Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ ΠΑΥΛΟΝ ΟΜΙΛΙΑ Β΄



ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ ΠΑΥΛΟΝ
                              ΟΜΙΛΙΑ Β΄
    Τι τέλος πάντων είναι ο άνθρωπος και πόση είναι η ευγένεια της δικής μας φύσης και πόσο ικανό στην αρετή είναι αυτό το ον, μας το έδειξε περισσότερο από όλους τους ανθρώπους  ο Παύλος. Και τώρα σηκώνεται από εκεί που έχει φτάσει και με καθαρή φωνή προς όλους εκείνους που κατηγορούν τη φύση μας απολογείται για χάρη του Κυρίου, προτρέπει την αρετή, κλείνει τα αναίσχυντα στόματα των βλάσφημων και αποδεικνύει ότι δεν είναι μεγάλη η διαφορά ανάμεσα στους αγγέλους και στους ανθρώπους αν θέλουμε να προσέχουμε τον εαυτό μας· γιατί χωρίς να έχει άλλη φύση, ούτε να έχει λάβει άλλη ψυχή, ούτε να κατοικήσει σε άλλο κόσμο, αλλά αν και ανατράφηκε στην ίδια γη και τόπο με τους ίδιους νόμους και συνήθειες ξεπέρασε όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι έζησαν από τότε που έγιναν οι άνθρωποι.  

    Πού είναι λοιπόν εκείνοι που λένε ότι είναι δύσκολο πράγμα η αρετή και εύκολο η κακία; Γιατί ο Παύλος τούς αντικρούει λέγοντας: «Τ γρ παραυτίκα λαφρν τς θλίψεως μν καθ᾿ περβολν ες περβολν αώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται μν (:και ξανανιώνει η ψυχή μας, διότι οι θλίψεις μας, πολύ γρήγορα περνούν και είναι γι’ αυτό ελαφρές, ετοιμάζουν σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό αιώνιο βάρος δόξα σε εμάς)»[Β΄Κορ. 4,17] εάν όμως τέτοιες θλίψεις περνούν εύκολα, πολύ περισσότερο οι φυσικές ηδονές. Και δεν είναι μόνο αυτό το αξιοθαύμαστό του, ότι δηλαδή από πολλή προθυμία δεν αισθανόταν τους κόπους του για την αρετή, αλλά ότι ασκούσε αυτήν χωρίς αμοιβή.
      Εμείς βέβαια δεν υπομένουμε κόπους για αυτήν, αν και υπάρχουν αμοιβές. Εκείνος όμως και χωρίς τα έπαθλα την επιζητούσε και την αγαπούσε, και εκείνα που θεωρούνταν ότι είναι εμπόδιά της τα ξεπερνούσε με κάθε ευκολία. Και δεν επικαλέστηκε ούτε την αδυναμία του σώματος, ούτε τις δύσκολες περιστάσεις, ούτε την τυραννίδα της φύσης, ούτε τίποτε άλλο. Αν και είχε αναλάβει μεγαλύτερη φροντίδα από τους στρατηγούς και όλους τους άρχοντες της γης, αλλά όμως κάθε μέρα ήταν ακμαίος, και ενώ οι κίνδυνοί του επαυξάνονταν, διέθετε νεανική προθυμία. Για να δείξει αυτό ακριβώς έλεγε: «ν δέ, τ μν πίσω πιλανθανόμενος τος δ μπροσθεν πεκτεινόμενος κατ σκοπν διώκω π τ βραβεον τς νω κλήσεως το Θεο ν Χριστ ησο (:ενώ όμως εγώ γνωρίζω να υποφέρω τη στέρηση, εσείς κάνατε πράξη καλή και αξιέπαινη που μου συμπαρασταθήκατε και γίνατε συμμέτοχοι στη θλίψη μου)»[Φιλιπ.3,14]. Και ενώ περίμενε τον θάνατο, καλούσε σε συμμετοχή σε αυτή λέγοντας: «τ δ᾿ ατ κα μες χαίρετε κα συγχαίρετέ μοι (:ακριβώς λοιπόν το ίδιο να κάνετε και εσείς. Μη λυπάστε καθόλου. Αλλά να χαίρεστε για την πίστη σας, και να χαίρεστε μαζί μου για το μαρτύριό μου)»[Φιλιπ.2,18]. 
