Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

«Μνημονευτέον μάλλον τού Θεού καί Προσευχητέον Αυτώ,
ή αναπνευστέον»
(Γρηγόριος ό Θεολόγος)
Εισαγωγικά τινα: Άν δέν αγαπούμε τόν Θεό καί τόν άνθρωπο, καλύτερα νά μήν τολμούμε νά προσευχώμεθα. « Ή βασιλεία τού Θεού ούκ έρχεται μετά παρατηρήσεως»(Λουκ.17,20) - εδώ, εκεί, παραπέρα, μέ κάμερες βιντεοληψίας, θορυβωδώς, μέ εντυπωσιασμούς, φρού φρού, γυρλάντες, περικοκλάδες, μπλά μπλά, μπάντες, τυμπανοκρουσίες, επαίνους, εξάρσεις, επιδείξεις, αυτοπροβολές, αλληλοφιλοφρονήσεις, δευτερολογίες, ανταλλαγές δώρων, σιμωνιακές αναρριχήσεις, ανθρώπινες αξιολογήσεις, ανάξιες προωθήσεις, κουφότητες, ριχότητες, υψαυχενότητες καί αλαζονικές επάρσεις - , αλλά «εντός ημών εστι» (Λουκ.17,20-21), καί, «έν τοίς ταμιείοις» (Ματθ.6,6),  «έν τώ κρυπτώ», «έν τή λεπτή αύρα αυξάνει»(Γ΄Βας.19,12:Ιώβ.4,16:Ψαλ.106,29:Ίεζ.8,2), καί «έν τή ταπεινώσει καί πτωχεία τού πνεύματος»(Ματθ.5,3) διατηρείται. Καί κάποια λεπτομέρεια, πού μάς διαφεύγει τελείως. ΄Η βασιλεία τού Θεού, εγγίζουσα «ούκ ερίσει ουδέ κραυγάσει» μέν (Ματθ.12,19), αλλά ...κατ’ αντιδιαστολήν «είκή»(=αναιτίως) δέν θά οργισθής κατά τού πλησίον(Παροιμ.28,25 : Ματθ.5,22 : Ρωμ.13,4 : Γαλ.3,4 : Κολ.2,18). ΄Αν υπάρξη αποχρών λόγος, τότε καί «ουαί» (Ματθ.23,14-29 : Λουκ.11,42-52), καί «μίσος» (Μαλαχ.2,13) τέλειον (Ψαλμός 138,22) μάλιστα, καί μάχαιρα(Ματθ.10,34 : Δευτ.20,13 :, καί πύρ (Λουκ.12,49)… καί «διχάσαι»(Ματθ.10,34)!!
΄Οχι μόνον έν τή Παλαιά Διαθήκη, αλλά καί έν τή Καινή ώς διά χωρίων τής Βίβλου έν τοίς προσημειουμένοις στηρίζω-διαβεβαιώ τόν λόγον. Αυθαιρέτως ό Προφήτης Ήλίας κατέκαυσε διά πυρός έξ ουρανού τούς δύο Πεντηκοντάρχους (51+51=102)(Δ΄Βας.1,9-12), καί κατέσφαξεν «διά μαχαίρας εντολή Θεού»(Γ΄Βας.18,40) τούς 400 «Ιερείς(προφήτας) τών ΄Αλσών»(Γ΄Βασιλ.18,19) καί άλλους 450 «Ιερείς τού Βάαλ»(αυτόθι) στό ΄Ορος Κάρμηλος, ήτοι σύνολον φονευθέντων 952(;!!) καί ανήκει είς τάς τάξεις τών κορυφαίων Άγίων τής ΄Εκκλησίας μας;! ΄Αν δέν τό έκανε, τί επίχειρα θά είχε ό ίδιος; Τί λέγει ό λόγος τού Θεού στόν 105ον Ψαλμό, στίχοι 34 έως 43: «επειδή εφείσθης(τούς λυπήθηκες) καί πάντρεψες τά αγόρια καί τίς θυγατέρες τού Ίσραήλ μέ τά αντίστοιχα (τέκνα) τών ειδωλολατρών... τά επίχειρα σέ σένα Ήλία, καί σέ καθένα!». Σήμερον; Ναί, καί σήμερον! Δέν είναι παραμύθια αυτά στό Λόγο τού Θεού! «Ώρισε τάς οροθεσίας (σύνορα) τών εθνών, κατοικείν επί πάν τό πρόσωπον τής γής» (Πράξ.17,26). «Μή μέταιρε όρια(σύνορα) αιώνια προγόνων σου» (Παροιμ.22,28). «Πολεμήσης έως θανάτου ... καί Κύριος συμπολεμήση σοι» (Σοφ.Σειρ.4,28). «Ωσεί πετροβόλου θυμού πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι=συμπολεμώντας θά ρίχνει χαλάζι σάν μεγάλες πέτρες κατά τού εχθρού»(Σοφ.Σολ.5,22 : Ίεζεκ.13,11-13). Μάς «παραμυθιάζουν» οί αγωνισταί τού 1940 στήν Πίνδο; Τά «ευχαριστήρια στήν Υπέρμαχο Στρατηγό» (Άκολ.Άκαθίστου ΄Υμνου) νά παύσουν έν τή Έκκλησία τών Όρθοδόξων; Κι’ αυτό ίσως τό δούμε μέ τίς «Παπο-Λυκοφιλίες». «Οί άρχοντες ούχ είκή (ματαίως-χωρίς λόγο-αναιτίως) φέρουσι τήν μάχαιραν»(Ρωμ.13,4). Ό Κύριος, ανακόλουθος ευρίσκεται, μή στρέψας καί τήν άλλην σιαγόνα, στόν αχάριστο, θεραπευθέντα υπ’ Αυτού, δούλο; (Ίωάν18,23). Μήπως μελετάμε τόν Λόγο τού Θεού ανάποδα καί έξω απ’ τά εξώφυλλα, καί πρέπει νά συμφωνήσουμε μέ τούς ψευδομάρτυρες τού Ίεχωβά, νά μή παίρνουμε όπλο καί νά μή στρατευώμεθα, άλλά «διά τής πλαγίας καί παρακαμπτηρίου οδού» νά γραφώμαστε στά Μοναχολόγια τών Ίερών Μονών, καί έν πολλή όσιότητι(!) «ανοσιουργούντες» συστρατευόμενοι μετά τών Μοναχικών Τάξεων ώς δήθεν  «Ζηλωταί τού Χριστού», άς στέργωμεν νά σκοτώνωνται διά τήν «αφρατοσύνη» καί «Κοινοβιακή αβροδιαιτητότητά» μας (Ευχή επτά παίδων καί είς μή υπνούντα) ...  