Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ [:Β΄ Κορ. 4,6-15] ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

 

 ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΛΟΥΚΑ [:Β΄Κορ.4,6-15]

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

   « Θες επν, κ σκτους φς λμψαι, ς λαμψεν ν τας καρδαις μν(:Και κηρύττουμε αποκλειστικά και μόνο για τη δόξα του Χριστού, διότι ο Θεός, ο οποίος στη δημιουργία του κόσμου διέταξε από το σκοτάδι να λάμψει το φως, Αυτός και τώρα έλαμψε στις καρδιές μας)»[Β΄Κορ.4,6].

   Είδες ότι πάλι δείχνει ο Παύλος σε εκείνους που ζητούσαν να δουν τη δόξα εκείνη την υπερβολική, εννοώ του θεόπτη Μωυσή, να αστράπτει υπερβολικά; «Όπως ακριβώς στο πρόσωπο του Μωυσή, έτσι», λέγει, «έλαμψε και στις δικές σας καρδιές». Και προηγουμένως υπενθυμίζει εκείνα που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας, για να δείξει ότι αυτή η δημιουργία[:η πνευματική μας αναγέννηση] είναι μεγαλύτερη. Και πότε είπε «Γενηθήτω φς(:Να γίνει φως επί της γης)»; Στην αρχή και στο προοίμιο της δημιουργίας· γιατί λέγει: «Σκότος πάνω τς βύσσου, κα πνεμα Θεο πεφέρετο πάνω το δατος. κα επεν Θεός· γενηθήτω φς· κα γένετο φς(: Σκοτάδι απλωνόταν επάνω από τα ύδατα που τη σκέπαζαν, ενώ το ζωοποιό Πανάγιο Πνεύμα φερόταν επάνω από τα ύδατα και την περιέβαλλε. Και είπε ο Θεός: ’’Να γίνει φως επί της γης’’· και έγινε φως)»[Γέν.1,2-3]. Αλλά τότε βέβαια είπε: «να γίνει φως και έγινε», ενώ τώρα δεν είπε, αλλά ο Ίδιος έγινε Φως σε εμάς· γιατί δεν είπε ότι και τώρα είπε, αλλά ότι ο Ίδιος έλαμψε. Γι' αυτό δεν βλέπουμε αισθητά πράγματα ενώ λάμπει αυτό το φως, αλλά τον ίδιο τον Θεό μέσω του Χριστού.

    Βλέπεις την ακριβή ομοιότητα της Τριάδος; Γιατί για το Πνεύμα λέγει: «μες δ πάντες νακεκαλυμμέν προσώπ τν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τν ατν εκόνα μεταμορφούμεθα π δόξης ες δόξαν, καθάπερ π Κυρίου Πνεύματος(:Και όλοι εμείς με ξέσκεπο το πρόσωπο του εσωτερικού μας ανθρώπου, σαν καθρέφτες πνευματικοί δεχόμαστε και αντανακλούμε τη δόξα του Κυρίου. Και έτσι μεταμορφωνόμαστε και παίρνουμε την ίδια ένδοξη εικόνα του Κυρίου. Και προοδεύουμε από ένα βαθμό δόξας σε άλλο ανώτερο βαθμό, όπως είναι επόμενο να προοδεύει ο άνθρωπος που φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο είναι ο Κύριος )»[Β΄Κορ.3,18], ενώ για τον Υιό λέγει: «ν ος Θες το αἰῶνος τούτου τύφλωσε τ νοήματα τν πίστων ες τ μ αγσαι ατος τν φωτισμν το εαγγελου τς δξης το Χριστο, ς στιν εκν το Θεο(:ανάμεσα σε αυτούς[:σε όσους από θεληματική τύφλωση παραμένουν στην απώλεια], ο σατανάς που είναι ο θεός και άρχοντας του αιώνα αυτού που διαρκεί μέχρι τη Δευτέρα παρουσία, τύφλωσε τη σκέψη των απίστων για να μη λάμψει σε αυτούς ο φωτισμός του Ευαγγελίου. Και το Ευαγγέλιο αυτό κηρύττει τη δόξα του Χριστού, ο οποίος είναι εικόνα του Θεού)» [Β΄Κορ.4,4].

   Τέλος επίσης για τον Πατέρα λέγει: « Θες επν, κ σκτους φς λμψαι, ς λαμψεν ν τας καρδαις μν πρς φωτισμν τς γνσεως τς δξης το Θεο ν προσπ Χριστο(:Και κηρύττουμε αποκλειστικά και μόνο για τη δόξα του Χριστού, διότι ο Θεός, ο οποίος στη δημιουργία του κόσμου διέταξε από το σκοτάδι να λάμψει το φως, Αυτός και τώρα έλαμψε στις καρδιές μας, όχι μόνο για να φωτιστούμε εμείς, αλλά και για να μεταδοθεί μέσα από μας ο φωτισμός που προέρχεται από τη γνώση της δόξας του Θεού, η οποία φανερώθηκε μέσα από το πρόσωπο του ενανθρωπήσαντος Ιησού Χριστού)»[Β΄Κορ.4, 6]. Γιατί όπως ακριβώς είπε λέγοντας «το εαγγελου τς δξης το Χριστο(:του ευαγγελίου της δόξας του Χριστού)», πρόσθεσε: «ς στιν εκν το Θεο(:ο οποίος είναι εικόνα του Θεού)», για να δείξει ότι αποστερήθηκαν και τη δόξα Εκείνου, έτσι λέγοντας, «τς γνσεως τς δξης το Θεο», πρόσθεσε, «ν προσπ Χριστο», για να δείξει ότι μέσω Αυτού γνωρίζουμε τον Πατέρα, όπως ακριβώς βέβαια και με το Άγιο Πνεύμα οδηγούμαστε σε Αυτόν.

    «χομεν δ τν θησαυρν τοτον ν στρακνοις σκεεσιν, να περβολ τς δυνμεως το Θεο κα μ ξ μν(:Έχουμε λοιπόν τον θησαυρό της φωτιστικής και ένδοξης αυτής γνώσεως μέσα στα σώματά μας, που είναι εύθραυστα και χωματένια, για να αποδεικνύεται ότι το υπερβολικό μεγαλείο της δυνάμεως που υπερνικά τα εμπόδια και τους κινδύνους μας, είναι του Θεού και δεν προέρχεται από εμάς τους ασθενικούς και αδύναμους)»[Β΄Κορ.4,7].  Επειδή δηλαδή είπε πολλά και μεγάλα για την απόρρητη δόξα, για να μη λέγει κάποιος: «Και πώς, ενώ απολαμβάνουμε τόσο μεγάλη δόξα, παραμένουμε μέσα σε θνητό σώμα;», λέγει ότι αυτό ακριβώς είναι το αξιοθαύμαστο και μέγιστο δείγμα της δυνάμεως του Θεού, το ότι σκεύος πήλινο μπόρεσε να εκπέμψει τόση μεγάλη λαμπρότητα και να φυλάξει τόσο μεγάλο θησαυρό.

    Αυτό ακριβώς λοιπόν θαυμάζοντας και ο Παύλος, έλεγε: «Για να φανεί ότι αυτή η υπερβολική δύναμη που υπερνικά τα εμπόδια και τους κινδύνους μας είναι του Θεού και δεν προέρχεται από μας τους ασθενικούς και αδύναμους ανθρώπους», πάλι υπονοώντας εκείνους που καυχώνται για τον εαυτό τους· γιατί και το μέγεθος των δωρεών και η αδυναμία εκείνων που τις δέχθηκαν δείχνει τη δύναμη, όχι μόνο ότι χάρισε μεγάλα, αλλά ότι και ενώ είμαστε μικροί, μπορέσαμε να τα δεχθούμε· γιατί χρησιμοποιώντας τη φράση: «ν στρακνοις σκεεσιν» υπονοούσε το εύθραυστο της θνητής μας φύσεως και στόχος του δηλαδή ήταν να δείξει το ασθενές της σάρκας μας· γιατί αυτή δεν βρίσκεται σε καθόλου καλύτερη θέση από κάτι που είναι κατασκευασμένο από πηλό· τόσο πολύ εύκολα υφίσταται βλάβες και διαλύεται εύκολα και με τον θάνατο, και με τις ασθένειες, και τις εποχιακές ανωμαλίες, και με άπειρα άλλα. Και αυτά τα έλεγε και για να καταστείλει την αλαζονεία εκείνων και για να δείξει σε όλους ότι δεν υπάρχει τίποτε το ανθρώπινο στις δικές μας πνευματικές επιτυχίες.