    Και ενώ τον απειλούσαν οι κίνδυνοι και οι προσβολές και κάθε ατιμία, πάλι σκιρτούσε· και όταν έγραφε την επιστολή στους Κορινθίους έλεγε:  «δι εδοκ ν σθενείαις, ν βρεσιν, ν νάγκαις, ν διωγμος, ν στενοχωρίαις, πρ Χριστο· ταν γρ σθεν, τότε δυνατός εμι (:γι’ αυτό ευφραίνομαι στις ασθένειες, στους χλευασμούς, στις ανάγκες, στους διωγμούς, στις στεναχώριες, όταν τα υποφέρω όλα αυτά για την δόξα του Χριστού. Διότι όταν με τις θλίψεις και τις περιπέτειες φαίνομαι εξαιρετικά ασθενής, τότε είμαι δυνατός· διότι τότε μου δίνει ο Θεός περισσότερη χάρη)»[Β΄Κορ.12,10]. Και τα ονόμασε σε αυτά όπλα της δικαιοσύνης, αποδεικνύοντας ότι και από αυτά είχε πολύ μεγάλες ωφέλειες και από παντού ήταν ακατάβλητος στους εχθρούς του.
     Και ενώ παντού τον βασάνιζαν, τον περιφρονούσαν, τον κακολογούσαν σαν να βάδιζε σε θριάμβους και να έστηνε σταθερά τρόπαια σε όλα τα σημεία της γης,  έτσι υπερηφανευόταν και ευχαριστούσε τον Θεό λέγοντας: «Τ δ Θε χάρις τ πάντοτε θριαμβεύοντι μς ν τ Χριστ κα τν σμν τς γνώσεως ατο φανεροντι δι᾿ μν ν παντ τόπ(:οφείλουμε λοιπόν ευχαριστία στον Θεό, ο οποίος νικώντας και θριαμβεύοντας περιφέρει και εμάς πάντοτε στον θρίαμβό Του, ως διακόνους της νίκης που συντελεί για τον Χριστό και το ευαγγέλιό Του. Ο Θεός κατά την θριαμβευτική αυτή πορεία Του φανερώνει μέσα από εμάς την ευωδία της γνώσεώς Του σε κάθε τόπο)»[Β΄Κορ. 2,14].
    Και την κακοποίηση και την προσβολή και το κήρυγμα επιζητούσε πολύ περισσότερο από όσο εμείς την τιμή, και τον θάνατο από όσο εμείς την ζωή, και τη φτώχεια από όσο εμείς τον πλούτο, και τους κόπους από όσο άλλοι τις ανέσεις, και όχι απλά περισσότερο αλλά πολύ περισσότερο, και τη λύπη πολύ περισσότερο από όσο άλλοι τη χαρά, και το να εύχεται για τους εχθρούς περισσότερο από όσο τους καταριούνται οι άλλοι. Και ανέτρεψε την τάξη των πραγμάτων, ή καλύτερα εμείς την ανατρέψαμε, εκείνος όμως, όπως την νομοθέτησε ο Θεός, έτσι την φύλασσε γιατί όλα αυτά είναι σύμφωνα με τη φύση, εκείνα όμως αντίθετα. Ποια είναι η απόδειξη; Το ότι ο Παύλος αν και ήταν άνθρωπος, ακολουθούσε περισσότερο αυτά παρά εκείνα. 
    Ένα μόνο πράγμα ήταν φοβερό γι’ αυτόν και το απόφευγε, το να αντιμάχεται με τον Θεό και τίποτα άλλο. Όπως βέβαια τίποτα άλλο δεν του ήταν ποθητό, όσο το να αρέσει στον Θεό. Και δεν λέω τίποτα από τα παρόντα, αλλά ούτε και από τα μέλλοντα. Και μη μου πεις τις πόλεις και τα έθνη και τους βασιλείς και τα στρατόπεδα και τα χρήματα και τις σατραπείες και τις δυναστείες· ούτε ιστό αράχνης δεν τα θεωρούσε αυτά. Αλλά σκέψου αυτά που υπήρχαν στους ουρανούς και τότε θα καταλάβεις την σφοδρή αγάπη που είχε για τον Χριστό· γιατί ο Παύλος γι’ αυτήν την αγάπη δεν θαύμασε ούτε την αξία των αγγέλων, ούτε των αρχαγγέλων, ούτε τίποτα άλλο παρόμοιο.
