Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

Ίωάννης Χρυσόστομος
Έρμηνεία είς τό Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 12,46-50 (Όμιλία 44,1-2)

«΄Ετι δέ αυτού λαλούντος τοίς όχλοις, ιδού ή μήτηρ καί οί αδελφοί αυτού ειστήκεισαν έξω, ζητούντες αυτώ λαλήσαι. είπε δέ τις αυτώ. Ίδού ή μήτηρ σου καί οί αδελφοί σου έξω εστήκασι, ζητούντες σοι λαλήσαι. ό δέ αποκριθείς είπε τώ ειπόντι. Τίς εστιν ή μήτηρ μου καί τίνες εισίν οί αδελφοί μου; καί εκτείνας τήν χείρα αυτού επί τούς μαθητάς, είπεν. Ίδού ή μήτηρ μου καί οί αδελφοί μου».

Μεταφράζω.

      Κι’ ενώ ό Ίησούς μιλούσε κόμη στά πλήθη, νά ή μητέρα του καί οί αδελφοί του στέκονταν έξω καί ήθελαν νά τού μηλήσουν. Καί κάποιος τού λέγει. Νά ή μητέρα σου καί οί αδελφοί σου στέκονται έξω καί θέλουν νά σού μιλήσουν. Κι’ εκείνος αποκρίθηκε καί είπε σ’ αυτόν πού τού μίλησε. Ποιά είναι ή μητέρα μου καί ποιοί οί εδελφοί μου; Κι’ απλώνοντας τό χέρι του επάνω από τούς μαθητάς του λέει. Νά ή μητέρα μου καί οί αδελφοί μου (Ματθ.12,46-50).


1.Έκείνο πού έλεγα προηγουμένως (λέγει ό Ιερός Χρυσόστομος), ότι, όταν ή αρετή απουσιάζη, τά άλλα όλα είναι περιττά, εκείνο ακριβώς αποδεικνύεται κι’εδώ, καί μέ τό παραπάνω. ΄Ελεγα ότι κι’ ή ηλικία καί ή φύση καί τό έρημο κελλί κι’ όσα  άλλα τέτοια υπάρχουν είναι όλα ανώφελα, όταν δέν συνυπάρχη καί αγαθή πρόθεση.

Σήμερα όμως μαθαίνουμε καί κάτι άλλο περισσότερο. Ότι ούτε καί τό νά εγκυμονήσης τό Χριστό καί νά γεννήσης τή θαυμάσια εκείνη γέννα, σού εξασφαλίζει κανένα κέρδος, όταν δέν υπάρχη ή αρετή. Κι’ αυτό γίνεται φανερό κυρίως από τήν περικοπή αυτή. Λέει. Ένώ αυτός μιλούσε ακόμη στά πλήθη, τού λέει κάποιος ότι ή μητέρα σου κι’ οί αδερφοί σου σέ ζητούν. Κι’ εκείνος τούς λέει, ποιά είναι ή μητέρα μου καί ποιοί οί αδελφοί μου; Καί τάλεγε αυτά, όχι επειδή ντρεπόταν γιά τή μητέρα πού είχε, ούτε επειδή αρνούντας εκείνη πού τόν γέννησε - άν ντρεπόταν γι’ αυτή, δέν θά περνούσε κάν από τή μήτρα της -,  άλλ’ επειδή ήθελε νά κάνη σαφές ότι εκείνη δέν ωφελούνταν απ’ αυτό καθόλου, άν δέν έκανε όλα όσα ώφειλε νά κάνη. Γιατί ακόμη κι’ αυτό πού πήγε νά κάνη τότε ήταν πράξη περιττής φιλοδοξίας. Ήθελε ντέ νά επιδείξη στό λαό ότι εξουσιάζει τό γιό της καί τόν κουμαντάρει. Μέχρι τή στιγμή εκείνη δέν είχε συλλάβει τίποτε τό μεγάλο γι’ αυτόν. Γι’ αυτό καί τόν πλησίασε σέ ώρα πού δέν έπρεπε.