   Πραγματικά τότε προπάντων φανερώνεται η δύναμη του Θεού, όταν με ευτελή πράγματα πραγματοποιεί μεγάλα. Γι' αυτό και σε άλλο σημείο ο Παύλος έλεγε: «Κα ερηκέ μοι· ρκε σοι χάρις μου· γρ δύναμίς μου ν σθενεί τελειοται. διστα ον μλλον καυχήσομαι ν τας σθενείαις μου, να πισκηνώσ π᾿ μ δύναμις το Χριστο(:Αλλά ο Κύριος μού είπε: ’’Σου είναι αρκετή η χάρη που σου δίνω· διότι η δύναμή μου αναδεικνύεται τέλεια, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με την ενίσχυσή μου κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά. Με πολύ μεγαλύτερη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχιέμαι περισσότερο στις ασθένειές μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού)» [Β΄Κορ.12,9].

    Αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη με κουνούπια και μύγες κατατροπώνονταν ολόκληρα στρατόπεδα βαρβάρων (γι' αυτό και ονόμαζε την κάμπια « δύναμίς μου μεγάλη»: Ιωήλ,2,15: « κρς κα βροχος κα ρυσίβη κα κάμπη, δύναμίς μου μεγάλη, ν ξαπέστειλα ες μς(:η ακρίδα και ο βρούχος και ο μύκητας της ερυσίβης και η κάμπια, η μεγάλη αυτή ‘’στρατιωτική’’ μου δύναμη, την οποία εγώ έστειλα εναντίον σας για παιδαγωγική τιμωρία σας)») και στην αρχή απλά συγχέοντας μόνο τις γλώσσες, κατέστρεψε τον μεγάλο εκείνο Πύργο στη Βαβυλώνα[Γέν.11,1-9]. Και στους πολέμους επίσης άλλοτε με τριακόσιους άνδρες απομάκρυνε αμέτρητο στρατό[Κριτ.7.1-8], και άλλοτε πάλι γκρέμιζε πόλεις με σάλπιγγες[πρβ. πτώση της Ιεριχούς, Ιησούς του Ναυή, κεφ.6,1-21]· μετά όμως από αυτά με μικρό και ασήμαντο παιδί, δηλαδή τον Δαβίδ, κατατρόπωσε όλη την παράταξη των βαρβάρων.

    Έτσι λοιπόν και εδώ, στέλνοντας μόνο δώδεκα, κατανίκησε την οικουμένη· με δώδεκα, αν και αυτοί καταδιώκονταν και πολεμούνταν. Ας νιώσουμε λοιπόν έκπληξη για τη δύναμη του Θεού, ας τη θαυμάσουμε, ας την προσκυνήσουμε, ας ρωτήσουμε τους Ιουδαίους, ας ρωτήσουμε τους Έλληνες, ποιος έπεισε όλη την οικουμένη να εγκαταλείψει τις πάτριες συνήθειες και να μεταπηδήσει σε άλλο τρόπο ζωής; Ο ψαράς ή ο σκηνοποιός; Ο τελώνης ή ο αγράμματος και ιδιώτης; Και πώς θα ήταν δυνατό να γίνουν αυτά, αν δεν ήταν η θεία δύναμη εκείνη που κατόρθωνε με εκείνους όλα; Και τι λέγοντας έπειθαν εκείνοι; «Βαπτιστείτε στο όνομα του Εσταυρωμένου». Ποιου; Εκείνου που δεν Τον είδαν, ούτε Τον θεάθηκαν. Αλλά όμως λέγοντας και κηρύττοντας αυτά έπειθαν ότι εκείνοι που λατρεύονταν στα μαντεία και είχαν παρασυρθεί σε αυτούς από τους προγόνους τους δεν είναι θεοί, ενώ ο Χριστός, που καρφώθηκε επάνω στον σταυρό, όλους τους προσέλκυε. Αν και βέβαια, το ότι σταυρώθηκε και τάφηκε, ήταν φανερό στον καθένα, το ότι όμως αναστήθηκε, κανένας, εκτός από λίγους δεν το γνώριζε. Αλλά όμως και αυτό έπεισαν σε εκείνους που δεν Τον είδαν· και όχι μόνο ότι αναστήθηκε, αλλά και ότι ανέβηκε στους ουρανούς και έρχεται να κρίνει ζώντες και νεκρούς.

    Από πού, λοιπόν, πες μου, προερχόταν η πίστη στα λόγια αυτά; Από πουθενά αλλού, παρά από την δύναμη του Θεού. Καθόσον για πρώτη φορά αυτή η καινοτομία παρουσιαζόταν σε όλους· και όταν κανείς παρουσιάζει τέτοιες καινοτομίες, το πράγμα γίνεται φοβερότερο, όταν αναμοχλεύει τα θεμέλια παλαιάς συνήθειας, όταν κλονίζει τους νόμους από τα θεμέλια. Και μαζί με αυτά ούτε οι κήρυκες φαίνονταν ότι είναι αξιόπιστοι, αλλά θεωρούνταν και έθνος μισητό από όλους, και δειλοί και αμαθείς. Από πού λοιπόν επικράτησαν της οικουμένης; Από πού απέσπασαν εσάς και τους προγόνους σας, που νόμιζαν ότι ευσεβούν, ξεριζώνοντας μαζί και τους θεούς τους; Δεν είναι φανερό ότι το πέτυχαν από το ότι είχαν τον Θεό μαζί τους; Γιατί δεν είναι δυνατό να είναι αυτά κατορθώματα ανθρώπινης δυνάμεως, αλλά κάποιας θείας και απόρρητης.

    «Όχι», λέγει ίσως κάποιος, «προερχόταν από μαγική δύναμη». Λοιπόν, αν ίσχυε αυτό, έπρεπε τότε να αυξηθεί η εξουσία των δαιμόνων και να επεκταθεί η λατρεία των ειδώλων. Πώς λοιπόν όμως η εξουσία αυτή καθαιρέθηκε και εξαφανίστηκε, ενώ αντίθετα τα δικά μας είχαν τόση επιτυχία; Ώστε και από εδώ γίνεται φανερό, ότι τα όσα γίνονταν, γίνονταν με απόφαση του Θεού, και οφείλονταν όχι μόνο στο κήρυγμα αλλά και στον τρόπο ζωής αυτών. Γιατί πότε φυτεύτηκε σε όλα τα μέρη της γης τόση παρθενία; Πότε υπήρξε περιφρόνηση των χρημάτων και της ζωής και όλων των άλλων; Γιατί οι μοχθηροί και αγύρτες τίποτε παρόμοιο δεν κατόρθωσαν, και στη χώρα μας, και στη χώρα των βαρβάρων, και στα πιο απομακρυσμένα μέρη της γης. Άρα γίνεται φανερό ότι  όλα τα κατόρθωσε παντού η δύναμη του Θεού, η οποία λάμπει παντού, καταυγάζοντας λαμπρότερα από κάθε αστραπή τις διάνοιες των ανθρώπων.

     Αφού λοιπόν σκεφτούμε όλα αυτά, και την υπόσχεση για τα μέλλοντα, έχοντας καθαρή απόδειξη τα όσα συνέβησαν, προσκυνείστε μαζί μας την ακαταμάχητη δύναμη του Εσταυρωμένου, ώστε και τις ανυπόφορες τιμωρίες να αποφύγετε και την αιώνια βασιλεία να επιτύχετε, την οποία εύχομαι όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα, πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνηση, τώρα και πάντα και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.                                                           

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

                          ΟΜΙΛΙΑ Θ΄

    «ν παντ θλιβμενοι λλ΄ ο στενοχωρομενοι, πορομενοι λλ΄ οκ ξαπορομενοι, διωκμενοι λλ΄ οκ γκαταλειπμενοι, καταβαλλμενοι λλ΄ οκ πολλμενοι(:Και έτσι συμβαίνει να θλιβόμαστε σε κάθε τόπο και περίσταση, αλλά όμως οι εξωτερικές αυτές δυσκολίες δεν μας δημιουργούν εσωτερικό αδιέξοδο και στενοχώρια αγωνιώδη. Φθάνουμε σε απορία, χωρίς όμως και να απελπιζόμαστε ή να στερηθούμε τελείως κάθε μέσο και δυνατότητα σωτηρίας. Μας καταδιώκουν οι άνθρωποι, αλλά δεν μας εγκαταλείπει ποτέ ο Θεός. Φαίνεται ότι μας κατανικούν και μας ρίχνουν κάτω στη γη σαν τους παλαιστές, αλλά δεν χανόμαστε)»[Β΄Κορ.4,8-9].

    Ακόμα επιμένει στο να δείξει ότι το παν είναι έργο της δυνάμεως του Θεού, καταστέλλοντας τα φρονήματα εκείνων που καυχώνται για τον εαυτό τους. «Γιατί δεν είναι μόνο αυτό», λέγει, «το αξιοθαύμαστο, ότι φυλάσσουμε σε πήλινα σκεύη τον θησαυρό αυτόν, αλλά, το ότι αν και πάσχουμε άπειρα κακά και από παντού δεχόμαστε πλήγματα, διατηρούμε αυτόν και δεν τον χάνουμε». Αν και βέβαια και αν ακόμα ήταν αδαμάντινο το σκεύος, δεν θα μπορούσε να βαστάξει τόσο μεγάλο θησαυρό, ούτε θα άντεχε στις τόσες επιβουλές· τώρα όμως και φέρει αυτόν και κανένα κακό δεν πάσχει, εξαιτίας της χάριτος του Θεού.

    Γιατί λέγει: «ν παντ θλιβμενοι λλ΄ ο στενοχωρομενοι(:Έτσι συμβαίνει να θλιβόμαστε σε κάθε τόπο και περίσταση, αλλά όμως οι εξωτερικές αυτές δυσκολίες δε μας δημιουργούν εσωτερικό αδιέξοδο και στενοχώρια αγωνιώδη)». Τι σημαίνει «ν παντ»; Από τους εχθρούς, από τους φίλους, από τα αναγκαία, από τις άλλες ανάγκες, από τους αντιπάλους, από τους συγγενείς. «Αλλά δεν στενοχωρούμαστε». Και πρόσεχε ότι λέγει πράγματα αντίθετα, ώστε και από εδώ να δείξει τη δύναμη του Θεού. Γιατί λέγει: «θλιβμενοι λλ΄ ο στενοχωρομενοι(:θλιβόμαστε, αλλά δεν στενοχωρούμαστε)»· «πορομενοι λλ΄ οκ ξαπορομενοι(:βρισκόμαστε σε αμηχανία, αλλά δεν απελπιζόμαστε)»· δηλαδή, δεν χάνουμε στο τέλος το θάρρος μας. Υποφέρουμε βέβαια πολλές φορές και αποτυγχάνουμε, αλλά όχι έτσι, ώστε να χάσουμε εκείνα που βρίσκονται μπροστά μας· γιατί αυτά παραχωρούνται από τον Θεό σε μας για άσκηση και όχι προς ήττα.

     «Διωκμενοι λλ΄ οκ γκαταλειπμενοι, καταβαλλμενοι λλ΄ οκ πολλμενοι (:Μας καταδιώκουν οι άνθρωποι, αλλά δεν μας εγκαταλείπει ποτέ ο Θεός. Φαίνεται ότι μας κατανικούν και μας ρίχνουν κάτω στη γη σαν τους παλαιστές, αλλά δεν χανόμαστε)». Οι δοκιμασίες δηλαδή συμβαίνουν, όχι όμως και τα αποτελέσματα των δοκιμασιών. Και αυτό πάλι εξαιτίας της δυνάμεως και της χάριτος του Θεού.

   Αλλού βέβαια λέγει ότι αυτά επιτρέπονται και για ταπεινοφροσύνη αυτών και για την ασφάλεια των άλλων· γιατί λέγει: «Κα τ περβολ τν ποκαλύψεων να μ περαίρωμαι, δόθη μοι σκόλοψ τ σαρκί, γγελος σατν, να με κολαφίζ να μ περαίρωμαι(:Και εξαιτίας των πολλών και μεγάλων αποκαλύψεων επέτρεψε ο Θεός και μου δόθηκε αγκαθωτό ξύλο στο σώμα, αρρώστια αθεράπευτη, άγγελος του σατανά, για να με χτυπά στο πρόσωπο και να με ταλαιπωρεί, για να μην υπερηφανεύομαι)» [Β΄Κορ.12,7]· και πάλι: «ν γρ θελήσω καυχήσασθαι, οκ σομαι φρων· λήθειαν γρ ρ· φείδομαι δ μή τις ες μ λογίσηται πρ βλέπει με κούει τι ξ μο(: Μόνο για τις ασθένειές μου αυτές θα καυχηθώ και όχι για τις επιτυχίες και τη δράση μου· διότι εάν θελήσω και γι' αυτά να καυχηθώ, δεν θα είμαι άμυαλος και ανόητος, επειδή θα πω την αλήθεια. Δυσκολεύομαι όμως να καυχηθώ, για να μη μου λογαριάσει κανείς τίποτε περισσότερο από εκείνο που βλέπει ή ακούει από μένα)»[Β΄Κορ.12,6].

    Και αλλού πάλι: «λλ ατο ν αυτος τ πόκριμα το θανάτου σχήκαμεν, να μ πεποιθότες μεν φ᾿ αυτος, λλ᾿ π τ Θε τ γείροντι τος νεκρούς(: Και ήταν τέτοια τα γεγονότα, ώστε από τους φοβερούς κινδύνους που διατρέχαμε γινόταν φανερό και μας δινόταν η εντύπωση, η οποία είχε γίνει βέβαιη μέσα μας, ότι ο θάνατός μας ήταν πλέον αναπόφευκτος. Και επέτρεπε ο Θεός να μας προκαλούν τη βεβαιότητα αυτή οι πρωτοφανείς αυτοί κίνδυνοι, για να μην έχουμε πεποίθηση στον εαυτό μας, αλλά στον ίδιο τον Θεό, ο οποίος ανασταίνει τους νεκρούς)»[Β΄Κορ.1,9]. Εδώ βέβαια «να κα ζω το ησο ν τ σματι μν φανερωθ(:αυτό γίνεται για να φανερωθεί στον κόσμο με τη διάσωση του σώματός μας από τους καθημερινούς κινδύνους ότι ο Ιησούς εξακολουθεί να ζει)»[Β΄Κορ.4,10].

     Βλέπεις πόσο είναι το κέρδος από τους πειρασμούς; Καθόσον έδειχνε τη δύναμη του Θεού και φανέρωνε τη σε μεγαλύτερο βαθμό χάρη Του, γιατί λέγει: «Κα ερηκέ μοι· ρκε σοι χάρις μου· γρ δύναμίς μου ν σθενεί τελειοται. διστα ον μλλον καυχήσομαι ν τας σθενείαις μου, να πισκηνώσ π᾿ μ δύναμις το Χριστο(:Αλλά ο Κύριος μού είπε: ’’Σου είναι αρκετή η χάρη που σου δίνω· διότι η δύναμή μου αναδεικνύεται τέλεια, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με την ενίσχυσή μου κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά. Με πολύ μεγαλύτερη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχιέμαι περισσότερο στις ασθένειές μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού)» [Β΄Κορ.12,9], και τους ασκούσε στην ταπεινοφροσύνη, και τους άλλους προετοίμαζε να είναι συγκρατημένοι και αυτούς τους έκανε πιο καρτερικούς· γιατί λέγει: « δ πομον δοκιμήν, δ δοκιμ λπίδα(:Η υπομονή παράγει αρετή δοκιμασμένη και τέλεια, και η δοκιμασμένη αρετή παράγει την ελπίδα στον Θεό)»[Ρωμ.5,4]· γιατί εκείνοι που περιέπεσαν σε αμέτρητους κινδύνους και έπαιρναν δύναμη από την ελπίδα στον Θεό, διδάσκονταν σε όλα να στηρίζονται σε αυτήν περισσότερο.

