αυτό: «Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει (:εκείνον όμως που είναι αδύνατος στην πίστη)». Είδες το πρώτο χτύπημα που δόθηκε αμέσως σε εκείνον; Γιατί λέγοντας «εκείνον που είναι αδύνατος», έδειξε πως αυτός είναι άρρωστος. Έπειτα προσθέτει δεύτερο χτύπημα, λέγοντας «να τον δέχεστε». Δείχνει λοιπόν πάλι πως χρειάζεται πολλή φροντίδα, πράγμα που είναι δείγμα της χειρότερης αρρώστιας. «Αλλά όχι για συζητήσεις ιδεών». Να και τρίτο χτύπημα πρόσθεσε. Γιατί από εδώ φανερώνει ότι τέτοιο είναι το αμάρτημά του, ώστε να διακρίνονται και εκείνοι που δεν κάνουν τα ίδια αμαρτήματα με αυτόν, αλλά που όμως είναι φίλοι με αυτόν και «επιτρέπεται να φάει όλα τα φαγητά», ανακηρύσσοντας αυτόν από την πίστη, «ενώ ο αδύνατος στην πίστη τρώει λάχανα», κακίζοντας και αυτόν πάλι από την αδυναμία του.
     Στη συνέχεια, επειδή έδωσε καίριο το χτύπημα, παρηγορεί πάλι αυτόν, λέγοντας αυτά: «ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω (:εκείνος που λόγω της ισχυρότερης πίστης του τρώει από όλα τα φαγητά, ας μην περιφρονεί ως στενοκέφαλο εκείνον που δεν τρώει απ’ όλα)» [Ρωμ. 14,3]. Δεν είπε: «ας αφήνει», δεν είπε: «ας μην κατηγορεί», δεν είπε: «ας μη διορθώνει», αλλά «ας μην τον περιπαίζει», «ας μην τον περιφρονεί», για να δείξει ότι έκαναν πράγμα άξιο πολλού γέλωτος.
Σε αυτόν όμως δεν λέει έτσι, αλλά πώς; «ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω (:αυτός που δεν τρώει απ΄ όλα, ας μην κατακρίνει εκείνον που τρώει)» [Ρωμ. 14,3]. Γιατί όπως ακριβώς οι τελειότεροι στην πίστη τούς υποτιμούσαν σαν ολιγόπιστους και ύπουλους και νόθους και ιουδαΐζοντες ακόμη, έτσι εκείνοι έκριναν αυτούς σαν παράνομους ή σαν λαίμαργους˙ απ’ αυτούς πολλοί ήταν φυσικό να είναι και από τους εθνικούς. Γι’ αυτό και πρόσθεσε: «ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο (:διότι κι αυτόν που τρώει απ’ όλα ο Θεός τον προσέλαβε στην Εκκλησία Του)» [Ρωμ. 14,3]. Σε εκείνον όμως δεν το είπε αυτό· αν και βέβαια η περιφρόνηση ανήκε σε εκείνον που έτρωγε, επειδή ήταν ολιγόπιστος. Αλλά αντάλλαξε αυτά, για να δείξει ότι όχι μόνο δεν είναι άξιος περιφρονήσεως, αλλά και μπορεί να κατηγορεί. «Αλλά», λέγει, «και εγώ τον κατακρίνω;». Καθόλου. Γιατί γι’ αυτό πρόσθεσε ότι «ο Θεός τον δέχτηκε».
    Γιατί λοιπόν κατακρίνεις αυτόν για τον νόμο ότι τάχα τον παραβαίνει; «ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο (:διότι κι αυτόν που τρώει απ’ όλα ο Θεός τον προσέλαβε στην Εκκλησία Του)». Δηλαδή έδειξε γι’ αυτόν την απερίγραπτη χάρη Του και τον απάλλαξε από όλες τις κατηγορίες. Έπειτα πάλι προς τον ισχυρό λέει: «σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; (:Ποιος είσαι εσύ που κατακρίνεις ξένο δούλο;)». Επομένως είναι φανερό ότι και εκείνοι τους κατέκριναν, και όχι μόνο τους περιφρονούσαν. «τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν (:αυτός δεν έχει εσένα Κύριο, αλλά τον Θεό. Σε σχέση με τον Κύριό Του στέκεται ή πέφτει πνευματικά· μάθε λοιπόν ότι ενώ εσύ τον κατακρίνεις, αυτός θα σταθεί στερεός στην πίστη· διότι ο Θεός έχει τη δύναμη να τον ανορθώσει και να τον στερεώσει)» [Ρωμ. 14,4]. Να πάλι άλλο πλήγμα. Και φαίνεται βέβαια ότι η αγανάκτηση είναι εναντίον του ισχυρού, αλλά απευθύνεται προς εκείνον. Γιατί όταν λέει: «Μάθε λοιπόν ότι ενώ εσύ τον κατακρίνεις, αυτός θα σταθεί στερεός στην πίστη˙ διότι ο Θεός έχει τη δύναμη να τον ανορθώσει και να τον στερεώσει)», δείχνει ότι κλονίζεται ακόμη και ότι χρειάζεται πολλή προσοχή και τόσο μεγάλη  φροντίδα, ώστε να καλεί τον Θεό ιατρό σε αυτά· «γιατί ο Θεός», λέγει, «έχει τη δύναμη να τον κάνει να σταθεί», πράγμα που το λέμε για εκείνους που είναι υπερβολικά απελπισμένοι.
Στη συνέχεια, για να μην απελπιστεί, τον αποκαλεί και υπηρέτη παρόλο που είναι αδύνατος, λέγοντας: «Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; (:ποιος είσαι εσύ που κατακρίνεις ξένο υπηρέτη;)» [Ρωμ. 14,4]. Και εδώ πάλι αυτόν επιτιμά κρυφά. «Όχι γιατί κάνει πράγματα άξια μη κατακρίσεως, και γι' αυτό προτρέπω να μην κατακρίνεται, αλλά γιατί είναι ξένος υπηρέτης»· δηλαδή «δεν είναι δικός σου, αλλά του Θεού».
    Στη συνέχεια, παρηγορώντας αυτόν πάλι, δεν είπε ότι «πέφτει», αλλά τι; «Στέκεται ή πέφτει». Είτε συμβαίνει το ένα είτε το άλλο, τον Κύριο ενδιαφέρουν αυτά τα δύο˙ καθόσον και η ζημία εκεί πηγαίνει, όταν πέσει, όπως ακριβώς βέβαια και ο πλούτος, όταν στέκεται. Αυτά βέβαια, αν δεν κατανοήσουμε τον σκοπό πάλι του Παύλου, που θέλει να μην επιτιμώνται αυτοί πριν από τον κατάλληλο καιρό, είναι πάρα πολύ ανάξια για τη φροντίδα που ταιριάζει στους Χριστιανούς. Αλλά, πράγμα που πάντοτε λέγω, πρέπει να εξετάζουμε την πρόθεση με την οποία λέγονται, και την αφορμή για την οποία λέγονται, και τι προσπαθώντας να επιτύχει τα λέγει. Και δεν επέπληξε λίγο λέγοντας αυτό. «Γιατί αν ο Θεός», λέγει, «που υφίσταται τη ζημία, δεν κάνει τίποτε πρώτα, πώς δεν θα ήσουν άκαιρος εσύ και περισσότερο από το μέτρο περίεργος, στενοχωρώντας και ενοχλώντας αυτόν;».
      ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
        επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος