Προὶξ τῇ γυναικῶν καλλονῇ Φεβρωνία.
Τομὴ κεφαλῆς· ὡς καλὴ σοι προὶξ γύναι!
Δῶκε δὲ Φεβρωνίη ξίφει αὐχένα εἰκάδι πέμπτῃ.
Γρήγορα, παρά το νεαρό της ηλικίας της, προσαρμόσθηκε στους δύσκολους κανόνες της μοναχικής ζωής βρίσκοντας παράλληλα και χρόνο για να μελετά και να εμβαθύνει στις Θείες Γραφές. Έγινε δε υπόδειγμα ανάμεσα στις άλλες μοναχές για τη σύνεσή της το ζήλο της, την προθυμία της και το ταπεινό της φρόνημα.
Κάποια ημέρα όμως, ένα στρατιωτικό σώμα το οποίο κατεδίωκε χριστιανούς, με επικεφαλής το Σεληνο (288 μ.Χ.) έφθασε και στο μοναστήρι της Φεβρωνίας. Οι άλλες μοναχές κατόρθωσαν να διαφύγουν, η Αγία όμως η οποία ήταν άρρωστη δεν κατόρθωσε να μετακινηθεί. Κοντά της παρέμειναν η ηγουμένη Βρυένη και η αδελφή Θωμαΐς.
Οι στρατιώτες, μόλις αντίκρυσαν τη Φεβρωνία, έμειναν έκπληκτοι από την ομορφιά της. Άφησαν, λοιπόν, τρεις άνδρες να τη φρουρούν και οι υπόλοιποι γύρισαν και το ανέφεραν στον αρχηγό τους Σελήνο. Αυτός αμέσως διέταξε και την έφεραν μπροστά του, και με κάθε τρόπο την πίεσε να άλλαξοπιστήσει. Πρότεινε στη Φεβρωνία να τη δώσει σύζυγο στον ανεψιό του Λυσίμαχο, που κοντά του θα γνώριζε μεγάλη δόξα. Η Φεβρωνία, όμως, προτίμησε να γίνει «της μελλούσης αποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός» (Α' Έπιστολή Πέτρου, ε' 1). Προτίμησε, δηλαδή, να είναι συμμέτοχος της δόξας που θα αποκαλυφθεί κατά τη δευτέρα παρουσία, και με περίσσιο θάρρος περιφρόνησε τις προτάσεις του Σελήνου, ο όποιος, αφού τη βασάνισε, τελικά τη σκότωσε με ξίφος.
Ἀπολυτίκιον.Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ὡς τῆς ἀσκήσεως, ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως, τῷ κόσμῳ ἔμπνευσας, εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ, δραμοῦσα ἀσχέτῳ, πόθῳ· ὅθεν ὡς παρθένον σε, καὶ Ὁσίαν καὶ Μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε, Φεβρωνία ὁ Κύριος· ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνὴ Ὁσιομάρτυς.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας χάρισι, καῖ μαρτυρίου τῷ κάλλει, κοσμηθεῖσα ἔνδοξε, ὡς πανακήρατος νύμφη, ἔδραμες, λαμπαδηφόρος τῷ σῷ Νημφίῳ, ἔστεψαι, τῆς ἀφθαρσίας τῇ εὐπρεπείᾳ, καὶ πρεσβεύεις Φεβρωνία, ὑπὲρ τῶν πίστει ὑμνολογούντων σε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Φεβρωνία πανευκλεής, Ὁσίων ἡ δόξα, καὶ Μαρτύρων ἡ καλλονή· ἐν γὰρ ἀμφοτέροις, ἀθλήσασα νομίμως, εἰκότως καὶ βραβείων, διπλῶν ἠξίωσαι.
Kτίτωρ Mονής συ του μεγίστου Προδρόμου,
Δειχθείς ενοικείς νυν Mοναίς ταις του πόλου.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Κορησσὸς Καστορίας καὶ ἐγεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου († 11 Ἰανουαρίου), ἡγουμένου τῆς μονῆς Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ Ἐπισκόπου Τραπεζοῦντος. Ὁ Ὅσιος, σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἀκολούθησε τὸν ἀδελφό του Θεοδόσιο. Ἀπὸ ἐκεῖνον ἐδιδάχθηκε τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τοῦ ἀσκητικοῦ βίου. Ὅταν ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἔγινε Ἐπίσκοπος Τραπεζοῦντος, ὁ ἀδελφός του Διονύσιος τὸν ἐπισκέφθηκε. Ἀπὸ τὸν Θεοδόσιο ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀργότερα, τὸ 1346, ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἱερισσοῦ. Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐγνωρίσθηκε μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο Κομνηνὸ (1350 – 1390 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος τὸν ἐβοήθησε νὰ τελειώσει τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς ἱερᾶς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου ποὺ εἶχε ἀρχίσει στὸ Ἄγιον Ὄρος, ἡ ὁποία μέχρι σήμερα εἶναι γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομά του, μονὴ Διονυσίου. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐξασφάλισε καὶ τὸ μέλλον τῆς μονῆς μὲ Χρυσόβουλο, τὸ ὁποῖο ἐκδόθηκε τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1374. Ὁ Ὅσιος Διονύσιος, ἀφοῦ παρέλαβε τὸ Χρυσόβουλο, ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὸν Ἄθωνα. Κατὰ τὴν ἐπιστροφή του εὑρῆκε λεηλετημένη τὴ μονὴ καὶ διαπίστωσε ὅτι ὅλοι οἱ μοναχοὶ εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ. Ἀναζητώντας τους μετέβη στὴ Βιθυνία, ὅπου εὑρῆκε τοὺς μοναχούς, τοὺς ὁποίους ἀφοῦ ἐξαγόρασε ἀπὸ τοὺς πειρατὲς τοὺς ὁδήγησε πάλι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1380 ἐπισκέφθηκε, γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς μονῆς, τὴν Τραπεζούντα, καί, τὸ 1382, τὴν Κωνσταντινούπολη.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὴν Τραπεζούντα, τὸ 1388, καὶ ἐκηδεύθηκε ἀπὸ τὸν αὐτάδελφό του Θεοδόσιο στὸ ναὸ Χρυσοκεφάλου τῆς Τραπεζοῦντος.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φῶς οὐράνιον, ἐν σοὶ σκηνῶσαν, λύχνον ἄσβεστον, τοῖς ἐν τῷ Ἄθῳ, Διονύσιε σαφῶς σε ἀνέδειξε· σὺ γὰρ Προδρόμου τὸν βίον μιμούμενος, Μονὴν αὐτῷ ἀνέγειρες περίβλεπτον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ᾿ Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τοῦ Προδρόμου μιμητὴν βίου λαμπρότητι
Καὶ μοναζόντων ὁδηγὸν καὶ τύπον ἄριστον
Ἀνυμνοῦμέν σε οἱ δοῦλοί σου θεοφόρε.
Ἐν τῷ Ἄθῳ γὰρ βιώσας ὡς ἀσώματος
Καταυγάζεις ταῖς σαῖς πράξεσιν ἑκάστοτε
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Διονύσιε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής, καὶ τῶν ἐν τῷ Ἄθῳ, γνώμων θεῖος δι’ ἀρετῆς· χαίροις τῆς Μονῆς σου, ἀντίληψης καὶ σκέπη, ἣν φρούρει οὐρανόθεν, ὦ Διονύσιε.
Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Ὁσιομάρτυρας ἐκ Βάρνας
Ὁ Ὁσιομάρτυρας Προκόπιος καταγόταν ἀπὸ τὰ πλησιόχωρα μέρη τῆς Βάρνας καὶ ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν ἐπῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐμόνασε στὴ Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὡς ὑποτακτικὸς τοῦ γέροντος Διονυσίου. Ὡς μοναχὸς διακρίθηκε γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν ἀσκητικὴ βιοτή του. Ἀργότερα, ἐγκατέλειψε τὴ μοναχικὴ ζωή, ἔφθασε στὴ Σμύρνη καὶ εὑρισκόμενος σὲ ἀπόγνωση, ἐξισλαμίσθηκε. Κατόπιν ὅμως, οἱ τύψεις συνειδήσεως ποὺ εἶχε γιὰ τὸ βαρὺ πνευματικὸ ὀλίσθημά του, τὸν ἐφεραν μὲ δάκρυα μετανοίας σὲ κάποιο πνευματικό, στὸν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε καὶ ἐπῆρε τὶς ἀνάλογες συμβουλὲς παρηγοριᾶς καὶ ἀνανήψεως. Κατόπιν προσευχήθηκε μὲ θέρμη στὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἐξεκίνησε γιὰ τὸν κριτὴ τῆς πόλεως.
Μόλις ἔφθασε ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ἐπέταξε τὸ τούρκικο σαρίκι ποὺ ἐφοροῦσε στὴν κεφαλή του καὶ ἐφόρεσε τὸ μοναχικὸ σκοῦφο. Ἔπειτα ἔλεγξε μὲ τόλμη τὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία καὶ ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ Κύριό του.
Οἱ Τοῦρκοι, ὅταν εἶδαν τὸ ἀμετάθετο τῆς γνώμης τοῦ Μάρτυρος, τὸν ὁδήγησαν μὲ χλευασμοὺς στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ἀλλ’ ὅταν διαπίστωσαν τὴ χαρὰ μὲ τὴν ὁποία ἐβάδιζε πρὸς τὸ μαρτύριο, οἱ δήμιοι ἐφοβήθηκαν καὶ ἀρνήθηκαν νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Τότε ἀνέλαβε καὶ τὸν ἀποκεφάλισε κάποιος ἀρνησίχριστος, ποὺ ἐκλήθηκε γιὰ τὸ λόγο αὐτό, στὶς 25 Ἰουνίου 1810, ἡμέρα Σάββατο.
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ἐγεννήθηκε στὰ μέρη τῆς Ἀττάλειας ἀπὸ γονεῖς εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς. Νήπιο ἀκόμα, ὁ Γεώργιος ἁρπάχθηκε ἀπὸ τὸν ἀγᾶ Προύσαλη, κατὰ τὶς συνηθισμένες ἁρπαγὲς Χριστιανόπουλων ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐξισλαμίσθηκε καὶ ὀνομάσθηκε Μεχμέτ. Ὅταν ἦλθε σὲ ἡλικία γάμου, ἐνυμφεύθηκε τὴ θυγατέρα τοῦ ἀγᾶ. Μὲ τὴν προτροπὴ τῶν θεοσεβῶν γονέων του, μία Χριστιανὴ ὑπηρέτρια τοῦ Γεωργίου, ὀνομαζόμενη Μαρία, ἀποκάλυψε σ’ αὐτὸν γιὰ τὴν καταγωγή του καὶ τὸν τρόπο τοῦ ἐξισλαμισμοῦ του. Μὲ τὴν πρόφαση ὅτι θὰ ἐπήγαινε γιὰ προσκύνημα στὴ Μέκκα, ὁ Γεώργιος, μαζὶ μὲ τὴ Μαρία, ἦλθε στοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅπου παρέμεινε γιὰ δύο χρόνια. Κατόπιν ἔφθασε στὴν πόλη Κρήνη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου ἐνυμφεύθηκε τὴν Ἑλένη Μαυρογιάννη.