Κύττα λοιπόν τήν αμυαλιά κι’ αυτής κι’  εκείνων. Ένώ έπρεπε πρώτα νά μπούν καί ν’ ακροαστούν μαζί μέ τόν κόσμο, ή, άν δέν ήθελαν ν’ ακροαστούν, νά περιμένουν νά τελειώση τό λόγο του, καί τότε νά τόν πλησιάσουν. Αυτοί όμως τόν καλούν νά βγή έξω, κι’ αυτό τό κάνουν μπροστά σ’ όλους, δείχνοντας παραπανήσια φιλοδοξία καί θέλοντας νά επιδείξουν ότι τόν διατάζουν μέ πολλή εξουσία. Κι’ αυτό τό αφήνει νά φανή κι’ ό ευαγγελιστής κατηγορώντας τους. Γι’ αυτό μιλάει έτσι, αυτό υπαινίσσεται, όταν λέη «ενώ αυτός μιλούσε ακόμη στά πλήθη. Είναι σά νά λέη. Καλά δέν βρήκαν άλλη ώρα; Δέν μπορούσαν νά συζητήσουν μαζί του ίδιαιτέρως;

Καί τί ήθελαν νά τού πούν; Άν ήθελαν βέβαια νά τού μιλήσουν γιά τά δόγματα τής αληθείας, έπρεπε νά τού μιλήσουν ανοιχτά καί μπροστά σέ όλους, γιά νά ωφεληθούν κι’  οί άλλοι. Κι’ άν ήθελαν νά τού μιλήσουν γιά πράγματα πού ενδιέφεραν μόνον αυτούς, δέν έπρεπε νά είναι τόσο βιαστικοί. Άν αυτός δέν άφησε κάποιον ούτε  «τόν πατέρα του νά γηροκομήση μέχρι τόν τάφο» (Ματθ. 8,21-22), γιά νά μή διακόπτεται ή μαθητεία του, πολύ περισσότερο δέν έπρεπε αυτοί νά διακόψουν τήν ομιλία του στό λαό γιά πράγματα πού δέν έπρεπε. ΄Απ’ αυτό φαίνεται ότι αυτό τό έκαναν μόνο από κενοδοξία. Αυτό εννοεί κι’ ό Ίωάννης, όταν λέη ότι «ούτε οί αδελφοί του πίστευαν σ’ αυτόν» (Ίωάν.7,5). Φαίνεται επίσης αυτό κι’ από τά λόγια τους τά γεμάτα μέ πολλή ανοησία, όταν, καθώς εξιστορεί ό Ίωάννης, τόν τραβούσαν νά πάη στά Ίεροσόλυμα, όχι γιά τίποτε άλλο, αλλά γιά νά κερδήσουν κι’αυτοί δόξα από τά σημεία του. Τού λένε, «Άφού κάνεις αυτά πού κάνεις, δείξε τόν εαυτό σου στόν κόσμο. Όταν κανείς έχη σκοπό ν’ αποκτήση δημόσια φήμη, δέν κάνει κάτι στά κρυφά» (Ίωάν.7,4). Ήταν τότε πού κι’ ό ίδιος τούς μάλλωσε κατηγορώντας τή σαρκική τους νοοτροπία.

Έχετε ύπ’  όψιν σας ότι οί Ίουδαίοι έλεγαν κοροϊδεύοντας, «Αυτός δέν είναι ό γιός τού μάστορα, πού ξέρουμε καλά τόν πατέρα του καί τή μητέρα του; κι’ ανάμεσά μας δέν ζούν οί αδελφοί του;» (Ματθ.13,55-56). Αυτοί λοιπόν, θέλοντας ν’ αντιμετωπίσουν τή μηδαμινότητα τής καταγωγής των, τόν ωθούσαν στήν επίδειξη τών σημείων. Γι’ αυτό κι’ αυτός τούς αποκρούει. Θέλει νά θεραπεύση τό πάθος τους. ΄Αν ήθελε ν’ αρνηθή τή μητέρα του, θά τήν αρνούνταν, όταν εκείνοι τόν κορόϊδευαν γι’ αυτήν. ΄Εδώ όμως φαίνεται ότι τή φρόντιζε τόσο πολύ, πού ακόμη κι’ από τό σταυρό τήν εμπιστεύτηκε στόν πιό αγαπημένο μαθητή του καί τού έδωσε γι’ αυτή μιά έντονη εντολή. Τώρα όμως δέν τό δείχνει αυτό, επειδή αποσκοπεί στό νά τήν ωφελήση κι’ αυτή καί τούς αδελφούς του. ΄Επειδή λοιπόν τόν θεωρούσαν μόνο άνθρωπο κι’ επειδή διακατέχονταν από κενοδοξία, τούς ξερριζώνει αυτή τήν αρρώστια τους, όχι καταφρονώντας τους, αλλά διορθώνοντάς τους.