τά κορόϊδα!!! Γιατί νά κάνουν πολέμους; «Σφάξεμε, ΄Αγάμ, ν΄ αγιάσω»! Ή «Πνευματική κεφαλή», καθημερινά ενδιατρίβει καί συγχρωτίζεται στά/καί μέ τά «Κέντρα» όθεν εκπορεύονται οί φρικώδεις αύται τοποθετήσεις, φαντάσματα Γενοκτονιών τού παρελθόντος, στή μνήμη τών οποίων, χθές ακόμη, καταθέταμε «δαφνοστέφανα» !! /Παγκοσμιοποίησις, Άγαπουλιαρίσματα μέ τούς πάντας. Πανθρησκεία, Αγαθομαρουλισμός, καταφυγή στά άπειρα Αποβλακωτήρια, Καρπαζοεισπρακτοράδικα, Αμοραλιστικά στέκια καί βάλε καί βάλε. Πού πάμε; Κατά βαράθρου!! Καί «τών οικιών ημών εμπιμπραμένων, πάντες άδομεν!» καί ψάλλομεν, πηδώντας ακροβατικά 1,30μ. από παλκοσένικα Δημοτικών Θεάτρων(!) αδιαντρόπως a la Ι.Μ., αντί νά πάμε νά πνιγούμε νά γλιτώση ό κόσμάκης πό μάς τούς δήθεν σωτήρες-διδασκάλους-καθοδηγητές, παύοντες νά «ανεβάζωμεν» πλέον, σέ ακροατήρια θρησκευτικά-Κατηχούμενα(!), Κουγιουμτζήδες (γιά νά επιδείξουμε δημοκρατισμό καί φιλολαϊκισμό!) καί Βέμπο (γιά πατριωτισμό!) - ύπ’ άλλων φρονημάτων-«πιστεύω» εμπεποτισμένοι όντες (νόει ά λέγω-ό νοών νοήτω). Καί ταύτα πάντα(;) έν Μακαριότητι! Παναγιότητι! Πανοσιολογιότητι! Έλλογιμότητι! Σοφιολογιότητι! ... ΄Εν άναισχυντία πολλή, κοιλιοδουλία(Φιλιπ.3,19), αισχρότητι, ομοφυλοφιλία Σοδομο-Γομορική, ... Καί συλλήβδην πάντα, Χριστοκαπήλως, Θεομπαικτικώς. Καί τό εξοργιστικόν; στανικώς, εριστικώς καί προκλητικώτατα. Ώ! τής αφροσύνης! Ώ! τής αθλιότητος! / Έρωτώ ευθέως πάντας καί πρός πάσαν κατεύθυνσιν. Ό καλύτερος «Ποιμήν» (Ίωάν10,11) έξ ημών πάντων, μηδενός εξαιρουμένου. Ποιό «πρόβατο», καί τό πιό συμπαθές καί αγαπητό, μετά τήν - έπ’ όλίγα ή πολλά έτη - άμελξιν (άρμεγμα κανονικό, μέχρι ό αμελκτήρας-θήλαστρο νά ρουφά πύον καί αίμα έκ τού μαστού τού δυστήνου ... «ζωντανού»-πιστού,  καταλαβαινόμαστε πολύ καλά νομίζω τό τί υπονοώ), αφού «τό κείρωμεν άφωνον» (Πραξ.8,32) κατ’ έτος, καί ποιήσωμεν ενδύματα, σκεπάσματα. Άφού κάνουμε χνουδοτό-δερμάτινο στρωματάκι(*) στήν κούνια τού μωρού μας, τσάντες καί χειρόκτια (γάντια) διά τάς Έριτίμους Κυρίας, υποδήματα, γκράν κάσες,  τύμπανα, ντέφια, τουμπερλέκια, ασκούς γιά γκάϊντες καί πίπιζες. Κουμπιά, καί ακρόπρωρα καϊκιών καί κοτέρων, καί φυγαδευτήρια είς τάς εισόδους τών οικιών μας μέ τά κέρατά τους. ΄Αφού ή κουδούνα (τό κυπρί)(*) τους στολίζει είς αιώνιον μνημόσυνον(!) τό μπαλκόνι μας. ΄Αφού μέ τό πάμφθηνο αχυράκι καί τήν απέριττη «ταή» του (βρώμη,καλαμπόκι,βίκο,κριθάρι,τριφύλλι κ.λ.π.), απολαύσωμεν επί έτη τών τόσων παραγώγων-ευεργετημάτων-παραγώγων του, άτινα ή Σοφία καί Πρόνοια τού Θεού, μεταποιούσα, προσφέρει τόσο πλουσιοπάροχα σ’ εμάς τά αχάριστα πλάσματά Του. ΄Αφού, ΄Αφού. Άφού καί τήν διά βίου κοπρίαν αυτού ακόμη δέν εξαιρέσωμεν τής εκμεταλλεύσεως διά λίπανσιν τών αγρών ημών, αλλά καί διά θεραπευτικάς εισπνοάς πνευμόνων φυματιώντων ατόμων (όσο καί άν τούτο φαίνεται παράξενο καί αναχρονιστικό-ξεπερασμένο), ποιό. Ποιό, λέγω, έξ αυτών θά εξαιρεθή τής σφαγής (μέ πόση αγάπη!!!...), καί τής έν συνεχεία εκδοράς (γδαρσίματος), καί δέν θά επέλθη-συντελεσθή έπ’ αυτώ τό τής θυμοσοφίας τού λαού προδιαγεγραμμένον τέλος-κατάληξις, τού εσαεί επαναλαμβανομένου, ότι (έν τέλει) «κάθε αρνάκι απ’ τό ποδαράκι του κρέμεται»; Κρεμάμενον έπ’ όλιγον στό «τσιγκέλι»,... γιά νά τεμαχιστή κατόπιν στό κούτσουρο, μέ τόση σκληρότητα καί βαναυσότητα από τόν μπαλντά τού Χασάπη, πού, ακονίζοντας τό χασαπομάχαιρο μέ τό μασάτι, θά τόν ακούς νά φωνάζη: Γιά περάστε, γιά περάστε, ... αρνάκι τού γάλακτος, αρνάκι καλοθρεμένο παχουλό χρονιάρικο, παϊδάκια, πριζόλες, σβέρκο, μπούτι, νουά, συκώτι καθαρό, νεφραμιά, ψαρονέφρι, αντεράκια γιά κοκορέτσι καί μαγειρίτσα, λα φρέσκα καί σέ καλή τιμή;!  