     «Πντοτε τν νκρωσιν το ησο ν τ σματι περιφροντες, να κα ζω το ησο ν τ σματι μν φανερωθ(:Διαρκώς και κάθε μέρα περιφέρουμε στις περιοδείες μας το σώμα μας κυκλωμένο από τον έσχατο κίνδυνο να πεθάνουμε, όπως πέθανε ο Κύριος Ιησούς, αλλά αυτό γίνεται για να φανερωθεί στον κόσμο με τη διάσωση του σώματός μας από τους καθημερινούς κινδύνους ότι ο Ιησούς εξακολουθεί να ζει)». Και τι σημαίνει «τν νκρωσιν το ησο ν τ σματι περιφροντες»; Οι θάνατοί τους οι καθημερινοί, με τους οποίους φανερωνόταν η ανάσταση. «Γιατί», λέγει, «εάν κάποιος απιστεί ότι πέθανε ο Ιησούς και αναστήθηκε, βλέποντας εμάς που καθημερινά πεθαίνουμε και ανασταινόμαστε, ας πιστεύει στο εξής στην ανάσταση». Είδες πως βρήκε και άλλη αιτία των πειρασμών; Ποια λοιπόν είναι αυτή; «Για να φανερωθεί η ζωή Αυτού στο σώμα μας», λέγει, «με την αρπαγή μας από τους κινδύνους». Ώστε αυτό που φαίνεται ότι είναι αποτέλεσμα αδυναμίας και εγκαταλείψεως, αυτό κηρύττει την ανάσταση Αυτού. Γιατί δεν θα μπορούσε να φανεί τόσο η δύναμη Εκείνου, χωρίς να πάσχουμε εμείς κάτι το δυσάρεστο, όσο φανερώνεται τώρα, που πάσχουμε βέβαια, αλλά δε νικιόμαστε.

    «ε γρ μες ο ζντες ες θνατον παραδιδμεθα δι ησον, να κα ζω το ησο φανερωθ ν τ θνητ σαρκ μν(:Διότι πάντοτε εμείς, που παρά τους τόσους κινδύνους ζούμε, παραδιδόμαστε σε θάνατο για τη δόξα του Χριστού, για να φανερωθεί με τη θνητή σάρκα μας και η δύναμη της ζωής του Ιησού, που παρεμβαίνει και προλαβαίνει το θάνατό μας)»[Β΄Κορ.4,11]· γιατί παντού, όταν λέγει κάτι το ασαφές, ερμηνεύει στη συνέχεια αυτό, πράγμα που έκανε και εδώ, ερμηνεύοντας με σαφήνεια αυτό που είπε.  «Γιατί», λέγει, «γι' αυτό παραδινόμαστε, δηλαδή, περιφέρουμε τη νέκρωση,για να φανερωθεί η δύναμη της ζωής Αυτού, μην επιτρέποντας σάρκα θνητή, που πάσχει τόσα, να νικηθεί από το πλήθος των κακών».

    Και αλλιώς ας εκλάβουμε αυτό. Πώς; Όπως αλλού λέγει: «Ε γρ συναπεθνομεν, κα συζσομεν(:Εάν πεθάναμε μαζί Του, και θα ζήσουμε μαζί Του)»[Β΄Τιμ.2,11]. Γιατί, όπως ακριβώς υπομένουμε τώρα τον θάνατο Αυτού και προτιμούμε, όσο ζούμε, να πεθάνουμε  γι΄Αυτόν, έτσι και Αυτός θα θελήσει όταν πεθάνουμε να μας χαρίσει τότε ζωή· γιατί, εάν εμείς από τη ζωή βαδίζουμε προς τον θάνατο, και Αυτός θα μας καθοδηγήσει από το θάνατο στη ζωή. «στε θνατος ν μν νεργεται, δ ζω ν μν(:Και έτσι, ενώ εμείς υποφέρουμε τους κινδύνους του θανάτου, εσείς αντιθέτως καρπώνεστε την πνευματική ζωή που προέρχεται από την επικίνδυνη δράση μας)»[Β΄Κορ.4,12]. Δεν ομιλεί για τον θάνατο, αλλά για τους πειρασμούς και την άνεση. Γιατί, λέγει, «εμείς βρισκόμαστε μέσα στους κινδύνους και τους πειρασμούς, ενώ εσείς σε άνεση, καρπούμενοι τη ζωή που προέρχεται από αυτούς τους κινδύνους· και τα επικίνδυνα βέβαια τα υπομένουμε εμείς, τα αγαθά όμως τα απολαμβάνετε εσείς· γιατί δεν υπομένετε τόσους πολλούς πειρασμούς)».

     «χοντες δ τ ατ πνεμα τς πστεως, κατ τ γεγραμμνον, πστευσα, δι λλησα, κα μες πιστεομεν, δι κα λαλομεν, εδτες τι γερας τν Κριον ησον κα μς σν ησο γερε κα παραστσει σν μν(:Παρ’ όλους όμως αυτούς τους κινδύνους, επειδή έχουμε το ίδιο Άγιο Πνεύμα που μας στηρίζει στην πίστη, όπως παλιότερα είχε και ο Δαβίδ σύμφωνα με αυτό που είναι γραμμένο στους ψαλμούς: «πίστεψα,  γι' αυτό και μίλησα», έτσι και εμείς πιστεύουμε, και  γι' αυτό και θαρραλέα ομολογούμε και κηρύττουμε τον λόγο της πίστεώς μας. Και γνωρίζουμε ότι ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει και εμάς διαμέσου του Ιησού και θα μας παρουσιάσει ένδοξους στο βήμα Του μαζί με σας)». Μας υπενθύμισε Ψαλμό που περιέχει πολλή φιλοσοφία και έχει την δύναμη να μας ασκήσει σε μεγάλο βαθμό στους κινδύνους· γιατί τα λόγια αυτά τα είπε ο δίκαιος εκείνος βρισκόμενος μέσα σε μεγάλους κινδύνους, και από τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να απαλλαγεί, παρά μόνο με τη βοήθεια του Θεού.

     Επειδή λοιπόν γνωρίζει ότι τα συγγενή προπάντων παρηγορούν, γι' αυτό λέγει «χοντες δ τ ατ πνεμα τς πστεως (:Επειδή έχουμε το ίδιο Άγιο Πνεύμα που μας στηρίζει στην πίστη)», δηλαδή, από την ίδια συμμαχία, από την οποία ο Παύλος σώθηκε, σωζόμαστε και εμείς· από το άγιο Πνεύμα, από το οποίο δέχθηκε εκείνος τα λόγια του Θεού, τα δεχόμαστε και εμείς. Επομένως δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη συμφωνία μεταξύ της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, και το ίδιο Πνεύμα ενέργησε και στις δύο, και ότι ζούμε μέσα στους κινδύνους όχι μόνο εμείς, αλλά και όλοι οι παλαιοί, και πρέπει με πίστη και ελπίδα να τα αντιμετωπίζουμε όλα, και να μη ζητούμε αμέσως απαλλαγή από τα κακά που μας βρίσκουν.

    Αφού λοιπόν έδειξε με τους συλλογισμούς την ανάσταση και τη ζωή, και ότι ο κίνδυνος δεν οφείλεται στην αδυναμία, ούτε στην εγκατάλειψη, τότε πλέον αναφέρει και την πίστη, και σε αυτήν αποδίδει το παν. Αλλά όμως και αυτής απόδειξη παρουσιάζει την ανάσταση του Χριστού, λέγοντας: «Κα μες πιστεομεν, δι κα λαλομεν(:έτσι και εμείς πιστεύουμε, και  γι' αυτό και θαρραλέα ομολογούμε και κηρύττουμε τον λόγο της πίστεώς μας)».