Καί μή μού βλέπης μόνο τά λόγια πού περιέχουν μιά επίπληξη μέτρια, αλλά καί τή χοντροκοπιά καί τό θράσος τών αδελφών, οί οποίοι εκδήλωσαν ό,τι εκδήλωσαν, καί τό ποιός ήταν αυτός πού τούς επέπληξε. ΄Οτι δέν ήταν μόνο ένας άνθρωπος, άλλ΄ ό μονογενής υιός τού Θεού. Κύττα δέ καί σέ τί αποσκοπούσε μέ τήν επίπληξή του. Δέν είχε σκοπό νά τούς φέρη σέ αδιέξοδο, αλλά νά τούς απαλλάξη από ένα πάθος πολύ τυραννικό καί σιγά σιγά νά τούς οδηγήση ατήν πρέπουσα αντίληψη γιά τό πρόσωπό του, καί νά τούς πείση ότι δέν είναι μόνο γιός αυτηνής αλλά καί αφέντης της. Μόνο έτσι θά δής ότι καί τού πήγαινε πάρα πολύ νά τή μαλλώση, καί σ’ εκείνη τό μάλλωμα ήταν πολύ ωφέλιμο, κι’ εκτός απ’ αυτά ότι ή επίπληξή του ήταν πολύ απαλή. Σ’ εκείνον, πού τόν ειδοποίησε, δέν είπε «Πήγαινε νά πής στή μάννα μου, δέν είναι μάννα μου», αλλά Ποιά είναι ή μητέρα μου;  Μ’ αυτό πού είπε, εκτός τών όσων είπα, εξέφραζε καί κάτι άλλο. Ποιό;  Ότι δέν έπρεπε ούτε εκείνοι ούτε άλλοι νά επαναπαύωνται στή συγγένεια καί νά παραμελούν τήν αρετή. Άν αυτή δέν τήν ωφελή καθόλου τό ότι είναι μητέρα του, σέ περίπτωση πού δέν έχει αρετή, πολύ δύσκολα σώζεται μέ τή συγγένειά του οποιοσδήποτε άλλος. Μία μόνο είναι ή καλή συγγένεια, τό νά κάνης τό θέλημα τού Θεού. Αυτό τό είδος καλής συγγενείας, είναι καλλίτερο κι’ εγκυρότερο από τό άλλο.

2. ΄Εχοντας λοιπόν υπ’ όψι μας αυτά, νά μήν έχουμε μεγάλη ιδέα μήτε γιά τά προκομμένα παιδιά μας, άν δέν έχουμε κι’ εμείς τήν αρετή τους, μήτε γιά τούς ευγενούς καταγωγής πατέρες μας, άν δέν έχουμε κι’ εμείς τό ήθος τους. Γιατί είναι δυνατόν κι’ εκείνος πού γέννησε κάποιον νά μήν είναι αντάξιος πατέρας του, κι’ εκείνος πού δέν τόν γέννησε νά είναι. Γι’ αυτόν ακριβώς τό λόγο καί άλλοτε, όταν κάποια γυναίκα τού είπε «Μακάρια ή κοιλιά πού σέ βάσταξε καί οί μαστοί πού θήλασες» (Λουκ.11,27), δέν τής είπε «Δέν μέ βάσταξε καμμία κοιλιά» ούτε «Δέν θήλασα ποτέ μαστούς», αλλά τό εξής. «Ναί βέβαια, αλλά σίγουρα μακάριοι εκείνοι πού κάνουν τό θέλημα τού πατέρα μου» (Λουκ.11,28). Βλέπεις ότι σέ καμμιά περίπτωση δέν αρνείται τή φυσική του συγγένεια, αλλά προσθέτει τή συγγένεια στήν αρετή; Καί ό Πρόδρομός του, όταν έλεγε «Παιδιά τής οχιάς, μήν κορδώνεστε λέγοντας, Έχουμε τόν Άβραάμ πατέρα» (Ματθ.3,7-9), δέν ήθελε νά πή ότι δέν ήταν φυσικά παιδιά τού Άβραάμ, αλλ΄ ότι τό νά είναι παιδιά τού Άβραάμ δέν τούς ωφελεί σέ τίποτε, άν δέν συγγενεύουν μ’ έκείνον στό ήθος. Τό ίδιο εννοούσε κι’ ό Χριστός, όταν έλεγε, «Άν ήσασταν παιδιά τού Άβραάμ, θά κάνατε τά έργα τού ΄Αβραάμ» (Ίωάν.8,39). Δέν τούς αρνείται τή σαρκική συγγένεια, αλλά τούς εκπαιδεύει νά ενδιαφέρωνται γιά τή συγγένεια πού είναι ανώτερη κι’ εγκυρότερη από κείνη.

