Παρασκευή 3 Μαΐου 2024

Κυθήρων Σεραφείμ: Ἀπό Ἀνατολήν καί Δύσιν προανακρούονται ἐσχάτως «σάλπιγγες», οἱ ὁποῖες προμηνύουν τόν κοινόν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, καί κατ’ ἐπέκτασιν καί τῶν λοιπῶν ἑτεροδόξων ὁμολογιῶν, μέ προοπτικήν τό «κοινόν Ποτήριον».

 

  

Ἐν Κυθήροις τῇ 25ῃ Ἀπριλίου 2024

Ἀριθ. Πρωτ.: 183

ΠΑΣΧΑΛΙΟΣ ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
(ὑπ’ ἀριθ. 237/2024)

Πρός

Τόν Ἱερόν Κλῆρον καί

τόν Χριστώνυμον Λαόν

τῆς καθ΄ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων

«ΠΑΣΧΑ ΟΥΡΑΝΙΟΝ ἑορτάζοντες ἡμεῖς, τό γήϊνον ὑπερβεβήκαμεν… τό δέ παρ’ ἡμῖν ἐπιτελούμενον Πάσχα, ἁπάντων ἀνθρώπων σωτηρίας ἐστίν αἴτιον…»

(Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 59, Εἰς τό Πάσχα, σ. 723)

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί καί Συλλειτουργοί,

Ἀδελφοί μου Χριστιανοί, Τέκνα μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

                                        ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Τό θεῖον, ἄκτιστον καί ἀνέσπερον φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἄς φωτίζῃ καί ἄς καταυγάζῃ «νοῦν, ψυχήν καί καρδίαν» πάντων ἡμῶν καί πάντων τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, τῶν ἀπό περάτων ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης, ἀλλά καί τόν σύμπαντα κόσμον.

Εἰς τό πρόταγμα τῆς παρούσης Πασχαλίου Ποιμαντορικῆς Ἐγκυκλίου μας μᾶς λέγει ὁ «μελίρρυτος ποταμός τῆς σοφίας», ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅτι ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἑορτάζοντες τό Οὐράνιον Πάσχα ὑπερέβημεν τό γήϊνον. Καί ἐξηγεῖ ὁ Θεοφόρος Πατήρ : Πάσχα μέν γήϊνον ἑορτάζουν οἱ Ἰουδαῖοι, ἐνῷ ἀρνοῦνται τό οὐράνιον, ἀφοῦ δέν πιστεύουν εἰς τήν Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἀρνοῦνται τήν Ἀνάστασίν Του, ὅτι ἀνέστη ἐκ τῶν νεκρῶν ὡς Θεός Παντοδύναμος. «Ἐκεῖνο (τό Ἰουδαϊκό Πάσχα) ἑωρτάζετο μίαν φοράν τό ἔτος, ἐνῷ τό ἰδικό μας, τό Χριστιανικό Πάσχα, τελεῖται εἰς κάθε Λειτουργική Σύναξι» (Ε.Π.Ε. 34, 168).Καί, συγκρίνων τά δύο Πάσχα, τό Ἰουδαϊκόν καί τό Χριστιανικόν, ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἐπισημαίνει ὅτι τό Ἑβραϊκόν Πάσχα, τό ὁποῖον ἑώρτασαν καί ἑορτάζουν ἐκεῖνοι ἦτο σύμβολον τῆς σωτηρίας τῶν πρωτοτόκων τέκνων τῶν Ἰουδαίων. Τότε, μέ τό αἷμα τῶν θυμάτων - τῶν ἀμνῶν τοῦ Πάσχα ἐκείνου εἰς τήν Αἴγυπτον, μέ τό ὁποῖον ἐχρίσθησαν οἱ θύρες τῶν Ἑβραίων, δέν ἐθανατώθησαν τά πρωτότοκα τῶν Ἰουδαίων, μαζί μέ τά πρωτότοκα τέκνα τῶν Αἰγυπτίων. Τό Χριστιανικόν, ὅμως, Πάσχα, συνεχίζει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, τό ἐπιτελούμενον ἀπό ἡμᾶς, εἶναι αἴτιον τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