Ἐπιζητώντας τὸ μαρτύριο ὁ Γεώργιος, ἐπῆγε στὸ διοικητήριο καὶ ἐβοήθησε νὰ κατέβει ἀπὸ τὸ ἄλογο ὁ διερχόμενος ἀπὸ τὴν Κρήνη πρώην πεθερός του, στὸν ὁποῖο μετὰ ἀπὸ λίγο ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Τότε οἱ Τοῦρκοι τὸν ἔρριψαν στὴ φυλακή, ὅπου τὸν ἔχτύπησαν βάναυσα καὶ ἔβαλαν στοὺς πόδες του φάλαγγα καὶ στὴ συνέχεια πυρακτωμένο χάλκινο σκεῦος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του. Τελικά, τὸ 1823, τὸν ἐκρέμασαν στὸν τοῖχο τῆς οἰκίας τοῦ Παντελάκη Φαρμάκη καὶ τὸν ἀπαγχόνισαν.
Οἱ Ἅγιοι Ὀρέντιος, Φαρμάκιος, Ἔρως, Φίρμος, Φιρμίνος, Κυριακὸς καὶ Λογγίνος οἱ Μάρτυρες
Eις τον Oρέντιον.
Ἐκδὺς θαλάσσης ζῶν Ὀρέντιος βάθους,
Ἐν γῆ τελευτᾷ καὶ πρὸς οὐρανὸν τρέχει.
Eις τον Φαρνάκιον.
Ἄρας ὁ Φαρνάκιος ἐκ γῆς πηλίνης,
Ἀνῆλθεν εἰς ἔδαφος οἴκου Κυρίου.
Eις τον Έρωτα.
Ἐρῶν ὑπῆρχεν οὐρανῶν κάλλους Ἔρως,
Πρὸς οὓς μεταστάς, ὥσπερ ἦρα χαιρέτω.
Eις τον Φίρμον και Φιρμίνον.
Θρόνοι νοητοὶ Φιρμῖνός τε καὶ Φῖρμος,
Οἷς ἐγκάθηται Βασιλεὺς τῶν Ἀγγέλων.
Eις τον Kυριακόν και Λογγίνον.
Κυριακόν, Λογγῖνον ὡς ἰσαγγέλους,
Θεὸς τίθησιν ἰσοτίμους Ἀγγέλοις.
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ὀρέντιος, Φαρμάκιος, Ἔρως, Φίρμος, Φιρμίνος, Κυριακὸς καὶ Λογγίνος, ὀνομαστοὶ γιὰ τὴν ἀνδρεία τους, κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ἦταν ἀδέλφια καὶ ὑπηρετοῦσαν ὡς στρατιῶτες στὴ Θράκη κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ) καὶ Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Σὲ κάποια μάχη ἐναντίον τῶν Σκυθῶν, ὁ Ὀρέντιος κατόρθωσε νὰ φονεύσει τὸν ἀρχηγό τους Μαροθώμ. Γιὰ τὸ κατόρθωμά του αὐτὸ ἐτιμήθηκε , ἀλλὰ συγχρόνως προσκλήθηκε νὰ συμμετέχει στὶς θυσίες πρὸς τὰ εἴδωλα ποὺ θὰ προσφέρονταν γιὰ τὴ νίκη του. Ὁ Μάρτυς ἀρνήθηκε μὲ πνευματικὴ γενναιότητα νὰ θυσιάσει καὶ διακήρυξε μὲ παρρησία ὅτι ὁμολογεῖ τὴν ἀκλόνητη πίστη του στὸν Ἀληθινὸ Θεό. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἀπέστειλαν, μαζὶ μὲ τὰ ἕξι ἀδέλφια του, δυσμενὴ μετάθεση στὰ Σάταλα τῆς Ἀρμενίας. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο, συνελήφθησαν καὶ ὑπεβλήθησαν σὲ ἀνάκριση. Ὅλοι, «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ», διεκήρυξαν τὴν πίστη τους πρὸς τὸν Κύριον καὶ Σωτήρα τους. Ἀμέσως ἐξορίσθηκαν σὲ μακρινοὺς καὶ σκληροὺς τόπους, ὅπου ἀπέθαναν μαρτυροῦντες ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὶς ταλαιπωρίες, τὶς ὁποῖες ὑπέστησαν χάριν τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ.
Ὁ Μάρτυς Ὀρέντιος ἐτελειώθηκε στὸ Ρίζιο, ὅταν οἱ εἰδωλολάτρες τοῦ ἔδεσαν στὸ λαιμὸ βαριὰ πέτρα καὶ τὸν ἔρριψαν στὴ θάλασσα. Ἀπὸ ἐκεῖ, ὅμως, τὸν ἔβγαλε σῶο καὶ ἀβλαβὴ στὴν ξηρὰ Ἄγγελος Κυρίου, καὶ ἀφοῦ ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε, παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸν Θεό, στὶς 24 Ἰουνίου. Ἐκεῖ ἐνταφιάσθηκε τὸ τίμιο λείψανό του. Ὁ Μάρτυς Φαρνάκιος ἀναπαύθηκε, στὶς 3 Ἰουλίου, στὴν Κορδύλη. Οἱ Μάρτυρες Φίρμος καὶ Φιρμίνος ἀπέθαναν στὶς 7 Ἰουλίου στὴν Ἄψαρο τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τῆς Μαύρης Θάλασσας. Ὁ Μάρτυς Κυριακὸς ὑπέκυψε στὴ χώρα τῶν Λαζῶν, σὲ μιὰ περιοχὴ ὀνομαζόμενη Ζιγάνεω, στὶς 14 Ἰουλίου. Ὁ Μάρτυς Λογγίνος ἐπνίγηκε, ὅταν τὸ πλοῖο ποὺ τὸν μετέφερε στὴν Λιβυκὴ ἐβυθίστηκε στὴν Πιτυούντα. Ἐκεῖ καὶ ἐνταφιάσθηκε.
«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἀνάμνησις τῆς ὑπὲρ λόγον καὶ πᾶσαν ἐλπίδα δωρηθείσης ἡμῖν βοηθείας παρὰ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ πρεσβειῶν τῆς ἀσπόρως Αὐτὸν τεκούσης Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, κατὰ τῶν διά τε γῆς καὶ θαλάσσης κυκλωσάντων τὴν βασιλίδαν πόλιν καὶ πανωλεθρίᾳ παραδοθέντων καὶ τελείῳ ἀφανισμῷ».
Eις την Λεωνίδα.
Πηδά Λεωνίς εις το πυρ της καμίνου,
Ως εις τροφήν λέαινα πεινώσα σφόδρα.
Eις την Λιβύην.
Kομμωτικόν τι βάμμα νύμφη Kυρίου,
Bάπτη Λιβύη δούσα την δέριν ξίφει.
Eις την Eυτροπίαν.
O κόσμον αυχών νοσσιάς συσχείν δίκην,
Yπ’ Eυτροπίας παίζεται τετμημένης.
Πόλος δε τούτω πνεύματος κατοικία.
Aνακτόροις νυν εγχορεύει τοις άνω.
Ὁ Ὅσιος Δομέτιος, φίλος καὶ συνασκητὴς τοῦ Ὁσίου Διονυσίου, τοῦ κτίτορος τῆς ἱερᾶς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἐκατοικοῦσε στὰ Βουλευτήρια. Εἶδε καὶ αὐτὸς τὸ θεῖο ὅραμα, ἀπὸ τὸν Ἀντιάθωνα ποὺ κατόπιν ἀσκήτευε, νὰ εἶναι λαμπάδα ἀναμμένη ἐπάνω στὸ βράχο, ὅπου σήμερα ἡ μονὴ Διονυσίου.
Πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του, ὁ Ὅσιος Διονύσιος παρέδωσε τὴν ποίμνη του στὸν εὐλογημένο Δομέτιο. Διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς ἀπὸ τὸ 1390 μέχρι τὸ 1405 καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ μεγάλη ἡλικία, ἀφοῦ ὡς ἡγούμενος ἐστάθηκε πατέρας καὶ ὑπόδειγμα καὶ ἄριστος ὁδηγὸς τῶν μοναχῶν.
Ο Άγιος Θεοδόσιος μαρτύρησε το 1419 μ.Χ. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του Αγίου.
Πάτερ μεθόδοις ἀσκήσεως τελείας.
Μεθόδιος εἰκάδι πέμπτῃ ἔβην εἰς Θεοῦ ἄστυ.
Εκεί λοιπόν στα ψηλά βουνά της Νιβρύτου, που απλώνονται διαδοχικά προς τις νοτιοανατολικές πλαγιές του Ψηλορείτη, στο κατάλληλο αυτό φυσικό τοπίο, βίωσε και ασκήτεψε ο γνήσιος του Θεού ασκητής. Τολμηρό είναι να αναφέρουμε ότι ο Άγιος Μεθόδιος είχε συναντηθεί με τον Όσιο Νικόλαο του Κουρταλιώτη (βλέπε 1 Σεπτεμβρίου) ο οποίος ασκήτευε κι αυτός σε γειτονική περιοχή. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πως υποστηρίζεται από κάποιους ότι ο Όσιος Νικόλαος ασκήτευσε σε μια σπηλιά γειτνιάζουσα στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου κοντά στο χωριό Ζαρός. Εκεί σώζεται ακόμα και σήμερα Ναός επ’ ονόματι του Οσίου Μεθοδίου της Νιβρύτου. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι κάποιοι συγχέουν τους δυο Αγίου και τους εμφανίζουν ένα και το αυτό πρόσωπο. Για όλα αυτά βεβαίως χρειάζεται πολλή έρευνα από τους ειδικούς επιστήμονες. Πλήρης ημερών εξεδήμησες προς Κύριον όπως ποθούσε από παιδί. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Ιουνίου, στο χωριό Νίβρυτο. Το λείψανό του φυλάσσεται στη Μονή Επανωσήφη (ή Απανωσήφη).
