Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου: ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΤΟΥ FILIOQUE.




Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου – συγγραφέως - ιατρού.

Εν Θεσσαλονίκη τη 4η Ιουνίου 2026.
 


 

Όπως είναι γνωστό, η κακόδοξη προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως του Filioque, την οποία εισήγαγε ο Παπισμός εδώ και χίλια χρόνια περίπου, δημιούργησε ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ της Ορθοδόξου Ανατολής και της Παπικής Δύσεως, καθώς η εν λόγω κακοδοξία εξακολουθεί να παραμένει, δυστυχώς μέχρι σήμερα, βασική δογματική διδασκαλία των παπικών. Πολλοί οικουμενιστές σήμερα, προερχόμενοι κυρίως από τον ακαδημαϊκό χώρο, θέλησαν να δώσουν μια δική τους ερμηνεία στη δογματική αυτή πλάνη, στην προσπάθειά τους να γεφυρώσουν το χάσμα αυτό. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή το πρόβλημα του Filioque δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα πρόβλημα λεκτικής παρανοήσεως. Ένα πρόβλημα, δηλαδή, κακής αποδόσεως στην λατινική μετάφραση του ελληνικού κειμένου με λατινικές λέξεις, που δεν αποδίδουν επακριβώς το  ελληνικό κείμενο.

Και άλλες φορές ασχοληθήκαμε με το θέμα αυτό. Εδώ απλώς θεωρήσαμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ορισμένες αλήθειες, που αφορούν το θέμα της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος, με την ευκαιρία των ημερών που διανύουμε, όπου εορτάζουμε τα μεθέορτα της μεγάλης Δεσποτικής Εορτής της Πεντηκοστής.

Την κακόδοξη προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως δεν είναι δυνατόν να την αξιολογήσει κανείς ορθά, αν την θεωρήσει  απλώς ως πρόβλημα όρων και λέξεων, αλλά μόνον όταν την θεωρήσει  στις ιστορικοδογματικές του διαστάσεις, που είναι και οι  πραγματικές του διαστάσεις. Ας παραθέσουμε κατ’ αρχήν ορισμένα ιστορικά στοιχεία.

Τα πρώτα σπέρματα της αιρέσεως του Filioque πρέπει να τα αναζητήσουμε στον Νεοπλατωνισμό και στο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα του ιερού Αυγουστίνου, ο οποίος ενώ ήταν γνώστης του Νεοπλατωνισμού, (είχε μάλιστα θητεύσει σε και σε αιρετικές ομάδες, όπως οι Μανιχαίοι), αγνοούσε δυστυχώς την θεολογία των ελλήνων Πατέρων. Όπως παρατηρεί ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρός  Παν. Τρεμπέλας: «το Filioque εμφανίζεται διά πρώτην φοράν παρά τω Αυγουστίνω». Λέγει ο ιερός Αυγουστίνος στο περί Τριάδος, (DeTrinitate), έργο του ρητώς, ότι «δεν δυνάμεθα να είπωμεν, ότι το Άγιον Πνεύμα δεν εκπορεύεται και εκ του Υιού, επειδή ουχί μάτην το αυτό Πνεύμα και του Πατρός και του Υιού Πνεύμα λέγεται», (Necpossumusdicere, quod Spiritus Sanctus et a Filionon procedat…).[1] Bλέπουμε δηλαδή εδώ ότι ο Αυγουστίνος ομιλεί σαφέστατα για την κακοδοξία του Filioque, και μάλιστα κατά τρόπον, που δεν επιδέχεται καμία λεκτική παρανόηση.