Γιά νά  ακούμε εμείς απάνθρωπα καί ανελέητα τήν «τιμή» τους ... σέ ευρώ! Καί προδίδοντες τήν αποστολή καί τόν όρκο μας (ώς βαφτισμένοι Χριστιανοί, Κληρικοί καί Λαϊκοί), εκμεταλλευόμενοι καί θυσιάζοντας «πρόβατα καί ερίφια» (Ματθ.25,33), πού μέλουν νά σταθούν μιά μέρα «έκ δεξιών ή έξ ευωνύμων» Τού Άρχιποίμενος Χριστού (Ματθ.25,33), συνειρμικά ενορώντες, παραλληλίζοντες, αντιπαραβάλλοντες, αντι-καί-αλληλοπεριχωρούντες καί συγκρίνοντες ποίμνιον-πιστών (μάνδρας΄Εκκλησίας=συνάξεως λογικών προβάτων), καί  ποιμνιον-προβάτων (στανικού αυλισμού αλόγων αμνών), νά εντρεπώμεθα γιά τήν πνευματική μας (!) σκληρότητα καί απανθρωπία, μέσα στήν ατέρμονα χοάνη τής πλεονεξίας μας, κάνοντας (πώ, πώ μέ τί ενδιαφέρον!), δυό Θ. Λειτουργίες(!), τρείς Χαιρετισμούς(!) καί τόσες άλλες - άς μού επιτραπή επί τέλους ό χαρακτηρισμός - διαολιές βδελυκτές από μέρους τού Θεού, καταντήσαντες τόν Χριστιανισμόν «τέχνη τεχνών καί επιστήμη επιστημών» κατά τόν Ίερόν Χρυσόστομος, αλλά  ... απ’ τήν ανάποδη(!), «κοπτόμενοι» μή μείνη (δήθεν) κανένα «πράϊτο» νηστικό(!). Δικαιολογούντες έτσι καί συγκαλύπτοντες άλλους, αθεμίτους σκοπούς, πού, χαρακτηρίζοντάς τους ώς ίερούς καί θεοφιλείς(!), μέ μπαϊράκι τό: «Ό σκοπός αγιάζει τά μέσα», επιτυγχάνομε μέν νά αμέλγωμεν εξαντλητικά τούς πιστούς, αποδεικνυόμεθα όμως τόσο άσπλαγχνοι, άπληστοι, ακόρεστοι καί μισότεκνοι Πατέρες «Πνευματικοί!». Οί πιστοί εκλαμβάνονται ώς «πάντοτε έχοντες - οφειλέτες», καί πρωτίστως πρέπει νά προσφέρουν «ευγνώμονα θυσίαν» τώ τά πάντα χορηγούντι, Δωρεοδότη καί προνοητή Θεώ!! / Οί, ώς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου ή Ιδιωτικού (κατά περίπτωσιν) Δικαίου, «βεβαπτισμένοι» Ευκτήριοι Οίκοι κ.τ.λ.,κ.τ.λ., θά παύσουν ποτέ νά τεκταίνονται μεθόδους καί τρόπους οικονομικής αφαιμάξεως τού «Ποιμνίου»-Πιστών; Πότε θά απομακρύνωμεν ειλικρινά εαυτούς, αποστασιούμενοι κατησχημένοι (ντροπιασμένοι), παραδεχόμενοι καί αναγνωρίζοντες τήν εγκρυπτομένην αλήθειαν  στόν αψευδή ορισμό-διαπίστωση, τόν βγαλμένο από τό στόμα τού ΄Αρχιποίμενος Χριστού, τού Μόνου Καλού Ποιμένος, πού δέν έστειλε στό χασαποπουλιό-μακελειό κανένα «πρόβατό Του», αλλά θυσιάστηκε Αυτός «Ό Άμνός» υπέρ τών Προβάτων Του, «Ύπέρ τής τού κόσμου σωτηρίας»;! (Θ.Λειτουργία). Ναί, αψευδώς, ευθέως, αταλαντεύτως καί άνευ περιστροφών  είπε, πώς «ρίζα πάντων τών κακών εστιν ή φιλαργυρία» (Α΄Τιμ.6,10). ΄Ας προβάλη, όστις τολμά νά αντείπη πρός τούτο καί ταύτα, τήν όποια του αντίρρησιν. Καί άς προσποιηθή, αποποιούμενος τ’ ανωτέρω, πώς δέν έχει διαπιστώσει ποτέ, πόσοι Λαϊκοί δέν έχουν γίνει θύματα εκμεταλλεύσεως υπό Κληρικών όλων τών βαθμίδων, καί πόσοι Έπίσκοποι δέν έχουν στύψει σά λεμονόκουπα τόσους Κληρικούς καί Λαϊκούς, (περισσότερον Κληρικούς), πού τούς έχουν, έτι επιζώντας, ποικιλοτρόπως πεταμένους καί παραθεωρημένους, άν καί θυσίασαν όλη τή ζωή τους, όχι τόσο γιά τήν Έκκλησία έν ευρυτέρα εννοία, άλλά,  έκ φιλοτίμου πλανηθέντες, γιά τήν αφεντιά τους(!), διατελούντες έναντι αυτών έν αναντιρρήτω διαρκή καί αδιαπτώτω «αγία» υπακοή!!! Οίτινες (Έπίσκοποι), πάντοτε καί έν πάσι έν ανυπακοή συλλαμβανόμενοι, ώς «μή Θεόν φοβούμενοι καί άνθρωπον μή εντρεπόμενοι» (Λουκ.18,4), επέδειξαν καί επιδεικνύουν εξακολουθητικώς, τοσαύτην σκληρότητα, ασπλαγχνίαν, αγνωμοσύνην καί απανθρωπίαν, αλλά καί πού, δυστυχώς, προκαλούν καί απηλούν ασυστόλως καί αδιαντρόπως, πάντα τόν μή αντιλέγοντα καί μή ανθιστάμενον;! Δι’ αυτό, έν πικρία μέν, αλλά καί έν ωρίμω κρίσει καί γεγηρακυία-κεκμηκυία αγάπη, «μή βουλήσει θέλοντες τόν θάνατον τού αμαρτωλού ώς τό επιστρέψαι καί ζήν αυτόν» (Ίεζ.33,11), αναφωνούμεν μετά