Ὑπὸ Ἰωσὴφ Μοναχοῦ Βιγλιώτου.
Τὸ κείμενο τῶν ἀπαντήσεων ξεπέρασε τὸ ἐπιστολικὸ ὅριο.
«Τὸ σύντομο ἀπαιτεῖ νὰ παραλειφθοῦν πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα, ἐνῷ τό νὰ θέλει ὁ λόγος νὰ εἶναι ὁλοκληρωμένος, σημαίνει ἡ γραφή μας νὰ φθάση σὲ μῆκος»2 λέγει ὁ Ἅγιος Φώτιος. Σὲ προϊδεάζω, π.Γιγάντιε, καταγράφοντας, ὑπὸ μορφὴν περιεχομένων, ποιά εἶναι τὰ θέματα ποὺ θὰ προσεγγιστοῦν.
Α΄. Ἀποδεικνύεται ὅτι ὅ,που κι ἂν τοποθετηθεῖ ὁ Ἐσταυρωμένος Χριστός, δὲν εἶναι «στατικός, ἀκίνητος καὶ αἰώνια νεκρὸς» πού θέλει ὁ Μητροπολίτης. Διαφορετικὰ θὰ πιστεύαμε σὲ ἕναν πεθαμένο, νεκρό, ἄρα ἀνύπαρκτο Θεό.
Β΄. Κονιορτοποιεῖται ἡ βλάσφημη θέση τοῦ Μητροπολίτη, ὅτι τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ ἔχουμε σῶμα «πεθαμένου Θεοῦ», γιατί ἂν ἦταν ἔτσι θὰ εἴχαμε Θεοεγκατάλειψη γιὰ τρεῖς ἡμέρες. Αὐτὸ συνιστᾶ Ἀρειοθεοπασχίτικη αἵρεση.
