Άγνωστος είναι ο υμνογράφος της ασματικής του Ακολουθίας. Από την προβληματική φιλολογική μέριμνά της εικάζομε ότι πρόκειται για ευσεβή ασκητή ολιγογράμματο. Η Αγιότητα του φεγγίζει στα βουνά της Νιβρύτου και ο οσιακός βίος του διαγράφεται ανάγλυφος μέσα από τα δάση και τα δένδρα, τα νερά και τα ποτάμια, τη σπηλιά και την ησυχία, την ερημιά και τη γοητεία της φυσικής καλλονής του τόπου αυτού. Ο Όσιος Μεθόδιος δόξασε το Θεό και μεγάλυνε το όνομά Του.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐκ Νηβρύτου ὡς ἄστρον, πολιτείας τῆς κρείτονος, δι’ ἀσκητικῆς συντονίας, μυστικῶς ἐξανέτειλας, φαιδρύνων τᾶς χορείας τῶν Κρητῶν, αὐγαίς θεουργικῶν σού ἀρετῶν, καί θαυμάτων ἀγλαϊαις, ἠγιασμένε Μεθόδιε. Δόξα τῷ σέ ἰσχύσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι διά σου, χάριν ἀέναον.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ α. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν Ὁσίων τοὺς τρόπους, ἐκμιμησάμενος, ἐν τῇ Νηβρύτῳ μετῆλθες, ἀσκητικὴν βιοτήν, καὶ μετέστης πρὸς σκηνὴν ἀχειροποίητον, ἔνθα Χριστοῦ ἀξιωθείς, τῆς παραστάδος εὐκλεῶς, Μεθόδιε θεομάκαρ, ἐκ τῶν λειψάνων σου βλύζεις, ἡμῖν ἀπαύστως χάριν ἄφθονον.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ α. Μιμητὴς ὑπάρχων.
Τὰ τῆς γῆς ἡδέα ἀπαρνησάμενος, τοῦ Κυρίου ὀπίσω κατηκολούθησας, καὶ ἀσκήσας ἐν κόσμῳ καθάπερ ἄσαρκος, τοῖς χοροῖς τῶν Ἀγγέλων συνήφθης Ὅσιε, ἐνεργῶν ξενοτρόπως, ἡμῖν νῦν ἐν θαύμασι· διὸ πάντες Μεθόδιε, ὕμνοις σε γεραίρομεν.
Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ δ. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ναὸς ἐγένου καθαρὸς τοῦ Θείου Πνεύματος τῶν ἐν ἀσκήσει ἀρετῶν τοῖς προτερήμασι, ὡς ἐπόθεις τὴν ψυχήν σου κατακοσμήσας. Ὅθεν τύπος μοναζόντων ἀναδέδειξαι, καὶ πρὸς Κύριον μεσίτης ἀκαταίσχυντος, τῶν βοώντων σοι· χαίροις πάτερ Μεθόδιε.
Κάθισμα
Ἦχος πλ α. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν παθῶν κατασβέσας, τὰ ὑπεκαύματα, ἐγκρατείας τῇ δρόσω, τὴν φωτοφόρον στολήν, τῆς θεώσεως ἐνδέδυσαι Μεθόδιε, καὶ προσεχώρησας φαιδρῶς, εἰς τοὺς θαλάμους τῆς ζωῆς, ἔνθα Κυρίῳ παρέστης, ὑπὲρ ἡμῶν ἱκετεύων, τῶν πεποιθόντων τῇ πρεσβείᾳ σου.
Ὁ Οἶκος
Ἐγκρατείας τοῖς ὅπλοις, κατ’ ἐχθρῶν θριαμβεύσας, θεόθεν ἀμοιβὰς ἐκομίσω, καὶ τῶν θαυμάτων τὴν ἰσχύν, δι’ ἧς ἀεὶ ἐνεργεῖς τὰ παράδοξα, πρὸς σωτηρίαν Ὅσιε, τῶν πόθῳ σοι βοώντων ταῦτα·
Χαῖρε γηΐνων ὁ ὑπερόπτης·
χαῖρε Ὁσίων ὁ συμπολίτης.
Χαῖρε ὁ βιώσας ἐν κόσμῳ ὡς ἄσαρκος·
χαῖρε ὁ ἀσχύνας ἐχθρὸν παναλάστορα.
Χαῖρε ἄμπελος πολύφορος βιοτῆς ἀσκητικῆς·
χαῖρε δένδρον ὡραιόκλαδον γεωργίας μυστικῆς.
Χαῖρε ὅτι Ἀγγέλων τὴν ζωὴν ἐμιμήσω·
χαῖρε ὅτι τὰ κάλλη τῆς Ἐδὲμ ἐθεάσω.
Χαῖρε τῆς Κρήτης βλάστημα ἔνθεον·
χαῖρε Νηβρύτου καύχημα τίμιον.
Χαῖρε λαμπὰς μοναζόντων φωσφόρος·
χαῖρε φωστὴρ εὐσεβῶν φωτοβόλος.
Χαίροις πάτερ Μεθόδιε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῆς Νηβρύτου κλέος σεπτόν, Μεθόδιε πάτερ, καὶ τῆς Κρήτης αὖχος λαμπρόν· χαίροις ὁ ἀσκήσας, ὡς ἄσαρκος ἐν κόσμῳ, καὶ μετ’ Ἀγγέλων ἔχων, νῦν τὸ πολίτευμα.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Βίον τῶν Ὁσίων πολιτευθείς, λιπῶν ὡς ἐχέφρων, ἀπολαύσεις τάς κοσμικάς, χαίρων ἐν ὑψίστοις, Μεθόδιε εὐφραίνῃ ἡμῖν ἀναπηγάζων, χάριν ἀείζωον.
Νέοι ἀθληταί, ὤλεσαν τήν γραῦν ῎Αγαρ.
