Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2024

Ἰωάννης Πελίτης: ΑΧΡΟΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ἁπτῆς αἰωνιότητας (Μέρος 3ον)



Ἀφιερωμένο

Στήν ἀεί  Παρούσα  Δέσποινα στό Περιβόλι τ᾿ οὐρανοῦ, στοιχείωση εὐχαριστίας.

Γράφει ὁ Ἰωάννης Πελίτης Θεολόγος

Τὰ προηγούμενα μέρη

Α' ΕΔΩ  Β' ΕΔΩ

Τήν ἄλλη μέρα ξεκινήσαμε γιά τά Καρούλια. Προσκυνήσαμε στή Ρουμάνικη σκήτη τοῦ Ἀγίου Προδρόμου, ὅπου μᾶς δέχτηκε ὁ μοναχός «δύο καί δέκα», ὅπως μᾶς συστήθηκε ἕνας πανύψηλος Ρουμᾶνος ἀστειευόμενος. Κατεβαίνοντας στήν Κερασιά, σέ μιάν ἀπότομη πλαγιά, ὁ παπα-Βαγγέλης ἔπεσε καί, καθισμένος στά χαλίκια πού γλιστροῦσαν, κατηφόριζε καί ξεκαρδίζονταν στά γέλια, ἐνῶ μποροῦσε νά εἶχε χτυπηθεῖ. Παρά τήν ἡλικία, τά προβλήματα του καί τήν κούραση, δέν ἔχανε τήν εὐθυμία πού τόν διέκρινε μαζί μέ ἕναν τόνο σαλότητας καί ἀστείου αὐτοσαρκασμοῦ.

Πλησιάζαμε στό κελλί τοῦ παπα-Στέφανου Μίλκοβιτς, Σέρβου, γιά τόν ὁποῖο λέγονταν ὅτι τόν εἶχαν δεῖ ντυμένον μέ πουλιά, τόσο, πού δέν φαίνονταν ὁ ἴδιος. Ἀργότερα ἔγινε γνωστός ὡς ὁ ἀετός τῶν Καρουλιῶν.

Λέγοντας συχνά ἀπ’ τήν ἔδρα ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἐλεύθερος γιά νά μπορεῖ νά ἀγαπάει -γιά τήν ἀγάπη ἡ ἐλευθερία- δέν εἶχα ὡς τότε εἰκόνα κανενός πού νά σαρκώνει ζωντανά αὐτή τήν ἀλήθεια, καί ἦταν ὑπαρξιακή ἀνάγκη ἡ ἀναζήτηση κάποιου πού, ἐλεύθερος καί ἀπ’ τήν ἐλευθερία του, τήν θυσιάζει στήν ἀγάπη, ἀποδεικνύοντάς τη ἀληθινή. Μόνο ἡ ἀγάπη ἀτόφιο φῶς καί ἀνεκλάλητη ἡ γλυκύτητά της -πού οὔτε  ἄρχισε, οὔτε χορταίνεται, οὔτε θα τελειώσει- στά βαθιά τοῦ στήθους ὅποιου τή διψάει. Πῶς ἐκ τοῦ μή ὄντος αὐτοσυνειδησία, πού γαλήνια μηδενίζοντας τήν ἄκρα ἀνέχεια, ὑψώνει ἀπόκριση στόν Αἴτιο τοῦ παντός, ἁρμονική στό θέλημά Του, ξέσπασμα χαρᾶς, λιακάδα μέσα στή λιακάδα σέ διαυγῆ οὐρανό σάν παιδικῆς καρδιᾶς πού κἄν δέν ἄγγιξε τό ἄγχος τῆς φθορᾶς, κατακλυσμός, ἡ ἀνάσταση, φωτός πού ἐξαϋλώνει βράχους, ἀναδύοντας μορφή τόν ἄνθρωπο, σέ ζωή καί θέα πέρα ἀπ’ τήν ὀδύνη καί τήν ἀγνωσία καί τήν ταραχή, σέ ἀγκάλιασμα μέ κάθε βλέμμα δίχως δόλο, βουλιμία καί φόβο. Ἐκεῖ καλεῖ τά βήματά μας ὁ ζητούμενος σέ συνάντηση προσωπική. Ἐκεῖ ὁ Χριστός δεδιωγμένος εἰρηνεύει τούς πεινῶντες δικαιοσύνη πού ἀποδίδει σῶμα καί ψυχή στόν Κτίστη. Ὅπου ξεχύνεται ἡ λαχτάρα γιά ἡδονή ἀπερινόητη, χάρισμα στήν μέσα ἀναπνοή. Ἐκεῖ  ἡ δροσιά τοῦ ἀνθρώπου μές στήν κάψα τοῦ ἥλου καί τήν ἐρημιά πού ὁλοένα μεγαλώνει ἀπ’ τήν ἔκλειψη τοῦ ἀνθρώπου. Σάν  ἀκαριαῖα, καί μόνο στήν ἐμφάνισή του, ἡ φανέρωση πῶς ἀνατρέπονται οἱ νόμοι τοῦ θανάτου, στά ἐνδόμυχα καί βασιλεύει στούς αἰῶνες, χαρμονή πού δέν νυχτώνεται.

Ἔκρηξη ἀνθρώπου διαρκής, ἀπό χαρά πού ἀναβλύζει ἀβίαστα καί δέν χωράει πουθενά, ὅταν μᾶς εἶδε ἀπό μακριά καί σάν ποτάμι πού τινάχθηκε ἀπό ἡφαίστειο ἡ λαχτάρα του, λές καί μᾶς ἤξερε καί μᾶς περίμενε ἀπό χρόνια. Ξεχείλιζε ἀνάσταση, τόσο ζωντανός, ξανθός, μεγάλα μάτια, μέ ὄψη καί ζωντάνια ἐφήβου, πού δυσκολευόσουν νά πιστέψεις ἕναν μοναχό πού ἔλεγε ὅτι ἀπ’ τή θάλασσα ὡς τό κελλί του, σέ ἀπότομη ἀνηφόρα, ἀνέβαινε σχεδόν τρέχοντας μέ ἕνα πενηντάκιλο τσιμέντο σέ κάθε του μασχάλη, ἄν καί ἐξηντάχρονος. Ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη, ἀγάπη ὁλόκληρος, μᾶς δέχτηκε σάν φίλους καρδιακούς, σάν σέ Λαμπρή πού ἔντυνε τήν ἐρημιά εὐφροσύνη σάν νοητή πλημμύρα πού ἀναρωτιόσουν ποιά ἡ πηγή της, σ’  ἕναν ἄνθρωπο πού ζεῖ μονάχα μέ νερό καί παξιμάδι μέσα σέ ὀχιές, σέ κατακόρυφο στή θάλασσα γκρεμό, μ’ ἕνα τριμμένο ράσο, μέ ἐπισκέπτες ἄσημους καί διάσημους, πανεπιστημιακούς, ἐμπόρους, ἐφοπλιστές, ξένους καί Ἕλληνες, μέ τούς νοητούς ἐχθρούς νά τόν παιδεύουν νύχτα - μέρα.

Καταγόταν ἀπό οἰκογένεια πού τήν συνέδεε φιλία μέ τήν βασιλική οἰκογένεια τῆς Σερβίας, σπούδασε οἰκονομικά καί ἔφυγε ἀπ’ τήν Σερβία ὅταν ἐπικράτησε ὁ κομμουνισμός γιά νά μή τόν σκοτώσουν οἱ κομμουνιστές. Ὅσοι σκοτώθηκαν ἀπό κομμουνιστές, ἔλεγε κάποτε, «γραμμή γιά τόν Παράδεισο». Μοναχός στό Χιλανδάρι, στά Καρούλια ἀσκητής. Θυμόταν ἀπό προηγούμενη ἐπίσκεψή του τόν παπα-Χρυσόστομο. Ὅταν καθήσαμε μᾶς εἶπε μέ σπαστά Ἑλληνικά ὅτι τά ὀπωροφόρα πρέπει νά ἀπέχουν τό ἐλάχιστο τρία μέτρα μεταξύ τους καί ἔδειξε δυό μικρὲς ροδακινιές  πού ἄν καί ἀπεῖχαν μισό μέτρο ἡ μία ἀπ’ τήν ἄλλη ἦταν φορτωμένες. Στό ἐλάχιστο χῶμα πού εἶχε ἔξω ἀπ’ τό κελλί του, ἔδειξε δυό καρπούζια πού τά σκέπαζε μέ φύλλα ἡ καρπουζιά, πού ἔκρυβε τόν καρπό «ἀπό ταπείνωση» ὅπως εἶπε.

