ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (6ον).
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως- ιατρού
Εν Θεσσαλονίκη τη 7η Σεπτεμβρίου 2026
Μέρος έκτον.
Στο προηγούμενο, πέμπτο, μέρος παραθέσαμε κριτικούς σχολιασμούς σχετικά με τη συγκρότηση και τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου από Ιεράρχες, από την «Συνάξη κληρικών και μοναχών» και από αγιορείτες πατέρες, προερχομένους από Μοναστήρια, Σκήτες, Κελλιά και ασκητήρια του αγίου Όρους, οι οποίοι έστειλαν ανοικτή ομολογητική επιστολή προς την Ιερά Κοινότητα. Στη συνέχεια παραθέτουμε ένα ακόμη αγιορειτικό κείμενο με τίτλο «‘Έμπονος κραυγή’ κελλιωτών αγιορειτών Πατέρων» και κατόπιν διαπιστώσεις και συμπεράσματα «Στρογγυλὴς Τράπεζας», που πραγματοποιήθηκε στη Μολδαβία.
«Έμπονος κραυγή» κελλιωτών αγιορειτών Πατέρων.
Ένα ακόμη αγιορειτικό κείμενο είδε το φως της δημοσιότητος τον Μάρτιο του 2017 με τίτλο «‘Έμπονος κραυγή’ κελλιωτών Πατέρων του Αγίου Όρους», υπογεγραμένο από έξι μοναστικές συνοδείες κελλιωτών Πατέρων του Αγίου Όρους. Το κείμενο αυτό κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνο της «Ανοικτής επιστολής...», επισημαίνει πλείστες όσες κακόδοξες θέσεις, τόσο στο έκτο συνοδικό κείμενο, όσο και σε άλλα. Παραθέτουμε στη συνέχεια μερικά αποσπάσματα: «Εισαγωγικώς και γενικώς, θα πρέπη να επισημανθή το γεγονός ότι εις τα κείμενα υπάρχουν και αρκεταί φράσεις, επιδεχόμεναι και Ορθόδοξον και αιρετικήν ερμηνείαν, όπως επίσης και μερικαί σαφώς Ορθοδοξόταται διατυπώσεις. Το τελευταίον αυτό, όμως, – πολλώ μάλλον το πρώτον – ουδόλως είναι ικανόν να μας καθησυχάση και επαναπαύση, εφ᾽ όσον – όπως θα δειχθή κατωτέρω – παραλλήλως συνυπάρχουν και αι αντίστοιχοι κακόδοξοι τοιαύται. Απλώς ευρισκόμεθα προ φαινομένου κλασσικής διγλωσσίας. …Οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες μας, όμως, άλλως έπραττον και άλλως μας εδίδαξαν. Ο λόγος των δεν ήτο ‘ναι και ου’, αλλά ‘ναι, ναι και ου, ου’, (Β´ Κορ. α´, 17-20 και Ιακ. ε´, 12). Εις τας Ιεράς Συνόδους δεν προσεπάθουν διά της διγλωσσίας να επαναπαύσουν εις την πλάνην των τους αιρετικούς, επιφέροντες ούτω και σύγχυσιν εις τους Ορθοδόξους, ούτε εφεύρισκον και εχρησιμοποίουν αμφισήμους διατυπώσεις, συστεγαζούσας αλήθειαν και πλάνην, προς επιτυχίαν μιας κακώς νοουμένης ψευδεπιγράφου ενότητος. Τουναντίον, ηγωνίζοντο μέχρις εσχάτων διά την εξάλειψιν και του παραμικρού ι (ιώτα), το οποίον θα συνετέλει εις αιρετικήν διατύπωσιν…
Την λύπην αυτής της διαπιστώσεώς μας την διεσκόρπισεν η απόφασις της Ιεράς Συνόδου Πατριαρχείου Βουλγαρίας, η οποία εις τα σημεία που σχολιάζει τας §4, §5 και §12 του κειμένου ‘Σχέσεις…’, αναφέρει σχετικώς: ‘Η προσευχή της Εκκλησίας για ενότητα όλων δεν σημαίνει την αποκατάστασιν της ενότητος με άλλους χριστιανούς, λες και η ενότης είναι κάτι που έχει χαθή από την Εκκλησία, αλλά αυτό που εννοεί είναι η επιστροφή στους κόλπους της, όσων έχουν εκπέσει εξ’ αυτής, μέσα από το Βάπτισμα, το Χρίσμα και την Θεία Ευχαριστία. Επί πλέον, η Ιερά Σύνοδος, [του Πατριαρχείου Βουλγαρίας], δηλώνει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί να αποδεχθή τις διάφορες θεωρίες περί αυτής της ενότητος που επικρατούν στους ετεροδόξους, όπως για παράδειγμα την θεωρία της “αοράτου Εκκλησίας”, την “θεωρία των κλάδων” και την θεωρία της “ισότητος των δογμάτων”, καθώς επίσης και την νεοσύστατη θεωρία της “βαπτισματικής θεολογίας”, σύμφωνα με την οποία υπάρχει μία αρχέγονη ενότητα σε ένα “κοινό βάπτισμα”. Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Βουλγαρίας εδήλωσε ότι όλες αυτές οι θεωρίες συνδέονται με την διδαχή περί “κτιστής χάριτος” του Αγίου Πνεύματος, η οποία έχει καταδικασθή από την Εκκλησία’.
Το αναφερόμενον εις την § 22 του κειμένου ‘Σχέσεις...’: ‘Η διατήρησις της γνησίας Ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος’ είναι πάντη καινοφανές και ξένον προς την διδασκαλίαν και την ζωήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εν πρώτοις, δι᾽ αυτού αντιφάσκει και προς εαυτήν η σύνοδος, καθόσον, εις την § 3 της ‘Εγκυκλίου’ της, αναγνωρίζει το κύρος της Συνόδου του 1484, της αποκηρυξάσης την Σύνοδον της Φλωρεντίας (1438-1439), και δικαιωσάσης τον Άγιον Μάρκον τον Ευγενικόν. Εάν ήθελεν η σύνοδος της Κρήτης να είναι συνεπής προς την ανωτέρω § 22 του συνοδικού κειμένου της, ώφειλεν, απεναντίας, να καταδικάση την Σύνοδον του 1484, ως περιφρονήσασαν το ‘συνοδικόν σύστημα (δηλαδή την Σύνοδον της Φλωρεντίας)... την ανωτάτην αυθεντίαν επί θεμάτων πίστεως’ και δικαιώσασαν ‘άτομον’, (τον Άγιον Μάρκον), συντελέσαν εις την ‘διάσπασιν της ενότητος της Εκκλησίας, επί προφάσει τηρήσεως η δήθεν προασπίσεως της γνησίας Ορθοδοξίας’.