    Είχε μέσα του το πιο μεγάλο από όλα, την αγάπη του Χριστού και μαζί με αυτό θεωρούσε τον  εαυτό του τον πιο ευτυχισμένο από όλους. Και χωρίς αυτό δεν επιθυμούσε να γίνει ένας από τις Κυριότητες και τις Αρχές και τις Εξουσίες[:ονομασίες αγγελικών ταγμάτων], αλλά μαζί με την αγάπη αυτή του Χριστού επιθυμούσε να είναι περισσότερο ανάμεσα στους τελευταίους και τους κολασμένους, παρά χωρίς αυτή ανάμεσα στους πρώτους και τιμημένους·  γιατί κόλαση γι’ αυτόν ήταν μία: το να χάσει την αγάπη αυτήν. Αυτό ήταν για τον Παύλο γέενα, αυτό τιμωρία, αυτό άπειρα κακά· όπως ακριβώς και απόλυση το να πετύχει αυτήν την αγάπη. Αυτό ήταν η ζωή του, αυτός ο κόσμος του, αυτός ο άγγελός του, αυτό τα παρόντα, αυτό τα μέλλοντα, αυτό τα βασίλεια, αυτό η υπόσχεση, αυτό άπειρα αγαθά. Και κάτι άλλο που δεν οδηγούσε εδώ δεν το θεωρούσε ούτε δυσάρεστο, ούτε ευχάριστο. Έτσι όμως περιφρονούσε όλα τα ορατά, όπως το σάπιο χόρτο. Και οι τύραννοι και οι πόλεις που άφριζαν από θυμό φαίνονταν να είναι κουνούπια, ενώ ο θάνατος και οι τιμωρίες και τα πάρα πολλά βασανιστήρια τού φαίνονταν να είναι παιδικά παιχνίδια. Αλλά βέβαια τα υπόφερε για τον Χριστό.
    Γιατί τότε τα δεχόταν με χαρά αυτά και στα δεσμά του έτσι υπερηφανευόταν όπως δεν θα υπερηφανευόταν ο Νέρωνας όταν είχε στο κεφάλι του το βασιλικό διάδημα. Και έμενε στη φυλακή σαν να ήταν ο ουρανός και δεχόταν τα χτυπήματα και τις μαστιγώσεις πιο ευχάριστα από εκείνους που αρπάζουν τα βραβεία. Και τους πόνους αγαπούσε όχι λιγότερο από τα έπαθλα θεωρώντας ότι είναι έπαθλο. Γι’ αυτό και τους ονόμαζε χάρη. Πρόσεχε όμως. Έπαθλο ήταν το να πεθάνει και να είναι μαζί με τον Χριστό, το να παραμείνει όμως στη ζωή ήταν αυτός ο αγώνας. Αλλά όμως αυτό προτιμά περισσότερο από εκείνο και λέει ότι είναι αναγκαιότερο. Το να αποχωριστεί από τον Χριστό ήταν αγώνας και κόπος, ή καλύτερα περισσότερο από αγώνα και κόπο· το να παραμείνει μαζί Του όμως ήταν έπαθλο. Αυτό όμως προτιμά περισσότερο από εκείνο για χάρη του Χριστού.
     Αλλά θα μπορούσε όμως να πει κανείς ότι όλα αυτά ήταν ευχάριστα εφόσον γίνονταν για χάρη του Χριστού. Αυτό λοιπόν λέω και εγώ. Εκείνα δηλαδή που είναι για εμάς αιτία λύπης, αυτά προκαλούσαν σε εκείνον μεγάλη ευχαρίστηση. Και γιατί λέω τους κινδύνους και όχι τις άλλες ταλαιπωρίες; Αφού πραγματικά ήταν σε διαρκή λύπη· γι’ αυτό και έλεγε· «δέως γρ νέχεσθε τν φρόνων φρόνιμοι ντες (:και θα καυχηθώ διότι με μεγάλη ευχαρίστηση ανέχεστε τους άφρονες και ανόητους, ενώ είστε συνετοί)» [Β΄Κορ.11,19]. Αλλά όμως και τη λύπη θα μπορούσε να πει κανείς ότι την είχε σαν ευχαρίστηση· γιατί πολλοί και όταν χάσουν τα παιδιά τους και τους επιτρέπεται να θρηνούν, παρηγορούνται· όταν όμως εμποδίζονται, στεναχωριούνται. Έτσι λοιπόν και ο Παύλος κλαίγοντας νύχτα και μέρα, παρηγορούνταν· γιατί κανένας δεν πένθησε έτσι τα δικά του κακά, όπως εκείνος τα ξένα.
