Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

«Ο ΕΙΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΗΝ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΝ»

 

Παντοκράτορας

Γράφει ὁ κ. Γεώργιος Τραμπούλης, θεολόγος

  Στό ἑνιαῖο καί ἀδιαίρετο Θεανθρώπινο ὀργανισμό τῆς Ἐκκλησίας, τονίζει ὁ μακαριστός Καθηγητής Κωνσταντῖνος Μουρατίδης, ἡ ἐξωτερική ὀργάνωσή της συνδέεται ἀχωρίστως καί ἀσυγχύτως μέ τήν οὐσία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐξωτερική δηλαδή ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι αὐτόνομη καί ἀνεξάρτητη ἀπό τήν οὐσία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀποτελεῖ τήν ἔκφραση τῆς οὐσίας της στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ὀρθῶς παρατηρήθηκε «οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας» «ἐν τῇ γηΐνῃ αὐτῆς ὄψει», εἶναι ἀχώριστοι τῶν  χριστιανικῶν δο­γμάτων.

  Καί προσθέτει ὁ μακαριστός Καθηγητής ὅτι, ἡ ἀποτελεσματική λειτουργία τοῦ Θεανθρώπινου τῆς Ἐκκλησίας ὀργανισμοῦ καί εἰδικώτερα ἡ ἐνεργοποίηση τῶν θεσμῶν αὐτῆς ἐξαρτᾶται καί ἀπό τούς ποιμένες καί μάλιστα ἀπό τούς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι μόνον μέ τήν μέθεξιν τῆς Θείας Χάριτος μποροῦν νά ἀνταποκριθοῦν στήν ἱερή ἀποστολή τους. Καί σέ αὐτό τό σημεῖο ἀκριβῶς εὑρίσκεται ὁ μεγάλος κίνδυνος διά τό Πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐξ αἰτίας τῆς ἐνίοτε ἁμαρτωλότητος καί ἀναξιότητος ἐκείνων πού ἀνέλαβαν τήν διαποίμανση τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μέ ἀποτέλεσμα ἀντί νά ὁδηγήσουν τό ποίμνιό τους πρός τό ἀκύμαντο λιμένα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, νά γίνωνται αἴτιοι τοῦ σκανδαλισμοῦ καί ἀπωλείας ψυχῶν.

  Παρατηροῦμε ὅτι, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία φέρνει τό μήνυμα τῆς Σταυρώσεως καί Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας στόν σύγχρονο κόσμο, οἱ ποιμένες διαφοροποιοῦνται· καί κάποιοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι μία μικρή μειοψηφία στό σύν­­ολο τῶν ἐπισκόπων, ζοῦν μέ δέος τήν πορεία τοῦ Χριστοῦ πρός τήν Ἀνάσταση καί σπεύδουν νά προσκυνήσουν, νά λατρεύσουν καί νά ὑπηρετήσουν τόν Θεάνθρωπο Χριστό. Ἐνῶ κάποιοι ἄλλοι ἐργάζονται ὡς μισθωτοί καί συνεργοῦν θεληματικά ἤ ἀθέλητα στήν ἐκπλήρωση τῶν σχεδίων τῆς ἄθεης κοσμικῆς ἐξουσίας, ἀνυποψίαστοι ἴσως γιά τό κακό πού προκαλοῦν καί γιά τήν εὐθύνη πού ἐπωμίζονται. Ὅμως καί στήν ἐποχή τοῦ Κυρίου μας ἀκριβῶς μέ τόν ἴδιο τρόπο λειτουργοῦσαν οἱ πνευματικοί ἄρχοντες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.

  Σημειώνει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος σχετικά ὅτι, «οἱ δέ ἀρχιερεῖς καί οἱ πρεσβύτεροι καί τό συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατά τοῦ Ἰησοῦ, ὅπως θανατώσωσιν αὐτόν» καί σέ ἄλλο σημεῖο προσθέτει ὅτι «τῇ δέ ἐπαύριον συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι πρός Πιλᾶτον λέγοντες· κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν, μετά τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι. Κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τόν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας, μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταί αὐτοῦ νυκτός κλέψωσιν αὐτόν καί εἴπωσι τῷ λαῷ, ἠγέρθη ἀπό τῶν νεκρῶν».