«Τό Πάσχα δέν περιορίζεται εἰς τήν νηστείαν, ἀλλά εἶναι ἡ προσφορά τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Θυσία Του, καί αὐτή ἐπιτελεῖται εἰς κάθε Λειτουργική Σύναξι. Κάθε φορά, πού μέ καθαρά συνείδησι προσέρχεσαι εἰς τήν Θείαν Κοινωνίαν, κάνεις Πάσχα, ὄχι ὅταν ἁπλῶς νηστεύῃς, ἀλλ’ ὅταν μετέχῃς ὑπαρξιακά εἰς τήν Θυσία ἐκείνη… Ἐμεῖς εἰς τό Κήρυγμα ὅλο τόν χρόνο ἐπιμένουμε νά κηρύσσωμε τήν νηστεία, λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀλλά οἱ Χριστιανοί ὡς ἐπί τό πλεῖστον δέν προσέχουν εἰς τά λόγια μας, ὥστε νά ἀκολουθοῦν τήν νηστεία. Μόλις ὅμως φθάση ὁ καιρός τῆς νηστείας τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, τότε καί χωρίς κανένας νά προτρέψῃ ἤ νά συμβουλεύσῃ, ἀκόμη καί ὁ πιό νωθρός ἀφυπνίζεται καί ἀκολουθεῖ τήν προτροπή καί τήν συμβουλή, πού ἐπιβάλλει ὁ καιρός τῆς νηστείας» (Ε.Π.Ε. 34, 176-178).

«Ἡ νηστεία μας δέν γίνεται διά τό Πάσχα, οὔτε διά τόν Σταυρόν, ἐπισημαίνει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ἀλλά διά τά ἰδικά μας ἁμαρτήματα, ἐπειδή πρόκειται νά προσέλθωμεν θεαρέστως εἰς τά Ἅγια Μυστήρια. Τό Πάσχα ἄλλωστε δέν εἶναι αἰτία νηστείας, οὔτε καί πένθους, ἀλλ’ εἶναι ὑπόθεσις εὐφροσύνης καί χαρᾶς» (Ε.Π.Ε. 34, 178).

«Τό Πάσχα εἶναι ἑορτή τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Χαίρονται οἱ Ἄγγελοι, μαζί καί οἱ Ἀρχάγγελοι καί πρό παντός συνεορτάζει ὁ Δημιουργός τῶν Ἐπουρανίων Δυνάμεων» (Ε.Π.Ε. 36, 152).

«Σήμερα (ἡμέρα τοῦ Πάσχα) εἰς ὅλην τήν οἰκουμένην ἐπικρατεῖ χαρά καί θεία εὐφροσύνη. Σήμερα ὅλοι οἱ Ἄγγελοι καί ὅλες οἱ Οὐράνιες Δυνάμεις συναγάλλονται διά τήν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων» (Ε.Π.Ε. 36, 76).

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Τό Ὀρθόδοξον Χριστιανικόν Πάσχα σημαίνει τήν διάβασιν τῶν πιστῶν  Χριστιανῶν «ἐκ τοῦ θανάτου πρός τήν ζωήν καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν» μέ προεξάρχοντα τόν Ἀναστάντα Κύριον καί Θεόν ἡμῶν. «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν. ᾍδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν …»  ψάλλομεν θριαμβευτικῶς. «Ἀνέστη Χριστός καί ζωή  πολιτεύεται ». «Πάσχα ἄμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα τῶν πιστῶν. Πάσχα τό πύλας ἡμῖν τοῦ Παραδείσου ἀνοῖξαν. Πάσχα πάντας ἁγιάζον πιστούς».

Αὐτό τό ἅγιον , τό ἱερόν, τό καινόν, τό μυστικόν, τό πανσεβάσμιον, τό ἄμωμον, τό λύτρον λύπης, τό μέγα Πάσχα, τό Πάσχα τῶν πιστῶν, αὐτό τό μέγα καί ἅγιον Πάσχα ἑορτάζομεν περιχαρῶς, πανευφροσύνως, περιλάμπρως, ἀλλά καί ἱεροπρεπῶς καί θεοπρεπῶς.