Καί μόνο ἡ συνάντηση ἀπό μακριά ἀρκοῦσε νά βεβαιωθεῖς ὅτι ἡ ζωή του δέν ὑπόκειται στή νομοτέλεια τῶν παθῶν πού μηχανοποιοῦν τήν λειτουργία τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ ἡ Χάρη ὡς συνεργός τοῦ ἐνέπνεε ἅγια αἰσθήματα, σκέψεις καί ἐπιθυμίες, πού δέν σκιάζει χρόνος ἤ ἀνάγκη. Μέθεξη σέ ἄκτιστη ἀγάπη, ἀπ’ τήν ὁποία ἐκπορεύονταν ζωντάνια ἐνεργητική καί δοτική, χωρίς ἴχνος ἰδιοτέλειας.

Στίς ἐπισκέψεις πού ἀκολούθησαν καί συμμετεῖχαν ὁ Ἄγγελος πρώην ἀστυνομικός, καί ὁ μακαρίτης Γιῶργος, μαρμαρᾶς, ζήσαμε κι’ ἄλλες θαυμαστές στιγμές, πού ἐκθέτω σύντομα ὅπως τίς θυμᾶμαι, δίχως ἴσως χρονική σειρά.

Σέ μιά ἀπ’ αὐτές (1977), ἀναφερόμενος στήν θεωρία ὅτι τό σύμπαν προῆλθε ἀπό ἔκρηξη μιᾶς πυρακτωμένης σφαίρας μέ κίνηση περιστροφική (ἀπό ποῦ ἡ πυράκτωση καί ἡ κίνηση;), εἶπε ὅτι, ἄν ἴσχυε αὐτό, κάθε κομμάτι ἀποσπασμένο ἀπ’ τήν ἀρχική σφαῖρα, θά ἦταν κέντρο γιά ἄλλους ἀποσπώμενους πλανῆτες σέ τροχιά γύρω ἀπ’ τό κέντρο τους. Τότε θά ἔπρεπε κάθε πλανητικό σύστημα νά ἔχει διάταξη προοδευτική, ἡ θέση δηλαδή κάθε πλανήτη νά εἶναι ἀνάλογη τῆς μάζας  του, ἀφοῦ ἡ ταχύτητα κοινή γιά ὅλους, ἀπ’ τήν ἀρχική τους σφαῖρα (ἡ θέση καθενός ἀνάλογη τῆς μάζας ἐπί τήν ταχύτητα,  m.γ). Στό ἡλιακό μας σύστημα, ὅπως καί σέ ὁποιοδήποτε ἄλλο, κάθε πλανήτης, θά ἔπρεπε νά ἀπέχει ἀπ’ τόν ἥλιο ἀνάλογα μέ τήν μάζα του. Τέτοια διάταξη ὅμως δέν ὑπάρχει, ἄρα δέν ἰσχύει ἡ θεωρία τῆς ἔκρηξης ὡς ἐξήγηση γιά τόν τρόπο δημιουργίας τοῦ σύμπαντος.

Σέ ἄλλη συζήτηση εἶπε πώς ὑπάρχει τέτοια ἐνέργεια στή φύση, πού ἀρκεῖ γιά νά κινήσει ἕνα πλοῖο μέχρι τήν Ἀμερική χωρίς καθόλου καύσιμα. Προσπαθοῦσε νά τό περιγράψει μέ σπασμένα Ἑλληνικά, ἀναφέροντας τή λέξη «ινέρτσια» - ἕλξη πλανητῶν; γήινο μαγνητισμό; ἄλλη ἐνέργεια; Δέν ξεκαθαρίστηκε. Ἐπειδή οἱ μασόνοι, ἔλεγε, θέλουν νά μᾶς δέσουν μέ τήν πείνα, ὅπως μέ ἁλυσίδες τίς στοές, ἤθελε νά κερδίσει χρήματα ἀπ’ τήν ἀνακάλυψη αὐτή γιά νά βοηθήσει Χριστιανούς σέ ἐπερχόμενους διωγμούς.