Αντιτίθεται, φυσικά, διά της § 22 και προς την διαχρονικήν πράξιν της Εκκλησίας, την καταδικάσασαν συνόδους και χαρακτηρίσασαν αυτάς ως Αιρετικάς, Ληστρικάς και Ψευδοσυνόδους [ως λ.χ. την εν Εφέσω, (449), της Ιερείας (754), της Λυώνος (1274) κ. α.], και συγχρόνως αγιοκατατάξασαν τους αντιταχθέντας προς αυτάς και διωχθέντας και μαρτυρήσαντας υπ᾽ αυτών».
Στρογγυλή Τράπεζα στη Μολδαβία.
Λίγες ημέρες μετά την ψευδοσύνοδο κάποιοι πατέρες από την Ελλάδα διοργάνωσαν στις 12 Ιουλίου 2016 στρογγυλή τράπεζα στο Κισινάου, πρωτεύουσα της Μολδαβίας, με αντικείμενο την πρόσφατη Σύνοδο στο Κολυμπάρι της Κρήτης. Από τις εργασίες αυτής της στρογγυλής τράπεζας προέκυψαν οι εξής βασικές θέσεις:
Α) Η συνελθούσα στην Κρήτη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» από 16 έως 27 Ιουνίου του έτους 2016 διέψευσε και το όνομά της και τις προσδοκίες του υγιούς πληρώματος της Εκκλησίας.
Β) Διέψευσε το όνομά της, διότι αποδείχθηκε, κρινόμενη θεολογικά, ότι δεν είναι ούτε σύνοδος, ούτε αγία, ούτε μεγάλη. Δεν είναι ορθόδοξη σύνοδος, διότι δεν ανταποκρίθηκε στα κριτήρια και στα μέτρα των αληθινών συνόδων, των γνωστών από την ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Διακόπτει την παράδοση των ορθοδόξων συνόδων, δεν αποτελεί συνέχειά τους, αποτελεί συνοδικό πραξικόπημα και συνοδική καινοτομία. Οικοδόμησε ένα ‘νέο είδος συνόδου’. Είναι σύνοδος της Νέας Εποχής και του Οικουμενισμού.
Γ) Δεν είναι αγία τυπικώς, κανονικώς και ουσιαστικώς, διότι έλαβε αποφάσεις αντίθετες προς τις αποφάσεις των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, ως προς την αντιμετώπιση των αιρέσεων. Μολονότι η σχέση της Μίας, της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τους ετεροδόξους αναδείχθηκε ως κεντρικό θέμα της Συνόδου, ωστόσο για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας Σύνοδος με τόσο μεγάλες φιλοδοξίες δεν κατονόμασε και δεν καταδίκασε αιρετικούς. Πουθενά μέσα στα κείμενα της Συνόδου αυτής δεν υπάρχει η λέξη ‘αίρεση’…. Νομιμοποιώντας, λοιπόν, την με κακό τρόπο διενεργούμενη συμμετοχή μας στους Διαλόγους και αποκρύποντας την μειοδοσία εκ μέρους των ορθοδόξων αντιπροσώπων, αποκρύπτει παραλλήλως και το ότι δεν έχει σημειωθεί έως σήμερα καμμία θεολογική πρόοδος προς την αλήθεια σε κανέναν απολύτως θεολογικό διάλογο. Επιπλέον, για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας, Σύνοδος εκάλεσε αιρετικούς ως παρατηρητές στις εργασίες της, με τους οποίους έγιναν και συμπροσευχές.
Δ) Η Σύνοδος του Κολυμπαρίου ούτε και μεγάλη μπορεί να χαρακτηρισθεί, διότι δεν εκλήθησαν να λάβουν μέρος όλοι οι Επίσκοποι, και επομένως δεν εκπροσωπήθηκε μεγάλο μέρος του εκκλησιαστικού πληρώματος. Η επιλογή των ολίγων κληθέντων δεν έγινε με κανονικό τρόπο εκλογής. Οι επιλεγέντες μετείχαν χωρίς δικαίωμα ψήφου και με δικαίωμα λόγου χρονικά περιορισμένου. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας δικαίωμα ψήφου είχαν μόνον οι 14 Προκαθήμενοι και επειδή από αυτούς απουσίαζαν οι 4, εψήφισαν τελικώς μόνον οι 10, δηλαδή ένα ογδοηκοστό (1/80) του συνόλου των Επισκόπων οι οποίοι έπρεπε να είναι παρόντες και να ψηφίσουν. Η πράξη αυτή είναι πρωτοφανής στην εκκλησιαστική ιστορία μας και αυθαίρετη, επειδή παραβιάζει κατάφωρα την εκκλησιολογία των Ορθοδόξων Συνόδων, οι οποίες προϋποθέτουν την ισότητα όλων των Αρχιερέων, πράγμα που εμφαίνεται στην ισότιμη ψήφο τους.
Σε ανώτατο εκκλησιαστικό επίπεδο η απουσία των τεσσάρων Εκκλησιών Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας, (της πρώτης εξ αυτών πρεσβυγενούς), οι οποίες εκπροσωπούν περίπου το 70% των Ορθοδόξων Πιστών, καταδεικνύει πολύ περισσότερο την Σύνοδο ως όχι μεγάλη, αλλά μικρή, ούτε βεβαίως πανορθόδοξη, αλλ’ απλώς διευρυμένη διορθόδοξη Συνέλευση.