    Πώς λοιπόν θεωρείς ότι συμπεριφέρεται αφού οι Ιουδαίοι δεν σώζονται, για να σωθούν αυτοί, όταν εύχεται να εκπέσει αυτός από την ουράνια δόξα; Επομένως είναι φανερό ότι το να μη σωθούν αυτοί είναι πολύ χειρότερο γι’ αυτόν· γιατί εάν δεν ήταν χειρότερο, δεν θα ευχόταν εκείνο: «Ηχόμην γρ ατς γ νάθεμα εναι π το Χριστο πρ τν δελφν μου, τν συγγενν μου κατ σάρκα (:και θα ευχόμουν εγώ, που τίποτε δεν θα μπορούσε να με χωρίσει από τον Χριστό, να χωριστώ από Αυτόν για πάντα, εάν ήταν δυνατό να γίνει αυτό, για χάρη των αδελφών μου Ιουδαίων, οι οποίοι είναι συγγενείς μου από σαρκική καταγωγή)»[Ρωμ.9,3]. Αφού το προτίμησε σαν ελαφρότερο και που έχει μεγαλύτερη παρηγοριά. Και όχι απλώς ήθελε αλλά φώναζε λέγοντας: «τι λύπη μοί στι μεγάλη κα διάλειπτος δύνη τ καρδί μου (:σας διαβεβαιώνω λοιπόν ότι με μεγάλη λύπη υπάρχει μέσα μου και πόνος συνεχής και αδιάκοπος στο βάθος της καρδιάς μου για την απιστία των ομοεθνών μου Ιουδαίων)»[Ρωμ.9,2]
   Αυτόν λοιπόν που υπόφερε καθημερινά, σχεδόν για όλους τους κατοίκους της οικουμένης, και για όλους μαζί και για τα έθνη, και για τις πόλεις και για τον καθένα ξεχωριστά, με ποιον θα μπορέσει να τον συγκρίνει κανείς; Με ποιο σίδηρο; Με ποιο διαμάντι; Τι θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς την ψυχή εκείνου χρυσή ή αδαμάντινη; Γιατί ήταν σκληρότερη από κάθε από κάθε διαμάντι και πολυτιμότερη από το διαμάντι και τις πολύτιμες πέτρες. Θα ξεπεράσει λοιπόν την αντοχή του διαμαντιού και την αξία του χρυσού. Με ποιο λοιπόν στοιχείο θα μπορούσε να τη συγκρίνει κανείς; Με κανένα από αυτά που υπάρχουν· αν όμως ο χρυσός μπορούσε να γίνει διαμάντι και το διαμάντι χρυσός, τότε κάπως θα μπορέσει να τη συγκρίνει με την  εικόνα τους. 
   Αλλά γιατί να την συγκρίνω με διαμάντι και χρυσό; Σύγκρινε όλο τον κόσμο και τότε θα δεις ότι η ψυχή του Παύλου έχει περισσότερη αξία· γιατί αφού γι’ αυτούς που διακρίθηκαν φορώντας δέρματα ζώων και ζώντας σε σπήλαια της γης και σε τρύπες λέει ο Παύλος αυτό: «ν οκ ν ξιος κόσμος, ν ρημίαις πλανώμενοι κα ρεσι κα σπηλαίοις κα τας πας τς γς (:ολόκληρος ο κόσμος δεν άξιζε όσο οι άγιοι αυτοί άνδρες, και ούτε μπορούσε να συγκριθεί με αυτούς. Περιπλανιόνταν σε ερημιές και σε βουνά, σε σπηλιές και σε τρύπες της γης)» [Εβρ.11,38], πολύ περισσότερο θα μπορούσαμε εμείς  να πούμε αυτό γι’ αυτόν, επειδή πραγματικά ήταν πιο άξιος από όλους. Εάν λοιπόν ο κόσμος δεν ήταν ισάξιος του Παύλου ,ποιος θα ήταν ισάξιός του; Μήπως ο ουρανός; Αλλά και αυτό είναι μικρό· γιατί αφού αυτός από τον ουρανό και από τα ευρισκόμενα στον ουρανό προτίμησε την αγάπη του Κυρίου πολύ περισσότερο ο Κύριος που είναι τόσο αγαθότερος από αυτόν, όσο η αγαθότητα από την πονηρία, θα τον προτιμήσει αυτόν από άπειρους ουρανούς·  γιατί δεν μας αγαπά με παρόμοιο τρόπο που εμείς Τον αγαπάμε, αλλά τόσο περισσότερο, ώστε ούτε με λόγια είναι δυνατό να το παραστήσουμε.