    Πες μου όμως τι πιστεύουμε; «τι γερας τν Κριον ησον κα μς σν ησο γερε κα παραστσει σν μν. Τ γρ πντα δι΄ μς, να χρις πλεονσασα δι τν πλεινων τν εχαρισταν περισσεσ ες τν δξαν το Θεο(:Ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει και εμάς διαμέσου του Ιησού και θα μας παρουσιάσει ένδοξους στο βήμα Του μαζί με σας Ναι, μαζί με σας· διότι όλα για σας γίνονται· έτσι ώστε η ευεργεσία που μας κάνει ο Θεός σώζοντάς μας από τους κινδύνους για χάρη σας, να πλεονάσει και να γίνει ευεργεσία και χάρη όχι μόνο σε μας, αλλά και σε όλους εσάς. Κι έτσι αυτοί που ευεργετούνται θα είναι περισσότεροι, ώστε και η ευχαριστία προς τον Θεό να πλεονάσει και να περισσεύσει, για να δοξάζεται το όνομά Του)». Πάλι τους γεμίζει με υψηλό φρόνημα, για να μην αποδίδουν χάρη στους ανθρώπους, εννοώ στους ψευδαποστόλους· γιατί το παν είναι του Θεού, ο οποίος θέλει σε πολλούς να δώσει τη χάρη Του, ώστε να φανεί μεγαλύτερη η χάρη. Για σας λοιπόν η ανάσταση και όλα τα άλλα· γιατί αυτά δεν τα έκανε μόνο για έναν, αλλά για όλους.

   «Δι οκ κκακομεν, λλ᾿ ε κα ξω μν νθρωπος διαφθείρεται, λλ᾿ σωθεν νακαινοται μέρ κα μέρ(:Και επειδή γνωρίζουμε ότι όλα τα δυσάρεστα που μας συμβαίνουν καταλήγουν στην ευχαριστία και στη δόξα του Θεού,  γι' αυτό δεν χάνουμε το θάρρος μας· αλλά και αν ο εξωτερικός μας άνθρωπος, δηλαδή το σώμα μας, φθείρεται από τις θλίψεις και τους κινδύνους αυτούς, ο εσωτερικός όμως άνθρωπος, δηλαδή η ψυχή μας, γίνεται νεότερη μέρα με τη μέρα)»[ Β΄Κορ. 4,16]. Πώς φθείρεται; Με το να μαστιγώνεται, να καταδιώκεται, να πάσχει αμέτρητα κακά. «Αλλά ο εσωτερικός μας άνθρωπος ανακαινίζεται μέρα με την ημέρα». Πώς ανακαινίζεται; Με την πίστη, με την ελπίδα, με την προθυμία. Στο εξής λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίζουμε με θάρρος τα κακά. Γιατί, όσο περισσότερα παθαίνει το σώμα, τόσο και πιο αγαθές ελπίδες έχει η ψυχή, και γίνεται λαμπρότερη, όπως ακριβώς ο χρυσός που παραμένει περισσότερο μέσα στη φωτιά.

    Και πρόσεχε πώς εξαλείφει τα λυπηρά της παρούσας ζωής. Γιατί «τ γρ παραυτίκα λαφρν τς θλίψεως μν καθ᾿ περβολν ες περβολν αώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται μν(:και ξανανιώνει η ψυχή μας, διότι οι θλίψεις μας, που γρήγορα περνούν και είναι  γι' αυτό ελαφρές, ετοιμάζουν σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό αιώνιο βάρος δόξας σε μας)», λέγει[Κορ. Β΄4,17]. Κατακλείνοντας το πράγμα στην ελπίδα, και εκείνο ακριβώς που έλεγε στην επιστολή προς Ρωμαίους, ότι « δ πομον δοκιμήν, δ δοκιμ λπίδα(:η υπομονή παράγει αρετή δοκιμασμένη και τέλεια, και η δοκιμασμένη αρετή παράγει την ελπίδα στον Θεό)»[Ρωμ. 5,4], αυτό και εδώ παρουσιάζοντας, τοποθετεί παράλληλα τα παρόντα προς τα μέλλοντα, το στιγμιαίο προς το αιώνιο, το ελαφρύ προς το βαρύ, τη θλίψη προς τη δόξα. Και ούτε σε αυτά αρκείται, αλλά προσθέτει και άλλη λέξη, διπλασιάζοντας αυτήν και λέγοντας: «υπερβολικά υπερβολικό βάρος».

    Έπειτα δείχνει και τον τρόπο πώς είναι ελαφρύ το βάρος των τόσων πολλών θλίψεων. Πώς λοιπόν είναι ελαφρύ; «Μ σκοπούντων μν τ βλεπόμενα, λλ τ μ βλεπόμενα(:Οσοδήποτε λοιπόν βαριές και αν είναι οι θλίψεις, θα τις αισθανόμαστε ως ελαφρές, αρκεί να μην προσηλώνουμε το βλέμμα μας σε εκείνα που φαίνονται με τα μάτια του σώματος, αλλά σε εκείνα που δε φαίνονται, όμως μας περιμένουν μετά το θάνατο)»[Κορ. Β΄4,18]. Έτσι και αυτό το παρόν είναι ελαφρύ και εκείνο το μέλλον μεγάλο, αν απομακρύνουμε τον εαυτό μας από τα ορατά πράγματα.

    «Τ γρ βλεπόμενα πρόσκαιρα(:Διότι αυτά που φαίνονται είναι πρόσκαιρα και περνούν)». Άρα και οι θλίψεις είναι τέτοιες. «Τ δ μ βλεπόμενα αώνια(:Διότι αυτά που φαίνονται είναι πρόσκαιρα και περνούν, αυτά όμως που δεν φαίνονται είναι αιώνια)»[Β΄Κορ.4,18]. Άρα και τα στεφάνια είναι τέτοια. Και δεν είπε: «οι θλίψεις είναι τέτοιες», αλλά όλα «τα βλεπόμενα», είτε τιμωρία είναι, είτε άνεση, ώστε ούτε από εκείνα να αποχαυνωνόμαστε, ούτε αυτά να μας στενοχωρούν. Γι’ αυτό ούτε είπε, μιλώντας για τα αιώνια, «η βασιλεία είναι αιώνια», αλλά «τα μη βλεπόμενα είναι αιώνια», είτε αυτά είναι βασιλεία, είτε τιμωρία πάλι, ώστε και από εκείνα να φοβίσει και προς εκείνα να προτρέψει.

     Επειδή λοιπόν τα βλεπόμενα είναι πρόσκαιρα, ενώ τα μη βλεπόμενα αιώνια, προς εκείνα ας έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας. Καθόσον ποια απολογία θα μπορούσαμε να έχουμε, προτιμώντας τα πρόσκαιρα αντί των αιωνίων; Γιατί, και αν ακόμα το παρόν είναι ευχάριστο, ωστόσο δεν είναι αιώνιο· όμως το οδυνηρό αυτού είναι αιώνιο και ασυγχώρητο. Ποια λοιπόν απολογία θα έχουν εκείνοι που καταξιώθηκαν να λάβουν το άγιο Πνεύμα και να απολαύσουν τόση μεγάλη δωρεά, όταν μετά από όλα αυτά και προσηλώνονται  στη γη και απορροφώνται από τα γήινα; Καθόσον ακούω πολλούς που λέγουν αυτά τα άξια για γέλια, λόγια: «Δώσε μου τη σημερινή μέρα, και πάρε εσύ την αυριανή». «Γιατί», όπως λένε, «αν τα εκεί είναι τέτοια που λέτε εσείς, θα συμβεί τότε ένα και ένα, αν όμως δεν υπάρχει το εκεί, τότε θα είναι δύο έναντι κανενός».