τού, πείραν μεγίστην κτησαμένου έκ τών παθημάτων του, Δαυίδ: «Πρόσθες αυτοίς κακά. Πρόσθες αυτοίς κακά, Κύριε,  τοίς ενδόξοις τής γής» (Ής.26,15), μήποτε, μετανοήσαντες, εύρωσι που καί ούτοι, όδόν σωτηρίας. ΄Αλλά, έν τοίς οίκοις τής χλιδής καί ευμαρείας «τών βασιλέων»(!) (Ματθ.11,8) εγκαταβιούντες - τύφλα νάχουν τά παλάτια τά τότε μέ τά σημερινά τά δικά τους, έχω προσωπικήν, ίδίαν πείραν «βασιλικού οίκου Τατοϊου...» καί κάνω τήν σύγκρισιν - , καί «μή μακρύνοντες εαυτούς τής οδού τής απωλείας» (Ψαλμ.72,27), «οίμοι» (αλίμονο)!!, δέν θέλουσι ποτέ επιστρέψει. «Δυσκόλως οί τά χρήματα έχοντες εισελεύσονται ...». «Κάμιλος ή Κάμηλος... ευκοπώτερον!» (Ματθ.19,24 : Λουκ.18,26).  Δέν έχουν «μπέσα»! Δέν έχουν ίχνος πίστεως! Είναι αναίσχυντοι Θεομπαίκται, δικαιολογούντες τά πάντα, μέσα στόν φτηνό καί ευτελιστικό ισχυρισμό τους, ότι εκπροσωπούν τήν εκλαμπρότητα τού Παμβασιλέως Χριστού!!, τήν μέσω τών Αυτοκρατόρων τού Βυζαντίου παραδοθείσαν-μεταβιβασθείσαν αυτοίς (τρομάρα τους), ήν (αούτοι...κατά τό πόντιον!) μετά τοσαύτης προθυμίας παρέλαβον, διατηρούν καί επαυξάνουν προκλητικότατα, μή εξαντλουμένης τής ατέρμονος καί μάλλον αυξανομένης αλαζονίας καί τρέλας των, ώς «Βλακείας» χαρακτηριζομένης - ωμότατα - τής κοσμήσεως καί τών συμπαρομαρτούντων ταίς συνηθίαις αυτών, υπό τού ΙΣΤ΄Κανόνος τής Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου.  Χόρτασα καί αηδίασα τήν αδιαντροπία τους. Τά στιγματίζω καθηκόντως καί ευόρκως, διότι τό πετραχήλι μου έχει δυό σειρές σιρίτια. «Μολούντες λαβέτωσαν»!! Εί καί γέρων κεκμηκώς, παριππεύων τό ογδοηκοστόν τρίτον έτος τής, τήν «Εξόδιον Άκολουθίαν» αναμενούσης, ηλικίας μου, τρεμαμέναις χερσί, ξιφουλκώ διασταυρώνων τό ξίφος τής πίστεώς μου στηριζόμενος είς τόν Λόγον Του, «μή προμελετών απολογηθήναι», πεποιθώς ότι, «δώη μοι Κύριος δύναμιν καί σοφίαν, ή ού δυνήσονται αντιστήναι καί αντιπείν, πάντες οί αντικείμενοι εμοί»(Λουκ.21,14), τώ «εξαισίω πτώματι»!  (Ίώβ.18,12:΄Ησα.30,14)            «Ζή Κύριος ό Θεός» (Γ΄Βας.17,1 & 18,10 αυτόθι)! Ύπάρχουν ακόμη «σφενδόνες τού Πνεύματος» (Α΄Βας.17,40.17,50.25,29 : Β΄Παραλ.26,14 : Παρ.26,8) καί «ποταμίσια βότσαλα»(έ.α). Πόοοσοι Γολιάθ καί ΄Αμαλίκ «καταβάλλονται» καθ’ ημέραν; Καί ανά τούς αιώνας θέλει καταβάλη Κύριος πάντα επαίροντα εαυτόν, καί «πάσαν επηρμένην οφρύν» δύναται ταπεινώσαι. «Φοβερόν τό εμπεσείν είς χείρας Θεού ζώντος» (Έβρ.10,31)! Είη Τό ΄Ονομα Κυρίου ευλογμένον καί δεδοξασμένον!
   Πόσο έχουμε αποκλείνει τής πορείας μας! Πόσο έχουμε διαστρέψει τά πράγματα! Πόσο έχουμε αλλοιώσει τά κελεύσματα τού Θεού! ΄Ακου πλάνη καί ισχυρισμό. «Τό πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οί πλούσιοι τού λαού»(Ψαλ.44,12).Οί πτωχοί αποκλείονται; Άποβάλλονται; Αυτό υπονοεί καί διδάσκει τό πνεύμα τού Θεού; Τί μικρόνοες καί κοντόφθαλμοι αποδεικνυόμεθα! Καί διδάσκονται απ’ άμβωνος, όχι μόνον τοιαύται, αλλά καί αιρετικαί, αντιδογματικαί ακόμη διδασκαλίαι. / «Αίνείτε αυτόν έν τυμπάνω καί χορώ, έν χορδαίς καί οργάνω, έν κυμβάλοις ευήχοις, έν κυμβάλοις αλλαλαγμού»(Ψαλ.149,3:150,4), «έν φωναίς ελαταίς» (φυσαρμόνικα καί ακορντεόν Σοφ.