Καί νῦν σύνεισι τοῖς ἀθληταῖς τοῖς πάλαι.
Βῆ δέ Πόλον πληθύς, νεάθλων ἄστυ θεοῖο.
Την
β΄ Κυριακή μετά των Αγίων Πάντων, δηλαδή η γ΄ Ματθαίου, τιμούμε τους
Άγιους Νεομάρτυρες που μαρτύρησαν μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως
το 1453 μ.Χ.
Η Σύναξη των Αγίων Νεομαρτύρων είναι μη θεσπισθείσα αλλά κατ’ έθος τελούμενη.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νέοι
Μάρτυρες, παλαιάν πλάνην, καταστρέψαντες, ὕψωσαν πίστιν, τῶν
᾽Ορθοδόξων, καί στερρῶς ἠγωνίσθησαν τήν γάρ ἀνόμων θρησκείαν ἐλέγξαντες,
ἐν παρρησίᾳ Χριστόν ἀνεκήρυξαν, Θεόν τέλειον. Καί νῦν ἀπαύστως
πρεσβεύουσι, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἀγάλλου
μυστικῶς, ἡ Χριστοῦ ᾽Εκκλησία, ὁρῶσα σούς υἱούς, Νεομάρτυρας κύκλῳ,
τραπέζης σου καί βήματος, ἱσταμένους ἐν κόνεσιν, ὡς νεόφυτα, τῶν ἐλαιῶν
καί τῷ Κτίστῃ ἀνακραύγαζε· σύ τῶν Μαρτύρων ὑπάρχεις, Χριστέ τό στερέωμα.
Ὁ Οἶκος
Ἀεί
μέν, καί ἐν πᾶσιν ὀφείλομεν, ἀδελφοί, ἐξυμνεῖν καί θαυμάζειν τῆς περί
ἡμᾶς τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ προνοίας τά ἀνεξιχνίαστα κρίματα, οὐχ ἦττον
δέ, καί ἐπί τῇ πολυχρονίῳ ταύτῃ τοῦ ἡμετέρου γένους τυραννικῇ
αἰχμαλωσίᾳ· αὕτη καί γάρ, πλείστων τε ἄλλων κατά ψυχήν ἀγαθῶν ἡμῖν τοῖς
τυραννουμένοις παραίτιος γέγονε, καί ἐξαιρέτως, δι' αὐτῆς καί ἐξ αὐτῆς ὁ
εὐκλεής οὗτος, καί Χριστῷ πεφιλημένος, καί τῆς οὐρανίου ἀποθήκης ἄξιος
καρπός ἀνεβλάστησεν, οἱ Νεοφανεῖς, λέγω, μάρτυρες· οἱ νῦν εἰς εὐφημίαν
προκείμενοι· οὗτοι γάρ, οἱ καρτερόψυχοι, τῇ τοῦ Χριστοῦ δυνάμει
θωρακισθέντες, πάντα τά τοῦ βίου τερπνά, ὡς σκύβαλα ἐλογίσαντο· καί
σαρκός μηδόλως φεισάμενοι, εἰς τό στάδιον τῆς ἀθλήσεως ἀπεδύσαντο, τήν
μέν τῶν ᾽Αγαρηνῶν ἀσέβειαν θριαμβεύσαντες, τήν δέ τοῦ Χριστοῦ πίστιν, ἐν
παρρησίᾳ ἀνακηρύξαντες· ὑπέρ ἧς, καί πολυειδέσι βασάνοις ἀνδρείως,
μέχρι τέλους ἐνεκαρτέρησαν, καί τόν τοῦ μαρτυρίου ἀνεδήσαντο στέφανον,
πρός τόν στεφανίτην ἀναβοῶντες, σύ τῶν μαρτύρων ὑπάρχεις, Χριστέ, τό
στερέωμα.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῶν
λειψάνων αἱ θεῖαι ὑμῶν σοροί, ἰατρεῖα ὑπάρχουσι θαυμαστά· ἀπόδειξις
ἔμψυχος, τῆς ὀρθῆς ἡμῶν πίστεως· καί θησαυροί παντοίων, θαυμάτων
κοσμόπλουτοι· κροκοβαφῆ καί ἄσηπτα, πυξία τοῦ πνεύματος· τῶν ἐπουρανίων,
ἀρωμάτων φιάλαι, νικῶσαι κιννάμωμον, μύρον νάρδον καί κάλαμον, καί τῆς
γῆς τά ἀρώματα· πρεσβεύσατε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν
δωρήσασθαι, ἡμῖν τοῖς πόθῳ τιμῶσιν, ὑμᾶς Νεομάρτυρες.
Σύναξη της Παναγίας Μεγαλομάτας στην Σκιάθο
Ο Ναός της Παναγίας, κτίσμα μεταξύ του 16ου και 17ου αιώνα μ.Χ., από τον
οποίο έχει διασωθεί η εφέστιος εικόνα της Παναγίας της Μεγαλομάτας, την
οποία και περιγράφει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημά του «Τα
Κρούσματα», εόρταζε το Σάββατο του Ακαθίστου.
Είχε όμως την τύχη
και των άλλων σαράντα παρεκκλησίων του Κάστρου. Μετά την εγκατάλειψη του
Φρουρίου το 1830 μ.Χ. και την επιστροφή των Σκιαθιτών στο χώρο της
πάλαι ποτέ βυζαντινής πολίχνης, όπου έχτισαν την σημερινή πόλη της
Σκιάθου, ο ναΐσκος ερειπώθηκε και κατέρρευσε. Εξαίρεση βέβαια αποτελούν
οι τέσσερεις ενοριακοί Ναοί που διατηρήθηκαν έως των ημερών μας.