Εἶναι ἡ κορυφαία ἑορτή τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ μας Ἑορτολογίου «ἑορτῶν ἑορτή  καί πανήγυρις ἐστί πανηγύρεων». «Ὡς ὄντως ἱερά καί πανέορτος αὕτη ἡ σωτήριος νύξ καί φωταυγής, τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας τῆς ἐγέρσεως οὖσα προάγγελος, ἐν ᾗ τό ἄχρονον φῶς ἐκ τάφου σωματικῶς πᾶσιν ἐπέλαμψεν» διαλαλεῖ μέ τόν ἐξαίσιον Ἀναστάσιμον Κανόνα του ὁ μέγας Δογματικός Θεολόγος τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός.

Δέν εἶναι ὡς τό  φυσικόν καί ἡλιακόν τό Ἅγιον Φῶς, τό ὁποῖον ἀναδύεται ἀπό τόν Πανάγιον Τάφον , ὅπως διακηρύσσουν οἱ ἄπιστοι, ἀλλά, ὡς προελέχθη, εἶναι Θεῖον, ἄκτιστον, ἀληθινόν, ἀνέσπερον, ὅπως τό Θαβώρειον Θεϊκόν Φῶς.

«Τό Φῶς πού ἐμφανίσθηκε στόν Τάφο τοῦ Θεανθρώπου τήν ὥρα τῆς Ἀναστάσεώς Του, ἦταν τό Ἄκτιστο Φῶς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο Φῶς κατέστη ὁρατό στούς Ἀποστόλους Πέτρο, Ἰάκωβο καί Ἰωάννη τήν ἡμέρα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ στό ὄρος Θαβώρ. Τό Ἄκτιστο Φῶς φανερώθηκε καί κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν πύρινες γλῶσσες ἐπικάθισαν στούς Δώδεκα Ἀποστόλους. Τό ἴδιο Φῶς φανερώθηκε καί τύφλωσε τόν Ἀπόστολο Παῦλο κατά τήν πορεία του πρός τήν Δαμασκό. Τό «πύρινο ἅρμα», διά τοῦ ὁποίου ὁ Προφήτης Ἠλίας ἀνελήφθη «ὡς εἰς οὐρανόν», συμβολίζει τήν ἁρπαγή τοῦ Προφήτου ἐντός τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Τό ἴδιο Φῶς ἔγινε ὁρατό καί στόν Μωϋσῆ στό ὄρος Σινᾶ, ὅταν ἀντίκρυσε τήν φλεγόμενη, ἀλλά μή κατακαιόμενη βάτο. Ἡ βάτος, παρόλο πού φλεγόταν, παρέμεινε ἄκαυστη καί ἄφθαρτη. Οἱ ἰδιότητες τῆς ἀκαΐας καί τῆς ἀφθαρσίας παρατηροῦνται καί στή φλόγα τοῦ Ἁγίου Φωτός, ἡ ὁποία δέν προκαλεῖ καῦσι ἤ φθορά τά πρῶτα δευτερόλεπτα. Οἱ ἰδιότητες αὐτές διατηροῦνται μερικῶς περίπου 15-20 λεπτά…

Τό Φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ πού φανερώνεται στόν Πανάγιο Τάφο κάθε Μεγάλο Σάββατο εἶναι τό Ἄκτιστο Φῶς… «Τό Ἄκτιστον Φῶς, κατά τόν ἀείμνηστον Καθηγητήν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Πρωτ. π.Γεώργιο Μεταλληνό, εἶναι ὁ σπινθηρισμός πού βγαίνει  ἀπό τόν Τάφο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό τό Φῶς εἶναι ἀδιόρατο καί ἄκτιστο. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, ὅταν ἀνάψουν οἱ δεσμίδες τοῦ Πατριάρχη, τό Φῶς γίνεται κτιστό. Δηλαδή ἡ αἰτία τῆς ἀναφλέξεως τοῦ φωτός, ἡ αἰτία τῆς ἀναφλέξεως τῶν κεριῶν τοῦ Πατριάρχη (Ἱεροσολύμων) εἶναι τό Ἄκτιστο Φῶς. Ἡ φλόγα, ὅμως πού ἀνάβει στά κεριά του, τήν ὁποία ἠμποροῦμε νά ἐγγίσωμε, εἶναι κτιστό φῶς. Καί ἐπειδή ἡ φλόγα αὐτή ἔχει στήν ἀρχή τήν Χάρι τοῦ Ἀκτίστου Φωτός γι΄αὐτό δέν καίει» (Χ. Σκαρλακίδη, «ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ, ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΟΥ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ», Ἀθήνα 2021, σελ. 24).

Τό Θεῖον καί Ἄκτιστον Φῶς ἀναδύεται συνεπῶς κατά θαυμαστόν τρόπον ἐκ τοῦ Παναγίου καί Θεοδέγμονος  Τάφου, κατόπιν συντόμου τελετῆς τοῦ Ἁγίου Φωτός, τελουμένης ὑπό τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων καί μόνον, ἤ ὑπό τοῦ ἀναπληροῦντος αὐτόν Ὀρθοδόξου Ἀρχιερέως. Οὐδέποτε κατά τήν διαχρονικήν πορείαν τῶν 20 Χριστιανικῶν αἰώνων, ἀνεδύθη τό Ἅγιον Φῶς ἐκ τοῦ Παναγίου Τάφου ἐνώπιον ἑτεροδόξου καί κακοδόξου λειτουργοῦ, καί πολύ περισσότερο οὐδείς αἱρετικός καί κακόδοξος ἔλαβε ποτέ ἐκ τοῦ Θεοδέγμονος Τάφου τό Ἅγιον καί Ἄκτιστον Φῶς, ὅπερ ἀποτελεῖ ἀποκλειστικόν θεῖον προνόμιον τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, ἀλλά καί τεκμήριον γνησιότητος τῆς Ἁγίας καί ἀμωμήτου Ὀρθοδόξου ἡμῶν Πίστεως καί Κανονικότητος τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας Κεφαλή εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Οἱ ἑτερόδοξες, κακόδοξες καί αἱρετικές ὁμολογίες δέν εἶναι, ὅπως θέλουν νά λέγωνται Ἐκκλησίες καί δέν ἔχουν καμμίαν ὀντολογικήν σχέσιν καί ἑνότητα μέ τήν Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν. Τά μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας «ἕν Σῶμα καί ἕν Πνεῦμα»(Ἐφεσ. δ, 4) εἴμεθα, κατά τόν Ἀπόστολον Παῦλον, δηλαδή ἀποτελοῦμε ἕνα Σῶμα, τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία, καί ἕνα Πνεῦμα, τό ὁποῖο ζωοποιεῖ τό Σῶμα αὐτό. «Εἷς Κύριος, μία Πίστις, ἕν Βάπτισμα» (Αὐτόθι στίχ.5). Ἕνας καί μόνος Κύριος ὑπάρχει (ἡ Κεφαλή τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας). Μίαν Πίστιν (ἀνόθευτον  καί ἀμόλυντον  ἀπό αἱρετικάς καί κακόδοξους διδασκαλίας) ἔχομεν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἕνα Βάπτισμα (ὀρθόδοξον χριστιανικόν) ἐλάβομεν.

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἀπό Ἀνατολήν καί Δύσιν προανακρούονται ἐσχάτως, ἐν ὄψει τοῦ ἑορτασμοῦ, κατά τό ἑπόμενον ἔτος, τῶν 1700 χρόνων  ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἰς τήν Νίκαιαν τῆς Βιθυνίας τό 325 μ.Χ., προανακρούονται ἐπαναλαμβάνω, «σάλπιγγες», οἱ ὁποῖες προμηνύουν τόν κοινόν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, καί κατ’ ἐπέκτασιν καί τῶν λοιπῶν ἑτεροδόξων ὁμολογιῶν, μέ προοπτικήν τό «κοινόν Ποτήριον».

Καί θά ἦτο εὐχῆς ἔργον καί εὐλογία Θεοῦ ἐάν ἐπραγματοποιεῖτο θεοφιλῶς καί ἱεροκανονικῶς, καί ὄχι ἀπροϋποθέτως ἡ προσευχή τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» καί ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας «…καί γενήσεται μία ποίμνη, εἷς Ποιμήν». Ὅμως, δυστυχῶς, ἀπέχομεν μυρίας παρασάγγας ἀπό αὐτά τά εὐκταῖα καί προσδοκώμενα. Ὁ διάχυτος οἰκουμενισμός, οἱ καινοτομίες, οἱ αἱρέσεις καί οἱ κακοδοξίες, οἱ συμπροσευχές καί οἱ συγχρωτισμοί μέ τούς ἀκοινώνητους, πού ἀπαγορεύονται ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνας καί σκανδαλίζουν τό Χριστεπώνυμο πλήρωμα, ἡ μή σθεναρά ἀντίδρασις, ὅταν νομοθετοῦνται σαφῶς ἀντιχριστιανικοί νόμοι, καί ἄλλα θλιβερά γεγονότα, δέν ἐπιτρέπουν τό πολύ τολμηρό διάβημα τοῦ συνεορτασμοῦ τῆς κορυφαίας ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, καί πολύ περισσότερον τοῦ «κοινοῦ Ποτηρίου», μέ τά σημερινά δεδομένα.

Ἄν ἀναλογισθοῦμε ὅτι πρό 100χρόνων ἐρυθμίσθη τό Ἡμερολογιακό -Ἑορτολογικό ζήτημα μέ παρέμβασιν τῆς Πολιτείας, χωρίς νά ἀκολουθηθῇ ἡ κανονική διαδικασία μελέτης τοῦ θέματος ὑπό Πανορθοδόξου Συνόδου καί τό ζήτημα αὐτό ἐδημιούργησε ταραχές καί σχίσματα ἐπί σχισμάτων, καί δέν παρῆλθε ἀκόμη ἡ δοκιμασία αὐτή, εἰς βάρος τῆς Ἐλληνορθοδόξου Πατρίδος μας. Ἄν συλλογισθοῦμε ὅτι τό πρό 5ετίας δημιουργηθέν ζήτημα , πάλιν κατόπιν πιέσεως καί παρεμβάσεων πολιτικῶν παραγόντων, εἰς τήν Οὐκρανίαν μέ τήν μή ἀπόδοσιν τῆς Αὐτοκεφαλίας εἰς τήν Κανονικήν ὑπό τόν Μητροπολίτην Ὀνούφριον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας, (ἡ ὁποία ἀναγνωρίζεται ἀπό τά 2/3 τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν), ἀλλά εἰς σχισματικούς, καθῃρημένους, ἀχειροτόνητους καί ἀναθεματισμένους, ἐξελίσσεται ἀπό τό κακόν εἰς τό χειρότερον καί μέ τήν παρέμβασιν  τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἐκτυλίσσονται καθημερινῶς σκηνές πρωτοχριστιανικῶν διωγμῶν καί ἀντί τῆς εἰρηνεύσεως ὑπάρχουν θύτες καί θύματα, διῶκτες καί διωκόμενοι, Κληρικοί ἔναντι Κληρικῶν καί Χριστιανοί ἔναντι Χριστιανῶν.

Καί ἄν μελετήσωμεν ἐπισταμένως τό προβαλλόμενον θέμα τοῦ συνεορτασμοῦ τοῦ κοσμοσωτηρίου γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά τῶν κατεγνωσμένων ὑπό Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων αἱρετικῶν, σχισματικῶν, κακοδόξων καί ἀκοινωνήτων καί τό παρεπόμενον καί ἐπιδιωκόμενον παράτολμον διάβημα τῆς ἀπροϋποθέτου συμμετοχῆς τῶν ὡς ἄνω εἰς τό «κοινόν Ποτήριον», τότε τό δρᾶμα τῆς Ἑλληνορθοδόξου Πατρίδος μας, καί τῆς Ὀρθοδοξίας μας γενικώτερα, προβλέπεται, μεγαλύτερον καί ὀξύτερον ἀπό τά δύο προηγούμενα. Ἐδῶ προωθεῖται ὁ συνεορτασμός καί ἀργότερον τό «κοινόν Ποτήριον», Ὀρθοδόξων, Παπικῶν καί κακοδόξων, μέ ὅσα αὐτό συνεπάγεται: παράβασις Ἱερῶν Κανόνων, ἀνατροπή χιλιετοῦς παραδόσεως διακοπῆς τῆς ἀκοινωνησίας διά δογματικούς καί θεολογικούς λόγους, χωρίς νά ἔχουν ἀρθῆ ἐν τοῖς πράγμασι οἱ δογματικές καί ἐκκλησιολογικές διαφορές καί, ἐάν δέν ἐξετασθῇ πανορθοδόξως τό πολύ σοβαρόν θεολογικόν αὐτό ζήτημα, ἀλλά περιορισθοῦν οἱ διάλογοι μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως καί Βατικανοῦ, θά ἔχωμεν καί θά θρηνήσωμεν περαιτέρω ἐμβάθυνσιν τοῦ ἤδη ὑφισταμένου ρήγματος μεταξύ τῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἄν ὄχι ἀθεράπευτα σχίσματα, ὅπερ ὀλέθριον.

Ὁ ἑορτασμός τῶν 1700 χρόνων ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου θά ἔχῃ ἰδιαιτέραν ἀξίαν καί σημασίαν, ἐάν σύμπασα ἡ Ὀρθοδοξία ἀλλά καί οἱ ἑτερόδοξοι, ἐάν τό ἐπιθυμοῦν, προσεγγίσωμεν εὐσεβάστως καί μελετήσωμεν τήν δογματικήν διδασκαλίαν καί τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νικαίας καί ἰδιαιτέρως τά ὅσα ὁρίζει διά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα, τά ὁποῖα καί νά τηρήσωμεν ἐπακριβῶς.

Ἐάν οἱ Παπικοί καί λοιποί ἑτερόδοξοι καί αἱρετικοί ἐπιθυμοῦν νά ἑορτάζουν τό Πάσχα, ὅταν τό ἑορτάζομεν ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι πρόβλημά των. Ἡμεῖς, ὅμως, οἱ Ὀρθόδοξοι νά μή συνεορτάσωμεν ποτέ μαζί τους, ἐν ὅσῳ ὑφίστανται οἱ δογματικές διαφορές, οἱ κακοδοξίες καί οἱ αἱρέσεις των. Νά μή κάμωμεν συμπροσευχές καί πολύ περισσότερο νά μήν ἐπιτρέψωμεν τό «κοινόν Ποτήριον», οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων.

Τά ὅσα ἀπεφάσισεν ἡ Ἁγία Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Νικαίας διά τόν μή συνεορτασμόν τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα μέ τό Ἰουδαϊκόν πάσχα (Φάσκα), διά τούς λόγους τούς ὁποίους ἐπικαλεῖται, ἰσχύουν, δυστυχῶς, τό γε νῦν ἔχον, καί διά τήν περίπτωσιν τοῦ συνεορτασμοῦ, καί τοῦ ἐπακολουθήσοντος ἐν καιρῷ «κοινοῦ Ποτηρίου», μεταξύ Ὀρθοδόξων, Παπικῶν καί λοιπῶν κακοδόξων, ὑφισταμένων εἰσέτι τῶν κακοδοξιῶν, τῶν αἱρέσεων καί τῶν αἱρετικῶν ἑτεροδιδασκαλιῶν.

Ταπεινῶς παρακαλοῦμεν ἐνθέρμως τόν Παναγ. Οἰκουμενικόν Πατριάρχην καί τούς Μακ. Προκαθημένους τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τό σοβαρότατον αὐτό ζήτημα νά ἀντιμετωπισθῇ ὑπό Πανορθοδόξου Ἁγίας Συνόδου, μέ γνώμονα τήν περί τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Ἁγίου Πάσχα Ἀπόφασιν καί Διδασκαλίαν τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία καί τήν προσεπεκύρωσε, καί τήν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν.

Καί ἐπί τούτοις, εὐχόμενος ἀπό καρδίας εὐλογημένο, εἰρηνικό καί χαριτοφόρο τό Ἅγιον Πάσχα δι΄ὅλους σας καί τούς ἀγαπητούς μας ναυτικούς διατελῶ,

Μετά Πασχαλίων εὐχῶν καί ἀγάπης.

Ὁ Μητροπολίτης
†ὁ Κυθήρων & Ἀντικυθήρων Σεραφείμ