  Οἱ πνευματικοί ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, ἐνῶ ἦταν ἄνθρωποι μορφωμένοι, πλούσιοι, γνώριζαν τόν Nόμο καί τούς προφῆτες, δίκαζαν τούς παραβάτες τοῦ Νόμου, μελέταγαν καί ἑρμήνευαν τίς θεῖες Γραφές, ἡ προσδοκία τοῦ Μεσσία ἦταν τό καθημερινό τους μέλημα, ὅταν ἦλθε ἡ κρίσιμη στιγμή, δέν λειτούργησαν ὡς φορεῖς πνευματικῆς εὐθύνης ἀλλά οὔτε καί ὡς ὑπηρέτες τῶν θείων ἐντολῶν.

  Οἱ ἄνθρωποι τοῦ συνεδρίου, οἱ φαρισαῖοι, οἱ γραμματεῖς δέν ἔγιναν τά χρήσιμα ὄργανα στά χέρια τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γίνουν σεβαστές οἱ προφητεῖες. Συνεργάσθηκαν μέ τήν πολιτική ἐξουσία τοῦ Πιλάτου, κινητοποίησαν τήν βία καί ἔσκυψαν τόν αὐχένα στούς Ρωμαίους. Ἆραγε καί ἡ σημερινή πνευματική ἐξουσία τοῦ τόπου δέν λειτουργεῖ μέ ἀνάλογο τρόπο; Δέν συνεργάζεται μέ τήν πολιτική ἐξουσία, δέν σκύβει τόν αὐχένα, δέν κλείνει τούς ναούς, δέν διευκολύνει τόν Καίσαρα νά πραγματοποιήση τίς ὅποιες ἄνομες πράξεις του;

Εἶναι ἄξιο παρατηρήσεως ὅτι τό Σανχεντρίν, τό συνέδριο, τό ὁποῖο μαζί μέ τήν Συναγωγή, ἦταν ἕνας ἀπό τούς πιό σημαντικούς θεσμούς τῶν Ἰουδαίων ἐκείνη τήν ἐποχή, τῆς τελευταίας δηλαδή ἐποχῆς τῆς περιόδου τοῦ δευτέρου ναοῦ, τό ἀνώτερο δικαστικό ὄργανο τῶν Ἰουδαίων, τό ὁποῖο μποροῦσε νά ἀποφασίζη γιά ὅλα τά θέματα πού σχετίζονταν μέ τόν Μωσαϊκό Νόμο καί ἀποτελεῖτο ἀπό ἑβδομῆντα ἤ ἑβδομῆντα ἕνα μέλη, αὐτό ἀποδείχθηκε κατώτερο τῶν περιστάσεων. Τά μέλη του, πού εἶχαν ὡς πρωταρχικό τους μέλημα τήν μελέτη καί τήν ἔρευνα τοῦ Νόμου, ὅταν ἐπί μία ἑβδομάδα πραγματοποιοῦνταν οἱ προφητεῖες μπροστά στά μάτια τους, αὐτοί ἀποδείχθηκαν ἀνίκανοι νά συνειδητοποιήσουν ὅτι αὐτά πού ἔγραφαν οἱ προφῆτες πραγματοποιοῦνταν ἐκείνη τήν στιγμή καί αὐτοί ἦσαν οἱ πρωταγωνιστές τοῦ θείου δράματος. Καί μάλιστα, ὄχι μόνον εἶχαν τήν ἐπιβεβαίωση τῶν προφητειῶν, ἀλλά καί ὕστερα ἀπό τόσα θαύματα πού ἐπιτέλεσε ὁ Κύριος ἐπί τρία χρόνια, αὐτοί τόν δίκασαν ὡς κοινό ἐγκληματία, τόν ὕβρισαν ἀκόμα καί νεκρό, τόν ἐνέπαιξαν καί τέλος τόν ἐσταύρωσαν μέ τόν πιό ἐμπαίσχυντο τρόπο γιά τήν ἐποχή.

Ἆραγε, οἱ προφῆτες δέν εἶχαν προείπει ὅτι «ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ», ἤ «ὄψονται εἰς ὅν ἐξεκέντησαν», ὁ προφήτης Ζαχαρίας δέν εἶχε προφητέψει «πατάξω τόν ποιμένα, καί διεσκορπισθήσονται τά πρόβατα τῆς ποίμνης», ἤ ὁ Ἰερεμίας δέν εἶχε τονίσει «καί ἔλαβον τά τριάκοντα ἀργύρια, τήν τιμήν τοῦ τετιμημένου ὅν ἐτιμήσαντο ἀπό υἱῶν Ἰσραήλ», ἤ δέν τούς εἶχε πεῖ ὅτι «καί ἔδωκεν αὐτά εἰς τόν ἀγρόν τοῦ κεραμέως, καθά συνέταξέ μοι Κύριος». Εἶναι πράγματι ἀξιοσημείωτο τό ὅτι, ἐπί μία ἑβδομάδα ἐκπληρώνονταν οἱ προφητεῖες μέ ὅλες ἐκεῖνες τίς πονηρές ἐνέργειές των.

Κατά παρ’ ὅμοιο τρόπο οἱ σύγχρονοι πνευματικοί ἄρχοντες, ἄν καί γνωρίζουν τούς Ἱερούς Κανόνες, τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τόν εὐαγγελικό Νόμο, στήν καθημερινή ἐκκλησιαστική πράξη ἀρνοῦνται νά τά ἐφαρμόσουν. Καί ἔτσι τό συνοδικό σύστημα ἀκυρώνουν, σχισματικές Ἐκκλησίες νομιμοποιοῦν, μέ αἱρετικούς συμπροσεύχονται, πρωτεῖα ἐξουσίας διεκδικοῦν, ἀνταγωνισμούς καλλιεργοῦν, ἐκκλησίες κλείνουν, τόν Ἐσταυρωμένο ἐξοβελίζουν ἀπό τό Ἱερό Βῆμα.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀναφερόμενος γιά τά αἴτια πού ἡ πνευματική ἡγεσία τῶν Ἰουδαίων ἀρνήθηκε νά πιστεύση ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τόν Ἰσραήλ, σημειώνει ὅτι «Οἱ εὐημερίες ἔχουν τήν δύναμη ἐκείνους πού δέν προσέχουν νά τούς καταβάλλουν καί νά τούς παρασύρουν· ἔτσι καί οἱ Ἰουδαῖοι, ἐνῶ στήν ἀρχή ἀπολάμβαναν τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἤθελαν τόν νόμο τῆς βασιλείας τῶν ἐθνικῶν, καί στήν ἔρημο μετά τό μάννα ἔφεραν στήν μνήμη τους τά κρομμύδια· κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἐδῶ», σημειώνει ὁ ἅγιος Χρυσορρήμων, «ἀρνούμενοι τήν βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, ἐπικαλοῦντο γιά τόν ἑαυτό τους τήν Βασιλεία τοῦ Καίσαρα». Ἆραγε καί οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι λόγω τῆς εὐημερίας καί τῆς ὑλικῆς καλοπέρασης δέν ἀρνήθηκαν τήν βασιλεία καί τήν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ καί ἔφεραν στήν μνήμη τους τά κρεμμύδια, τόν ὑλικό πλοῦτο, καί ἐπικαλοῦνται τήν πολιτική ἐξουσία;

Καί ἐνῶ τά γεγονότα τοῦ Γολγοθᾶ ἀποκάλυψαν τήν ἀλλοτρίωση καί τήν διαστροφή τῆς ἐπίσημης πλειοψηφίας, τήν κακότητα καί τήν ἐμπάθεια τῶν ἀρχόντων τοῦ Ἰσραήλ, ὑπῆρχε μία πολύ μικρή μειοψηφία, δύο μόνον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δέν παρασύρθηκαν, δέν ἀρνήθηκαν τήν Ἀλήθεια, δέν ὑποτάχθηκαν στίς πιέσεις τῆς ἀνήθικης πλειοψηφίας, ὁ Νικόδημος καί ὁ Ἰωσήφ ἀπό Ἀριμαθαία.

Λέγει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος γιά τόν Ἰωσήφ ὅτι εἶναι «ἄνθρωπος πλούσιος, ὅς καί αὐτός ἐμαθήτευσε τῷ Ἰησοῦ», ὁ δέ Μᾶρκος ὅτι εἶναι «εὐσχήμων βουλευτής, ὅς καί αὐτός ἦν προσδεχόμενος τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ὁ Λουκᾶς γράφει ὅτι ὁ «Ἰωσήφ, βουλευτής ὑπάρχων καί ἀνήρ ἀγαθός καί δίκαιος, οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος τῇ βουλῇ καί τῇ πράξει αὐτῶν», ἐνῶ ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης σημειώνει γιά τόν Νικόδημο ὅτι «ἄρχων τῶν Ἰουδαίων. Οὗτος ἦλθε πρός αὐτόν (Ἰησοῦν) νυκτός καί εἶπεν αὐτῷ· Ραββί οἴδαμεν ὅτι ἀπό Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδείς γάρ ταῦτα τά σημεῖα δύναται ποιεῖν ἅ σύ ποιεῖς».

Ὁ μακαριστός Καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας, ἑρμηνεύοντας τό «οἴδαμεν» σημειώνει ὅτι ὁ πληθυντικός ὑποδηλοῖ ὅτι ὁ Νικόδημος ἐξέφραζε καί τήν ἰδέαν ἄλλων συναδέλφων του. Δηλαδή, στούς πνευματικούς ἄρχοντες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ὑπῆρχαν καί ἄλλοι οἱ ὁποῖοι συμμερίζονταν τίς ἀπόψεις τοῦ Νικοδήμου γιά τόν Ἰησοῦ, ὅμως αὐτοί γιά τόν φόβο τῶν φαρισαίων σιωποῦσαν. Τό διαχρονικό σύνδρομο τῆς σιωπῆς, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀντί νά ἀντισταθοῦν «τῇ βουλῇ καί τῇ πράξει» τῆς ἄνομης πλειοψηφίας σιώπησαν, δέν ἀντέδρασαν στήν κακότητα καί στήν ἐμπάθεια τῆς πλειοψηφίας. Ἄνθρωποι πού μαρτυροῦν μέ τήν σιωπή τους ἔλλειψη παρρησίας, ἀδιαφορία γιά τά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει τό ἐκκλησιαστικό σῶμα, συνεργάτες σέ τελική ἀνάλυση τῶν ἀνόμων καί τῶν διεφθαρμένων.

Ὁ Νικόδημος καί ὁ Ἰωσήφ κατέδειξαν ὅτι ἡ ἀλήθεια καί ἡ δικαιοσύνη δέν κρίνονται ἀπό ἀριθμούς, ὅτι δέν ἐκφράζονται ἀναγκαστικά καί ἀποκλειστικά ἀπό πλειοψηφίες. Γιά αὐτό ἄλλωστε στά θέματα τῆς πίστεως καμία ἀξία καί σημασία δὲν ἔχουν ἀποφάσεις πού λαμβάνονται κατά πλειοψηφία ἤ ἀκόμα καί παμψηφία, ἐάν αὐτές ἔρχωνται σέ ἀντίθεση καί σύγκρουση μέ τά δόγματα καί τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἔχει ἀπόλυτη ἐφαρμογή ἡ ἀρχή, «ὁ εἷς καί ἡ ἀλήθεια ἀποτελοῦν τήν πλειοψηφία». Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον δέν ὑποτάχθηκαν στίς ὅποιες ἄνομες ἀποφάσεις, ἀλλά ὄρθωσαν τό ἀνάστημά τους καί ἀντιστάθηκαν. Ἐάν ὁ Νικόδημος καί ὁ Ἰωσήφ συμμορφώνονταν μέ τό παράδειγμα τῆς πλειοψηφίας, δέν θά γινόντουσαν κήρυκες τῆς ἀληθείας καί τῆς δικαιοσύνης, ἀλλά οὔτε βέβαια θά διακονοῦσαν στήν ταφή τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.