Μόλις
τον χειμώνα του 2010 μ.Χ. ο Ναός αποκαθάρθηκε από τις προσχώσεις. Κατά
τις εργασίες αποκαλύφθηκε το σωζόμενο δάπεδο του ναΐσκου, η είσοδος, η
διαγράμμιση του αγίου βήματος καθώς και ίχνη τοιχογραφίας και
κονιάματος. Στο σημείο της εισόδου ο Ναΐσκος συγκοινωνούσε με άλλο
ορθογώνιο δώμα που πιθανώς χρησιμοποιούνταν ως πρόναος, το οποίο
γειτνίαζε με τα λουτρά. Εντοπίστηκαν ακόμη κάποια μικροαντικείμενα όπως
και ένα μικρό κανόνι σε άριστη κατάσταση.
Μετά την αποκάλυψη των
ερειπίων του Ναού πλήθος σκιαθιτών επισκέφτηκε το Κάστρο, και όλων η
γνώμη συνηγορούσε στο να καθιερωθεί και εδώ υπαίθρια Αγρυπνια, όπως
καθιερώθηκε λίγα χρόνια πιο μπροστά και στον άλλο ερειπωμένο Ναό του
Κάστρου, τον αφιερωμένο στην Κοίμηση, την Παναγία την Πρέκλα, που είχε
την τύχει να αποκαλυφθούν και εκείνου τα ερείπια.
Έτσι
καθιερώθηκε να τελείται η εξοχική αυτή Αγρυπνία την τελευταία Κυριακή
του Ιουνίου, ώστε να είναι αφορμή να επισκεφθεί κανείς το Κάστρο, τον
Ιούνιο, που από Απρίλιο έως Αύγουστο έχει κάθε μήνα ένα τουλάχιστον
πανηγύρι στις Εκκλησίες του.
Η Αγρυπνία αρχίζει με την Ακολουθία
του Όρθρου του Ακαθίστου, που τελείται κατά παράβαση της Τάξεως,
ιδιαιτέρως την ημέρα αυτή, καθώς ο Ναός της Παναγίας ετιμάτο στην εορτή
του Ακαθίστου, και ακολούθως λαμβάνει χώρα η Θεία Λειτουργία.
Η πρώτη Αγρυπνία έγινε το 2011 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ᾿. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς δῶρον ἀτίμητον ἐν τῇ σῇ νήσῳ σεπτόν, Εἰκὼν ἡ περίπυστος πηγὴ
θαυματων πολλῶν, ἐν Σκιάθῳ ἀνεύρηται. Ἣν ὡς Μεγαλομάταν, μετ᾿ εὐχῶν
θερμοτάτων, πίστει τε καὶ ἐλπίδι, εὐσεβῶς μελωδοῦμεν, τὴν ὄντως Θεοτόκον
καὶ ἀειπάρθενον.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Γαλλικανὸς ἐγεννήθηκε περὶ τὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ., ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τοῦ ὁποίου ἦταν φίλος. Ἀφοῦ προσῆλθε στὸ Χριστιανισμό, τὸν ὁποῖο ἐδιδάχθηκε ἀπὸ τοὺς Μάρτυρες Ἰωάννη καὶ Παῦλο († 26 Ἰουνίου) παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ δημόσιο ἀξίωμά του καὶ ἀποσύρθηκε στὴν Ὠστία, ὅπου ἀφιέρωσε τὸ βίο του δεχόμενος καὶ περιθάλπων ἀσθενεῖς καὶ πρωχοὺς ὁδοιπόρους. Καταδιώχθηκε ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) καὶ κατέφυγε στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ἐκεῖ συνελήφθη καὶ ἐτελειώθηκε μαρτυρικὰ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ, τὸ 362 μ.Χ., ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ Ραυκίωνος.