     Τι πιο απρεπές υπάρχει από αυτά τα λόγια; Τι πιο ανόητο; Εμείς μιλάμε για τον ουρανό και τα απόρρητα εκείνα αγαθά, και εσύ μας παρουσιάζεις τα των ιπποδρομίων και δεν ντρέπεσαι ούτε πας να κρυφτείς από ντροπή λέγοντας τέτοια λόγια, που είναι λόγια των παραφρόνων; Δεν κοκκινίζεις από ντροπή με το να είσαι τόσο πολύ προσηλωμένος στα παρόντα; Δεν θα σταματήσεις να παραφρονείς και να μωρολογείς, λέγοντας ανοησίες και στη νεότητά σου; Και το να τα λέγουν αυτά οι ειδωλολάτρες, δεν είναι καθόλου απορίας άξιο, το να λέγουν όμως πιστοί άνθρωποι τέτοιες ανοησίες, ποια συγνώμη έχει αυτό; Έχεις δηλαδή εξ ολοκλήρου υποψίες για τις αθάνατες εκείνες ελπίδες; Εξ ολοκλήρου νομίζεις ότι αυτά είναι αμφίβολα; Και πώς αυτά θα είναι άξια συγνώμης;

     «Και ποιος», λέγει κάποιος άλλος, «ήρθε και μας τα είπε τα εκεί;». Από τους ανθρώπους κανένας, αλλά αυτά τα είπε ο Θεός, που είναι ο πιο αξιόπιστος από όλους. Αλλά δε βλέπεις τα εκεί; Ούτε τον Θεό βλέπεις· άραγε λοιπόν δε θα πιστέψεις ότι υπάρχει Θεός, επειδή δεν Τον βλέπεις; «Το πιστεύω», λέγει, «και μάλιστα υπερβολικά».

     Αν λοιπόν σε ρωτήσει κάποιος από τους απίστους: «και ποιος ήρθε από τον ουρανό και είπε αυτά;», τι θα του πεις; Από πού το γνωρίζεις ότι υπάρχει Θεός; «Από τα όσα βλέπονται», λέγει, «από την ευταξία που υπάρχει σε όλη την κτίση, από το ότι αυτό είναι φανερό σε όλους». Λοιπόν, έτσι να δέχεσαι και τον λόγο περί Κρίσεως. «Πώς δηλαδή;», λέγει. Θα ρωτήσω εσένα και εσύ απάντησέ μου. Δίκαιος είναι αυτός ο Θεός και απονέμει στον καθένα εκείνο που του αξίζει· ή μήπως το αντίθετο θέλει, οι άδικοι δηλαδή να ευημερούν και να ζουν απολαυστική ζωή, ενώ οι καλοί να απολαμβάνουν τα αντίθετα;  «Καθόλου», λέγει, «γιατί ούτε άνθρωπος θα το δεχόταν αυτό». Πού λοιπόν θα απολαύσουν τα αγαθά εκείνοι που εδώ έπραξαν καλά έργα; Πού οι κακοί θα υποστούν τα αντίθετα, εάν πρόκειται να μην υπάρξει κάποια ζωή και ανταπόδοση μετά από αυτά; Βλέπεις ότι τώρα έχουμε ένα έναντι ενός, και όχι δύο έναντι ενός;

    Αλλά εγώ προχωρώντας θα σου δείξω, ότι θα συμβεί στους δικαίους όχι ένα έναντι ενός, αλλά δύο έναντι ενός, ενώ στους αμαρτωλούς και σε εκείνους που κάνουν απολαυστική ζωή εδώ εντελώς το αντίθετο. Γιατί εκείνοι που έζησαν απολαυστικά εδώ δεν έλαβαν ούτε ένα έναντι ενός, ενώ εκείνοι που ζουν ενάρετη, έλαβαν δύο έναντι ενός. Γιατί ποιοι έζησαν με άνεση, εκείνοι που δεν έκαναν καλή χρήση αυτής της ζωής ή οι ενάρετοι; Εσύ βέβαια ίσως πεις εκείνους, εγώ όμως σου δείχνω αυτούς, επικαλούμενος μάρτυρες εκείνους τους ίδιους που απόλαυσαν τα παρόντα, και δε θα δυσανασχετήσουν για εκείνα που πρόκειται να πω.

     Καθόσον πολλές φορές καταράστηκαν και τις προξενήτρες και την ημέρα κατά την οποία ετοιμάστηκε το νυφικό δωμάτιο, μακάρισαν τους άγαμους. Πολλοί από τους νέους, ενώ βρίσκονταν στα πρόθυρα του γάμου, για τίποτε άλλο δεν παραιτήθηκαν, παρά εξαιτίας της δυσκολίας του πράγματος. Και τα λέγω αυτά, όχι για να κατηγορήσω τον γάμο( γιατί είναι τίμιος), αλλά εκείνους που τον χρησιμοποιούν κακώς. Εάν εκείνοι που σύναψαν γάμο πολλές φορές θεώρησαν αβίωτο τον βίο, τι θα μπορούσαμε να πούμε για εκείνους που ρίχτηκαν στα πύρινα βάραθρα και βρέθηκαν σε κατάσταση δουλικότερη και αθλιότερη παντός αιχμαλώτου; Τι για εκείνους που κατασάπησαν μέσα στις απολαύσεις και περιέβαλαν με αμέτρητα νοσήματα το σώμα;

   «Αλλά το να ζει κανείς με δόξα είναι ευχάριστο», ίσως παρατηρούσε πάλι εδώ κάποιος. Και όμως τίποτε δεν υπάρχει χειρότερο από αυτήν τη δουλεία. Καθόσον ο ματαιόδοξος και εκείνος που θέλει να αρέσει σε όποιον άνθρωπο τύχει μπροστά του, είναι πολύ πιο δουλικότερος από οποιονδήποτε δούλο, ενώ εκείνος που περιφρόνησε τη δόξα, εκείνος που δε φροντίζει για τη δόξα εκ μέρους των άλλων είναι ανώτερος από όλους.

    «Όμως το να έχει κανείς χρήματα είναι πολύ αγαπητό». Αλλά πολλές φορές αποδείξαμε ότι σε μεγαλύτερο πλούτο και άνεση βρίσκονται πολύ περισσότερο εκείνοι που είναι απαλλαγμένοι από αυτά και δεν έχουν τίποτε. «Αλλά το να μεθάει κανείς είναι ευχάριστο», αντιλέγει ίσως κάποιος άλλος. Και ποιος θα μπορούσε να το πει αυτό; Λοιπόν, εάν το να μην έχεις πλούτο είναι πιο ευχάριστο από το να έχεις πλούτο, και η αγαμία καλύτερη από το γάμο, και η έλλειψη ματαιοδοξίας καλύτερη από τη ματαιοδοξία, και η μία απολαυστική ζωή από τη γεμάτη απολαύσεις ζωή, και ως προς αυτό το περισσότερο το έχουν εκείνοι που δεν είναι προσηλωμένοι στα παρόντα.

    Και δε λέγω βέβαια ακόμα ότι εκείνος, και αν ακόμα υφίσταται αμέτρητα βάσανα, έχει την καλή ελπίδα που τον στηρίζει, ενώ αυτός και αν ακόμα απολαμβάνει αμέτρητες απολαύσεις, έχει τον φόβο τον μελλοντικό που ταράσσει την ηδονή του και του προξενεί σύγχυση. Καθόσον και αυτός δεν είναι μικρός τρόπος τιμωρίας, όπως βέβαια ο αντίθετος είναι τρυφής και ανέσεως. Υπάρχει και τρίτος τρόπος μαζί με αυτούς. Και ποιος είναι αυτός; Ότι τα της απολαυστικής και κοσμικής ζωής, ούτε όταν υπάρχουν φαίνονται, ελεγχόμενα και από τη φύση και από τον χρόνο, ενώ εκείνα όχι μόνο υπάρχουν, αλλά και παραμένουν ακίνητα. Βλέπεις ότι όχι μόνο δύο έναντι κανενός, αλλά και τρία και πέντε και δέκα και είκοσι και άπειρα έναντι μηδενός θα μπορέσουμε να αναφέρουμε; Και για να το καταλάβεις αυτό με παράδειγμα, ο πλούσιος και ο Λάζαρος, από τους οποίους ο ένας απόλαυσε τα παρόντα, ενώ ο άλλος τα μέλλοντα. Άραγε λοιπόν έχεις την εντύπωση ότι είναι ένα προς ένα το να τιμωρείται κανείς όλο τον χρόνο, και το να πεινάει ένα σύντομο χρόνο; Το να υποφέρει σε φθαρτό σώμα από κάποιο νόσημα, και το να κατακαίεται φοβερά σε αθάνατο σώμα; Το να στεφανώνεται και να απολαμβάνει αθάνατη την ηδονή μετά τη σύντομη εκείνη αρρώστια, και το να βασανίζεται απέραντα μετά τη σύντομη απόλαυση των παρόντων; Και ποιος θα μπορούσε να τα πει αυτά; Γιατί τι θέλεις να αναφέρουμε; Την ποσότητα, την ποιότητα, την τάξη του Θεού, την απόφαση για τον καθένα; Μέχρι πότε θα λέτε τα λόγια των σκαθαριών, που διαρκώς κυλιούνται μέσα στο βούρκο; Γιατί αυτά δεν είναι λόγια λογικών ανθρώπων, το να προδίδουν αντί μηδενός την τόσης τιμής ψυχή, ενώ μπορούν έναντι μικρού κόπου να κερδίσουν τον ουρανό.

