Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου - Ιατρός- συγγραφέως
Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων
Εν Κυθήροις τη 2α Φεβρουαρίου 2026
Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, εορτάζει η αγία μας Εκκλησία την εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου μας. Η λέξη Υπαπαντή σημαίνει υποδοχή και προϋπάντηση. Πρόκειται για την υποδοχή που έγινε στον μικρόν Ιησούν από ένα δίκαιο και ενάρετο άνδρα της Παλαιάς Διαθήκης, τον άγιο Συμεών τον Θεοδόχο, όταν η Παναγία μητέρα του Κυρίου τον προσέφερε στο Ναό 40 ημέρες μετά την γέννησή του.
Το νόημα και το περιεχόμενο της εορτής αυτής διηγείται ο ευαγγελιστής Λουκάς στο 2ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του. Σαράντα ημέρες μετά την γέννηση του Κυρίου, η Παναγία με το νεογέννητο βρέφος στην αγκαλιά της και με τον Ιωσήφ προσέρχονται στον ναό του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα. Έρχονται για να εκπληρώσουν κάποια εντολή του μωσαϊκού νόμου. Αφ’ ενός μεν να προσφέρουν θυσία στο ναό και αφ’ ετέρου να παρουσιάσουν τον Ιησού ενώπιον του Θεού ως αφιερωμένο σ’ Αυτόν.
Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο κάθε γυναίκα λεχόνα επί 40 ημέρες μετά την γέννηση αρσενικού παιδιού θεωρείται ακάθαρτη. Δεν επιτρέπεται σ’ αυτήν στο διάστημα των ημερών αυτών να εισέλθη μέσα στο ναό. Μετά την συμπλήρωση των 40 ημερών, έπρεπε να προσέλθη για να προσφέρει ως θυσία για τον καθαρισμό της ένα αμνό και ένα νεαρό περιστέρι, ή ένα τρυγόνι. Εάν δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να προσφέρει ως θυσία τον αμνό, θα έπρεπε να προσφέρει αντί του αμνού ένα ζευγάρι τρυγόνια, ή δύο νεαρά περιστέρια. Η Παναγία όμως αποτελούσε μοναδική εξαίρεση στην εντολή αυτή του Νόμου. Δεν είχε ανάγκη καθαρισμού και προσφοράς θυσίας, διότι με υπερφυσικό τρόπο, με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, συνέλαβε και γέννησε τον Χριστόν, χωρίς να καταστραφεί η παρθενία της και επομένως δεν είχε ποτέ περίοδο λοχείας. Απεναντίας μάλιστα ο Θεός Λόγος, που ήρθε και εσκήνωσε μέσα της αγίασε την παρθενική μήτρα της και ολόκληρη την ψυχή και το σώμα της.
Σύμφωνα πάλι με τον Μωσαϊκό Νόμο, κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί, που γεννιέται, ανήκει στον Θεόν και πρέπει να αφιερώνεται σ’ αυτόν. Οι γονείς του παιδιού θα έπρεπε να καταβάλλουν ένα μικρό χρηματικό ποσό στο ναό για την εξαγορά του. Ο Ιησούς όμως αποτελούσε μοναδική εξαίρεση στην εντολή αυτή του νόμου. Δεν είχε ανάγκη να προσφερθεί σαν αφιέρωμα προς τον Θεόν, σαν να ήταν κάποιος ξένος προς τον Θεόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι ο αγαπημένος Υιός του Θεού, ο σαρκωθείς Θεός Λόγος. Ούτε είχε ανάγκη να εξαγοραστεί από την Παναγία και τον Ιωσήφ, αφού Αυτός ήρθε στον κόσμο, για να μας εξαγοράσει από τη δουλεία της αμαρτίας.
Παρ’ όλα αυτά τόσον ο Ιησούς όσον και η μητέρα του δέχονται να υπακούσουν, σ’ όσα ο Νόμος διέτασσε. Αυτός που νομοθέτησε το Νόμο, υποτάσσεται και υπακούει σε κάθε εντολή του και εκπληρώνει όλη τη δικαιοσύνη του, για να αποδείξει ότι δεν είναι αντίθετος προς αυτόν και για να δώσει και σε μας το παράδειγμα της υπακοής σε κάθε εντολή του Θεού. Γίνεται υπήκοος προς τον Πατέρα του μέχρι θανάτου, τηρώντας με ακρίβεια το θέλημά του, για να θεραπεύσει το τραύμα της ιδικής μας παρακοής.
Τότε λοιπόν που η Παναγία ήρθε στο ναό, για να εκπληρώσει, όσα διέτασσε ο Νόμος, εκείνη ακριβώς την ώρα ήρθε επίσης στο ναό, οδηγημένος από το Πνεύμα το άγιο, ο άγιος Συμεών. Αυτός ήταν άνθρωπος δίκαιος και ευλαβής, αφοσιωμένος στον Θεόν και το θέλημά του. Είχε μέσα του το άγιο Πνεύμα, το οποίο του αποκάλυψε, ότι δεν θα απέθνησκε, προτού να δεί με τα μάτια του τον Μεσσία Χριστόν. Πλησίασε την Παναγία και πήρε από τα χέρια της στην αγκαλιά του με πολλή στοργή το πανάγιο βρέφος. Η καρδιά του είχε γεμίσει εκείνη την ώρα από βαθιά ειρήνη, άφατη χαρά και αγαλλίαση. Αισθάνεται ότι δεν πατάει στη γη, αλλά βρίσκεται στους ουρανούς μαζί με τους αγγέλους. Ο άγιος Συμεών αυτή την ώρα μιμείται τα χερουβίμ, διότι βαστάζει τον «επί θρόνου χερουβικού εποχούμενον», τον σαρκωθέντα Θεόν. Κατανοεί με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος ότι το μικρό και αδύνατο αυτό βρέφος, τυλιγμένο μέσα στα σπάργανα είναι «ο παλαιός των ημερών», ο κτίστης και δημιουργός των απάντων, ο πλαστουργός του και Θεός και θαυμάζει του μυστηρίου την δύναμη. Θαυμάζει το μέγεθος της συγκαταβάσεως της φιλανθρωπίας και της αγάπης του Θεού. Η ώρα αυτή είναι για τον άγιο Συμεών ο πιο συγκλονιστικός σταθμός της ζωής του. Ευχαριστεί και δοξολογεί τον Θεόν για το μέγεθος της δωρεάς που αξιώθηκε. Τον δοξολογεί με τους προφητικούς εκείνους λόγους, τους οποίους επαναλαμβάνει η Εκκλησία μας στο τέλος κάθε εσπερινού: «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ». Σ’ ευχαριστώ, λέγει, Θεέ μου, γιατί εξεπλήρωσες σήμερα την υπόσχεσή σου και μ’ αξίωσες όχι μόνον να σε δω με τα μάτια μου, αλλά και να σε ψηλαφίσω με τα χέρια μου. Τώρα πια μπορείς να με ελευθερώσεις από τα δεσμά του σώματος και να με απολύσεις από την παρούσα ζωή με ειρήνη. Τώρα πια ας έλθει ο θάνατος να με πάρει. Ο πόθος μου εξεπληρώθη. Είδα με τα μάτια μου τον Υιόν σου που τον έστειλες στον κόσμο και εσαρκώθη για να γίνει πηγή σωτηρίας, όχι μόνον του λαού σου, του Ισραήλ, αλλά και όλων των λαών της γης. Χάρις σ’ αυτόν θα γνωρίσουν τα έθνη τον αληθινό Θεό και θα οδηγηθούν από το σκότος της ειδωλολατρίας στο φως της αληθινής θεογνωσίας. Τα λόγια αυτά του αγίου Συμεών, καθώς και όσα είπε παρά κάτω προς την Παναγία, είναι λόγια προφητικά και πραγματοποιήθηκαν αργότερα μέχρι λεπτομέρειας.
Την εποχή εκείνη όλοι οι λαοί της γής προσδοκούσαν και περίμεναν με λαχτάρα τον σωτήρα και λυτρωτή. Ο Χριστός είχε γίνει «η προσδοκία των εθνών», σύμφωνα με την προφητεία του πατριάρχου Ιακώβ. Τον αναζητούσαν επίμονα και επιτακτικά. Ήταν η εποχή που το κακό, η εξαθλίωση και η διαφθορά της ανθρωπότητος είχαν φθάσει στο αποκορύφωμά τους. Το σκοτάδι της ειδωλολατρίας και κάθε ηθικής διαστροφής κυριαρχούσε παντού, από το παλάτι της Ρώμης μέχρι τον τελευταίο δούλο της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πουθενά δεν υπήρχε τιμιότης και ειλικρίνεια, πουθενά ασφάλεια και ειρήνη. Ειδικότερα στο λαό των Εβραίων, που ήταν τότε ο περιούσιος λαός του Θεού, δεν υπήρχαν άρχοντες με φόβο Θεού για να τον κυβερνήσουν, αλλά στέναζε κάτω από την τυραννική δουλεία των Ρωμαίων. Επί πλέον η θρησκευτική του ηγεσία, οι Αρχιερείς και Γραμματείς και Φαρισαίοι ήταν άνθρωποι άπιστοι, κενόδοξοι και υποκριτές που επεδίωκαν το χρήμα και την καλοπέραση.
Πόθος διακαής και προσδοκία του αγίου Συμεών ήταν, αδελφοί μου, πότε θα έρθει εκείνη η ώρα, που ο Θεός θα εκπληρώσει την υπόσχεσή του και θα δει με τα μάτια του τον Χριστό. Κέντρο της ζωής του είχε γίνει η προσδοκία της εκπληρώσεως αυτής της υποσχέσεως. Κάθε άλλη προσδοκία και επιθυμία είχε παραμεριστεί στο περιθώριο της ζωής του. Όλο το νόημα της ζωής του ήταν γι’ αυτόν να αξιωθεί να απολαύσει την εμπειρία της ζωντανής παρουσίας του.
Όμως και η δική μας ζωή δεν θα πρέπει να έχει άλλο νόημα και άλλο σκοπό. Πόθος και αγώνας και προσδοκία διαρκής και ισόβιος πρέπει να γίνει και σε μας, το να αξιωθούμε να συναντηθούμε με τον Χριστό, να τον δούμε με τα μάτια της ψυχής μας, να απολαύσουμε την ζωοποιό ενέργεια της θείας Χάριτός Του, να τον κρατήσουμε μέσα στα ενδότερα της ψυχής μας, ώστε να παραμείνει μονίμως μέσα μας. Ας αγωνιστούμε ώστε η εμπειρία του αγίου Συμεών, που είναι καθολική εμπειρία όλων των αγίων, να γίνει και δική μας προσωπική εμπειρία. Αυτή την εμπειρία εύχομαι να αξιωθούμε να βιώσουμε όλοι μας, ήδη από την παρούσα ζωή, με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου, τις πρεσβείες του αγίου Συμεών και όλων των αγίων. Αμήν.