Η κακοδοξία αυτή στη συνέχεια διά του Αυγουστίνου μεταδόθηκε, όπως ήταν επόμενο και εξαπλώθηκε στη Δύση. Πρώτοι οι Ισπανοί περί τα τέλη του 6ου αιώνος άρχισαν να διακηρύττουν δια της τρίτης εν Τολέδω της Ισπανίας (το 589) Συνόδου την καινοτομία της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού «παρά την κατ’ αυτής αντίδρασιν του Αλκουΐνου και του αρχιεπισκόπου Ακυϊλίας Παυλίνου, κατακρίναντος ταύτην και δι’ επαρχιακής Συνόδου, συγκληθείσης εν έτει 791».[2] Στη συνέχεια, ήδη από τις αρχές του 9ου αιώνος, η κακοδοξία αυτή βρήκε ένθερμους υποστηρικτές τους Φράγκους αυτοκράτορες και κυρίως τον Κάρολο τον Μέγα, ο οποίος ασκούσε «πίεσιν επί του πάντοτε αρνουμένου Πάπα, όπως αποδεχθή το Filioque, όπερ ο αυτοκράτωρ κυρίως εχρησιμοποίει ως παιγνιόχαρτον κατά του ανατολικού κράτους, επιδιώκων ιδίους πολιτικούς σκοπούς».[3] Ο αείμνηστος καθηγητής της Δογματικής κυρός Ι. Ρωμανίδης, αναφερόμενος στο Filioque, παρατηρεί ότι «διά της καταδίκης της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και διά της δογματοποιήσεως του Filioque, παρά τας διαμαρτυρίας του Πάπα Ρώμης και του Πατριάρχου Ιεροσολύμων, ο Φράγκος ηγεμών Κάρολος … εκήρυξε την δογματικήν υπεροχήν των Φράγκων έναντι των λατίνων και ελλήνων και τον δογματικόν πόλεμον, ίνα χρησιμεύση η φραγκική ορθοδοξία διά την εκτόπισιν της δήθεν πλάνης, ή οπισθοδρομικής θεολογίας των ελληνολατίνων και διά την εδραίωσιν και μονιμοποίησιν της φραγκικής επεκτεινομένης κυριαρχίας…».[4] Προς τον σκοπόν αυτόν συγκάλεσε Σύνοδο το 809 εν Ακυϊσγράνω (Άαχεν) της Γερμανίας, στην οποία το Filioque εκηρύχθη ως επίσημο δόγμα πίστεως. Συνήντησε όμως την σθεναρά αντίσταση του τότε Ορθοδόξου Πάπα Λέοντος του Γ΄, o οποίος όχι μόνον απεκήρυξε συνοδικώς την γενομένην κακόδοξη προσθήκη, αλλά επί πλέον διέταξε να χαραχτεί το Σύμβολο της πίστεως ελληνιστί και λατινιστί πάνω σε δύο αργυρές πλάκες χωρίς το Filioque σε κεντρική θέση του ναού του αγίου Πέτρου.

 Είναι αστείο να υποθέσωμε, ότι μετά από μια τόσο μεγάλη θεολογική διαμάχη περί το Filioque μεταξύ Φράγκων και Λατίνων, ο Πάπας Λέων ο Γ΄ δεν απέδωσε με πιστότητα και ακρίβεια την μετάφραση του ελληνικού κειμένου στα λατινικά, έτσι ώστε να γίνει κατανοητή από όλους η δογματική πλάνη των Φράγκων. Την ορθή μετάφραση στα λατινικά του ελληνικού κειμένου του Λέοντος Γ΄ επιδοκιμάζων και ο Μέγας Φώτιος, (ο οποίος, ας σημειωθεί, εγνώριζε άριστα τα λατινικά, ως καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κων/πόλεως), εγκωμιάζει τον Λέοντα τον Γ΄ σε επιστολή του προς τον αρχιεπίσκοπο Ακυηλίας. Γράφει: «Ο μεταγενέστερος Λέων, ο την πίστιν ώσπερ την κλήσιν εφάμιλλος, ούτος δή, ούτος ο της ευσεβείας θερμός ζηλωτής, ως κατά μηδένα τρόπον μηδαμώς παραχαράττοιτο βαρβάρω γλώσση το άχραντον ημών της ευσεβείας μάθημα, ελληνίδι φωνή, ώσπερ δη και κατ’ αρχάς είρηται, τοις εν τη Δύσει δι’ αυτού δοξολογείν και θεολογείν την Αγίαν Τριάδα παραδέδωκε…».[5]

Πέραν αυτών είναι αδύνατο να δεχθούμε ότι οι Λατίνοι Πατέρες, που έλαβαν μέρος στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, (381), και εδογμάτισαν ομού μετά των Ελλήνων Πατέρων το 9ο  άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, το αναφερόμενο στο Άγιο Πνεύμα, (φυσικά χωρίς το Filioque), δεν κατενόησαν πλήρως και κατά συνέπεια δεν απέδωσαν επακριβώς στη λατινική μετάφραση τη φράση «το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», χρησιμοποιήσαντες κάποιο ρήμα, που επιδέχεται διπλή ερμηνεία, έτσι ώστε να δημιουργήσουν σύγχυση και ασάφεια.

Αργότερα κατά την επί μεγάλου Φωτίου εν Κωνσταντινουπόλει γενομένη Σύνοδο το 879-880, (την φερομένη και ως Η΄ Οικουμενική Σύνοδο), παρόντων και των Λατίνων Πατέρων, (οι οποίοι υπέγραψαν τα πρακτικά ως εκπρόσωποι του Πάπα Ιωάννη του Η΄), το θέμα της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος ξεκαθαρίζεται για μια ακόμη φορά, ώστε όχι μόνον να καταδικαστεί η από τους Φράγκους γενομένη κακοδοξία του Filioque, αλλά επί πλέον να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενη παρερμηνεία, ή λεκτική παρανόηση.

Για μία ακόμη φορά ανακύπτει το ζήτημα του Filioque το 1054 στην τότε γενομένη σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού, που αποτέλεσε την κυριότερη αιτία του τελευταίου και μεγάλου σχίσματος, που έκτοτε παραμένει μέχρι σήμερα. Όπως παρατηρεί ο αείμνηστος αρχ. κυρός Σ. Μπιλάλης  «αντί να αποκηρύξη ο (τότε) Πάπας Λέων ο Θ΄ το ‘βλάσφημον δόγμα’ του Filioque, το εχρησιμοποίησεν ως σημαίαν, διά να καταπολεμήση και αφορίση, διά των απεσταλμένων του ως αιρετικήν την Ανατολικήν Εκκλησίαν, την μη δεχομένη το Filioque…Το 1014 το Filioque προστίθεται εις το Σύμβολον Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως εν τη Ρώμη, τη πιέσει του αυτοκράτορος Γερμανίας Ερίκου, και, μετά τεσσαράκοντα μόλις έτη, τω 1054, οι παραχαράκται του Συμβόλου, του επικυρωθέντος υπό πασών των Οικουμενικών Συνόδων, κατηγορούν ως αιρετικούς τους Ορθοδόξους, διότι απέκοψαν δήθεν εκ του ιερού Σύμβολου το αιρετικόν νεόπλασμα του Filioque».[6] Οι παρά πάνω επισημάνσεις μαρτυρούν πλέον ξεκάθαρα, ότι οι Παπικοί, προκειμένου να κρατήσουν πάση θυσία την βλάσφημη αυτή κακοδοξία, δεν δίστασαν να προχωρήσουν ακόμη και στη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων.

Μετά το σχίσμα του 1054, όλες οι μεταγενέστερες ενωτικές προσπάθειες μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών και οι κατ’ αυτούς γενόμενοι διάλογοι περί το Filioque δεν έφεραν δυστυχώς κανένα αποτέλεσμα. Οπωσδήποτε βέβαια στους διαλόγους αυτούς από την πλευρά των Ορθοδόξων κατ’ επανάληψη, τονίστηκε η διαφορά της εκπορεύσεως από την εν χρόνω πέμψη και ότι ο όρος εκπόρευση αποδίδεται μόνο στον Πατέρα, ενώ ο όρος πέμψη στον Υιό. Όπως επίσης διασαφίστηκε πλήρως η διαφορά των προθέσεων «εκ» και «διά» στην φράση «εκ του Πατρός δι’ Υιού», ώστε να μην χωράει πλέον κανένα περιθώριο λεκτικής παρανοήσεως, ή μη χρησιμοποιήσεως των ορθών λατινικών όρων. Παρά τις διασαφίσεις λοιπόν αυτές οι Παπικοί εξακολουθούσαν πεισματικά να επιμένουν αμετακίνητοι στην πλάνη τους και να επαναλαμβάνουν την κακοδοξία αυτή σ’ όλες τις μεταγενέστερες παπικές Συνόδους μέχρι σήμερα.