Σειρ.50,16) καί πάει λέγοντας. Κατά κόρον επαναλαμβάνονται ταύτα. Είναι δυνατόν νά τεθούν σέ εφαρμογή; Καί έν τούτοις, τά πάντα συγκεραννύονται, τροποποιούνται, επιτελούνται, αποβάλλονται ή καταργούνται, κατά τό δοκούν τών Προεστώτων, «όπως δόξη - ή λόξη(!) αυτοίς». Στόν Άγιο Παντελεήμονα Άχαρνών-Άθηνών, εντός τού Ναού, Γιώργος Νταλάρας, ΄Αρετή Κετιμέ καί ορχήστρα! Στόν Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης, Χορωδία «Φωνής τών Μακεδόνων» μέ «Μανέστρο» τόν κ. Νότα, «ντουετάκια» καί «σόλο» μέ τήν Ρωσίδα Άνίλα, καί πιάνο μέ ουρά, παρακαλώ, στό αριστερό Άναλόγιο, ενώπιον τού Παναγιωτάτου Άνθίμου! Πότε; Άμφότερα τή 9η Ίουνίου έτους 2009, ημέρα Τετάρτη, Έορτή τής Μεσοπεντηκοστής! Ούτω, «΄Ερευσαν ποταμοί (αφθόνου) ύδατος ζώντος»!!! / ΄Ωρε Χριστιανοί, αυτό είναι τό νόημα καί τό πνεύμα τού ευαγγελίου; Τά παραδώσαμε όλα στούς ενθουσιαστές Προτεστάντες καί τούς Παπικούς; Δέν τούς αφήσαμε τίποτε πού νά μή τό αντιγράψουμε; Όταν λέει ό Μ. Βασίλειος - υπείκων τώ λογω τού Θεού - τό καλύτερο καί τό λαμπρότερο τό πολυτιμότερο τό αρτιμελές (Παλαιά Διαθήκη) κ.λ.π., όλα πρώτα γιά τό Θεό ... Αυτά, τά σημερινά μας χάλια καί τήν κατάντια παρότρυνε νά «επιτύχουμε»; Έτσι, μέ τέτοιες φωνές 123 ντεσιμπέλ (dB), πρέπει νά καλή ό Ίερεύς τούς μεταληψομένους «τού Σώματος καί τού Αϊματος τού εσφαγμένου Αρνίου», διά τού: «μετά φόβου Θεού...»; Έτσι εκλαμβάνεται τό «έν φόβω καί τρόμω» τής (Α΄Κορ.2,3), τό «λάβετε φάγετε», καί «πίετε έξ αυτού» ... όχι «πάντες»(!!), άλλ΄ οί υποκριταί(sic) (=ηθοποιοί, οί τήν υποκριτικήν τέχνην ενδυόμενοι Ιερείς καί Ψάλται); Τήν βυζαντινοπληξίαν τής, δήθεν ελληνικής συνεχείας(!); Τήν, πατροπαράδοτον ορθόδοξον, κατανυκτικήν καί μεταρσιούσαν τόν προσευχόμενον άνθρωπον, μουσικήν χρησιμοποιούντες, μέ ένρηνον «τουρκοεκτέλεσιν» ώς «κούρκοι-γαλοπούλες» καί Χοτζάδες; Μ’ αυτόν τόν τρόπο αρμόζει νά αποδίδωμεν εμμελώς τά κείμενα, υμνούντες καί δοξολογούντες καί ικετεύοντες τόν Θεόν; Αυτό υπονοεί καί εγκλείει τό «άδοντες καί ψάλλοντες έν τή καρδία ημών τώ Κυρίω»;  / Ναί, οί υποκριταί-ηθοποιοί(οί δήθεν ήθος ποιούντες-προάγοντες), σολίστ, τενόροι, μεσόφωνοι, βαρύτονοι  καί αρτίσται, βιρτουόζοι τού προσευχητικού, Ορθοδόξου Ιεροψελίζοντός ποτε (ορθώς), Άναλογίου (μέμνησω Άλεξ. Μωραϊτίδη, Άλεξ. Παπαδιαμάντη -αμφοτέρων Σκιαθιτών-, Παπα-Νικόλα Πλανά) , οί σήμερον (λέγω) ΄Αρχοντες Πρωτοψάλται, Λαμπαδάριοι, Δομέστικοι, Μαϊστορες, Καλοφωνάριοι καί ... (τά ξέρετε δά, όλο τό κακό συναπάντημα καί δέ συμμαζεύεται), αυτοί πρέπει νά εκπροσωπούν «τόν λαόν», είς τό αναπέμπειν άντ’ αυτού (μετά τού Κλήρου) ευχάς καί δεήσεις; Ό «μελοθάνατος» Ιησούς, τέτοια «κέφια» καί «τουρκοχαβάδες» ξεστόμιζε καί άρθρωνε βογκώντας, ανεβαίνοντας αγκομαχητά, μή δυνάμενος «άραι τόν σταυρόν αυτού, βοηθούμενος υπό Σίμωνος Κυρηναίου» (Μαρκ.15,21), στήν Οδόν τού Μαρτυρίου, τήν “ Via Dolorose” , κάνοντας  Kanto-Καντάδα στήν ολοφυρομένη Μάνα Του μέ τό “ Ave Maria” τού Ντονιζέττι ή τό “ Allelouya” τού Χέντελ; Τρομάρα μας! Πού καταντήσαμε! Θά αφήσουμε άραγε τίποτε καί στούς Τούρκους, τούς Φράγγους, τούς Πεντηκοστιανούς καί τούς τόσους άλλους βλαμενοπουλέους; Εδώ Πριγγίτιδα, έκεί Στανίτιδα, πιό ‘κεί Πετριδίτιδα, Καραμανίτιδα, Χρυσανθίτιδα, Ταλιαδωρωσύνη κ.ο.κ., γωνίες εφεξής καί παραπληρωματικές! Πυθαγόρας Σάμιος δέν υπήρξε;! Ελληνική μουσική, ώς προτεύον μάθημα μάλιστα, μέ τίς αντίστοιχες ονομασίες τών όκτώ ήχων, ήτοι Δώριος, Λύδιος, Φρύγιος, Μιξολύδιος, Ύποδώριος, Ύπολύδιος, Ύποφρύγιος, Ύπομιξολύδιος μέ τά ξέχωρα-θεσπισθέτα αυτών διαστήματα διά τών οποίων διαφέρουν αλλήλοις, δέν υπήρξαν ποτέ;! Ύπάρχουν μόνο Τουρκόηχοι, όπως Ράστ, Νικρίζ, Χι τζάζ, Χι τζάζκάρ, Νιχαβέντ(Ναιβέντ), Νεβεσέρ, Σαμπά ή Σαμπάχ, Ουσάκ, Κιουρντί, Καρσιγιάρ ή Χουρί, Σουζινάκ, Χουζάμ, Σεγκιάχ, Μουσταάρ, Γεγκιάχ, Ασιράν, Ιράκ, Δουγκιάχ, Τσαργκιάχ, Νεβά, Χουσεϊνί, Εβίτζ, Κιρντάν ή Γκερντανιέ, Μουχαγιέρ  καί δέ συμμαζεύεται;! Καί πρέπει νά τά εκτελής σάν νά στριφογυρίζης στόν ουρανίσκο «καυτά σουτζουκάκια(!)» (μωρέ μέθοδος), πού γλιτώνεις άμα αποβάλης τό κάψιμο από τήν «ιεροψαλτική Καρταλομύτη σου», μέ τεριρέμια, ανανέδες καί αμανέδες, τά οποία μέσα στό μεράκλωμα αντιγράφουν (δήθεν) «τά φτερουγίσματα τών αγγέλων» ενώπιον τού θρόνου τού Θεού;!! Γελάτε; Μετά λόγου γνώσεως ομιλώ. Είμαστε γιά κλάματα, ώς τελείως ανιστόρητοι,  δυστυχώς, καί αδαείς είς τά περί τήν...