Ὁ Ἅγιος Πρόσπερος ἐξ Ἀκουϊτανίας τῆς Γαλλίας
Ὁ Ἅγιος Πρόσπερος ἐγεννήθηκε στὴ Γαλλία, τὸ 390 μ.Χ. Ἐγκαταστάθηκε στὴ Μασσαλία καὶ ἀφιέρωσε τὸ βίο του στὴ θεία μελέτη καὶ τὴ θεολογικὴ συγγραφὴ ἀναδειχθὴς σφοδρὸς πολέμιος τοῦ Πελαγιανισμοῦ. Εἶχε συνδεθεῖ μετὰ τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου καί, κατὰ μία παράδοση, λέγεται ὅτι διετέλεσε γραμματεὺς τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης Λέοντος τοῦ Α’ (440 – 461 μ.Χ.). Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὴ Ρώμη, τὸ 463 μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Ἀδελβέρτος ἐγεννήθηκε στὴν πόλη Νορθούμπερλαντ τῆς Ἀγγλίας. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ μοναχικὸ βίο ἀκολούθησε τὸν Ὅσιο Ἔγκμπερτ († 24 Ἀπριλίου) στὴν Ἰρλανδία. Ἔγινε μοναχὸς πιθανῶς στὸ ἀββαεῖο τοῦ Μέλιφορντ καί, τὸ 690 μ.Χ., ἐχειροτονήθηκε διάκονος. Στὴ συνέχεια ἔγινε ὑποτακτικὸς τοῦ Ἁγίου Οὐϊλλιβρόρδου († 7 Νοεμβρίου) καὶ ἐργάσθηκε ἱεραποστολικὰ μαζί του. Θεωρεῖται ὅτι ἐκήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν περιοχὴ τῆς Οὐτρέχτης ὡς ἀρχιδιάκονος καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, τὸ 710 μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Δαβίδ, κατὰ κόσμον Πέτρος, ἦταν ὁ δευτερότοκος υἱὸς τοῦ Γιούρι Βλαντιμίροβιτς, ἡγεμόνος τοῦ Μούρωμ, καὶ διαδέχθηκε στὸ θρόνο τὸν πατέρα του, τὸ 1203. Ὅμως ὁ πρίγκιπας Πέτρος ἀρρώστησε ἀπὸ τὴ φοβερὴ νόσο τῆς λέπρας καὶ ἐθεραπεύθηκε μετὰ ἀπὸ ὄραμα ἀπὸ τὴ Φεβρωνία, θυγατέρα ἑνὸς ἁπλοϊκοῦ μελισσοκόμου ποὺ ἐζοῦσε στὸ χωριὸ Λάσκοβα τοῦ Ριαζάν, τὴν ὁποία καὶ ἐνυμφεύθηκε. Οἱ ὑπεροπτικοὶ Βογιάροι δὲν ἄντεχαν νὰ βλέπουν ὅτι ἡ πριγκίπισσά τους δὲν εἶναι ἀριστοκρατικῆς καταγωγῆς καὶ ἐπίεζαν τὸν ἡγεμόνα Πέτρο νὰ τὴν ἀφήσει, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἡγεμόνες τους ἦσαν ἄνθρωποι εὐσεβεῖς καὶ φιλάνθρωποι. Ὁ Πέτρος ἀρνήθηκε καὶ ἔτσι τὸ ἱερὸ ζεῦγος ἔφυγε ἀπὸ τὸ Μούρωμ προσευχόμενο γιὰ τὴ δοκιμασία αὐτή. Σύντομα ὅμως οἱ κάτοικοι ἱκέτευαν γιὰ τὴν ἐπιστροφή τους, ὅταν μετὰ ποικίλες δοκιμασίες, κατάλαβαν ὅτι ἀντιβαίνουν στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ αὐτὲς τὶς σκέψεις τους.
Καὶ οἱ δύο ἐκοιμήθησαν μὲ εἰρήνη τὴν ἴδια ἡμέρα, τὸ 1228, ἀφοῦ πρῶτα ἔλαβαν τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ τὰ ὀνόματα Δαβὶδ καὶ Εὐφροσύνη.
Περὶ τὸ 1324 ἐκλέγεται Μητροπολίτης Φιλαδελφείας καὶ ποιμένει θεοφιλῶς τὸ θεόλεκτο ποίμνιό του ἐπὶ 40 χρόνια. Τὰ κείμενα καὶ οἱ ὁμιλίες του,ποὺ διασώζονται, τὸ μαρτυροῦν περίτρανα. Θεωρεῖται πρόδρομος τῆς θεολογικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ 14ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ διακρίνεται γιὰ τὴν ἄσκηση, τὴ νήψη καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος πνευματικὸς διδάσκαλος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Ὁ Ἅγιος Θεόληπτος, θεόσοφος καὶ ὑψίνους ἐκκλησιαστικὸς ποιμένας, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ σκηνὲς μεγάλης συγκινήσεως ἐκτυλίχθηκαν κατὰ τὴν ἐκδημία του. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴ μνήμη του τὴ Β’ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου.
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Νίκων, κατὰ κόσμον Νικόλαος, ἐγεννήθηκε στὶς 26 Σεπτεμβρίου 1888 στὴ Μόσχα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους, τὸν Μητροφάνη καὶ τὴ Βέρα Μπελϋάεφ. Ἡ οἰκογένεια, μετὰ τὴν εὐλογημένη ἐπίσκεψη στὴν οἰκία τους τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης, ἔφερε τὸν Νικόλαο στὴ Σκήτη τῆς Ὄπτινα. Ἐδῶ ὁ Νικόλαος, στὶς 24 Μαΐου 1915, ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Νίκων καὶ ἄρχισε τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄνοδο. Ἡ χειροτονία του εἰς διάκονον ἔγινε στὶς 30 Ἀπριλίου 1916 καὶ ἡ εἰς πρεσβύτερον στὶς 3 Νοεμβρίου 1917.
Τὰ χρόνια ὅμως ἦταν δύσκολα. Τὸ νέο καθεστὼς προέβαινε σὲ συλλήψεις καὶ φυλακίσεις Χριστιανῶν. Ἔτσι ἡ πρώτη σύλληψη τοῦ Νίκωνος γίνεται τὸ 1919. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ὄπτινα. Ἀλλὰ οἱ ἀρχὲς ἔκλεισαν τὴ μονὴ καὶ τὸν ἀγροτικὸ συνεταιρισμὸ αὐτῆς καὶ τὴν μετέτρεψαν σὲ μουσεῖο.
Μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες ὁ Νίκων συλλαμβάνεται καὶ φυλακίζεται στὸ στρατόπεδο Κεμπερμπούνκτ. Ἐδῶ παρέδωσε, ἀσθενής, μετὰ ἀπὸ κακουχίες, τὸ πνεῦμά του στὸν Κύριό του, τὸ 1931, ἀφοῦ μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.