Πέρα από τα παραπάνω ιστορικά στοιχεία θα πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι όλοι οι μετά το σχίσμα άγιοι Πατέρες θεωρούν την προσθήκη του Filioque ως αίρεση και πλάνη. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στους δύο περί εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος λόγους του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.[7] Στον πρώτο εξ’ αυτών με τίτλο: «Περί της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος», γράφει ο ιερός πατήρ: «…ουδέποτ’ αν υμάς κοινωνούς δεξαίμεθα μέχρις αν και εκ του Υιού το Πνεύμα λέγητε».[8] Δηλαδή ποτέ δεν πρόκειται να σας δεχθούμε σε εκκλησιαστική κοινωνία, εφ’ όσον εξακολουθείτε να ομολογείτε ότι το άγιο Πνεύμα πρέρχεται και εκ του Υιού.

Κατόπιν των παραπάνω στοιχείων η προσπάθεια των οικουμενιστών να αποδώσουν την κακοδοξιά του Filioque σε λεκτική παρανόηση δεν έχει κανένα έρεισμα και καταρίπτεται παταγωδώς. Η ίδια η ιστορία μας ομιλεί με την ιδική της γλώσσα και μας βεβαιώνει, ότι δεν πρόκειται για λεκτική, ή νοηματική παρανόηση, αλλά για σκόπιμη προσθήκη, προκειμένου να εξυπηρετηθούν πολιτικές, ή άλλες σκοπιμότητες του Παπισμού. Οι πλαστογραφήσεις πρακτικών συνόδων, η εμμονή των δυτικών στην προσθήκη και η ανεξήγητη αδιαλλαξία τους για το μέγιστο αυτό θεολογικό πρόβλημα, φανερώνει ενσυνείδητη επιλογή. Για μας τους Ορθοδόξους οι αργυρές πλάκες του δίγλωσσου Συμβόλου της Πίστεως, που ανήρτησε ο Πάπας Λέων Γ΄ το 809, και που παρέμειναν στο ναό του Αγίου Πέτρου για διακόσια χρόνια, φανερώνουν περίτρανα ότι η προσθήκη του Filioque δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία εκκλησιαστική Παράδοση και είναι εμβόλιμη κακοδοξία, μια από τις δεκάδες της παπικής παρασυναγωγής.

 



[1] Παν.Τρεμπέλα, Δογματική, Αθήναι 1978, τόμ. Α΄, σελ. 286.

[2]Παν. Τρεμπέλα, Δογματική…ο.π. σελ. 280.

[3] Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Το  πρωτείον του επισκόπου Ρώμης, Εκδ. Β΄, Αθήναι 1964, σελ. 205-206, υποσημ. 1.

[4] Περιοδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τεύχος 624, Ιούλιος- Αύγουστος 1971, σελ. 274.

[5] Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως, Επιστολή Ι, 24,5, ΑρχιεπισκόπωΑκυηλίας, PG. 102,800 ΑΒ.

[6]Αρχ.  Σ. Μπιλάλη, Η αίρεσις του Filioque, Εκδ. «Ορθ. Τύπου» τομ. Α΄, Αθήναι 1972, σελ.82

[7] Βλ. Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Ελληνες Πατέρες της Εκκλησίας, «Γρηγορίου του Παλαμά έργα», τομ.1.

[8] Ο.π. σελ. 74.