Αυτό λοιπόν κατεργάζεται κι’ εδώ, αλλά μ’ έναν τρόπο λεπτότερο καί όχι τόσο απότομο. Μά στή μητέρα του μιλούσε. Δέν είπε «Δέν  τήν έχω μητέρα, ούτε εκείνους αδερφούς, αφού δέν κάνουν τό θέλημά μου», δέν έβγαλε γι’ αυτούς απόφαση καταδικαστική, αλλά μιλώντας μέ τήν απαλότητα πού τού ταίριαζε, τούς εξασφαλίζει τό νά είναι κύριοι τής επιλογής νά θέλουν αυτό πού έλεγε. Γιατί αμέσως λέει: «Όποιος κάνει τό θέλημα τού πατέρα μου, εκείνος είναι αδερφός μου κι’ αδερφή μου καί μητέρα μου». Ώστε, άν θέλουν νά είναι, αυτό τό δρόμο νά βαδίζουν.

Αλλά κι’ όταν ή γυναίκα εκείνη τού φώναξε «Μακάρια ή κοιλιά πού σέ βάσταξε» (Λουκ.11,27), εκείνος δέν τής είπε «Δέν υπάρχει μητέρα μου», αλλά «Άν θέλη νά είναι μακάρια, νά κάνη τό θέλημα τού πατέρα μου. Μόνο ένας τέτοιος είναι κι’ αδερφός μου κ’ αδερφή μου καί μητέρα μου». Τί τιμή! Τί αρετή! Σέ πόσο ψηλή κορυφή ανεβάζει εκείνον πού τήν έχει! Πόσες γυναίκες μακάρισαν τήν αγία εκείνη παρθένο καί τή μήτρα της, κι’ ευχήθηκαν νά γίνουν τέτοιες μητέρες, κι’ άς χάσουν όλα τ’  άλλα! 

Μά τί τίς εμποδίζει;  Όρίστε, μάς άνοιξε ένα δρόμο ευρύχωρο, καί μπορούν πιά όχι μόνο οί γυναίκες, αλλά καί οί άντρες, νά μπούν σ’ αυτή τήν κατηγορία, ή μάλλον καί σέ πολύ ανώτερη. Αυτό σέ κάνει μητέρα του πολύ περισσότερο, παρά ό τοκετός εκείνος. ΄Αν είναι αξιομακάριστο εκείνο, τότε αυτό είναι τόσο περισσότερο, όσο είναι κι’ εγκυρότερο. Μή λαχταράς μόνο, αλλά βάδιζε καί τό δρόμο πού σέ φέρνει σ’ εκείνο πού λαχταράς, μέ πολύ ζήλο.

«Αυτά λοιπόν είπε, καί τότε βγήκε από τό σπίτι». Πρόσεξες πώς καί τούς μάλλωσε καί έκανε εκείνο πού επιθυμούσαν; Τό ίδιο κάνει καί στό γάμο (Ίωάν.2,1-11). Κι’ εκεί, καί τή μάλλωσε, επειδή τού ζητούσε κάτι ακαίρως, αλλά καί δέν τής έφερε αντίρρηση. Μέ τό πρώτο διορθώνει τήν αδυναμία της, μέ τό δεύτερο δείχνει τήν αγάπη του στή μητέρα. ΄Ετσι κι’ εδώ, καί τήν αρρώστια τής κενοδοξίας γιατρεύει, καί τήν τιμή πού ταιριάζει στή μητέρα του δείχνει, παρ΄ όλο πού εκείνη τού ζήτησε πράγματα πού δέν ταίριαζαν στήν ώρα πού τά ζητούσε.