Ἡ ἐξήγησή του γιά τό πῶς ἀνέβασαν τεράστιους ὀγκόλιθους στίς πυραμίδες, ἦταν ὅτι πρέπει νά τούς ἔσυραν πάνω σέ ράμπες. Ἀναρωτιόταν πῶς οἱ Αἰγύπτιοι φύλαξαν σιτάρι γιά ἑφτά χρόνια, γιά νά μήν ἀναγκαστοῦν οἱ Χριστιανοί νά σφραγιστοῦν ἐξαιτίας τῆς πείνας τόν καιρό τοῦ ἀντιχρίστου, ἀφοῦ ἀπ’ τήν ἵδρυση τοῦ Ἰσραήλ τό 1948, ἡ ἱστορία πέρασε στό τελευταῖο της στάδιο ἄγνωστης διάρκειας, ὅπως «τό ἴδιο λέει καί ὁ Γέροντας Παΐσιος».

Σέ τέτοια ἔρημο, τό παξιμάδι καί τό ντοματόριζο, ἀλάδωτο, πιό νόστιμα ἀπό φασιανό. Κάτι ἀνάλογο καί τό βιβλίο τῆς Ὀρθόδοξης αὐτοκρατορίας στά Σερβικά, πού ἔδειχνε μέ φωτοστέφανο τους περισσότερους αὐτοκράτορες, κι’ ὅταν ἔφτανε στούς σύγχρονους ἡγέτες, ὁ παπα-Στέφανος παρατηροῦσε, «ὄχι ἅγιος».

Τήν  Μεγάλη Τετάρτη τοῦ ’78, τόν βρήκαμε μέ ἴχνη ἀπό  χτυπήματα στό πρόσωπο, καί εἶπε ὅτι δέχτηκε ἐπίθεση ἀπό δαίμονες πού, ἐπειδή τόν εἶδαν σάν ἑτοιμοθάνατο, τόν χτυποῦσαν γιά νά τόν ἐξοργίσουν καί νά πάρουν ἔτσι τήν ψυχή του. Τοῦ εἶχε συστήσει κάποιος σκόρδο γιά τήν ὅραση πού, ἐπειδή τόν βρῆκε νηστικό πάνω ἀπό σαράντα μέρες, τοῦ προξένησε τήν αἴσθηση ὅτι πεθαίνει. Κατάφερε νά κάνει ἁγιασμό, βγῆκαν οἱ δαίμονες ἀπ’ τό κελλί του, ἀλλά στήν αὐλή γινόταν πανδαιμόνιο. Τότε τοῦ θύμισε ὁ Ἄγγελός του πώς τοῦ εἶχε πεῖ νά βρεῖ Πνευματικό κοντά του, ἐπειδή ἐξομολογοῦνταν στήν Ἀγγλία, σέ Ρῶσο ἐπίσκοπο τῆς διασπορᾶς. Πνευματικό παιδί του ὁ Ἱερεμίας, πού ἐλευθερώθηκε ἀπ’ τήν κόλαση μέ σαρανταλείτουργο πού εἶχε τελέσει ὁ ἴδιος ὡς πνευματικός του (ἡ ἰσχυρότερη προσφορά σέ κεκοιμημένους), ἦταν δίπλα του καί τόν βοηθοῦσε. Τήν ἄλλη μέρα ἐξομολογήθηκε σέ γείτονα καί οἱ δαίμονες ἔπαψαν νά τόν ἐνοχλοῦν. Ἔτσι ἀνέλαβε καί, παρ’ ὅ,τι δέν ἔτρωγε τίποτα τή Σαρακοστή, μιλοῦσε ὄρθιος στόν ἥλιο γιά ὧρες, κουραστήκαμε ἐμεῖς καθιστοί, γιά τόσες ὧρες, καί συνέχιζε νά μᾶς περνάει ἀπ’ τήν κόλαση, δίχως ἴχνος φόβου, στή ζωή καί στόν Παράδεισο, μέ ἀσυνήθιστη ζωντάνια. Ὅταν ὁ Τίτο πῆρε ἄλλη γυναῖκα, εἶπε ὅτι ἄν καί εἶναι ἄθεος, ἡ πράξη του εἶναι μοιχεία, καί προεῖπε τόν θάνατό του, ὅπως καί τήν ἐκθρόνιση τοῦ Σάχη καί τήν ἄνοδο ἑνός «χότζα» (τοῦ Χομεϊνί) πού τότε δέν τόν ἤξερε κανένας οὔτε στό Παρίσι πού ὅπως μᾶς  εἶπε, ζοῦσε τότε.

Διηγήθηκε ἀκόμη ὅτι κάποιον Σέρβο τόν βασάνιζαν δαιμόνια στό σπίτι του καί ὅτι κάποια μέρα τά σακιά μέ τό ἀλεύρι πού ἦταν κλειδωμένα στό ὑπόγειο, βρέθηκαν, χωρίς ν’ ἀνοίξει ἡ πόρτα, στήν αὐλή του. Οἱ δαίμονες, μᾶς ἐξήγησε, ἔχουν τήν δυνατότητα νά μετατρέψουν σέ ἄϋλη κατάσταση τήν ὕλη γιά μιά στιγμή, κι’ ἔτσι νά βγάλουν ἕνα ὑλικό σῶμα μέσα ἀπό τοῖχο. Συνέστησε στόν Σέρβο πού τόν συμβουλεύτηκε, νά κάψει αὐτό τό σπίτι καί νά μείνει ἀλλοῦ.

Σέ ἄλλη συνάντηση, ἀφοῦ ἐξέφρασε τό παράπονο ὅτι (χωρίς νά τοῦ τό ἔχει πεῖ κανένας) πῆγα στήν Ἰβήρων καί δέν ἦρθα νά τόν δῶ, μοῦ ἀνέθεσε νά ἐπισκεφθῶ τήν οἰκογένεια ἑνός ἐμπόρου – Πολύγνωτο, Σμαρώ καί τά παιδιά τους – στήν ὁδό Κένεντυ, στήν παραλία τῆς Θεσσαλονίκης, γιά νά πῶ ὅτι ὁ παπα-Στέφανος ἧταν παρών στό χειρουργεῖο ὅταν ἐγχειρίστηκε ἡ σύζυγος. Ἡ ψυχή, πρόσθεσε, εἶναι δυνατό νά μεταβεῖ σέ ἄλλον χῶρο ἀπ’ αὐτόν πού εἶναι τό σῶμα, καί μπορεῖ ν’ ἀνοίξει μία πόρτα. Νά τούς μεταφέρω ὅτι ἔπρεπε νά γίνει αὐτή ἡ ἐγχείριση, ἀλλά κάποια ἄλλη πού σκεφτόταν νά τήν κάνει, νά τήν ἀποφύγει. Ὅτι ὁ γιός τους ἔπρεπε νά ξαναρχίσει τόν κανόνα μέ τό κομποσκοίνι γιά νά μή χάσει τήν ψυχή του ἀπ’ τήν ἀνυπακοή, ἐνῶ τό φῶς πού τοῦ ἐμφανίζονταν δέν εἶναι ἀπ’ τόν Θεό καί πρέπει νά τό ἀπορρίψει. Ὅταν μέ δέχτηκαν στό σπίτι τους καί τούς τά εἶπα, ἄκουγαν κατάπληκτοι, παρ’ ὅ,τι εἶχαν κι’ ἄλλα δείγματα ἀπ’ τά χαρίσματά του, ὅπως ὅποιος τόν πλησίαζε. 

Πρώτη φορά ἐπισκέφθηκε τό σπίτι μας τό φθινόπωρο τοῦ ’78, καί χαίρονταν πολύ μέ τά παιδιά, σάν ὥριμο παιδί καί ὁ ἴδιος, ὅπως θέλει τούς ἀνθρώπους ὁ Χριστός. Ἔλαμψε πνευματικό φῶς ἡ παρουσία του καί μᾶς εὐλόγησε. Σέ ἐρώτηση ἄν ἐπίκειται κι’ ἄλλος σεισμός, ἔδειξε νοτιοδυτικά, ἴσως αὐτόν πού ἔγινε ἀργότερα στόν Βόλο.

Συνεχίζεται
 
Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννου Πελίτη

«ΑΧΡΟΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ἁπτῆς αἰωνιότητας»