   Πρόσεχε λοιπόν για πόσα τον θεώρησε άξιο και πριν από τη μέλλουσα ανάσταση. Στον παράδεισο τον άρπαξε στον τρίτο ουρανό τον ανέβασε, του φανέρωσε τέτοια απόρρητα που δεν επιτρέπεται σε κανένα άνθρωπο να πει. Και πολύ σωστά· γιατί ενώ βάδιζε στη γη, σαν να περιπολούσε μαζί με τους αγγέλους, έτσι έκανε τα πάντα, και ενώ είχε θνητό σώμα, παρουσίαζε την καθαρότητα των αγγέλων, και ενώ υπέκειτο σε τόσες ανάγκες, προσπαθούσε να μην φανεί κατώτερος από τις ουράνιες δυνάμεις· γιατί πραγματικά σαν αετός διέσχισε την οικουμένη και σαν ασώματος περιφρονούσε τους πόνους και τους κινδύνους, και σαν να κέρδισε ήδη τον ουρανό περιφρονούσε ήδη τα γήινα, και σαν να συναναστρεφόταν μαζί με αυτές τις ασώματες δυνάμεις, έτσι ήταν σε διαρκή εγρήγορση.
     Βέβαια πολλές φορές άγγελοι ανέλαβαν να προστατεύουν διάφορα έθνη, όμως κανένας από αυτούς το έθνος που του παραδόθηκε δεν το φρόντισε έτσι, όπως ο Παύλος ολόκληρη την οικουμένη. Και μην μου πεις ότι ο Παύλος δεν ήταν αυτός που τα έκανε, καθόσον και εγώ το ομολογώ· γιατί και αν δεν ήταν  αυτός που τα εκτελούσε αυτά, αλλά ούτε ήταν τόσο ανάξιος των επαίνων γι’ αυτά, αφού ετοίμασε τον εαυτό του τόσο άξιο αυτής της μεγάλης χάρης. Ο Μιχαήλ ανέλαβε το έθνος των Ιουδαίων: «Κα ν τ καιρ κείν ναστήσεται Μιχαλ ρχων μέγας, στηκς π τος υος το λαο σου· κα σται καιρς θλίψεως, θλψις οα ο γέγονεν φ᾿ ο γεγένηται θνος ν τ γ ως το καιρο κείνου· κα ν τ καιρ κείν σωθήσεται λαός σου, πς γεγραμμένος ν τ βίβλ(:κατά τον καιρό εκείνο θα εγερθεί ο αρχάγγελος Μιχαήλ, ο οποίος στέκεται προστάτης των υιών του ιουδαϊκού λαού σου. Θα είναι τότε περίοδος θλίψεως, μεγάλης θλίψεως, όμοια της οποίας δεν έγινε από της εποχής που υπήρξαν άνθρωποι και έθνη επί της γης, έως την εποχή εκείνη. Κατά την περίοδο όμως της μεγάλης αυτής θλίψεως θα σωθούν από τον λαό σου αυτοί που είναι γραμμένοι στο βιβλίο της ζωής)»[Δαν.12,1]· επίσης: «κα ρχων βασιλείας Περσν εστήκει ξ ναντίας μου εκοσι κα μίαν μέραν, κα δο Μιχαλ ες τν ρχόντων τν πρώτων λθε βοηθσαί μοι, κα ατν κατέλιπον κε μετ το ρχοντος βασιλείας Περσν (:ο άγγελος, ο άρχων- κατ' εντολή του Θεού- του βασιλείου των Περσών, είχε σταθεί απέναντί μου και για είκοσι μία ημέρες με εμπόδιζε. Και ιδού ο Μιχαήλ, ένας από τους πρώτους άρχοντες του ουρανού, ήλθε να με βοηθήσει. Άφησα εγώ αυτόν εκεί να αντιμετωπίσει τον άρχοντα του βασιλείου των Περσών)»[Δαν.10,13] και «λλ᾿ ναγγελ σοι τ ντεταγμένον ν γραφ ληθείας, κα οκ στιν ες ντεχόμενος μετ᾿ μο περ τούτων, λλ᾿ Μιχαλ ρχων μν (:ήρθα λοιπόν να σου αναγγείλω αυτό, που είναι γραμμένο στο βιβλίο της αληθείας: δεν υπάρχει κανείς άλλος να με βοηθήσει στις υποθέσεις αυτές, παρά μόνο ο άρχων του δικού σας έθνους, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ)»[Δαν.10,21], ο Παύλος όμως τη γη και το κατοικούμενο μέρος και το ακατοίκητο.