     Θέλεις και με άλλο τρόπο να σε διδάξω, ότι υπάρχει εκεί κριτήριο φοβερό; Άνοιξε τις πόρτες της συνειδήσεώς σου και πρόσεχε τον δικαστή που κάθεται στη διάνοιά σου. Εάν εσύ κατακρίνεις τον εαυτό σου, αν και βέβαια είσαι φίλαυτος, και δε θα καταδεχόσουν να μην εκφέρεις δίκαια την κρίση, δε θα δείξει πολύ περισσότερο ο Θεός μεγαλύτερη φροντίδα για τον δίκαιο, και θα εκφέρει την αμερόληπτη για όλους απόφαση, αλλά θα αφήσει τα πάντα να οδηγούνται στην τύχη εδώ και εκεί; Και ποιος θα μπορούσε να τα πει αυτά; Δεν υπάρχει κανένας, αλλά και οι ειδωλολάτρες και οι βάρβαροι, και οι ποιητές και φιλόσοφοι, και κάθε ανθρώπινο έθνος συμφωνούν σε αυτά με εμάς, αν και όχι όμοια, και λέγουν ότι υπάρχουν κάποια δικαστήρια στον άδη· τόσο φανερό και παραδεκτό από όλους είναι το πράγμα.

    «Και για ποιον λόγο», λέγει κάποιος, «δεν τιμωρεί εδώ, στην παρούσα ζωή;». Για να δείξει τη μακροθυμία Του και να μας χαρίσει την από τη μετάνοια προερχόμενη σωτηρία, και να μην αφήσει τότε να αρπαχθεί αιχμάλωτο το ανθρώπινο γένος, καθώς και εκείνους που μπορούν να σωθούν με την άριστη μετάνοια να μην τους στερήσει τη σωτηρία. Γιατί, εάν τιμωρούσε αμέσως σύμφωνα με τα αμαρτήματα και οδηγούσε στην καταδίκη, πώς θα ήταν δυνατό να σωθεί ο Παύλος, πώς ο Πέτρος, ο κορυφαίος δάσκαλος της οικουμένης; Πώς θα μπορούσε ο Δαβίδ να καρπωθεί την από τη μετάνοια πηγάζουσα σωτηρία; Πώς οι Γαλάτες; Πώς άλλοι περισσότεροι; Γι’ αυτό βέβαια ούτε και τιμωρεί όλους εδώ, αλλά μερικούς μόνο από όλους, ούτε εκεί όλους, αλλά τον ένα εδώ και τον άλλον εκεί, για να διεγείρει και τους υπερβολικά αναίσθητους με εκείνους που τιμωρεί και να τους κάνει να περιμένουν ανυπόμονα τα μέλλοντα με εκείνους που δεν τιμωρεί.

    Ή δε βλέπεις εδώ που τιμωρούνται πολλοί, όπως εκείνοι που καταπλακώθηκαν από τον πύργο[Λουκ.13,4-5: « κενοι ο δέκα κα κτώ, φ᾿ ος πεσεν πύργος ν τ Σιλωμ κα πέκτεινεν ατούς, δοκετε τι οτοι φειλέται γένοντο παρ πάντας τος νθρώπους τος κατοικοντας ν ερουσαλήμ(:Όχι, σας λέω˙ δεν ήταν αυτοί οι χειρότεροι αλλά ο θάνατός τους συνέβη και ως παράδειγμα σωφρονιστικό για σας. Διότι εάν δεν μετανοήσετε, θα χαθείτε κι εσείς με τον ίδιο τρόπο. Διότι θα σας σφάξουν όλους οι Ρωμαίοι και θα καταπατήσουν την Ιερουσαλήμ, και τότε το αίμα πολλών από σας θα αναμιχθεί με τις θυσίες σας. Ή μήπως νομίζετε ότι εκείνοι οι δεκαοκτώ, που έπεσε πάνω τους ο πύργος που ήταν κτισμένος στο Σιλωάμ και τους σκότωσε, ήταν πιο αμαρτωλοί και χρεώστες ενώπιον του Θεού απ’ όλους τους ανθρώπους που κατοικούν στην Ιερουσαλήμ;)» όπως εκείνοι οι Γαλιλαίοι, το αίμα των οποίων ανέμιξε ο Πιλάτος με τις θυσίες[βλ.Λουκ.13,1: «Παρσαν δέ τινες ν ατ τ καιρ παγγέλλοντες ατ περ τν Γαλιλαίων, ν τ αμα Πιλτος μιξε μετ τν θυσιν ατν(:Τη στιγμή αυτή που μιλούσε ο Κύριος για τα σημεία των καιρών, παρουσιάστηκαν μερικοί και Του αφηγήθηκαν για τους Γαλιλαίους που έσφαξε ο Πιλάτος στο ιερό την ώρα που αυτοί πρόσφεραν θυσίες, και έτσι ανέμειξε το αίμα τους με το αίμα των ζώων που θυσίαζαν)», όπως εκείνοι από τους Κορινθίους που πέθαναν με πρόωρο θάνατο, επειδή έλαβαν μέρος στα μυστήρια ανάξια, όπως ο Φαραώ, όπως εκείνοι από τους Ιουδαίους που κατασφάχθηκαν από τους βαρβάρους, όπως πολλοί άλλοι, και τότε και τώρα και συνέχεια; Και άλλοι πάλι, που διέπραξαν πολλά αμαρτήματα, έφυγαν από την εδώ ζωή χωρίς να τιμωρηθούν, όπως ο πλούσιος που έχει σχέση με τον Λάζαρο, όπως πολλοί άλλοι.

    Και αυτά τα κάνει, και για να διεγείρει εκείνους που δεν πιστεύουν στα μέλλοντα, και για να καταστήσει σπουδαιότερους εκείνους που πιστεύουν και είναι αδιάφοροι. Γιατί ο Θεός είναι Κριτής δίκαιος και ισχυρός και μακρόθυμος, και δεν εκδηλώνει καθημερινά την οργή Του. Αν όμως δε χρησιμοποιήσουμε σωστά τη μακροθυμία, θα έρθει καιρός που δε θα δείξει ούτε για μια στιγμή μακροθυμία, αλλά θα επιφέρει αμέσως την τιμωρία. Μη λοιπόν, για να νιώσουμε μία στιγμή μόνο την ηδονή (γιατί αυτό είναι η παρούσα ζωή), επισύρουμε επάνω μας τιμωρία απείρων αιώνων, αλλά ας πονέσουμε για μια στιγμή, για να στεφανωθούμε αιώνια. Δε βλέπετε ότι και στα κοσμικά πράγματα το ίδιο κάνουν οι περισσότεροι από τους ανθρώπους, και προτιμούν τον λίγο κόπο, προς χάρη της μακρόχρονης αναπαύσεως, αν και το αντίθετο συμβαίνει σε αυτούς; Γιατί εδώ υπάρχει ισομοιρία και κόπων και κέρδους· πολλές φορές όμως το αντίθετο, ο κόπος είναι άπειρος, ενώ ο καρπός λίγος· ενώ στην περίπτωση της Βασιλείας τα πράγματα είναι αντίστροφα· λίγος ο κόπος, ενώ μεγάλη και άπειρη η ηδονή.

