φωτο: Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς νέος


Νύκτα, βαρειά νύκτα έχει καλύψει την Ευρώπη – Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς
Ο άνθρωπος
είναι μεγάλος μόνον δια του Θεού και εν’ τω Θεώ· τούτο είναι η
θεμελιώδης αρχή του θεανθρωπίνου πολιτισμού. Χωρίς τον Θεόν ο άνθρωπος
δεν είναι παρά εβδομήκοντα κιλά αιμόφυρτου ύλης. Τι είναι ο άνθρωπος
χωρίς τον Θεόν, αν όχι τάφος παραπλεύρως εις τον τάφον; Ο Ευρωπαίος
άνθρωπος έχει καταδικάσει εις θάνατον τον Θεόν και την ψυχήν. Δεν
κατεδίκασεν όμως ούτω και τον εαυτόν του εις θάνατον εκ του οποίου
θανάτου δεν υπάρχει ανάστασις;
"Αυτή δε η άρνησή μου
δεν είναι αποτέλεσμα στιγμιαίας διαθέσεως, αλλά καρπός μακροχρόνιων
σκέψεων, και έχει μέσα μου πολύ μεγάλη σπουδαιότητα, αφού είναι γέννημα
της αταλάντευτης και αμετάβλητης αίσθησής μου ότι δεν είμαι κατάλληλος
για επίσκοπος…" Χωρεπισκόπου Νοβο-Μπρτνο και Παννονίας Μαξίμου
Α. Εισαγωγή: Η αποκάλυψη των Συγγραμμάτων του Αγίου Ιουστίνου
Τα πρόσφατα δημοσιευμένα Συγγράμματα του Αγίου Ιουστίνου του Κελίου, σε δύο τόμους, έχουν αποκαλύψει περαιτέρω στο ορθόδοξο κοινό μας το βάθος, την ορθοδοξία, την ευαγγελικότητα και τη ζωντάνια του πνεύματος, της παράδοσης και των λόγων αυτού του αγίου πατέρα. Δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν σε ένα σύντομο άρθρο όλα τα πνευματικά μαργαριτάρια από τα Συγγράμματα του Αγίου Ιουστίνου, ειδικά τα ομολογιακά, που στρέφονται κατά της εκκλησιαστικής και θεοαντιφατικής αίρεσης του οικουμενισμού.
(Το ορθόδοξον οικουμενικόν σήμαντρον)
Έτσι συνοψίζει, ο μακαριστός Ορθόδοξος επίσκοπος Ύδρας Ιερόθεος, την Πατερική παρουσία του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ως «ορθόδοξον οικουμενικόν σήμαντρον, ιδιαιτέρως επίκαιρον και εξόχως αναγκαίον εις τας κρισίμους ημέρας τας οποίας διέρχεται ο Ορθόδοξος Ελληνισμός» (Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης Ιερόθεος). Αυτή η πολύ γνήσια (πνευματικά) δήλωση του μακαριστού επισκόπου, αποτελεί (πλέον) μια διαχρονική ατέρμονη προλόγιση της παρουσίας του Αγίου για ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο.
Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι κατά κάποιον τρόπο ἡ βιογραφία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο αὐτό. Καί μάλιστα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι ἡ βιογραφία τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ σ’ αὐτό τόν κόσμο. Μέσα σ’ αὐτήν περιγράφεται πῶς ὁ Θεός, γιά νά δείξει τόν Ἑαυτό Του στούς ἄνθρωπους, ἔστειλε τόν Θεό Λόγο, ὁ ὁποῖος σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος, καί σάν ἄνθρωπος εἶπε στούς ἀνθρώπους ὅλα ὅσα ὁ Θεός ἔχει, ὅλα ὅσα ὁ Θεός ἐπιθυμεῖ γιά τόν κόσμο αὐτο καί γιά τούς ἄνθρωπους πού ζοῦν σ’ αὐτόν. Ἀποκάλυψε ὁ Θεός Λόγος τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο. Ὁ Θεός Λόγος μέ τή βοήθεια τοῦ λόγου, ἔδειξε τόν Θεό στούς ἄνθρωπους, ὅσο εἶναι δυνατό ὁ ἀνθρώπινος λόγος νά περιλάβει τόν Ἀπερίληπτο Θεό.
Από την ελεύθερη επιλογή για το θεϊκό αγαθό ή για το δαιμονικό κακό, για τον Θεό ή για τον διάβολο.Και ο παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου αρχίζουν εδώ από τη γη για να συνεχιστούν αιώνια στην άλλη ζωή.Τί είναι ο παράδεισος;
«Χωρὶς τὸν Θεὸν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι παρὰ ἑβδομήκοντα κιλὰ αἱμόφυρτης ὕλης. Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὸν Θεόν, ἂν ὄχι τάφος παραπλεύρως εἰς τὸν τάφον;


Οἱ
ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον.ὁ Θεός ὅμως διά τῆς
Ἀναστάσεώς Του ″καταδικάζει″ τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά
κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς.διά τάς ὕβρεις τάς
εὐλογίας.διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι
τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν.καί ποτέ δέν ἔδειξεν
ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι
ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς
Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί
ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε
τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του.
Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ
ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί
ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ
Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως
τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς
πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου.
Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς
«ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη,
τό νῖκος;» (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος
ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ
νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.