δήθεν «Βυζαντινήν Έκκλησιατικήν Μουσικήν»! ΄Ας μή θίξωμε τά Έπτανησιακά Κανταδόρικα Ένετικά κατάλοιπα, τίς Μαντολινατοειδείς Τετραφωνίες κ.λ.π. / Ποιός ό επαϊων περί ταύτα; ΄Αμα είσαι Πατριάρχης καί «παρλάρεις» ώς κατέχων αποτεταμειευμένην αποτεθαυρισμένην καί αποθηκευμένην (δήθεν) πάσαν τήν μουσικήν παιδείαν(!) καί αποφαίνεσαι ώς ό Πρύτανης περί τού θέματος, ή γνωμοδότησίς σου ενέχει καί τήν αλήθειαν, είς τήν οποίαν οί πάντες πρέπει νά υποκλίνωνται, ασπαζόμενοι τούτο ώς ενέχον καί τήν ουσιαστικήν καί αντικειμενικήν κρίσιν; ή - τώ πράγματι - πρέπει νά θλίβωνται καί θρηνούν γιά τήν παραποίησιν, τήν απεμπόλησιν καί μετάλλαξιν, ίνα μή είπω, τήν προδοσίαν ενός μέρους-τομέα έκ τών λαμπροτέρων τού ελληνοχριστιανικού μας πολιτισμού, διά τήν οποίαν, αντί νά εγκαυχώμεθα, πρέπει νά εντρεπώμεθα; Τοσαύτη ανευθυνότης καί αναισθησία πιά; «Όλβιός εστί ός ιστορίης έσχε μάθησιν» ΚΑΙ είς τά περί τήν «Θείαν Μουσική», τήν «από τών αγγέλων τά στόματα κλεμμένην»! Δέν νομίζω νά απαντάται τέτοιο χάλι παρ’ αγγέλοις ενώπιον τού Θρόνου τής Αγίας Τριάδος;! ΄Ως πού επί τέλους θά φτάση ή τρέλα, ό εγωϊσμός καί ή αμορφωσιά περί τήν γνησίαν, Πατροπαράδοτον Ελληνικήν Μουσικήν; Οί Τούρκοι καί οί Κινέζοι μάς φταίνε, ή τά ανιστόριτα καί απαίδευτα μυαλά μας, πού ταυτόχρονα διατείνονται ότι σκορπάνε παντού τόν ελληνοχριστιανικό  μας πολιτισμό καί είς τούτον τόν χώρον; / Καί από μιά άλλη άποψη άς εξετάσωμε τό θέμα. Ό Δαυίδ μέ τά, ενταλθέντα παρά Θεού, μεγαλεία του, τά οποία επακριβώς εφήρμοσε είς τά τής λατρείας τού Νόμου έν τώ Ναώ, έζησε τό 1050 π.Χ. Καί πολύ καλά έκανε πειθαρχώντας τότε. ΄Εμείς, σήμερον, μετά τόν Προφήτη ΄Αμώς πού έζησε τό 750 π.Χ. - άρα πολύ μετά τόν Δαυίδ καί κοντύτερα σέ μάς - τί κάνουμε; Τί ισχύει από κείνον καί μετά μέχρι τίς μέρες μας;  Τό έλαβε ποτέ υπ’ όψιν αυτό κανείς, σάν απόλυτο λόγο καί εντολή τού Θεού; Ποιός  εφήρμοσε καί πού πάνε τά υπό τού Θεού ενταλθέντα καί διά τού Άμώς μέχρις ημών αφηχθέντα καί παραδοθέντα πρός υπακοήν, εφαρμογήν καί εκτέλεσιν; Λέγει: «Μεμίσηκα, απώσμαι εορτάς υμών καί ού μή οσφρανθώ θυσίας έν ταίς πανηγύρεσιν υμών. Διότι έάν ενέγκητέ μοι ολοκαυτώματα καί θυσίας υμών, ού προσδέξομαι αυτά, καί σωτηρίου επιφανείας υμών ούκ επιβλέψομαι. Μετάστησον απ’ εμού ήχον ωδών σου, καί ψαλμόν οργάνων σου ούκ ακούσομαι» (Άμώς 5,21-24). Ερμηνεύω: «Λέει ό Κύριος. Μισώ, αηδιάζω τίς γιορτές σας! Δέ μέ αγγίζουν πιά τά πανηγύρια σας. Ναί! Όταν μού προσφέρετε τά ολοκαυτώματα καί τίς αναίμακτες (προσοχή, αναίμακτες όχι αιματηρές, τυχέα;) προσφορές σας, μέ εξοργίζετε. Αποτροπιασμό μού προκαλούνε τά θρεφτάρια, πού τά προσφέρετε θυσία κοινωνίας. Πάψτε πιά νά μέ ξεκουφαίνετε μέ τούς ύμνους σας. Τόν ήχο από τίς άρπες σας δέν θέλω πιά νά τόν ακούω. Αντί γι’ αυτά, άς ρεύσει σάν νερό τό δίκαιο άφθονο, καί ή δικαιοσύνη σάν χείμαρος αστείρευτος». Άλλ’ άς εισερχώμεθα κατ’ όλίγον στόν πυρήνα τού θέματός μας.
΄Ισταμαι ενώπιον τού Θεού = Προσεύχομαι σημαίνει, ότι ανακαλύπτω εκείνη τή στιγμή μέσα μου, τή ζωή σέ όλο της τό μεγαλείο, καί ζώ τήν ανάσταση, πρίν τήν κοινήν ανάσταση, μέ τό νά θρώσκω άνω (αναβατική διάθεση), συναισθανόμενος τήν υποστατική μου ύπαρξη-οντότητα ώς άνω-θρωπος, κατανοών τό κάθετον τμήμα τού ξύλου τού Σταυρού - Θεός Ουρανός, καί άνθρωπος γή -, καί τό οριζόντιον τμήμα αυτού ... ό πλησίον μου! ΄Ισταμαι ενώπιον τού Θεού=Προσεύχομαι, σημαίνει, ότι περισσότερο αισθάνομαι καί βιώνω υπερβατικά τήν παρουσία Του, παρά τήν βλέπω μέ τά μάτια τού σώματος.