΄Εδώ τέλειωσε ή μετάφραση, (προσέξτε) τής ερμηνείας πού έκανε ό Ίερός Χρυσόστομος μέ τό πώς μιλούσαν τότε γιά νά εξηγήση τό κομμάτι τού Κατά Ματθαίου Ευαγγελίου Κεφάλαιον 12, στίχοι 46 έως 50. Καί επειδή καί μέ τό γλωσσικό αυτό ίδίωμα τής εποχής του δέν γίνεται τόσο εύκολα κατανοητό όσο θά θέλαμε τό κείμενο, τό παρουσίασα όσο γινόταν απλούστερο, ΚΑΙ γιά νά ωφεληθούμε τρεφόμενοι καί φωτιζόμενοι μέ τίς αλήθειες πού εγκρύπτονται στά λόγια αυτά τού ευαγγελιστού, στό πώς ό Κύριός μας συμπεριεφέρθη καί ανταποκρίθηκε σέ απαιτήσεις καί αιτήματα τής μητέρας του, σέ συγκεκριμμένες στιγμές τής συναναστροφής των, αλλά καί γιά νά χαρούμε καί θαυμάσωμε τήν γλαφυρότητα, ΚΑΙ τόν λεπτότατο χειρισμό μέ τόν οποίο στήν κάθε λεπτομέρεια μετεχειρίσθη τήν κάθε πτυχή καί τό έτυμον (ετυμολογία) τών λέξεων, γιά ν’ αποκαλύψη σ’ εμάς έν τέλει, πόση ασύγκριτη καί «Αυτοσοφική» ευγένεια καί σεβασμός αποδίδεται έκ μέρους Του πρός τήν, τόσο πρόθυμα καί ταπεινά, προσενεγκούσαν ολόκληρο τόν Εαυτό της γιά νά εγκατοικήση «Ό Υιός καί Θεός της στά σπλάγχνα της», μέ τό «ιδού ή δούλη Κυρίου, γενοιτό μοι κατά τό ρήμα σου (΄Αγγελε Πρωτοστάτα Γαβριήλ!)». Τί μεγαλείο! Τί σοφία! Τί παιδαγωγία! Τί σεβασμός καί αγάπη καί τιμή Τού Δημιουργού πρός τό δημιούργημά Του! ΄Αντιδοξάζομεν, αινούμεν καί ευλογούμεν Σε Πλάστα καί Πάνσοφε Δημιουργέ μας, πλάϊ στήν τόσο τιμηθείσαν επί γής υπό Σού Μητέρα Σου, Κυρίαν μας, τήν Σέ τέξασαν αφράστως καί ανερμηνεύτως, ήν είς τούς απεράντους αιώνας έν δεξιοίς Σου κατηξίωσας εστάναι καί έχειν, αλλά καί ημείς οί, μέσω τής ταπεινώσεως καί υπακοής Αυτής, τοσούτον ευεργετηθέντες, επάξια άσματα αναμέλποντες, ευγνωμόνως προσκυνούμεν καί τιμώμεν αυτής «Τήν ωραιότητα τής Άειπαρθενίας καί τό Ύπέρλαμπρον τό τής Άγνείας Αυτής»!

Ναί. Αυτή είναι ή γνήσια Πατερική γνώμη καί αντίληψη καί ή γνήσια κι’  ΄Ορθόδοξη ιερά παράδοση γιά τή Μητέρα τού Κυρίου. Έκείνα πού λέγονται σήμερα γι’  Αυτήν, ίδίως από μοναχούς, είναι παραμύθια τών Παπικών, τά οποία χώθηκαν στήν Άγία μας Όρθόδοξη Έκκλησία μετά τό 692 (ασφαλώς μ.Χ.).