Ε) Η Σύνοδος διέψευσε όχι μόνον το όνομά της, αλλά και τις προσδοκίες του πληρώματος της Εκκλησίας. Μεταξύ των προσδοκιών αυτών δύο θέματα είχαν μεγίστη προτεραιότητα για την θεραπεία παλαιών σχισμάτων προκληθέντων από πρωτοβουλίες της εκκλησιαστικής ηγεσίας και για την πρόληψη νέων διαιρέσεων και εντάσεων: Έπρεπε να επιλυθεί, με επαναφορά του παλαιού, πατρίου ημερολογίου, το θέμα του εκκλησιαστικού εορτολογίου. Και το σημαντικώτερο: Αυτό που έπρεπε να πράξει η Σύνοδος ήταν η απερίφραστη καταδίκη της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Αντιθέτως, η Σύνοδος του Κολυμπαρίου στο επίμαχο και αμφισβητούμενο κείμενο ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’ προέβη σε μία ‘άμεικτη μείξη’ της Ορθοδοξίας με τις αιρέσεις. Ακόμη και οι διορθωτικές στο κείμενο προτάσεις ενισχύουν αυτό το μείγμα του Οικουμενισμού και του συγκρητισμού. Έτσι, αντί της θεολογικής ακριβείας στα θέματα της Πίστεως, εισάγονται διατυπώσεις αντιφατικές και θεολογικά αυτοαναιρούμενες, σκόπιμη ασάφεια, η οποία σήμερα ωραιοποιείται ως ‘εκκλησιαστική διπλωματία’, ενώ αποτελεί πονηρή και εσπιλωμένη υποκρισία.
Η διατύπωση αιρετικής εκκλησιολογίας, δηλαδή η προσεκτική αλλά καταφανής αποδοχή ‘ετεροδόξων εκκλησιών’ στο εν λόγω κείμενο, καταργεί αυτήν ταύτην την επιδίωξη της Συνόδου στο Κολυμπάρι, την επίδειξη της ενότητος των Ορθοδόξων Εκκλησιών, διότι αρνείται την ενιαία δια μέσου των αιώνων και συνοδικώς διατυπωμένη ορθόδοξη εκκλησιολογία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της εκκλησιαστικής ενότητας. Σύμφωνα με τους λόγους του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «όταν όλοι πιστεύουμε με όμοιο τρόπο, τότε υπάρχει ενότητα [...] Αυτό είναι ενότητα Πίστεως, όταν όλοι είμαστε ένα, όταν όλοι έχουμε με όμοιο τρόπο επίγνωση του συνδέσμου μας».
ΣΤ)… Η αδιαμαρτύρητη αποδοχή του εκκλησιολογικού αυτού κειμένου της Κρήτης, η μη επίσημη απόρριψή του, οδηγεί στη μεταφορά της παναιρέσεως του Οικουμενισμού απ’ ευθείας μέσα στην Εκκλησία, δηλαδή στη συνύπαρξη δύο αντιθέτων δογματικών, (εκκλησιολογικών), παραδόσεων: εκείνης η οποία ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως περί Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και εκείνης της καινοτόμου, αλλοτρίας και αιρετικής, των πολλών «ετεροδόξων εκκλησιών».
Η υποχρέωση μιας συνοδικής καταδίκης του κειμένου αυτού, αλλά και του Οικουμενισμού γενικώς, προκύπτει αβίαστα και από την διαπίστωση του Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού προς τους Μονοθελήτες. Σύμφωνα με αυτήν δεν αρκεί η «εξαφάνιση» η «παρασιώπηση» ενός κειμένου αιρετικού το οποίο εγκρίθηκε συνοδικά, αλλά απαιτείται η συνοδική καταδίκη του, ώστε να μη βλάπτει τις ψυχές όσων το διαβάσουν: «Κατέβηκε από τους πέτρινους τοίχους, αλλά όχι από τις νοερές ψυχές. Να δεχθούν την κατάκριση αυτών, η οποία έγινε στη Ρώμη και εκτέθηκε συνοδικά, με ευσεβή δόγματα και κανόνες, και (τότε) έχει καταστραφεί το διαχωριστικό τείχος και δεν χρειαζόμαστε προτροπή».
(Συνεχίζεται).
ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (7ον).
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως-ιατρού
Εν Θεσσαλονίκη τη 9η Σεπτεμβρίου 2026
Μέρος έβδομον.
Μετά τα κείμενα από το άγιον Όρος και γενικότερα από τον μοναχικό κόσμο που δημοσιεύσαμε στα προηγούμενα μέρη και μετά τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της «Στρογγυλὴς Τράπεζας», που πραγματοποιήθηκε στη Μολδαβία, για τα οποία έγινε λόγος στο προηγούμενο, έκτο μέρος, προχωρούμε στη συνέχεια σε δημοσίευμα του Γραφείου αιρέσεων και Παραθρησκειών της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.
Το Γραφείο Αιρέσεων και Παραθρησκειών της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.
Το εν λόγω Γραφείο δημοσίευσε στις 27 Ιουνίου 2016 άρθρο με τίτλο: «Πρώτες θλιβερές διαπιστώσεις από την ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδο’», στο οποίο μεταξύ άλλων παρατηρεί τα εξής: Με πολύ θλίψη και οδύνη ψυχής παρακολουθήσαμε από τα Μ.Μ.Ε. την έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου αρχής, γενομένης από την Θεία Λειτουργία της Κυριακής της Πεντηκοστής και καταθέτουμε με πολλή συντομία στις γραμμές που ακολουθούν στον πιστό λαό του Θεού τις πρώτες διαπιστώσεις μας.
Πρώτη θλιβερή διαπίστωση, η παρουσία και συμπροσευχή κατά τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία της μεγάλης αυτής Δεσποτικής εορτής στον Ιερό Ναό του Αγίου Μηνά Ηρακλείου των αιρετικών Παπικών, Προτεσταντών και Μονοφυσιτών, κάτι το οποίον, όπως είναι γνωστό σε όλους, απαγορεύεται από τους Ιερούς Κανόνες. Οι Ορθόδοξοι Προκαθήμενοι και οι άλλοι συμμετασχόντες Ιεράρχες κατεπάτησαν Ιερούς Κανόνες, Αποστολικούς και Συνοδικούς, θέλοντας έτσι εκ προοιμίου να στείλουν ένα μήνυμα σ’ όλο τον κόσμο, πόσο σέβονται τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και κατ’ επέκτασιν τον Συνοδικό Θεσμό, για τον οποίο κόπτονται και ομιλούν με μεγαλόστομες διακηρύξεις.
Δεύτερη θλιβερή διαπίστωση, η παρουσία κατά την έναρξη των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ως επισήμων προσκεκλημένων των αντιπροσωπειών, που έστειλαν οι αιρετικές κοινότητες των Παπικών, Προτεσταντών και Μονοφυσιτών, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Μάλιστα οι εν λόγω αντιπρόσωποι προσφωνήθηκαν ως «εκπρόσωποι αδελφών Εκκλησιών» από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, προτού ακόμη η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αποφανθεί περί της εκκλησιαστικότητος, ή μη, των εν λόγω αιρετικών κοινοτήτων. Έτσι ο κ. Βαρθολομαίος δημιουργώντας ένα τετελεσμένο γεγονός, έστειλε ένα δεύτερο μήνυμα, στα μέλη της Συνόδου αυτή τη φορά, ότι δεν έχει καμιά διάθεση να ονομάσει τους ετεροδόξους αιρετικούς, αλλά «αδελφές Εκκλησίες».
Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων της βυζαντινής περιόδου δεν υπήρξε το φαινόμενο των «παρατηρητών». Το να παρίστανται δηλαδή ως τιμώμενα πρόσωπα αιρετικοί, των οποίων οι αιρετικές διδασκαλίες έχουν καταδικασθεί από προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους. Οι αιρετικοί προσεκαλούντο μεν, αλλ’ ως υπόδικοι, προκειμένου να απολογηθούν και όχι ως τιμώμενα πρόσωπα. Το φαινόμενο των «παρατηρητών» εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Β΄ Βατικανή ψευδοσύνοδο, (1963-1965) και κατά πάσαν πιθανότητα από εκείνη την ψευδοσύνοδο φαίνεται να το αντέγραψε η Κολυμπάρια ψευδοσύνοδος.
Άλλη θλιβερή διαπίστωση, αυτή καθ’ εαυτήν η έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Το γεγονός δηλαδή ότι η «Σύνοδος» αυτή ξεκίνησε τις εργασίες της κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προβλέπει ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ.1). Ώστε, λοιπόν, τώρα που τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας), διαφωνούν αιτιολογημένα ως προς την σύγκληση της Συνόδου και ζητούν στην παρούσα φάση την αναβολή της, δεν πληρούται ο όρος: «συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων». Κατά τα άλλα καυχώνται οι Προκαθήμενοι και τα μέλη της Συνόδου ότι τηρούν επακριβώς τον Κανονισμό.
Άλλη θλιβερή διαπίστωση το γεγονός ότι η «Σύνοδος» ξεκίνησε το έργο της χωρίς προηγουμένως να επικυρώσει τους Συνοδικούς Όρους και τους Συνοδικούς Ιερούς Κανόνες όλων των προγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων, έτσι ώστε να είναι όντως και η παρούσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος οργανική συνέχεια όλων των προγενεστέρων. Σημειωτέον ότι η αναφορά αυτή στις προγενέστερες Οικουμενικές Συνόδους ήταν μια πάγια τακτική που ετηρείτο από τους αγίους Πατέρες των εν λόγω Συνόδων.
Άλλη θλιβερή διαπίστωση το γεγονός ότι η «Σύνοδος» ξεκίνησε το έργο της με βάση τα ομοφώνως αποδεκτά 6 κείμενα της Ε΄ Προσυνοδικής Διασκέψεως. Η βάση όμως αυτή δεν αποδείχθηκε ασφαλής, στέρεη και αμετακίνητη, όπως φάνηκε εκ των υστέρων. Και τούτο διότι τα 6 προσυνοδικά κείμενα έγιναν μεν αποδεκτά ομοφώνως από τους εκπροσώπους της Ε΄ Προσυνοδικής και από την Σύναξη των Προκαθημένων, (του Ιανουαρίου 2016), αλλά όχι και από όλες τις Ιεραρχίες των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Οι Εκκλησίες αυτές όταν παρέλαβαν από τους Προκαθημένους τα 6 προσυνοδικά κείμενα, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στην Ε΄ Προσυνοδική, στη συνέχεια τα μελέτησαν συνοδικώς. Πολλές από αυτές, όπως η Εκκλησία της Βουλγαρίας, της Ελλάδος, της Γεωργίας κ.α.) κατά την συνοδική μελέτη των κειμένων διαπίστωσαν κενά, ασάφειες, κακόδοξες διατυπώσεις κ.λ.π., οπότε επέβαλαν τροποποιήσεις και διορθώσεις.
Για τις Εκκλησίες λοιπόν αυτές που επέβαλαν τις εν λόγω διορθώσεις και τροποποιήσεις μετά από συνοδική μελέτη, είναι αυτονόητο ότι δεν ισχύουν πλέον τα προσυνοδικά κείμενα στην μορφή που αυτά είχαν κατά την Ε΄ Προσυνοδική, αλλά στη νέα μορφή που πήραν μετά τις διορθώσεις. Το γεγονός ότι οι προκαθήμενοι υπέγραψαν τα 6 κείμενα της Ε΄ προσυνοδικής ομοφώνως, (όπως και τον κανονισμό λειτουργίας της Συνόδου), αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιεραρχίες των κατά τόπους εκκλησιών δεσμεύονται από τις υπογραφές των προκαθημένων, για να δεχθούν τα κείμενα αυτά όπως έχουν. Η προσωπική γνώμη ενός Προκαθημένου σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να δεσμεύσει και να υποχρεώσει τη Σύνοδο της Ιεραρχίας, στην οποία αυτός ανήκει σε συμμόρφωση και αποδοχή της γνώμης του. Διότι τότε καταργείται ο Συνοδικός Θεσμός και ο κάθε Προκαθήμενος μεταβάλλεται σε Πάπα, ο οποίος αποφασίζει και επιβάλλεται κυριαρχικά. Το ανώτατο όργανο διοικήσεως των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, δεν είναι ο Προκαθήμενος, αλλά η Σύνοδος της Ιεραρχίας.
Μετά από όσα αναφέραμε προηγουμένως γίνεται πλέον κατανοητό, ότι είναι πέρα για πέρα εσφαλμένος ο ισχυρισμός του Οικ. Πατριάρχου στην εισαγωγική του ομιλία: «Χωρούμεν, συνεπώς, επί το έργον ημών επί τη βάσει ομοφώνως εγκεκριμένων υπό των Εκκλησιών ημών Κειμένων, άτινα εκάστη Εκκλησία έχει ήδη αποδεχθή».
Άλλη θλιβερή διαπίστωση το γεγονός ότι οι τέσσερις Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στη «Σύνοδο», διασύρθηκαν διεθνώς. Η απουσία τους παρουσιάσθηκε τόσον από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, όσο και από άλλους προκαθημένους, στις εισαγωγικές των ομιλίες, ως τελείως αδικαιολόγητη και κατακριτέα. Και ούτε λίγο, ούτε πολύ οι Εκκλησίες αυτές εμφανίσθηκαν με την απουσία τους ως ένοχες και υπόλογες για δημιουργία σχισμάτων και διαιρέσεων. Ωστόσο, οι εν λόγω Εκκλησίες τελικά δεν συμμετείχαν, όχι διότι έτσι τους άρεσε, αλλά διότι, όπως εξηγήσαμε παρά πάνω, διαπίστωσαν μετά από συνοδικό έλεγχο ότι τα προσυνοδικά κείμενα πάσχουν.
Άλλη θλιβερή διαπίστωση, ίσως η πιο θλιβερή από όλες τις προηγούμενες, η μέσω μιας σκοτεινής και γριφώδους νέας διατυπώσεως στο κείμενο: «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ουσιαστική αναγνώριση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους αιρετικούς. Ιδού πια διατύπωση έγινε ομοφώνως αποδεκτή από την Σύνοδο: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν άλλων ετεροδόξων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών», αντί της διατυπώσεως: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Δηλαδή η λέξις «ύπαρξις» αντικαθίσταται με την λέξη «ονομασία» και στη φράση «Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών» προστίθεται ο προσδιορισμός «ετεροδόξων». Την εν λόγω αλλαγή στη διατύπωση επρότεινε ο Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, μετά από πολύωρες συζητήσεις και διαβουλεύσεις κατά τις οποίες εκφράσθηκαν πολλές αντικρουόμενες απόψεις. Με την νέα διατύπωση, ισχυρίζεται ο Μακαριώτατος, ότι «πετυχαίνουμε μία συνοδική απόφαση που για πρώτη φορά στην ιστορία περιορίζει το ιστορικό πλαίσιο των σχέσεων προς τους ετεροδόξους όχι στην ύπαρξη, αλλά μόνο στην ιστορική ονομασία αυτών ως ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών ή Ομολογιών». Εδώ αναφύεται το εύλογο ερώτημα: Πως είναι δυνατόν να ονομάσει κανείς οτιδήποτε, ενώ παράλληλα απορρίπτει την ύπαρξή αυτού, το οποίον ονομάζει;
Αντιφατική και απαράδεκτη επίσης από δογματικής απόψεως είναι και αποδοχή του όρου «ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών ή Ομολογιών». Οι ετερόδοξες ομολογίες, δεν μπορούν να ονομασθούν «Εκκλησίες» επειδή ακριβώς αποδέχονται έτερα, αιρετικά δόγματα και ως αιρετικές δεν μπορούν να αποτελούν «Εκκλησίες». Πολύ λυπηρό επίσης είναι το γεγονός, ότι η αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν παρέμεινε πιστή και αμετακίνητη στις αποφάσεις της Συνόδου της Ιεραρχίας της 24ης και 25ης Μαΐου ε.ε., όπως ώφειλε να πράξει, σχετικά με το εν λόγω θέμα. Η Σύνοδος της εν λόγω Ιεραρχίας είχε αποφασίσει την αντικατάσταση της φράσεως «ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιών» με την φράση «ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Οµολογιών και Κοινοτήτων».
Τέλος μια άλλη θλιβερή διαπίστωση, τα όσα διεκήρυξε, με ιδιαιτέρα μάλιστα καύχηση, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος κατά την λήξη των εργασιών. Μεταξύ άλλων διεκήρυξε ότι «το Οικουμενικόν Πατριαρχείον υπήρξε πρωτοπόρον στον χώρο της Οικουμενικής Κινήσεως». Αναφέρθηκε επίσης στην παναιρετική Εγκύκλιο του 1920 «η οποία από πολλούς χαρακτηρίζεται ως ο Καταστατικός χάρτης του αργότερον ιδρυθέντος Π.Σ.Ε.» και ότι το «Οικουμενικόν Πατριαρχείον υπήρξεν εκ των ιδρυτικών μελών του Π.Σ.Ε. εις το Άμστερνταμ…».
Περιοριστήκαμε προς το παρόν μόνο στα παρά πάνω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εδώ τελειώνει ο κατάλογος των θλιβερών διαπιστώσεων. Εύλογα, μετά από όσα αναφέραμε παρά πάνω, γεννάται το ερώτημα: Από μια «Σύνοδο» που ξεκίνησε και προχώρησε με τέτοιο τρόπο, τι μπορεί κανείς να περιμένει; Όπως επισημαίνει ο Κύριος: «Ου γαρ εστι δένδρον καλόν ποιούν καρπόν σαπρόν, ουδέ δένδρον σαπρόν ποιούν καρπόν καλόν• έκαστον γαρ δένδρον εκ του ιδίου καρπού γινώσκεται» (Λουκ. 6,43-44). Ο κάθε αναγνώστης ας βγάλει μόνος του τα συμπεράσματά του.
(Συνεχίζεται)
=============
ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (8ον).
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως-ιατρού
Εν Θεσσαλονίκη τη 11η Σεπτεμβρίου 2026
Μέρος όγδοον.
Μετά τις κριτικές παρατηρήσεις του Γραφείου αιρέσεων και Παραθρησκειών της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς προχωρούμε στη συνέχεια σε κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων κληρικών και κατόπιν παραθέτουμε απόσπασμα επιστολής της Γερόντισσας Ιουστίνας, ηγουμένης γυναικείας Ι. Μονής από τη Ρουμανία, προς τον Σεβασμιώτατον Αρχιεπίσκοπον Ιασίου και Μητροπολίτην Μολδαβίας και Μπουκοβίνας, κ. Θεοφάνην.
Κριτικές παρατηρήσεις διακεκριμένων κληρικών.
Ο πρωτοπρ. π. Θεόδωρος Ζήσης, ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. σε άρθρο του με τίτλο: «Η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης σε σύγκριση με την Ορθόδοξη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (1273)», παρατηρεί: «Είναι η πρώτη σύνοδος καθ᾽ όλην την δεύτερη χιλιετία και μετ᾽ αυτήν, που όχι μόνον αποφεύγει να ονομάσει και να καταδικάσει τις αιρέσεις, αλλά τις ονομάζει και Εκκλησίες. Επί πλέον αντί να απαγορεύει την κοινωνία με τους αιρετικούς, επαινεί την συμμετοχή και συμπερίληψή μας στο προτεσταντικό ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών’, δηλαδή σε ένα ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο Αιρέσεων’. Επαινεί ακόμη και τους Θεολογικούς Διαλόγους, οι περισσότεροι από τους οποίους παρήγαγαν κείμενα που δικαιολογούν και αθωώνουν τις αιρέσεις…. Η ‘σύνοδος’ της Κρήτης απήντησε όχι με βάση τους θεοφόρους Πατέρες και τους θείους κανόνες και νόμους, αλλά ‘από κοιλίας’. Επειδή οι εκτός της Εκκλησίας υποχρεωτικά εντάσσονται στις τρεις τάξεις κατά τον Μ. Βασίλειο, των αιρετικών, των σχισματικών και των παρασυναγώγων, εφευρίσκει τέταρτη, ανύπαρκτη τάξη, στην φαντασία μόνον των συνοδικών της Κρήτης υπάρχουσα, την τάξη των ‘ετεροδόξων εκκλησιών’. Δεν βρέθηκε κάποιος να τους πει ότι με αυτό κοροϊδεύουν και τους ετεροδόξους (=αιρετικούς) και την εκκλησία, διότι το ‘ετερόδοξες εκκλησίες’ είναι ‘αντίφασις εν τοις όροις’• Οι εκκλησίες είναι πάντοτε ομόδοξες και ομογνώμονες, και οι ετερόδοξοι, δηλ. οι αιρετικοί, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι εκκλησίες. Ανατρέπει λοιπόν η ψευδοσύνοδος της Κρήτης όλη την προηγούμενη συνοδική και πατερική παράδοση, μετονομάζει τους αιρετικούς σε ετεροδόξους και τους καθιστά εκκλησίες.
Είναι επισφαλές το επιχείρημα ότι τον όρο ‘εκκλησίες’ ως τεχνικό όρο τον χρησιμοποιούν πολλοί και επομένως έχουν άδικο όσοι διαμαρτύρονται. Είναι επισφαλές επιχείρημα για δύο λόγους. Εν πρώτοις, διότι η χρησιμοποίηση του όρου από μεμονωμένα πρόσωπα (π.χ. Ανδρούτσος, Τρεμπέλας κ.α.) δεν είναι το ίδιο με την χρήση του από επίσημη σύνοδο της Εκκλησίας• ας μας δείξουν και ας παραπέμψουν σε κάποιο συνοδικό κείμενο, το οποίο ονομάζει τους αιρετικούς εκκλησία. Υπάρχει πουθενά στα συνοδικά κείμενα τέτοια θεολογική παραδοξολογία; Ομιλούν ποτέ για εκκλησία των Αρειανών, των Πνευματομάχων, των Μονοφυσιτών, των Εικονομάχων; Δεν τους ονομάζουν όλους αυτούς αιρέσεις με βαρείς χαρακτηρισμούς, δεν τους καταδικάζουν και τους αναθεματίζουν; Ήδη είπαμε ότι το ίδιο ισχύει για τους Παπικούς και τους Προτεστάντες. Αν κάποιοι, με διαβρωμένη την ορθόδοξη συνείδηση και με ελλιπή ιστορική και θεολογική γνώση, θεωρούν τον Παπισμό ως εκκλησία, ας μας εξηγήσουν γιατί επί αιώνες τώρα δεν έχουμε ‘κοινωνίαν εν τοις μυστηρίοις’ (intercommunio), και γιατί τουλάχιστον δύο φορές συνοδικά και επίσημα, στην Λυών και στην Φερράρα, δεν έγινε η ένωση; Έκαναν λάθος όσοι αντέδρασαν, έκαναν λάθος όσοι εμαρτύρησαν για να μη κοινωνήσουν με τους Λατίνους, οι Κύπριοι Οσιομάρτυρες της Καντάρας και οι Αγιορείτες Οσιομάρτυρες; Αφού λοιπόν οι Παπικοί και οι Προτεστάντες, ως και οι αρχαίοι Μονοφυσίτες, είναι εκκλησίες, γιατί δεν τολμούν όσοι το ισχυρίζονται, να συλλειτουργήσουν μαζί τους και να κοινωνήσουν δημόσια και φανερά από κοινό Πατήριο;
Ο δεύτερος λόγος που καθιστά επισφαλές το επιχείρημα ότι το ‘εκκλησίες’ χρησιμοποιείται ευρέως ως τεχνικός όρος στην θεολογική βιβλιογραφία, συνάγεται εκ του ότι κάποιοι όροι επιβάλλονται και χρησιμοποιούνται, χωρίς να είναι ορθοί, λόγω της επικρατούσης και κυριαρχούσης δυνάμεως αυτών, οι οποίοι επιβάλλουν τους όρους. Είναι γνωστόν και έχει αποδειχθή δια πολλών ότι η ελληνική ακαδημαϊκή θεολογία έχει υποστή του κόσμου τις επιδράσεις από την Δύση, από τους Παπικούς και από τους Προτεστάντες, και ως προς την χρήση της θεολογικής ορολογίας».
Ο αείμνηστος αρχ. κυρός Σαράντης Σαράντος, διδάκτορας της Θεολογίας, στη Θεολογική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών σε Ανοικτή Επιστολή του προς τον Μακ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, (16.9.2016), παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «Απορούμε όμως και εξιστάμεθα: Για το πως άλλαξε άρδην η ορθόδοξη δομή της Εκκλησίας μας και από Συνοδική-δημοκρατική ξαφνικά γίνεται ομάδα δέκα Προκαθημένων με ανώτατο τον πρώτο των πρώτων. Πότε η Αγία Ορθοδοξία μας είχε ένα ανώτατο παπίζοντα άρχοντα, αμέσως κατευθύνοντα σε ‘ομόφωνη’ συμφωνία τους κάτωθεν αυτού δέκα Προκαθημένους και εμμέσως καθοδηγούντα τους είκοσι τέσσερις υπ’ αυτούς Μητροπολίτες εκάστης τοπικής Εκκλησίας; Την ημέρα της Πεντηκοστής μόνο σε έναν Απόστολο, (π.χ. τον Πέτρο), κατέπεμψε το Άγιόν Του Πνεύμα ο εν Τριάδι Θεός; Ισότιμα και οι Δώδεκα δεν εφωτίσθησαν με τις πύρινες γλώσσες του Παναγίου Πνεύματος; Σε όλες τις Συνόδους, από τις Αποστολικές και από την πρώτη μέχρι την ενάτη των Οικουμενικών δεν ελάμβαναν μέρος με πλήρη και ισότιμη ψήφο άπαντες οι Ιεράρχες της ανά την Οικουμένην Αγίας Ορθοδοξης Εκκλησίας μας; Όλοι οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέχρι να εμφανισθεί η μεταπατερική θεολογία, μας εδίδασκαν ότι και η μικρότερη τοπική Εκκλησία, ο επίσκοπος, το τίμιο πρεσβυτέριο και το χριστεπώνυμο πλήρωμα αποτελούν πλήρη εικόνα της Καθολικής Εκκλησίας του Ιησού Χριστού. Αυτό εξάγεται από τη συνολική μελέτη και όχι αποσπασματική, των πατερικών κειμένων και από τη συνεχιζόμενη εμπειρία και γνώση απάντων των Αγίων μέχρι σήμερα».
Ο πρωτοπρ. π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, θεολόγος, νομικός, σε μελέτη του με τίτλο: «Η Σύνοδος της Κρήτης και το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, (Π.Σ.Ε.)», μεταξύ άλλων παρατηρεί: «Ιδιαιτέρως η Σύνοδος της Κρήτης εκφράζει θετική εκτίμηση για την ‘θεολογική προσφορά’ της Επιτροπής ‘Πίστις και Τάξις’ του Π.Σ.Ε. και σημειώνει: ‘Η Ορθόδοξος Εκκλησία…εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής εκδοθέντα θεολογικά κείμενα …τα οποία αποτελούν αξιόλογον βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών’, (κείμενο ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο’ § 21). Ασφαλώς δεν είναι της παρούσης αναλυτική αναφορά στα κείμενα της Επιτροπής. Είναι όμως επιτρεπτή μία τόσο γενικόλογη προσέγγιση εκ μέρους της Πανορθοδόξου Συνόδου; Επιτρέπεται η ‘Αγία και Μεγάλη’ Σύνοδος χωρίς ειδική και λεπτομερή μελέτη να ‘εκτιμά θετικώς τα θεολογικά κείμενα’ της Επιτροπής ‘Πίστις και Τάξις’ και την εν γένει ‘θεολογική προσφορά’ του Π.Σ.Ε., όταν αυτά ακριβώς τα κείμενα είναι γεμάτα από προτεσταντικές κακοδοξίες και γι’ αυτά τα κείμενα πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν διατυπώσει κατ’ επανάληψιν σοβαρές επιφυλάξεις, οι οποίες έχουν καταγραφεί ακόμα και στα πρακτικά της Γ΄ Πανορθοδόξου Προσυνοδικής Διασκέψεως; (1986). Γιατί τέτοια προχειρότητα από μία Σύνοδο που διεκδικεί να καταταγεί στην εκκλησιαστική συνείδηση ως ‘Αγία και Μεγάλη’;… Επιπλέον δε, προσεκτική μελέτη των κοινώς αποδεκτών κειμένων των τελευταίων Γενικών Συνελεύσεων του Π.Σ.Ε. καθιστά σαφές ότι οι προτεσταντικές εκκλησιολογικές αντιλήψεις διαμορφώνουν ακόμα και σήμερα - μετά την δήθεν “αναβάθμιση” της συμμετοχής των Ορθοδόξων - το θεολογικό πλαίσιο λειτουργίας του Π.Σ.Ε. Συνεπώς, με κανένα τρόπο δε μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε ο ενθουσιασμός της Συνόδου της Κρήτης, ούτε η τόσο άτονη και γενικόλογη κριτική στο Π.Σ.Ε. από την Σύνοδο: ‘Εν τούτοις η Ορθόδοξος Εκκλησία διατηρεί επιφυλάξεις διά κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως και τάξεως, διότι αι μη Ορθόδοξοι Εκκλησίαι και Ομολογίαι παρεξέκλιναν εκ της αληθούς πίστεως της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας’ (§ 21)! Είναι δυνατόν μία Πανορθόδοξη Σύνοδος να περιορίσει σε 32 μόνο λέξεις την κριτική της στα όσα απαράδεκτα, καινοφανή και ανατρεπτικά της ευαγγελικής, πατερικής, δογματικής και ηθικής διδασκαλίας συντελούνται σήμερα στο Π.Σ.Ε.;».
Ο πρωτοπρ. π. Πέτρος Χιρς, διδάκτορας της Θεολογίας, στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. σε συνέντευξή του σχολιάζει τα εξής σχετικά με την ψευδοσύνοδο: «Η Σύνοδος της Κρήτης είναι, δυστυχώς, μια ψευδοσύνοδος, η οποία παρήγαγε αντορθόδοξα κείμενα, τα οποία πρέπει τώρα να απορριφθούν από το Ορθόδοξο πλήρωμα….Τόσο από πλευράς μεθοδολογίας, (το πώς προετοιμάστηκε, πώς οργανώθηκε και διεξήχθη), όσο και από πλευράς ουσίας, (τα τελικά κείμενα είχαν βαθιά αλλοιωθεί από τη μη Ορθόδοξη οικουμενιστική νοοτροπία), προκύπτει ότι η ‘Κρητική Σύνοδος’ παρεξέκλινε από την Οδό και την Αλήθεια των Αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. …. Δυστυχώς, όπως έχει γίνει σαφές, η Σύνοδος αυτή ούτε ‘μεγάλη’ είναι ούτε ‘αγία’. Απλώς ήταν μια ήσσονος σημασίας σύναξη, που θα μείνει στην ιστορία, στην καλύτερη περίπτωση, ως μια επισκοπική συνέλευση χωρίς πανορθόδοξο κύρος. Επιπλέον, δεν ήταν ‘αγία’ εξ’ αιτίας της ολοφάνερης απόκλισης από την Αγία Παράδοση και της προώθησης του συγκρητιστικού Οικουμενισμού, με τη χαλαρή υιοθέτηση και ανορθοδόξων κειμένων, μεταξύ άλλων, τα οποία εκδόθηκαν στο πλαίσιο του διαλόγου με την Παποσύνη, (λ.χ. Μπάλαμάντ) και στο πλαίσιο του λεγομένου ‘Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών’ (λ.χ. Πουσάν, Πόρτο Αλλέγκρε)».
Ο αρχ. π. Αναστάσιος Αναστασίου, πρώην Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Μεγάλου Μετεώρου σε δημοσίευμά του με τίτλο: «Η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος», παρατηρεί: «Ειδικά σε ότι αφορά την Εκκλησία της Ελλάδος, η πλειοψηφία των ιεραρχών και το ευσεβές πλήρωμα συνολικά έμειναν επί σειρά ετών παντελώς απληροφόρητοι, ανυποψίαστοι για όλα όσα επί δεκαετίες συντελούνταν εν κρυπτώ…Είναι όμως γνωστό ότι στα θέματα της πίστεως δεν μπορεί να γίνει συμβιβασμός. Γι’ αυτό και είχε τονιστεί εκ των προτέρων ότι το κείμενο: ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’, θα έπρεπε να απορριφθεί εξ’ ολοκλήρου, καθώς ήταν εκ θεμελίων προβληματικό και δεν επιδεχόταν βελτιώσεις…Αυτό που συνέβη τελικά στην Κρήτη ήταν η πλήρης ανατροπή τόσο της ουσίας όσο και του συνολικού πνεύματος της αποφάσεως της Ιεραρχίας του Μαΐου του 2016…Ο αρχιεπίσκοπος και οι αρχιερείς που μετείχαν στην Αντιπροσωπεία, προχώρησαν σε μια ωμή παραβίαση της εντολής που είχαν λάβει. Λειτούργησαν με απόλυτα αντισυνοδικό τρόπο, υπερβαίνοντας την εξουσιοδότηση που είχαν λάβει από το ανώτατο όργανο της Εκκλησίας, που είναι η Ιεραρχία».
Η Γερόντισσα Ιουστίνα από τη Ρουμανία.
Η εν λόγω Γερόντισσα, ηγουμένη της Ιεράς Μονής Paltin Petru Voda, (του Πατριαρχείου της Ρουμανίας), σε επιστολή της προς τον Σεβασμιώτατον Αρχιεπίσκοπον Ιασίου και Μητροπολίτην Μολδαβίας και Μπουκοβίνας, κ. Θεοφάνην, με πολύ πόνο και αγωνία καταθέτει μεταξύ άλλων τα εξής:
«….. Οι συζητήσεις και τα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης υποφέρουν σοβαρά από μία ανορθόδοξη θεολογική γλώσσα, η οποία εκφράζει τη λεγόμενη theologia oecumenica, καθώς την ονομάζουν οι ίδιοι οι οικουμενιστές, μία ανορθόδοξη θεολογία με προτεσταντική προέλευση, που εισάχθηκε στην Εκκλησία κατά τους ιθ -κ αιώνες. Εσείς ο ίδιος και άλλα μέλη της Ρουμανικής Αντιπροσωπίας αγωνιστήκατε εναντίον των ασαφειών και αλλοιώσεων, των ανορθόδοξων, ή και αντορθόδοξων διατυπώσεων των κειμένων της Συνόδου. Αλλά το πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα που είχατε στη διάθεση πριν από τη Σύνοδο, (άλλη ανορθόδοξη πράξη!) και οι πολύ έντονες πιέσεις επέτρεψαν να υπάρχουν πολλές παραλείψεις: από τη δογματική καινοτομία των αρχιερατικών βαθμίδων μέχρι τα άρθρα των κειμένων, τα οποία έρχονται σε διαφωνία μεταξύ τους και καταργούνται αμοιβαία, ή και η έλλειψη ουσιαστικών διευκρινίσεων, χωρίς των οποίων ανοίγεται ο δρόμος των πιο πλανεμένων θεολογικών παρεξηγήσεων…. Με δάκρυα Σας παρακαλούμε: απορρίψετε τη Σύνοδο της Κρήτης. Ό,τι δεν μπορέσατε να κερδίσετε εκεί, στην Κρήτη, κερδίστε τώρα! Επειδή δεν πρόκειται για κάποιο περιορισμένο και μικροπρεπές ανθρώπινο ενδιαφέρον, αλλά για το ιερό και ύψιστο καθήκον της ομολογίας και της διακήρυξης της διδασκαλίας του Χριστού, όπως ο ίδιος ο Σωτήρας μας την άφησε ως θησαυρό μέχρι τη συντέλεια του κόσμου».
(Συνεχίζεται).