Ή παρουσία τού Θεού συνιστά μιά θεία φανέρωση, πού φωτίζει καί ανοίγει τά μάτια τής ψυχής. Ό Χριστός ήλθε στόν κόσμο, γιά νά μάς ελευθερώση καί νά μάς κάνη κατά χάριν θεούς. Ήλθε, γιά νά μάς δώση τήν δυνατότητα νά δούμε καί νά βιώσουμε τή θέα «τού απροσίτου φωτός» (φώς οικών απρόσιτον) (Α΄Τιμ.6,16), νά τόν γνωρίσουμε θεοπρεπώς υπάρχοντα, καί νά αισθανθούμε καί νά βιώσουμε τήν παρουσία Του ώς φώς καί ειρήνη. Νά μάς χαρίση «τό αρχαίο κάλλος» καί τήν υϊοθεσίαν, «ίνα τήν υϊοθεσίαν απολάβωμεν»(Γαλατ.4,5).
Έρίζουν καί κραυγάζουν οί αδύνατοι καί οί φοβούμενοι νά μήν κλονιστή ή παντοκρατορία τού εγώ τους, οί κατεξουσιάζοντες καί κατακυριεύοντες (Ματ.20,25 : Μαρ.10,42), έν ελλείψει αυτοσυνειδησίας, ότι είναι δούλοι αχρείοι (Λουκ.17,10), τά πάντα παρά Θεού λαβόντες καί ουδέν έξ εαυτών ή παρ’ αυτών έχοντες (Α΄Κορ.4,7). Ποία ή ΄Εφεσις;  Νά αποδειχθούν ευεργέται(!), ζητούντες έν τέλει Βαραβάν καί όχι Ίησούν (Ίωάν.18,40), τοποθετούντες εαυτούς είς τήν θέσιν τού Χριστού, μέ τά «είς τόπον καί τύπον Χριστού, αγιώτατος, παναγιώτατος, 10ος   καί 3ος  (13ος) τών Άποστόλων, Κριταί τής Οικουμένης(!), μή νοήσαντες ποτέ, ποίοι «κρινούσιν αγγέλους» (Α΄Κορ.6,3), καί τήν, κατά χάριν καί από Θεού Σωτήρος, παραχώρησιν τού «γενέσθαι τέκνα Θεού καί Θεοί κατά χάριν» (Α΄Ιωάν.3,στίχοι 1,2,10).
Ίσταμαι ενώπιον τού Θεού σημαίνει, ότι περισσότερο αισθάνομαι καί βιώνω υπερβατικά τήν παρουσία Του, μέσω τής πίστεως ψηλαφών, παρά τήν βλέπω μέ τά μάτια τού σώματος.
Ίσχύει πάντοτε τό «αιτείτε καί δοθήσεται, ζητείτε καί ευρίσετε, κρούετε καί ανοιγήσεται υμίν. Πάς γάρ ό αιτών λαμβάνει, ό ζητών ευρίσκει καί τώ κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ.7,7-8).
Δέν μπορεί κανείς νά πλάση μέσα στή διάνοιά του, πιό χρήσιμο πρόσωπο από τό Θεό, γιά νά κουβεντιάση (προσευχηθή) μαζί Του!
Ή πνευματική καρποφορία μέσω τής προσευχής  φαίνεται-συντελείται, όταν προοδευτικά μέ υπομονή καλλιεργούμε καί επιτυγχάνωμε στήν έδρα τών συναισθημάτων (τήν καρδίαν), τήν κάθαρσιν καί έξαξιν (εξαγωγήν) έξ αυτής, καί δή τού υποσυνειδήτου, έν τώ όποίω απορρίπτομεν πάντα τά αισθήματα ενοχής, καί τούτο - παράλληλα μέ τήν προσευχήν - καί διά τού φιλανθρώπου Μυστηρίου τής Ιεράς Εξομολογήσεως, όταν, χωρίς αργοπορίαν καί χρονοτριβήν, τό καθαρθέν άγγος, τήν «σεσαρωμένην οικίαν» (Ματ.12,44 : Λουκ.11,25) τής υπάρξεώς μας τό/τήν γεμίσωμεν μέ Χριστόν διά τής Θείας Κοινωνίας, πρίν ή, τό εξελθόν δαιμόνιον (διότι περί αυτού πρόκειται) μεταβή είς τά όρη καί εύρη επτά δαιμόνια ικανότερα εαυτού (τού δαιμονίου) (αυτόθι,έ.α), διότι, άν προλάβη, ή οκτάδα πλέον αύτη επανερχομένη, νά εύρη κενήν (άδεια) καί σεσαρωμένη τήν οικίαν,  χωρίς ενοικούντα- κατοικούντα τόν Χριστόν έν αυτή, τότε είσερχομένη (ή οκτάδα), επιτυγχάνει τό νά προσγίνουν στόν αμελήσαντα καί μή γρηγορήσαντα εμβαλείν - θέσαι Χριστόν Κυρίαρχον καί Οικοδεσπότην έν εαυτώ, δικαιωματικά αντιποιείται τήν αρχήν ούτος (ό διάβολος) αντί τού Παντοκράτορος, Δημιουργού, καί φυσικού Κυριάρχου Χριστού, καί τότε γίνονται έν τώ (αμελήσαντι, ραθυμήσαντι) ανθρώπω «τά έσχατα χείρονα τών πρώτων» (Β΄ Πέτρ.2,20).  «Συνείδησιν καθαράν, πόνοι ποιούσιν ασκήσεως» (Διονύσιος ό έν ΄Ολύμπω).
Προοδευτικά - ώς οίδαμε(γνωρίσαμε) -, προσπαθούντες, αγωνιζόμενοι, γρηγορούντες, χρώμενοι τών Ιερών Μυστηρίων, καί μηδόλως έν ακηδία διατελούντες, μεταβαίνομεν «ψυχή τε καί σώματι» είς μίαν άλλην κατάστασιν.
Ή προσευχή, δέν είναι γιά σήμερα ή γιά μιά στιγμή. Είναι - πρέπει νά είναι - διαρκής καί διά βίου προσγινομένη καί αποτεινομένη Θεώ. «Προσευχητέον, μνημονευτέον μάλλον ή αναπνευστέον» προετεθήκαμεν τώ πονηματιδίω τούτω, όπερ Γρηγόριος ό Θεολόγος απεφήνατο.
Κατά τήν προσευχήν «γίνεται μιά περιχώρησις τής θείας καί τής ανθρωπίνης ζωής, μέ μιά διπλή κίνηση. Ό άνθρωπος ανατείνει, αναφέρει, ανωθρώσκει τίς ψυχικές του δυνάμεις πρός τόν Θεόν, καί ό Θεός συγκαταβαίνει πρός αυτόν».
Ό προσευχόμενος, σιγά σιγά αλλοιούμενος, λαμβάνει, κάποια στιγμή κατ’ αρχάς φευγαλέα τό δώρο τής προγεύσεως τής αιωνιότητος.
Τό σώμα περιέρχεται σέ κατάσταση νεκρώσεως έν ζωή, αιχμαλωτιζομένου τού νοός  υπό τής αγάπης τού Θεού. Ή κατάστασις αυτή είναι, πρόγευσις αιωνιότητος, διαρκώς αυξανομένη, μέχρι τής θεώσεως! Άν δέν επιτευχθή ή θέωσις, μένει - τουλάχιστον - ή πρόγευσις τής αιωνιότητος, καί ή δίψα καί έφεσις γιά συνέχιση τού αγώνα πρός επίτευξιν, προσοικείωσιν καί κατάκτησιν τού εφετού. Καί «τών εφετών ή ακρότης», είναι αυτή αύτη ή θέωσις!
΄Εν τή προσευχή, ό νούς τού ανθρώπου δύναται νά διατρέξη αχρόνως έν τόπω όλους τούς αιώνες, από κτίσεως κόσμου μέχρι τά βάθη τής αιωνιότητος, χωρίς όμως νά διαπεράση όπισθοβατικώς καί οπισθοχρονικώς τό όριον τής εκκινήσεως τής απαρχής τού υλικού κόσμου καί τού εαυτού του (ανθρώπου), εισερχόμενος στήν έκτασιν καί τόν χώρον τής πνευματικής δημιουργίας τών αγγέλων, πολλώ μάλλον νά εγγίση, ψαύση, ελέγξη, έστω νοερά διά τής υποστάσεως τής πίστεως, τόν τής αϊδιότητος τής Παναγίας Τριάδος χώρον χρονικά.
Νοερά έν τή προσευχή δύναται νά διατρέξη καί διατρέχη καί ψηλαφά διά τής πίστεως ώς υπαρκτά, τά επουράνια, τά επίγεια απ’ άκρου έως άκρου καί τά καταχθόνια. Τά τού «τρίτου ουρανού» (Β΄Κορ.12,2), εί καί μή δυνάμενα νά εκφρασθούν (νά αποδοθούν διά λεκτικών στοιχείων) διά τής γλώσσης, ερευνώνται όμως διά τού νοός-διανοίας καί διά τού πνεύματος τού ανθρώπου, συνοδεία καί φωτισμώ καί δυνάμει τού Άγίου Πνεύματος, τού τρίτου Προσώπου τής Παναγίας Τριάδος, Τό Όποίο χειραγωγεί καί ποδηγετεί τόν θεούμενον άνθρωπον, είς γνώσιν πάσης τής ΄Αληθείας.
Σιωπή, δέν είναι τόσο τό νά μή μιλώ, όσο τό, σκεπτόμενος, ν’ άνω(α)-φέρωμαι  καί, εξερχόμενος καί απομακρυνόμενος από τού εαυτού μου, νά βυθίζωμαι στήν ταυτόχρονη, αποπνευματωμένη κατάσταση-καταξίωση τής υπάρξεως-υποστάσεώς μου, καί τή στιγμιαία ανυπαρξία τού υλικού μου είναι, μέσα στό πέλαγος τού υπαρκτού έν πνευματική υφή, καί μόνο διά τής πίστεως ψηλαφωμένου ελέους καί τής χάριτος τού Θεού, πού προσκτίζουν καί κατεργάζονται εντός μου τήν θέωσιν, ώς τελολογικήν, εσχάτην απόκτησιν καί κατάκτησιν τής ακρότητος τών εφετών, πού είναι ή «αυτοψεί θέα τού Θεού» (Θ.Λειτουργία), καί ή ατελεύτητος μετ’  Αυτού ένωσις, συγκατοίκησις καί ή έξ Αυτού καί παρ’ Αυτού πηγάζουσα καί διαχεομένη Ευφροσύνη!
Όσο κανείς ωριμάζει πνευματικά, τόσο περισσότερο σιωπά, ακόμη καί τήν ώρα τής προσευχής.
Γιά νά ζήσης καί γευθής τά ώς άνω, δέν χρειάζεται νά είσαι Έπίσκοπος, Πατριάρχης, ή Μοναχός, ή τί άλλο. Είναι προσιτά, εύκολα καί προσβάσιμα είς πάντας ανθρώπους, οί οποίοι όμως αγαπούν καί αναγνωρίζουν Τόν Χριστόν ώς Σωτήρα τους, καί επιθυμούν νά έχουν κοινωνία μαζί Του.

Ύποσημείωσις:
      Θεωρώ σκόπιμον νά ανασύρω καί καταχωρήσω ενταύθα λόγους τού Μεγάλου Άθανασίου έκ τής Β.Ε.Π.Α.Δ., Τόμος 35ος , σελίς 28, σχέσιν έχοντας περί τά ώς άνω.
      «Είπεν ό Κύριος. Προσέχετε από τών ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται πρός υμάς έν ενδύματι προβάτου, ένδοθεν (έσωθεν) δέ είσι λύκοι άρπαγες! ΄Από τών καρπών αυτών επιγνώσεσθε αυτούς» (Ματθ.7,15). Έάν ούν τινα ίδης, αδελφέ, ότι έχει σχήμα σεμνοπρεπές, μή πρόσχης, ότι ενδέδυται κώδιον(*) προβάτου, ότι όνομα έχει πρεσβυτέρου, ή επισκόπου, ή διακόνου, ή ασκητού. ΄Αλλά τάς πράξεις αυτού περιέργασαι. Εί έστι σώφρων, εί έστι φιλόξενος, ή ελεήμων, ή αγαπητικός, ή έν προσευχαίς καρτερικός, ή υπομονητικός. Εί έχει κοιλίαν θεόν καί φάρυγγα άδην, νοσών χρήματα, καί καπηλεύων τήν θεοσέβειαν,  άφες αυτόν ... Εί δέ καί από ακανθών ού συλλέγεις σταφυλάς, ή από τριβόλων σύκα, τί υπολαμβάνεις, ότι από παραβατών έχεις τι αγαθόν ακούσαι, ή από προδοτών μαθείν τι χρήσιμον; (Σέ κατασπάζομαι προσκυνών Σε, Μεγάλε ΄Αθανάσιε!)
     * «κώδιον» = ακούρευτο δέρμα προβάτου, μέ τό μαλλί του.
  «δορά» (τής δοράς) = δέρμα προβάτου χωρίς μαλλί, ήτοι κουρεμένο, ή καί ξυρισμένο.
·       «κυπρί» = κουδούνι ζώου, κιτρίνου χρώματος.
΄Αλλαι όνομασίαι: τσοκάνι, τροκάνι, καμπάνα.




                                                                                                             ΙΩΑΝΝΗΣ