     Και αυτά δεν τα λέω με σκοπό να προσβάλλω τους αγγέλους -μακριά μια τέτοια σκέψη-, αλλά για να αποδείξω ότι είναι δυνατό ενώ είναι κανείς άνθρωπος, να είναι μαζί με εκείνους και να στέκεται κοντά τους. Και για ποιο λόγο δεν ανέλαβαν αυτά οι άγγελοι; Για να μην έχεις καμιά δικαιολογία όταν είσαι αδιάφορος, ούτε να καταφεύγεις στη διαφορά της φύσης όταν παραμένεις άπρακτος. Άλλωστε και το θαύμα γινόταν μεγαλύτερο. Πώς λοιπόν δεν είναι θαυμαστό και παράξενο, ο λόγος που έβγαινε από ανθρώπινη γλώσσα να διώχνει τον θάνατο, να συγχωρεί αμαρτίες, να διορθώνει την ανάπηρη φύση και να κάνει ουρανό την γη;
   Γι’ αυτό εκπλήσσομαι με τη δύναμη του Θεού, γι’ αυτά θαυμάζω την προθυμία του Παύλου, επειδή δέχτηκε τόση χάρη, επειδή έκανε τέτοιο τον εαυτό του. Και σας παρακαλώ να μην θαυμάζετε μόνο, αλλά και να μιμείστε το παράδειγμα αυτό της αρετής, γιατί έτσι θα μπορέσουμε να λάβουμε τα ίδια με εκείνον στεφάνια. Εάν όμως απορείς ακούγοντας ότι αν κατορθώσεις τα ίδια, θα πετύχεις τα ίδια με τον Παύλο, άκουσε αυτόν να λέει τα εξής: «Τν γνα τν καλν γνισμαι, τν δρμον τετλεκα, τν πστιν τετρηκα·λοιπν πκειτα μοι τς δικαιοσνης στφανος, ν ποδσει μοι Κριος ν κεν τ μρ, δκαιος κριτς, ο μνον δ μο, λλ κα πσι τος γαπηκσι τν πιφνειαν ατο (:έχω αγωνιστεί τον καλό αγώνα για τη διάδοση του ευαγγελίου. Έχω φτάσει στο τέλος του δρόμου της αρετής και της εκπληρώσεως της αποστολής μου. Έχω διαφυλάξει την πίστη. Λοιπόν τώρα πια με περιμένει το στεφάνι που ανήκει ως βραβείο στη δικαιοσύνη και την αρετή. Το στεφάνι αυτό θα μου το δώσει ως ανταμοιβή ο Κύριος κατά την ένδοξη εκείνη ημέρα της κρίσεως, ο δίκαιος κριτής. Θα το δώσει μάλιστα όχι μόνο σε εμένα, αλλά και σε όλους όσους έχουν αγαπήσει και με πόθο περιμένουν την ένδοξη εμφάνισή Του)»[Β΄Τιμ.4,7-8].
     Βλέπεις πως όλους τους καλεί στην ίδια κοινωνία; Επειδή λοιπόν υπάρχουν τα ίδια για όλους, ας φροντίσουμε όλοι να γίνουμε άξιοι των αγαθών τα οποία μας έχει υποσχεθεί. Και ας μην δούμε μόνο το μέγεθος και την έκταση των κατορθωμάτων του Παύλου, αλλά και το πάθος της προθυμίας, με την οποία απέσπασε τόση χάρη και τη συγγένεια της κοινής με εμάς ανθρώπινης φύσης, γιατί είχε όλα αυτά κοινά με εμάς. Και έτσι και τα υπερβολικά δύσκολα θα μας φανούν εύκολα και ελαφρά, και αφού κοπιάσουμε στον σύντομο αυτό χρόνο, θα φορέσουμε το άφθαρτο και αθάνατο εκείνο στεφάνι, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη και τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
                ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
            επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

 ΠΗΓΕΣ:
  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/eclogae-ex-diversis-homiliis.pdf
  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα  έργα, Ομιλίες εγκωμιαστικές, Ες τόν γιον πόστολον Παύλον, ομιλία Β΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1983, τόμος 36, σελίδες 418-431
  • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, Ες τόν γιον πόστολον Παύλον, ομιλία Β΄, τόμος 24, σελ. 52-58:
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLcWMwUFk4OWZ3enM/view
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm