Καταγόταν ἀπό τὴ
Μεσσηνία, γεννημένος τὸ 1930 στὸ χωριό
Βουρνάζι (σήμερα Καλοβρύση).
Οἱ
γονεῖς του, Ἰωάννης καὶ Γεωργία, τοῦ μετάγγισαν τὴν πίστι καὶ τὴν εὐλάβεια.
Σπουδαῖο
ρόλο στὴν κατὰ Θεὸ πορεία τοῦ νεαροῦ ἀκόμα Ἐτεοκλῆ ἔπαιξε ἡ θεία του Ἀλεξάνδρα,
πού γιὰ πολλοὺς ἀπό τούς συνεργάτες καὶ τὰ πνευματικὰ παιδιὰ τοῦ μετέπειτα
σπουδαίου πνευματικοῦ π. Ἐπιφανίου, ἦταν θεϊκὸ στήριγμα.
Τὸ
δημοτικὸ καὶ τὸ γνμνάσιο ὁ Ἐτεοκλὴς τὰ τέλειωσε στὴν Καλαμάτα.
Τὸ
1949 εἰσῆλθε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Σπούδασε
ἀπό φλογερὴ ἀγάπη τὴ Θεολογία.
Στὰ
φοιτητικά του χρόνια μελέτησε πολλὰ ἀπό τά πατερικὰ ἔργα.
Χειροτονήθηκε
τὸ 1956 διάκονος ἀπό τὸν τότε Μητρ. Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κυρὸ Ἱερόθεο.
Τὸ
1961 ἔλαβε τὸ δεύτερο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης ἀπό τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Ἐλευθερουπόλεως
Ἀμβρόσιο.
Διακόνησε
κυρίως ὡς πνευματικὸς σύμβουλος καὶ ἐξομολόγος στὸ Ἵδρυμα «Τρεῖς Ἱεράρχαι» Ἀθηνῶν
γιὰ 30 περίπου χρόνια.
Στὴν
καρδιὰ τῆς Ἀθήνας, στὴν ὁδό Μενάνδρου 4, χτυποῦσε μιὰ ἀπό τὶς ἁγιώτερες καρδιὲς
τοῦ 20οῦ αἰώνα.