Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2019

Προσδοκία των εθνών (προφητείαι – προρρήσεις – εικόνες)

Ε Ρ Χ Ε Τ Α Ι !
                                         Α´. Προσδοκία των εθνών

(προφητείαι – προρρήσεις – εικόνες)

«Και αὐτός προσδοκία ἐθνῶν» (Γεν. 49 , 10 )
«Καθεύδοντες διατελοῖτε ἄν, εἰ μὴ τινα ἄλλον ὁ θεὸς ὑμῖν ἐπιπέμψειε κηδόμενος ύμών»(Πλάτωνος, ’Απολογία Σωκράτους 18[31α])
 Απὸ τὸ βιβλίο «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ»
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου, σελ. 28-36

►ΕΡΧΕΤΑΙ!

«Ούκ έκλείψει αρχών εξ Ιούδα καί ηγούμενος ἐκ τῶν μηρών αύτοῦ, ἑως έάν ἔλθη τά άποκείμενα αύτω, και αύτός προσδοκία έθνών»(Γεν. 49,10)

ΙΑΚΩΒ εἶνε ἕνας έκ τῶν ἐνδοξων ἀνδρῶν τῆς παλαιάς διαθήκης. Πατριάρχης ὁνομαστός διά τούς δώδεκα υἱούς του. Ὁ βίος του δεν έστερεῖτο θλίψεων. Κατεδιώχθη υπό τού άδελφοϋ του Ήσαῦ. Κατέφυγεν εἰς τον συγγενή του Λάβαν.
Ήπατήθη ύπ ’ αύτοΰ, ὅπως ήπάτησε και αύτός… Έδοκίμασε οίκογενειακὲς θλίψεις. ’’ Επιε πικρά ποτήρια. Άλλ’ ὅπως παντός ανθρώπου ή ζωή ρέει ώς ποταμός, ἔτσι και τοῦ ’Ιακώβ ή ζωή έρρευσεν ώς ποταμός, και έφθασεν εις τό τέλος, εις τάς έκβολάς, διά νά ριφθῇ εις τον άπέραντο τῆς αἰωνιότητος ωκεανόν. Έκ τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν Θεόν. Ό Θεός, αὐτός εἶνε τό Α και τό Ω τῆς ύπάρξεώς μας. Αύτός ή αρχή καί τό τέλος. Ό ’Ιακώβ έν όψει τής αΙωνιότητος ρίπτει τό βλέμμα του εις τό παρελθόν τῆς ἀτομικῆς καί οίκογενειακῆς του ζωῆς, αναπολεῖ τάς παλαιάς ημέρας, ένθυμεῖται τάς χαράς και τάς λύπας, τά ευχάριστα και τά δυσάρεστα γεγονότα, καί συγκινεῖται βαθύτατα. Όλίγαι ώραι υπολείπονται άκόμη καί ό αποχωρισμός έκ τοῦ κόσμου τούτου, έκ παντός ὅ,τι ήγάπησε τρυφερώς, θά συντελεσθῆ. Ό ’Ιακώβ απέρχεται. Είνε ηλικίας 147 έτών. Θέλει νά δῇ διά τελευταίαν φοράν τούς δώδεκα υἱούς του. Οἱ υἱοί του ἔρχονται καί περικυκλώνουν την κλίνην του. Καί ό ’Ιακώβ δίδει εις έκαστον τάς συμβουλάς του, ώς συνήθως πράττουν οί καλοί γονείς προαισθανόμενοι τό τέλος των. Άλλ’ οἱ συμβουλαί τοῦ ἐνδοξου πατριάρχου διαφέρουν ἀπό τὰς συμβουλὰς τῶν πολλῶν. Ὁ νοῦς τοῦ πατριάρχου κατά τὶς τελευταῖες ἐκεῖνες στιγμὲς φωτίζεται ἀπό τό ύπερκόσμιο φως και βλέπει μακρια, πολύ μακριά. Βλέπει τί μέλλει νά συμβῇ «ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν».
Ό ’Ιακώβ προφητεύει τό μέλλον τῶν υἱῶν του

«ΣΥΝΑΧΘΗΤΕ, ἵνα αναγγείλω ὑμῖν τί ἀπαντήσει ύμῖν επ ‘ έσχάτων των ήμερων» (Γεν. 49,1). Έλᾶτε, ὦ παιδιά μου, λέγει μέ τρέμουσα τήν φωνήν ό ’Ιακώβ, έλᾶτε, διά νά σᾶς εἴπω τά ὅσα μέλλουν νά σᾶς συμβοῦν, νά συμβοϋν εἰς τόν βίον τῶν ἀπογόνων σας, οί όποῖοι θά συνεχίσουν τήν ίσχορίαν τοῦ έθνους. Έάν κάποιος λάβη ὑπ ’ ὄψιν, ὅτι ούδείς, όσονδήποτε σοφός και άν εἶνε, οὐδείς δύναται νά προφηχεύση τό μέλλον, οὐδέ «τί τέξεται ή έπιοϋσα» νά προΐδη, οἱ λόγοι τοῦ ’Ιακώβ, διά τῶν ὁποίων αὐτὸς προφητικῶς όμιλεῖ περί τοῦ μέλλοντος τῶν δώδεκα υἱῶν του και τῶν ἀπογόνων αὐτῶν, άποκτοῦν μεγίστην σπουδαιότητα. Διότι οί προφητικοί λόγοι έχουν καταγραφή εις τήν Βίβλον καί έκαστος άμερόληπτος άναγνώσχης, ποὺ άναγινώσκει τό ἱερό κείμενο καί έκ παραλλήλου άνοίγει τήν ἱστορία τοῦ ’Ισραήλ, ώς καί τήν παγκόσμια ἱστορία, καί βλέπει ὅτι οἱ προφητικοί λόγοι εὐρίσκουν πλήρως τήν έκπλήρωσίν των εἰς γεγονότα πού αιώνες καί χιλιεχηρίδες ἀπέχουν τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον έλέχθησαν καί έγράφησαν οί προφητείαι, μένει έκστατικός. Ή έκπλήρωσις τών προφητειῶν εἶνε
θαύμα, θαῦμα μέγιστον, πού δεν εἶνε δυνατόν νά έρμηνευθῆ άλλως, παρά μόνον μέ τήν παραδοχήν ὅτι ό νοῦς ό υπέρτατος, αὐτή ή άγία Τριάς, φωτίζει ώρισμένα πνεύματα καί προβλέπουν τά μέλλοντα νά συμβοϋν!
Ό ’Ιακώβ κατά την τελευταίαν έκείνην προς τούς υιούς του άποχαιρετιστήριον ομιλίαν, ή οποία υπενθυμίζει την τελευταίαν προς τούς δώδεκα μαθητάς ομιλία τοῦ Κυρίου, προφητικούς, ὅπως εἴπαμε, λόγους έξέφερε περί τοῦ μέλλοντος ἑνός ἑκαστοῦ
έκ τῶν υίῶν του. Άλλ’ έξ όλων των προφητικών λόγων, τούς οποίους εἶπεν ό ’Ιακώβ, εκείνοι οί ὁποῖοι έξ αρχής προσείλκυσαν ζωηρότατον τό ένδιαφέρον τῶν άναγνωστῶν τῆς ἀθανάτου Βίβλου εἶνε οί διά τον τέταρτον υίόν του, τον ’Ιούδαν, λεχθέντες προφητικοί λόγοι καί ιδίως ό στίχος 10· «Οὐκ έκλείψει», εἶπεν ό γέρων ’Ιακώβ, «ἄρχων ἐξ Ιούδα καί ἡγούμενος έκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως έάν ἐλθῃ τά άποκείμενα αὐτῷ, καί αύτός προσδοκία ἐθνῶν» (Γεν. 49,10). Ποιά σημασία έχουν οί λόγοι αυτοί; Ή φυλή ’Ιούδα, λέγει ή προφητεία, θά είνε φυλή ένδοξος. Θά εἶνε φυλή ήγετική. Έκ τῆς φυλῆς αὐτῆς θά προέρχωνται μεγάλοι ανδρες, οί όποιοι θά διοικούν τό έθνος. Έκ τοῦ ’Ιούδα οί άρχοντες, οί βασιλεῖς. Άλυσις βασιλική θά είνε ή ίστορία τής φυλῆς αυτῆς. Αλλά θά ἔλθη ήμέρα, κατά τήν οποίαν ή ἅλυσις αὐτή θά σταματήση, θά παύση ή φυλή ’Ιούδα νά δίδη βασιλεῖς…
Αύτή είνε ή περίφημος προφητεία. Έλέχθη περί τον 18ον π.Χ. αιώνα. Τήν προφητεία δε αὐτή ἔχοντας ύπ’ ὄψιν καί θέλοντας νά ἐξακριβώσωμεν έάν έξεπληρώθη ἢ ὄχι, δὲν ἔχομε παρά νά ἀνοίξωμε την ιστορία τοῦ Ιουδαϊκοῦ ἔθνους και νά παρακολουθήσωμε τά ἱστορικά γεγονότα. Άνοίγοντες δε την ιστορίαν πληροφορούμεθα, ὅτι ὄντως
ή φυλή τοῦ Ἱούδα έκράτει επί αἰώνας πολλούς τό βασιλικόν σκήπτρον, ὅτι ἐκ τῶν υίῶν Ιούδα έλαμβάνοντο οἱ βασιλεῖς. Ἦτο φυλή ένδοξος. Άλλά θά έλθη εποχή, λέγει, κατά τήν οποίαν βασιλεύς ἐκ τῆς φυλῆς ’Ιούδα δὲν θὰ ὑπάρχη πλέον. Θά
ἐρχόταν, δηλαδή, ἐποχή κατὰ τὴν ὁποίαν οί ’Ιουδαίοι θά πενθοῦσαν διότι ό θρόνος τοῦ Δαυίδ καί τοῦ Σολομώντος θά ἔμενε κενός. Θά έμενε διά παντός κενός; Ό χ ι. Ποῖος θά τον κατελάμβανεν; ΕΚΕΙΝΟΣ, λέγει ή προφητεία, εις τον οποίον θά έμπιστευθῇ ό Θ εός Πατήρ τό έργον τῆς σωτηρίας τῆς άνθρωπότητος.
Αυτός θά είνε ό νέος βασιλεύς. Αυτός θά είνε ή προσδοκία, ή ελπίς των ἐθνῶν.
Πολικός άστήρ
ΠΡΙΝ ΔΟΥΜΕ έάν καί πότε έξεπληρώθηκε ή καταπληκτική αυτή προφητεία, πρέπει νά ποῦμε ὅτι ή προφητεία αὐτὴ ὑπῆρξε διά τον Ιουδαϊκό λαό ως ό πολικός άστήρ, προς τον οποίον οί ναυτικοί στρέφουν τά βλέμματα διά νά μή παραπλανηθοῦν εἰς τό ἀχανές πέλαγος άλλά νά γνωρίζουν ποΰ πορεύονται. Ή προφητεία αυτή καθωδήγει τό
ιουδαϊκόν ἔθνος. Καί εις τάς πλέον σκοτεινός ημέρας οί ’Ιουδαίοι δεν θά έπρεπε νά άπελπίζωνται. Καί όταν ακόμη κανείς αρχών, κανείς άρχιερεύς, κανονικός και γνήσιος, κανείς πνευματικός ηγέτης δεν θά ύπάρχη, αλλά ὅλα προς τήν καταστροφήν καί τήν άβυσσον θά βαίνουν, ή έλπίς δεν πρέπει νά έγκαταλείπη τον λαόν τοΰ Θεοϋ. ’Από τό πλέον βαθύ σκότος θά προέλθη τό φως, ήλιος λαμπρός, ὁ ὁποῖος θά φωτίση καί θά καταυγάση τό σύμπαν. Θά έλθη Ἐκεῖνος, ὄχι μόνον διά τό ιουδαϊκόν έθνος, άλλά δι’ ὅλα τά έθνη. Έπί τῶν ήμερῶν τῆς δικῆς του βασιλείας οἱ ἄνθρωποι θά ζοῦν εἰς κατάστασιν ειρήνης καί ευτυχίας, τήν οποίαν οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχε γνωρίσει ό κόσμος. Τήν ευτυχή αὐτήν περίοδον τής άνθρωπότητος χαρακτηρίζουν οί λόγοι τῆς προφητείας, οί οποίοι λέγουν ότι εις τήν ύπαιθρον θά επικράτηση ειρήνη
καί ασφάλεια. Τά ζώα θά βόσκουν είς τάς πεδιάδας. Ούδείς κίνδυνος άρπαγής των θά ύπάρχη. Ό πώλος θά συγκρατήται μέ τούς έλικας τής άμπέλου. Ή Ίουδαία θά εἶνε πλούσια. Ό οίνος θά ρέη άφθονος ώς τό υδωρ. Θά πλύνουν τά ίμάτιά των οί άνθρωποι «εν αἵματι σταφυλής». Οί οφθαλμοί τῶν άνθρώπων θά εἶνε χαρωποί. Τά πρόσωπά των θά άκτινοβολοϋν άπό χαράν. 0ἱ όδόντες των θά είνε λευκοί ώς τό γάλα (Γεν. 49, 11-12). Ταϋτα βεβαίως είνε εικόνες, είνε άλληγορίαι, διά τών οποίων ύποσημαίνεται ή ευδαίμων κατάστασις τῶν άνθρώπων ἐν ταῖς έσχάταις έκείναις ήμέραις είς τάς όποιας βυθίζεται τό βλέμμα τοῦ πατριάρχου.
Ή προφητεία τοϋ ’Ιακώβ ώς άστρον έφώτιζε τον ίσραηλιτικόν λαόν. Καί ὅταν λόγω θλιβερών περιστατικών, μεγάλων εθνικών περιπετειών καὶ κίνδυνων, τό άστρον τοϋτο έφαίνετο νά καλύπτεται από μαϋρα νέφη και ή ελπίς εις αίσιον μέλλον έξησθένει και απελπισία και δειλία κατελάμβανε τάς ψυχάς, τότε ήγείροντο εν τῷ ίουδαϊκῷ έθνει οί προφήται, οί όποιοι διά τών λόγων των άνεζωογόνουν την ελπίδα. Προσέθετον νέα στοιχεία. Συνεπλήρωνον διά νέων λεπτομερειών την εικόνα τοϋ Μεσσίου. Δεν άφηναν νά σβησθῇ ή έλπίς. Ελπ ίς ή όποία, ὅσον έπλησίαζεν ό χρόνος της έκπληρώσεως, έγίνετο όλονέν καί ζωηροτέρα. Τό αστρον έλαμπε με φῶς λαμπρότερον.
Παγκόσμιος ζωηρά άναμονή
ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ έχομεν νά παρατηρήσωμεν περί της προφητείας αυτής του ’Ιακώβ. Ή θαυμαστή αυτή προφητεία εν πρωτοτυπῷ έκρατεῖτο έπιμελῶς εις τάς χείρας τῶν ’Ιουδαίων, αντίγραφα δε αυτής πολλά έκυκλοφόρουν είς ὅλον τον κόσμον. Θέλομεν, δηλαδή, νά εἴπωμεν ὅτι ὄχι μόνον ἀκούετο έκ στομάτων άνθρώπων πού κατοικουσαν είς την ίεράν γήν τῆς Παλαιστίνης, άλλά καί έκ στομάτων άνθρώπων πού κατοικουσαν εις ὅλα τά μέρη του κόσμου έπανελαμβάνετο είς διαφόρους γλώσσας
καί παραλλαγάς ή προφητική αυτή φωνή. Παντού ό πόθος διά μία άλλαγήν παγκοσμίου κλίμακος. Παντού ή έλπίς ὅτι θά έλθη ό Δυνατός, ό Σοφός, ό «Αγιος, ὁ ὁποῖος θά συντρίψη τό κακόν, θά φωτίση τον κόσμον, θ ’ άπαλλάξη την άνθρωπότητα άπό τά δεινά πού τήν μαστίζουν. ’Ανησυχία παγκόσμιος. Ὁπουδήποτε καί εάν μετέβαινέ κανεὶς και έτεινε τό αὐτί του, θά ήκουε νά εξέρχεται από τά βάθη τῆς ανθρώπινης καρδίας βαθύς αναστεναγμός διά την άβυσσον είς την οποίαν κατεκρημνίσθη τό ἀνθρώπι­νο γένος, άλλα και φωνή ἐλπίδας ότι τό βαθύ σκότος θά διαδεχθη ή ροδοδάκτυλος ήώς, ή «ανατολὴ εξ ὑψους» (Λουκ. 1,78). Ό Μεσσίας έρχεται!
Οί ιστορικοί, ὅσοί έξ αυτῶν δὲν βλέπουν μόνον τήν επιφάνειαν τῶν πραγμάτων, άλλά και βαθύτερα μελετοῦν και φιλοσοφοῦν επί περιέργων τινών φαινομένων πού παρουσιάζει έκάστοτε ή ζωή τῶν άνθρώπων, μένουν καί αυτοί εκστατικοί προ τοϋ φαινομένου πού έπαρουσίαζεν ό προχριστιανικός κόσμος διατελών εν ζωηρά άναμονη μυστηριώδους τίνος προσώπου, ικανού νά λυτρώση τον κόσμον. Καί Ἕλληνες καί Αιγύπτιοι καί Πέρσαι καί Σῖναι καί ’Ινδοί καί αυτοί πού κατώκουν εις τάς πλέον
άπομεμακρυσμένας νήσους, ζοῦσαν μὲ τήν προσδοκία τοῦ προσώπου, τό οποῖο διά δραστικῶν ένεργειῶν θά έσωζε τον καταρρέοντα κόσμον. Ή ιδέα, ὅτι όσονούπω έρχεται ό Δυνατός, εἶχε ταράξει καί αὐτήν ακόμη τήν μακαριότητα τῶν βραχμάνων.
Έάν τις έξ δλων τών χωρών τού τότε γνωστού κόσμου, άλλά καί του κόσμου εκείνου, ὁ ὁποῖος μετά ταῦτα άνεκαλύφθη, ήθελεν έρευνήσει καί περισυλλέξει τάς σχετικάς μέ τό προκείμενον θέμα κυκλοφορούσας ιδέας, χρησμούς, μύθους καί κατά τόπους παραδόσεις, θά έσχημάτιζεν ένα ογκώδη τόμον υπό την επιγραφήν «Προσδοκία τών έθνών». Όλαι δε αί παραδόσεις τῶν λαῶν, παρ’ ὅλας τάς μεταξύ των παραλλαγῆς, εἰς ένα συγκλίνουν είς τον πόθον τής λυτρώσεως, τον οποῖον θά έπραγματοποίει ό αναμενόμενος. Τον πόθον τοῦτον ζωηρότατα έξέφραζον αί Σιβύλλαι ως έξής.
«Έλθέ λοιπόν, ποθητέ τοῦ οὐρανοῦ ἀπόγονε,
μεγάλε βλαστέ τοῦ Διός! Ό προαγγελθείς χ ρ ό ν ο ς
έγγίζει· έλθέ νά λάβης τάς όφειλομένας σοι
μεγάλας τιμάς. Ίδέ· εἰς την ἔλευσίν σου ό
σύμπας κόσμος κυμαίνεται, ή γῆ, ή θάλασσα
και ό οὐρανός ταράσσονται, τά πάντα σκιρτῶσιν
είς τὴν προσέγγισιν τῆς μελλούσης νέας ἐποχῆς».
Τον πόθον τῆς λυτρώσεως, τήν ελπίδα τῆς έλεύσεως τοῦ λυτρωτοῦ, ὅτι προσήγγιζε τό τέλος τῶν δεινῶν, έξέφρασε κατά τον πλέον δραματικόν τρόπον ό μέγας ποιητής τής άρχαιότητος Αἰσχύλος είς τήν τραγωδίαν του ό «Προμηθεύς δεσμώτης».
Άλλά καί ό φιλόσοφος τῶν Αθηνῶν, ό Σωκράτης, ενώπιον τῶν δικαστῶν ἀπολογούμενος εἶπε τό περίφημον εκεῖνο- «Καθευδοντες διατελοῖτε αν, εί μη τινα ἄλλον ό θεός ύμῖν έπιπέμψειε κηδόμενος ὑμῶν».