    Και πρόσεχε: ο γεωργός κοπιάζει όλο το χρόνο και πολλές φορές προς το τέλος της ελπίδας αυτής δεν απολαμβάνει τον καρπό των πολλών κόπων του. Ο κυβερνήτης πάλι και ο στρατιώτης μέχρι το τέλος της ζωής ζει με τους πολέμους και τους κόπους, και πολλές φορές ο καθένας από αυτούς έφυγε μαζί με τη νίκη και τη ζωή του. Ποια λοιπόν απολογία θα έχουμε, πες μας, για να νιώσουμε έστω και λίγο άνεση, ή ούτε για λίγο(καθόσον δεν είναι φανερή η ελπίδα), ενώ στα πνευματικά κάνουμε το αντίθετο από αυτό, και επισύρουμε εναντίον μας απερίγραπτη τιμωρία εξαιτίας της μικρής αδιαφορίας;

    Γι' αυτό παρακαλώ όλους σας έστω λοιπόν και αργά να συνέλθουμε κάποτε από την παραφροσύνη αυτή. Γιατί κανένας δε θα μας σώσει εκείνον τον καιρό, ούτε αδελφός, ούτε πατέρας, ούτε υιός, ούτε φίλος, ούτε γείτονας, ούτε άλλος κανένας, αλλά αν προδοθούμε από τα έργα, όλοι θα φύγουν και θα χαθούν και θα χαθούμε και εμείς οπωσδήποτε. Σε πόσους θρήνους ξέσπασε εκείνος ο πλούσιος, και τον πατριάρχη παρακάλεσε, και τον Λάζαρο ζήτησε να σταλεί; Αλλά άκουσε τι έλεγε προς αυτόν ο Αβραάμ: «Κα π πσι τούτοις μεταξ μν κα μν χάσμα μέγα στήρικται, πως ο θέλοντες διαβναι νθεν πρς μς μ δύνωνται, μηδ ο κεθεν πρς μς διαπερσιν(:Και επιπλέον μεταξύ του τόπου που είμαστε εμείς, και του τόπου που είστε εσείς, έχει στηριχτεί μέγα και ανυπέρβλητο χάσμα, ώστε εκείνοι που θέλουν να περάσουν από εδώ σε σας να μην μπορούν, ούτε και αυτοί, που είναι στο μέρος σας να μην μπορούν να περάσουν προς εμάς)»[Λουκ.16,26].

    Πόσο παρακάλεσαν οι πέντε μωρές εκείνες παρθένες της παραβολής τις συνομήλικές τους για λίγο λάδι; Αλλά άκουσε και εκείνες τις άλλες πέντε, τις φρόνιμες και προνοητικές, τι λέγουν: «Μήποτε οκ ρκέσει μν κα μν· πορεύεσθε δ μλλον πρς τος πωλοντας κα γοράσατε αυτας(:Δεν μπορούμε να σας δώσουμε, διότι υπάρχει φόβος να μη φθάσει το λάδι και για μας και για σας. Πηγαίνετε καλύτερα σ’ εκείνους που πουλούν και αγοράστε για τα λυχνάρια σας)» [Ματθ.25,9], και κανένας δεν μπόρεσε να τις οδηγήσει μέσα στον νυμφώνα.

      Σκεπτόμενοι λοιπόν αυτά και εμείς ας φροντίζουμε τη ζωή μας. Γιατί, όσους κόπους και αν πεις, και όσες τιμωρίες και αν αναφέρεις, τίποτε δε θα είναι όλα αυτά μπροστά στα μελλοντικά αγαθά. Ανάφερε λοιπόν, αν θέλεις, φωτιά και σίδερο και θηρία και αν υπάρχει κάτι άλλο φοβερότερο από αυτά· αλλά όμως αυτά ούτε σκιά είναι μπροστά σε εκείνα τα βασανιστήρια. Γιατί αυτά όταν πέσουν επάνω μας με σφοδρότητα, τότε προπάντων γίνονται ελαφρά, παρέχοντας γρήγορα την απαλλαγή, αφού το σώμα δεν αντέχει και στη σφοδρότητα και στο μήκος της τιμωρίας· εκεί όμως δε συμβαίνει το ίδιο, αλλά συνυπάρχουν και τα δύο, και η παράσταση και η υπερβολή, τόσο στα καλά, όσο και στα λυπηρά.

    Όσο λοιπόν είναι καιρός, ας σπεύσουμε κοντά Του, εξομολογούμενοι τις αμαρτίες μας, για να Τον δούμε τότε ήμερο και γαλήνιο, για να αποφύγουμε τις τιμωρητικές εκείνες δυνάμεις. Δεν βλέπεις τους εδώ στρατιώτες που υπηρετούν τους άρχοντες, πώς σύρουν, πώς δένουν, πώς μαστιγώνουν, πώς ξεσχίζουν τις πλευρές, πώς προσθέτουν λαμπάδες στα βάσανα, πώς θανατώνουν; Αλλά όλα αυτά είναι παιχνίδι και γέλωτας μπροστά σε εκείνες τις τιμωρίες. Γιατί αυτές οι τιμωρίες είναι πρόσκαιρες, ενώ εκεί ούτε το  σκουλήκι πεθαίνει, ούτε η φωτιά σβήνει· γιατί το σώμα είναι άφθαρτο.

    Αλλά εύχομαι να μη συμβεί να τα γνωρίσουμε στην πράξη, αλλά να περιοριστούν τα φοβερά μόνο μέχρι τα λόγια, ούτε και να παραδοθούμε σε εκείνους τους βασανιστές, αλλά να σωφρονιστούμε εδώ. Πόσα τότε θα πούμε, κατηγορώντας τον εαυτό μας; Πόσο θα θρηνήσουμε; Πόσο θα κλάψουμε; Αλλά κανένα όφελος τότε· γιατί ούτε οι ναύτες, όταν το πλοίο διαλυθεί και καταβυθιστεί, θα μπορούσαν να ωφεληθούν τότε σε κάτι· ούτε οι γιατροί, όταν ο ασθενής πεθάνει· αλλά βέβαια θα πουν πολλές φορές «αυτό και αυτό έπρεπε να κάνουμε», αλλά όλα άδικα και χωρίς κανένα όφελος. Όσο λοιπόν μένουν ακόμα ελπίδες από τη διόρθωση πρέπει και να τα λέμε όλα και να τα κάνουμε, όταν όμως δεν είμαστε κύριοι μηδενός, αφού έχει χαθεί το παν, άσκοπα και λέγονται όλα και γίνονται. Γιατί και οι Ιουδαίοι θα πουν τότε: «σαννά, ελογημένος ρχόμενος ν νόματι Κυρίου, βασιλες το σραήλ(:Δόξα και τιμή σε Αυτόν που υποδεχόμαστε! Ευλογημένος και δοξασμένος να είναι Αυτός που έρχεται απεσταλμένος από τον Κύριο ως αντιπρόσωπός Του. Αυτός είναι ο ένδοξος βασιλιάς του Ισραήλ, που τόσον καιρό περιμέναμε)» [Ιω.12,13], αλλά δεν θα μπορέσουν να αποκομίσουν καμία ωφέλεια από τα λόγια εκείνα στο να αποφύγουν την τιμωρία· γιατί όταν έπρεπε να τα πουν, δεν τα είπαν.

    Για να  μην το πάθουμε λοιπόν αυτό και εμείς στη ζωή εκείνη, ας μετανοήσουμε όσο είμαστε εδώ, για να παρουσιαστούμε στο βήμα του Χριστού με κάθε παρρησία, την οποία εύχομαι όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα και η τιμή και η προσκύνηση, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

          

       ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

           επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

   https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ii-ad-corinthios.pdf

   Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα  έργα, Υπόμνημα στην Β΄ προς Κορινθίους  επιστολήν , πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1986, τόμος 19, ομιλίες Η΄ (κατ΄επιλογήν) και Θ΄, σελίδες  245-275.

   http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

   Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

   Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

   Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

   http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

   http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
«Πᾶνος»